Supreme Court dismisses divorce appeal regarding forgiveness as a new fact and evidence evaluation errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's appeal against the divorce judgment, ruling that the defense of forgiveness did not constitute a new fact requiring reconsideration. The court held that the lower court's refusal to consider forgiveness was a valid denial of the claim rather than a violation of substantive law. Furthermore, the appeal regarding the evaluation of witness testimony was dismissed as it pertained solely to the assessment of evidence, which falls outside the scope of appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1439 para. 1 AC; Art. 559 para. 1 no. 1, 8 para. b' CPolD; Art. 559 para. 19 CPolD; Art. 561 para. 1 CPolD: Forgiveness offered by the accused spouse does not constitute a new fact but a denial of the claim, and appeals regarding the evaluation of evidence are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 556 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 556/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Σ. συζ. Χ. Κ., το γένος Ι. Μ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Νικολόπουλο.
Του αναιρεσίβλητου: Χ. Κ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελισάβετ Τσέλιου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-3-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4844/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 3913/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-9-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας, ανέγνωσε την από 26-2-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου την απόρριψη της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1439 παρ.1 ΑΚ, καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει το διαζύγιο, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά, από λόγο που αφορά το πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα. Δημιουργείται δηλαδή ο λόγος αυτός διαζυγίου όταν συντρέξουν αντικειμενικώς πρόσφορα, κλονιστικά της έγγαμης σχέσης, γεγονότα σχετιζόμενα με το πρόσωπο του εναγομένου συζύγου ή και των δύο συζύγων, ανεξάρτητα αν οφείλονται ή όχι σε υπαιτιότητα, τα οποία πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση επέφεραν ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης, ώστε η εξακολούθησή της να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι τέλεσαν μεταξύ τους νόμιμο πολιτικό γάμο στις 6-6-1983, στην ... του νομού ... Ρουμανίας, από το γάμο δε αυτόν δεν απέκτησαν τέκνα. Μετά το γάμο τους εγκαταστάθηκαν σε διαμέρισμα, το οποίο ευρίσκεται στον 6ο όροφο της πολυκατοικίας επί των οδών ...
και ... στην Αθήνα, εμβαδού 200 τ.μ., συνιδιοκτησίας, κατά ποσοστό 50% ο καθένας, του εφεσίβλητου και της αδελφής του Α. Κ., Εξάλλου, ο εφεσίβλητος, συνταξιούχος δικηγόρος, και η αδελφή του Α. Κ., η οποία έπασχε από νοητική στέρηση και, ύστερα από αίτηση της μητέρας τους, είχε κηρυχθεί σε κατάσταση δικαστικής απαγορεύσεως δυνάμει της 884/1974 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, είναι συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι εκ κληρονομιάς κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος μεγάλης ακινήτου περιουσίας στους Νομούς Αττικής, Μαγνησίας και Φθιώτιδος.
Περαιτέρω, όπως απεδείχθη, αρχικώς η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων ήτο καλή, ο εφεσίβλητος είχε παραχωρήσει στην εκκαλούσα την διαχείριση της περιουσίας του και παρείχε σ' αυτήν ένα ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο ζωής, επιπροσθέτως δε, κατόπιν αιτήσεως του, δια της 4578/1991 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η εκκαλούσα είχε διορισθεί ως επίτροπος της ανωτέρω δικαστικώς απαγορευμένης αδελφής του και συνέχισε συμφώνως προς το άρθρο 59 του ν. 2447/1996 το λειτούργημα της ως δικαστική συμπαραστάτρια αυτής έως την παύση της και τον διορισμό ως προσωρινής δικαστικής συμπαραστάτριας της Ζ.
Μ., δικηγόρου Αθηνών δυνάμει της 2801/202 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ύστερα από αίτηση του εφεσίβλητου. Τον Απρίλιο του έτους 2000, οι διάδικοι μετέβησαν στην Ρουμανία, όπου παρέμειναν έως τον Δεκέμβριο του έτους 2002. Κατά το ως άνω χρονικό διάστημα ο εφεσίβλητος είχε συνάψει εξωσυζυγική σχέση με την Μ.
Τ., με την οποία απέκτησε στις 5-4-2002 μία θυγατέρα, την Κ.-Ε., την οποία αναγνώρισε και αποτελεί το μοναδικό γνήσιο τέκνο του. Περαιτέρω απεδείχθη ότι από το έτος 2002 η εκκαλούσα διέμενε σε χωριστά δωμάτια της ως άνω συζυγικής οικίας, με συνέπεια την σωματική και ψυχική απομάκρυνση τους, καθώς και ότι παρόλον ότι μεταγενεστέρως ανέκυψαν διάφορα σοβαρά προβλήματα στην έγγαμη σχέση των διαδίκων, ιδίως, όσον αφορά την διαχείριση εκ μέρους της εκκαλούσας της περιουσίας του εφεσίβλητου και της συμπαραστατουμένης αδελφής του Α.
