Supreme Court dismisses appeal, ruling public service contracts are invalid employment contracts, not work contracts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek state's appeal against a lower court judgment awarding holiday pay to public service employees. The court found that the employees' contracts, despite being labeled as work contracts, actually constituted invalid indefinite-term employment contracts under private law. Consequently, the employees were legally entitled to statutory holiday allowances and severance pay despite the contracts' invalidity.
Legislator headnote
AI generatedArt. 103 para. 2 of the Constitution; Art. 2527/1997: Contracts of work covering permanent needs are void, but the correct legal characterization of a relationship as an employment contract rather than a work contract constitutes a judicial function, and the invalidity of such employment contracts does not preclude the employee's direct entitlement to statutory holiday allowances and other benefits.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 556 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Συμβασιούχοι δημοσίου (ΚΕΠΥΟ). Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου και αορίστου χρόνου. Αλλεπάληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας. Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και σύμβαση έργου. Έννοια και διαφορές μεταξύ των συμβάσεων τούτων. Για τη σύναψη συμβάσεως μισθώσεως έργου από υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα του δημοσίου τομέα με φυσικά πρόσωπα, απαιτείται η προηγούμενη έκδοση κοινής αποφάσεως του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμοδίου Υπουργού, με την οποία καθορίζονται ο αριθμός των προσώπων, που απασχοληθούν, το συγκεκριμένο έργο, που θα εκτελέσουν, το χρονικό διάστημα, που απαιτείται για την ολική ή τμηματική παράδοση του έργου, το συνολικλό ποσό της αμοιβής του αναδόχου, ο τόπος εκτελέσεως του έργου, καθώς και ότι το έργο δεν ανάγεται στον κύκλο των συνήθη καθηκόντων των υπαλλήλων του οικείου φορέα και αιτιολογία για τους λόγους που δεν μπορεί να εκτελεσθεί από υπαλλήλους του.
Σύμβαση μισθώσεως έργου, καλύπτουσα πάγιες και διαρκείς ανάγκες, είναι αυτοδικαίως και καθ' ολοκληρίαν άκυρη. Ανανέωση ή παράταση της συμβάσεως μισθώσεως έργου απαγορεύεται και είναι αυτοδικαίως άκυρη. Προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι ως άνω συμβάσεις είναι νόμιμες ως συμβάσεις μισθώσεως έργου. Ο ορθός όμως νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσεως ως συμβάσεως έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, τα οποία μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων κρίνουν με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέεται ο εργαζόμενος με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα των οποίο έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση.
Από την απαγόρευση δε της μετατροπής από το νόμο των ιδιωτικού δικαίου συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, η οποία θεσπίζεται με το άρθρο 103 παρ. 8 του Συντάγματος, δεν συνάγεται από απαγόρευση της αναγνωρίσεως του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσεως, η οποία δεν αποτελεί "μετατροπή" αλλ' ορθό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία (Ολ.ΑΠ 19/2007, Ολ.
ΑΠ 18/2006). Κρίση ότι οι επίδικες συμβάσεις, οι ένδικες συμβάσεις έφεραν, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό τους, γενόμενο υπό του δικάσαντος δικαστηρίου της ουσίας, το χαρακτήρα συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και όχι συμβάσεων έργου. Περαιτέρω κρίση ότι οι εν λόγω συμβάσεις, ως συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ήσαν άκυρες, αφού τέτοιες συμβάσεις απαγορεύονται από το ν.2527/1997.
Οι ενάγοντες που παρέχουν τις υπηρεσίες τους στο εναγόμενο με άκυρη σύμβαση εργασίας, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας, δικαιούται ευθέως εκ του νόμου επιδόματα εορτών καθώς και αποδοχές και επίδομα αδείας. Απορρίπτεται αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για την αναίρεση της απόφασης του Πρωτοδικείου που δίκασε ως Εφετείο.
