Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of airline's claim for unpaid wages due to abuse of rights.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the airline's appeal against the Court of Appeals' dismissal of its wage claim. The airline argued the airline pilot's failure to file objections for years created a reasonable belief that no claim would be made, constituting an abuse of rights. The Court found the lower court's reasoning insufficient to prove this belief was formed and reversed the decision, remanding the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArt. 281 of the Civil Code; Art. 559(19) of the Code of Civil Procedure: A right is exercised abusively when prior conduct creates a reasonable belief in the obligor that the right will not be asserted, rendering later assertion oppressive.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 556 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 556/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ - ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ανδρέα Πετρόπουλο και Αλεξάνδρα Φαλίδα, οι οποίοι δήλωσαν ότι ανακαλούν τις από 2-1-2008 δηλώσεις του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και παρίστανται.
Της αναιρεσίβλητης: ........, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-6-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1511/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 4694/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-4-2005 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε την από 30-1-2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Εμμανουήλ Καλούδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου και την παραδοχή του δευτέρου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα .... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του πρωτοδικείου Αθηνών ......., ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως και κλήσεως της αναιρεσείουσας με πράξη ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο την 6.3.2007, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για τη σημερινή δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη, η οποία δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε αυτός κατέθεσε, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παραστάσεως κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση, παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης, σαν να ήταν παρούσα, αφού η αναγραφή επί υποθέσεως στο πινάκιο, για την προκειμένη μετ' αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση γι' αυτή (άρθρα 226 παρ. 4 εδ. 1, 3, 4, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεως του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκηση του που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει τη μεταγενέστερη άσκηση τούτου καταχρηστική, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις άνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον οφειλέτη και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική υπόσταση της επιχειρήσεως του, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντα του (Ολ.
ΑΠ. 8/2001). Εξάλλου, οι ενέργειες τρίτων που μπορεί να επακολουθήσουν, δηλαδή η μελλοντική άσκηση και από τρίτους παρόμοιων αξιώσεων στην περίπτωση που θα ευδοκιμήσει η επίδικη, δεν συνιστούν από μόνες τους τις προαναφερόμενες ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, αφού οι ενέργειες αυτές αφορούν αποκλειστικά στις συνέπειες που μπορεί να έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση του ήδη ασκηθέντος δικαιώματος και δεν συνδέονται με την προηγηθείσα της ασκήσεως τούτου συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη.
Εάν όμως συντρέχουν οι προερχόμενες από τη συμπεριφορά αυτών ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, οι ενέργειες των τρίτων, που έχουν ήδη ασκήσει ή αναμένεται βασίμως ότι θα ασκήσουν όμοιες αξιώσεις - την περαιτέρω επιδίωξη των οποίων εξαρτούν από την έκβαση της επίδικης αξιώσεως - μπορούν να ληφθούν υπόψη για την εκτίμηση των επαχθών συνεπειών που θα έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση της επίδικης αξιώσεως, στις περιπτώσεις ιδίως που η ικανοποίηση μόνο της αξιώσεως αυτής κρίνεται ότι δεν θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του οφειλέτη.
Στην προκειμένη περίπτωση από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προέκυψαν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη που εργαζόταν στην αναιρεσείουσα εταιρεία, ως ιπτάμενη συνοδός, από τις ..... έως τις ....., και έχει γνωστοποιήσει σ' αυτή τη γέννηση των τέκνων της, ζήτησε με την ένδικη από 29-6-2000 αγωγή της να της καταβάλει η αναιρεσείουσα το προβλεπόμενο από τις οικείες Σ.Σ.Ε.
επίδομα τέκνων του χρονικού διαστήματος από 1-1-1995 έως 18-5-1998, το οποίο αποτελεί τμήμα της αμοιβής της και το δικαιούνται αυτοτελώς, ανεξάρτητα από το αν ο σύζυγος αυτής, που εργάζεται ομοίως στην αναιρεσείουσα, ελάμβανε το εν λόγω επίδομα. Την πιο πάνω αγωγή αρνήθηκε η εναγομένη - αναιρεσείουσα και πρότεινε επιπλέον προς απόκρουση αυτής την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του σχετικού δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, την οποία είχε απορρίψει σιωπηρώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και είχε δεχτεί την αγωγή με την 1511/2001 απόφαση του.
Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε η αναιρεσείουσα την από 6-11-2001 έφεση, με τον δεύτερο λόγο της οποίας, όπως συμπληρώθηκε με τους ισχυρισμούς που πρόβαλε με τις προτάσεις της και μπορούν να εκτιμηθούν ως πρόσθετοι λόγοι εφέσεως (αρθρ. 674 εδ. α' ΚΠολΔ), επανέφερε την ανωτέρω ένσταση και ισχυρίστηκε ειδικότερα:
α) Ότι το ως άνω επίδομα ελάμβανε ο σύζυγος της αναιρεσίβλητης, κατόπιν δικής της επιλογής, σύμφωνα με τις οικείες Σ.Σ.Ε. που προβλέπουν ότι το επίδομα αυτό λαμβάνει ο ένας από τους συζύγους, κατόπιν κοινής έγγραφης δηλώσεως αυτών προς την εταιρεία, β) Ότι καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα η αναιρεσίβλητη δεν διαμαρτυρήθηκε για τη μη χορήγηση του επιδόματος τέκνων.
Αντιθέτως, εισέπραττε ανεπιφυλάκτως τις αποδοχές της, υπογράφοντας έγγραφες εξοφλητικές αποδείξεις, με τις οποίες η αναιρεσείουσα την καλούσε, να γνωστοποιήσει τις τυχόν αντιρρήσεις της ως προς το ύψος των αποδοχών της, εντός δύο μηνών από την πληρωμή. Η αναιρεσίβλητη όμως μόνο μετά την αποχώρηση της από την υπηρεσία και λίγο πριν συμπληρωθεί η πενταετής παραγραφή της σχετικής αξιώσεως της άσκησε την ένδικη αγωγή.
γ) Ότι η παραπάνω συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης δημιούργησε στην αναιρεσείουσα την πεποίθηση, ότι αυτή δεν έχει απαίτηση για το προαναφερόμενο επίδομα, και δ) Ότι με την παραδοχή της ένδικης αγωγής θα προκληθεί σ' αυτήν υπέρμετρα επαχθής οικονομική επιβάρυνση ύψους 161.000.000 δρχ. ετησίως, ενόψει του γεγονότος ότι όμοιες αξιώσεις έχουν ήδη ασκήσει ή είναι βέβαιο ότι θα ασκήσουν και άλλες εργαζόμενες, οι δε εκκρεμείς υποθέσεις εργαζομένων ξεκινούν από το έτος 1994 και η μέχρι τώρα επιβάρυνση της αναιρεσείουσας για επτά έτη θα φτάσει στο ποσό των 1.127.000.000 δρχ.
Ετσι, στην περίπτωση αυτή ο ελλειματικός προϋπολογισμός της, που διανύει περιόδους εξυγίανσης μετά τους Ν. 2271/1994 και 2602/1998, θα είναι αδύνατο να ανταπεξέλθει στην ικανοποίηση όλων των σχετικών απαιτήσεων, η δε ανατροπή του προϋπολογισμού αυτού, επί του οποίου τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ενωσης βάσισαν την κατά το άρθρο 1 του Ν. 2271/1994 διαγραφή των χρεών της, θα έχει ως άμεσο αποτέλεσμα την επαναφορά των χρεών αυτών και τη βέβαιη πλέον χρεωκοπία τη αναιρεσείουσας.
Το Εφετείο δέχθηκε, καταρχήν, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, ότι η αναιρεσίβλητη, που γνωστοποίησε στην αναιρεσείουσα τη γέννηση των τριών τέκνων της, προσκομίζοντας γι' αυτό και τις σχετικές ληξιαρχικές πράξεις γεννήσεως, δικαιούται αυτοτελώς το επίδομα τέκνων, ανεξάρτητα από το αν το ελάμβανε κατά το επίδικο διάστημα και ο σύζυγος της, ακολούθως δε απέρριψε την παραπάνω ένσταση της αναιρεσείουσας, ως ουσιαστικά αβάσιμη, με τις εξής αιτιολογίες:
α) Η έγερση αγωγών αποτελεί δικαίωμα, συνταγματικά κατοχυρωμένο (άρθρο 20 παρ. 1), και η αξίωση της ενάγουσας δεν είναι δεκτική παραιτήσεως (άρθρο 679 ΑΚ). β) Τα προβλήματα που δημιουργεί στην αναιρεσείουσα η έγερση όμοιων αγωγών από άλλους εργαζόμενους και η αδυναμία κάλυψης των αξιώσεων αυτών από κονδύλια του προϋπολογισμού, είναι πράγματα ξένα για την επιδιώκουσα τα νόμιμα εργατικά δικαιώματα της αναιρεσίβλητη και δεν οφείλονται στη συμπεριφορά αυτής, γ) Το αναφερόμενο "πάγωμα" εργατικών αποδοχών βάσει των Ν. 2271/1994 και 2602/1998 δεν αφορά την καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών.