Κ. λόγω της δημιουργίας χρεών, εν τούτοις οι διάδικοι εξακολουθούσαν να συγκατοικούν στο άνω διαμέρισμα. Η συγκατοίκηση τους όμως αυτή - η οποία διήρκεσε έως τις 5-5-2011, οπότε η εκκαλούσα απεβλήθη από την συζυγική οικία εις αναγκαστική εκτέλεση της 4130/2011 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήμα Ασφαλιστικών Μέτρων), η οποία εξεδόθη κατόπιν αιτήσεως του εφεσίβλητου και δια της οποίας διετάχθη η προσωρινή μετοίκηση της από την συζυγική οικία δεν ήτο αρμονική.
Και τούτο διότι, όπως απεδείχθη, η εκκαλούσα παραμελούσε συστηματικώς την εκτέλεση των οικιακών εργασιών, δεν μαγείρευε στο σπίτι, επεδείκνυε αδιαφορία για την συντήρηση του συζυγικού οίκου και προς το πρόσωπο του εφεσίβλητου, δημιουργούσε συνεχώς έριδες και διαπληκτισμούς, έκαμε σπατάλες, εκμεταλλευόμενη την οικονομική κατάσταση του συζύγου της και της συμπαραστατουμένης αδελφής του, ενώ μείωνε και εξύβριζε αυτόν ενώπιον τρίτων.
Ο τελευταίος από το έτος 2007 έπασχε από ασταθή στηθάγχη, στεφανιαία νόσο και καρδιακή ανεπάρκεια, λόγω δε της καρδιακής ανεπαρκείας είχε νοσηλευθεί στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών "ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ" από 2-11-2007 έως 8-11-2007 και είχε κριθεί ανίκανος προς εργασία σε ποσοστό 67% επί πέντε έτη (έως 10-9-2013) δια της 21819/10-9-2008 γνωμοδοτήσεως της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής.
Εξάλλου, το ότι οι σχέσεις των διαδίκων είχαν διαταραχθεί πολύ σοβαρά προκύπτει και από το γεγονός της παροχής εκ μέρους του εφεσίβλητου προς την δικηγόρο Αθηνών Μαρία - Αννα Γραφανάκη της πληρεξουσιότητας για την διαχείριση θεμάτων της περιουσίας του δυνάμει των .../21-5-2008 και .../30-5-2008 πληρεξουσίων των συμβολαιογράφων Αθηνών Φωτεινής Τριγάζη και Μαρίας Κούσουλα, αντιστοίχως.
Λόγω δε του γεγονότος αυτού η εκκαλούσα κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 6-7-2008 αίτηση για την θέση του εφεσίβλητου σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση, αίτηση, η οποία όμως απερρίφθη δια της 3637/2009 οριστικής αποφάσεως του ως άνω δικαστηρίου, η οποία επεκυρώθη δια της προαναφερθείσας 2656//2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών μετά την απόρριψη εφέσεως της εκκαλούσας κατά της εν λόγω πρωτοδίκου αποφάσεως ως αβάσιμης κατ' ουσίαν.
Παραλλήλως, η εκκαλούσα κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 20-10-2008 αίτηση, δια της οποίας ζήτησε την αντικατάσταση του εφεσίβλητου από την θέση του Προέδρου του Εποπτικού Συμβουλίου της αδελφής του και το δικαστήριο αυτό, δια της 7052/2009 αποφάσεως του, διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως προκειμένου να προσκομισθεί η απόφαση επί της ως άνω αιτήσεως της εκκαλούσας περί θέσεως του εφεσίβλητου σε δικαστική συμπαράσταση.
Από όλα τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά γεγονότα το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι η προς το πρόσωπο του εφεσίβλητου προσβλητική, εριστική, επιτιμητική και βίαιη συμπεριφορά της εφεσίβλητου επί σειρά ετών επέφερε τόσον ισχυρό κλονισμό στην έγγαμη σχέση των διαδίκων συζύγων, ώστε βασίμως η εξακολούθηση της έγγαμης αυτής σχέσεως να είναι αφόρητη για τον εφεσίβλητο-ενάγοντα".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αγωγή για τη λύση του γάμου των διαδίκων για ισχυρό κλονισμό είναι βάσιμη κατ' ουσίαν και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει ομοίως. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1439 ΑΚ, δεδομένου ότι υπό τα ως άνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις εφαρμογής της.
Τούτο γιατί τα ως άνω, οφειλόμενα σε συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, περιστατικά που έγιναν δεκτά, μεταξύ των οποίων και εκείνο της επιλογής της να διαμένει σε χωριστά δωμάτια της συζυγικής οικίας, ήταν αντικειμενικώς πρόσφορα να κλονίσουν την έγγαμη σχέση των διαδίκων, επέφεραν δε πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης, ώστε η εξακολούθησή της να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα.