Σχ.ΑΠ 1370/2009, ΑΠ 797/2008
Αριθμός 556/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καθού η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοιοεδρεύει στην .... Εκπροσωπήθηκε από την Ελένη Σβολοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Των αναιρεσίβλητων - καλούντων : Από Ψ1 μέχρι και Ψ209 Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τoν πληρεξούσιo δικηγόρο τους Δημήτριο Βερβεσό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-10-1998 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 42/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 4991/2001 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 25-2-2003 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 844/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 1-10-2009 κλήση των καλούντων. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Βασίλειος Λυκούδης ανέγνωσε την από 14-5-2004 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χρήστου Μπαλντά, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Η δικαστική αντιπρόσωπος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της και καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 649 ΑΚ συνάγεται ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη με την οποία συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρις επελεύσεως μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή της εκτελέσεως ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου παύει αυτοδικαίως, σε περίπτωση δε αμφιβολίας η σύμβαση αυτή θεωρείται αορίστου χρόνου.
Εξάλλου, από το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, όπως έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί (Ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937), το οποίο ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεως εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, εάν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της συμβάσεως, αλλά τέθηκε σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του αυτού νόμου, προκύπτει ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή τον σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως, αλλ' έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1, 2, 3 του Ν. 2112/1920 ή 1,3, 5 του β.δ. 16/18.7.1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται ότι τότε καταρτίσθηκε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζόμενου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως.
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο καθορίζεται και καταβάλλεται αυτός, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και ακόμη όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.
Η ανωτέρω σύμβαση διακρίνεται από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μισθώσεως έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, κυρίως γιατί με την σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία, που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με τη σύμβαση μισθώσεως έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσεως.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 6 παρ. 1, 2, 3 του ν. 2527/1997, για τη σύναψη συμβάσεως μισθώσεως έργου από υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα με φυσικά πρόσωπα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 681 ΑΚ ή με άλλες ειδικές διατάξεις, απαιτείται η προηγούμενη έκδοση κοινής αποφάσεως του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, με την οποία καθορίζονται ο αριθμός των προσώπων, που θα απασχοληθούν, το συγκεκριμένο έργο, που θα εκτελέσουν, το χρονικό διάστημα, που απαιτείται για την ολική ή τμηματική παράδοση του έργου, το συνολικό ποσό της αμοιβής του αναδόχου, ο τόπος εκτελέσεως του έργου, καθώς και ότι το έργο δεν ανάγεται στον κύκλο των συνήθων καθηκόντων των υπαλλήλων του οικείου φορέα και αιτιολογία για τους λόγους που δεν μπορεί να εκτελεσθεί από υπαλλήλους του.
Σύμβαση μισθώσεως έργου, που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες, είναι αυτοδικαίως και καθ' ολοκληρίαν άκυρη. Για την έκδοση της ανωτέρω αποφάσεως προς σύναψη συμβάσεως μισθώσεως έργου απαιτείται βεβαίωση της νομικής υπηρεσίας ή του νομικού συμβούλου της οικείας υπηρεσίας ή νομικού προσώπου του δημόσιου τομέα, ότι πρόκειται για γνήσια σύμβαση έργου, που δεν υποκρύπτει εξαρτημένη εργασία.
Ανανέωση ή παράταση της συμβάσεως μισθώσεως έργου απαγορεύεται και είναι αυτοδικαίως άκυρη. Παράταση του χρόνου παραδόσεως του έργου επιτρέπεται χωρίς οποιαδήποτε αύξηση της αμοιβής του αναδόχου. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η νομιμότητα της εν λόγω συμβάσεως εξαρτάται από την τήρηση των ως άνω προϋποθέσεων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται κυρίως η ορισμένη διάρκεια της συμβάσεως να δικαιολογείται από τη φύση, το είδος, τον σκοπό της εργασίας, τις συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως και τις ανάγκες της εκμεταλλεύσεως και να μη καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες των υπηρεσιών και των νομικών προσώπων του δημόσιου τομέα, υπό την έννοια των αναγκών αόριστης διάρκειας, που από τη φύση τους επιβάλλουν την κάλυψή τους με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.
Ο ορθός όμως νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσεως ως συμβάσεως έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου αποτελεί κατ' εξοχή έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, τα οποία μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων κρίνουν με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέεται ο μισθωτός με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση.
Από την απαγόρευση δε της μετατροπής από το νόμο των ιδιωτικού δικαίου συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, που θεσπίζεται με το άρθρο 103 παρ. 8 του Συντάγματος, δεν συνάγεται και απαγόρευση της αναγνωρίσεως του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσεως, η οποία δεν αποτελεί "μετατροπή", αλλ' ορθό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσεως κατά την δικαστική διαδικασία (Ολ.