δ) Η λήψη του επιδόματος τέκνων από το σύζυγο της αναιρεσίβλητης, μετά από σχετική κοινή δήλωση τους προς την αναιρεσείουσα και η μη διατύπωση από μέρους της αναιρεσίβλητης αντιρρήσεων για το ύψος των αποδοχών της, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως οριστική παραίτηση από το δικαίωμα της για καταβολή του επιδόματος τέκνων, ούτε μπορεί να στηρίξει εύλογη πεποίθηση της αναιρεσείουσας, ότι δεν πρόκειται ποτέ η αναιρεσίβλητη να ασκήσει το δικαίωμα αυτό, δεδομένου ότι η τελευταία, όπως προαναφέρθηκε, μετά τη γέννηση κάθε τέκνου της, υπέβαλε στην αναιρεσείουσα την αντίστοιχη ληξιαρχική πράξη γέννησης, εκδηλώνοντας με τον τρόπο αυτό τη βούληση της για άσκηση αυτοτελώς του εν λόγω δικαιώματος της, το οποίο η αναιρεσείουσα απέκρουε, επικαλούμενη τις αντίθετες προβλέψεις των σχετικών ΕΣΣΕ.
ε) Αναφορικά με τις επαχθείς οικονομικές συνέπειες, που ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι θα προκαλέσει σ' αυτή η ευδοκίμηση της ένδικης αγωγής και πολλών άλλων όμοιων αγωγών, δεν προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία να προκύπτει η άσκηση και ο αριθμός των όμοιων αγωγών που επικαλείται, αλλά περιορίζεται μόνο στην επίκληση των παραπάνω αριθμών κατά τρόπο γενικό και ατεκμηρίωτο.
Επίσης, η αναιρεσείουσα δεν προσκομίζει στοιχεία, τα οποία να αποδεικνύουν την έκταση και τα αίτια της δυσμενούς εξέλιξης των οικονομικής της κατάσταση και τα οποία να συναρτούν την εν λόγω δυσμενή εξέλιξη και την περιέλευσή της σε καθεστώς εξυγίανσης με την προηγούμενη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης και των άλλων συναδέλφων της, που έχουν παρόμοιες αξιώσεις, ώστε να μπορεί να εκτιμηθεί αν υπάρχει πράγματι αιτιώδης σχέση μεταξύ της προηγούμενης συμπεριφοράς αυτών και της δυσχερούς οικονομικής κατάστασης της αναιρεσείουσας, η αν η κατάσταση αυτή οφείλεται σε άλλες αιτίες, άσχετες με τη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης και των πιο πάνω συναδέλφων της, οπότε, στη δεύτερη αυτή περίπτωση, δεν είναι επιτρεπτό στην αναιρεσείουσα να επικαλεσθεί την κακή οικονομική της κατάσταση και τον κίνδυνο διατάραξης του εξυγιαντικού της προγράμματος προς απόκρουση των σχετικών δικαιωμάτων της αναιρεσίβλητης και του λοιπού προσωπικού της.
Την ως άνω κρίση του στήριξε το Εφετείο σε ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της παραβιάσεως ή όχι, δια της μη εφαρμογής της, της διατάξεως του άρθρου 281 Α.Κ. Ειδικότερα, ενώ γίνεται δεκτό από το Εφετείο ότι η αναιρεσίβλητη εκδήλωνε τη βούληση της να ζητήσει την καταβολή και σ' αυτήν του επιδόματος τέκνων, με την υποβολή στην αναιρεσείουσα, μετά τη γέννηση κάθε τέκνου της, της αντίστοιχης ληξιαρχικής πράξεως γεννήσεως, δεν αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση περιστατικά, από τα οποία να συνάγεται αναγκαίως, ότι οι ληξιαρχικές πράξεις υποβλήθηκαν για τον παραπάνω σκοπό και όχι για άλλους λόγους, όπως είναι και η δικαιολόγηση της χορηγήσεως στην αναιρεσίβλητη άδειας κυήσεως και λοχείας.