Συνεπώς, είναι αβάσιμοι οι πρώτος και πέμπτος λόγοι, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα. Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα με τον ως άνω πέμπτο λόγο μέμφεται το Εφετείο, (και) διότι εσφαλμένα δέχθηκε κλονισμό της έγγαμης σχέσης από δική της συμπεριφορά, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι τα κλονιστικά της έγγαμης σχέσης περιστατικά είναι αυτά που αυτή αναφέρει και τα οποία οφείλονται αποκλειστικά σε συμπεριφορά του ενάγοντος. Η αιτίαση αυτή είναι απαράδεκτη, αφού πλήττει αποκλειστικά την ανέλεγκτη εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 ΚΠολΔ).
Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, δημιουργείται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Αν όμως η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει την ύπαρξη ή τη μη ύπαρξη δεδικασμένου, τότε δεν ιδρύεται ο ως άνω, από το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, λόγος (ΑΠ 1795/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με ζήτημα ύπαρξης ή μη ύπαρξης δεδικασμένου, αναφορικά με το χρόνο διακοπής της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων, που να προκύπτει από την 2556/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία έκρινε σε δεύτερο βαθμό αίτηση της αναιρεσείουσας για θέση του αναιρεσιβλήτου σε θέση πλήρους δικαστικής συμπαράστασης. Επομένως, ο δεύτερος λόγος, από τον αριθ.16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απέρριψε χωρίς καμία σκέψη ή αιτιολογία τη σχετική ένσταση δεδικασμένου που η αναιρεσείουσα προέβαλε στο δικαστήριο της ουσίας, είναι αβάσιμος.
Μετά την συγχώνευση με τη διάταξη του προαναφερθέντος άρθρου 1439 ΑΚ όλων των υπαίτιων λόγων διαζυγίου, που προέβλεπε το προγενέστερο δίκαιο, στο γενικό λόγο του ισχυρού κλονισμού, δεν επαναλήφθηκε, διότι κρίθηκε ως περιττή, η διάταξη (άρθρο 1447 ΑΚ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του) που καθιέρωνε ως αυτοτελή αποσβεστικό λόγο του δικαιώματος προς διάζευξη την παροχή συγγνώμης από τον αναίτιο σύζυγο, την εξωτερίκευση δηλαδή, της βούλησής του, ότι, παρά τον κλονισμό που δημιουργήθηκε από υπαιτιότητα του άλλου συζύγου, επιθυμεί την εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης.
Έτσι η παροχή συγγνώμης δεν αποτελεί πλέον αυτοτελή λόγο αποσβεστικό του δικαιώματος προς διάζευξη. Αν, όμως, έχει δοθεί συγγνώμη, αίρεται το στοιχείο του κλονισμού της έγγαμης σχέσης, που είναι αναγκαίο για την ύπαρξη δικαιώματος προς διάζευξη και η αγωγή θα απορριφθεί. Δεν αποκλείεται, ωστόσο, να αποδεικνύεται ότι, κατ' εξαίρεση, ο κλονισμός εξακολουθεί να υπάρχει, παρά την παροχή συγγνώμης.
Το δικαστήριο, επομένως, κατά την έρευνά του για την ύπαρξη κλονισμού στον οποίο στηρίζεται η αγωγή, θα λάβει υπόψη του τα συνιστώντα την παροχή συγγνώμης περιστατικά και θα τα συνεκτιμήσει με τις υπόλοιπες αποδείξεις και είναι δυνατόν να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι, παρά την παροχή συγγνώμης, εξακολουθεί να υπάρχει ο κλονισμός που προκλήθηκε από τη συμπεριφορά για την οποία παρασχέθηκε η συγγνώμη.
Παρέπεται, συνεπώς, ότι όταν ο εναγόμενος σύζυγος επικαλείται την παροχή συγγνώμης, για τα αποδιδόμενα σε αυτόν με την αγωγή παραπτώματα, δεν προβάλλει ένσταση, δηλαδή νέο αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό, αλλά αρνείται αιτιολογημένα την αγωγή και έτσι η επίκληση συγγνώμης δεν αποτελεί "πράγμα", η μη λήψη υπόψη του οποίου ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.
β' λόγο αναίρεσης (ΑΠ 263/2012).
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος, από τον αριθ.8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη, τον ισχυρισμό της περί παροχής συγγνώμης εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου, είναι απαράδεκτος.
Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.
Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1ΚΠολΔ) και, ειδικότερα, αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (ΟλΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι εσφαλμένα δέχθηκε κλονιστικά περιστατικά της έγγαμης συμβίωσης οφειλόμενα σε δική της συμπεριφορά, ενώ κάτι τέτοιο δεν προέκυπτε από την δέουσα εκτίμηση όλων των καταθέσεων των εξετασθέντων μαρτύρων και επιπλέον "δεν προσδιορίζει και δεν αξιολογεί την αξιοπιστία κάθε μάρτυρα και δεν αιτιολογεί γιατί υιοθέτησε ως πειστικότερες τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης".
Ο λόγος αυτός είναι σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν απαράδεκτος, διότι οι επικαλούμενες αιτιάσεις αφορούν την εκτίμηση αποδείξεων. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί κατά την παρ.4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Εξάλλου, η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 18 Σεπτεμβρίου 2014 αίτηση της Σ. συζύγου Χ. Κ. για αναίρεση της 3913/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 05 Μαΐου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