ΑΠ 18/2006, Ολ. ΑΠ 19/2007 ). Στην προκειμένη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που απέρριψε αγωγή τους κατά του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, δέχθηκε ανέλεγκτα, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα εξής:
Οι ενάγοντες προσλήφθηκαν από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο από το έτος 1994 και εφεξής κατά τας μη αμφισβητούμενες ημερομηνίες που αναφέρονται στην συμβάσεις, που άλλες μεν χαρακτηρίσθηκαν "έργου" άλλες "ωρομίσθιες" για να απασχοληθούν στην υπηρεσία του εναγομένου με την ονομασία Κέντρο Πληροφορικής Υπουργείου Οικονομικών (ΚΕΠΥΟ).
Η εργασία τους συνίστατο στον έλεγχο, την καταχώρηση φορολογικών δηλώσεων και στοιχείων των πολιτών, πληκτρολόγηση, διάτρηση, δακτυλογράφηση κειμένων, χειρισμό Η/Υ, εισαγωγή δεδομένων κ.λ.π., ήταν δε ίδια με αυτή που εκτελούσε το τακτικό προσωπικό. Την παραπάνω εργασία εκτελούσαν στα γραφεία της οικείας υπηρεσίας σε κανονικό ωράριο, υπογράφοντας σε ειδικό βιβλίο.
Αμείβονταν "ανά δακτυλισμό" με βάση μισθολογικές καταστάσεις της Διευθύνσεως του εναγομένου χωρίς να εκδίδονται αποδείξεις παροχής υπηρεσιών. Η αρμόδια υπηρεσία του ΙΚΑ ύστερα από έλεγχο των εργασιακών συνθηκών των εναγόντων αποφάσισε ότι η απασχόληση τους είχε όλα τα χαρακτηριστικά της εξαρτημένης εργασίας γι' αυτό υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλλει τις οφειλόμενες ασφαλιστικές εισφορές, εκδίδοντας προς τούτο πράξεις επιβολής εισφορών.
Οι ανάγκες που κάλυπταν ήταν πάγιες και διαρκείς γι' αυτό και οι συμβάσεις τους ανανεώθηκαν μετά την λήξη τους. Με βάση τα παραπάνω περιστατικά οι ένδικες συμβάσεις φέρουν τον χαρακτήρα των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και όχι των συμβάσεων έργου, που αβασίμως υποστηρίζει το εναγόμενο.
Βέβαια, οι συμβάσεις αυτές ως συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου είναι άκυρες, αφού τέτοιες συμβάσεις απαγορεύονται. Ακόμη δεν πρόκειται για συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, εφόσον δεν υπήρχε νόμος που να επιτρέπει την κατάρτιση τους, σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 2 του Συντάγματος.
Επομένως, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην παραπάνω σκέψη, οι ενάγοντες που παρέχουν τις υπηρεσίες τους στο εναγόμενο με άκυρη σύμβαση εργασίας, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας, δικαιούται ευθέως εκ του νόμου επιδόματα εορτών καθώς και αποδοχές και επίδομα αδείας..." . Με βάση δε τις παραδοχές αυτές το Πρωτοδικείο Αθηνών έκρινε ότι οι ενάγοντες αναιρεσίβλητοι, δικαιούνται για επιδόματα εορτών και αδείας, καθώς και για αποδοχές αδείας του έτους 1995 τα αναφερόμενα στην απόφαση χρηματικά ποσά σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.2 του α.ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966, 1 παρ. 1 του ν. 1082/1980 και την ΥΑ 19041/1981.
Κατόπιν αυτών, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, αφού δέχτηκε την έφεση των πιο πάνω αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη, στη συνέχεια, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση , δέχθηκε εν μέρει, την αγωγή ως προς αυτούς ( ενώ την απέρριψε κατ' ουσία ως προς έξι ενάγοντες , που δεν είναι διάδικοι στην υπό κρίση υπόθεση) υποχρεώνοντας το εναγόμενο να καταβάλλει σε καθένα από αυτούς τα αναφερόμενα στην απόφαση χρηματικά ποσά.
Με την κρίση του αυτή το ανωτέρω Δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη μείζονα πρόταση της παρούσας απόφασης. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 560 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-2-2003 αίτηση (αρ. καταθ.21/28-2-2003) του Ελληνικού Δημοσίου περί αναιρέσεως της 4991/2001 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 23 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