Επίσης γίνεται δεκτό από το Εφετείο, ότι η δήλωση της αναιρεσίβλητης για καταβολή στην τελευταία του επιδόματος τέκνων και η μη διατύπωση από αυτήν έγγραφων αντιρρήσεων για το ύψος των μηνιαίων αποδοχών της, δεν μπορούσαν να στηρίξουν εύλογη πεποίθηση της αναιρεσείουσας ότι δεν θα ασκούσε ποτέ το επίδικο δικαίωμα, αφού συναγόταν αντίθετη βούληση αυτής από την υποβολή των ληξιαρχικών πράξεων γεννήσεως των τέκνων τους, χωρίς να διευκρινίζεται γιατί η πιο πάνω δήλωση της αναιρεσίβλητης - που υποβλήθηκε ασφαλώς μετά τη γνωστοποίηση στην αναιρεσείουσα της γεννήσεως των τέκνων της - και η επαναλαμβανόμενη κάθε μήνα παράλειψη αυτής να διατυπώσει έγγραφες αντιρρήσεις για τις αποδοχές της, παρά τις σχετικές προσκλήσεις της αναιρεσείουσας, δεν αρκούσαν για να σχηματίσει η τελευταία την πιο πάνω εύλογη πεποίθηση μετά την υποβολή των εν λόγω ληξιαρχικών πράξεων ή έστω την υποβολή της τελευταίας από τις πράξεις αυτές (το έτος 1996) και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (το έτος 2000).
Η διευκρίνιση αυτή ήταν αναγκαία για να καταστεί σαφές το αποδεικτικό πόρισμα, ενόψει ιδίως του γεγονότος ότι, με βάση τα γενόμενα δεκτά περιστατικά, η αναιρεσίβλητη δεν αδράνησε απλώς να ασκήσει το δικαίωμα της καθ' όλο το μεγάλο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την υποβολή των άνω ληξιαρχικών πράξεων μέχρι την άσκηση της αγωγής, αλλά επέδειξε την προεκτεθείσα συμπεριφορά (υποβολή δηλώσεως, παράλειψη διατυπώσεως εγγράφων αντιρρήσεων), από την οποία, συνδυαζόμενη με την αδράνεια της, τη συμπεριφορά της αναιρεσείουσας (πρόσκληση αυτής κάθε μήνα για την υποβολή εγγράφων αντιρρήσεων) και την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα αυτό, θα μπορούσε εύλογα να δημιουργηθεί στην αναιρεσείουσα η πεποίθηση, ότι η αναιρεσίβλητη δεν πρόκειται να ασκήσει το ως άνω δικαίωμα της.
Περαιτέρω, ενώ γίνεται ανέλεγκτα δεκτό από το Εφετείο ότι δεν αποδείχθηκε η άσκηση άλλων όμοιων αγωγών και η οικονομική επιβάρυνση της αναιρεσείουσας από την τυχόν ευδοκίμηση αυτών, δεν γίνεται καθόλου λόγος στην προσβαλλόμενη απόφαση για την επιβάρυνση της εταιρείας από τις αγωγές που είναι βέβαιο ότι θα ασκήσουν και άλλοι συνάδελφοι της αναιρεσίβλητης, αν γίνει δεκτή η αγωγή, που θα έχει ως αποτέλεσμα τον κλονισμό των προϋπολογισμών της επί των οποίων τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ενωσης βάσισαν της διαγραφή των χρεών της.
Οι προαναφέρομενες ελλείψεις και ασάφειες των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν καλύπτουν οι παραδοχές του Εφετείου ότι δεν αποδείχθηκαν η έκταση και τα αίτια της δυσμενούς εξελίξεως της οικονομικής καταστάσεως της αναιρεσείουσας εταιρείας και η ύπαρξη αιτιώδους σχέσεως μεταξύ της ως άνω δυσμενούς εξελίξεως και της προηγούμενης συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης, αφού η υφιστάμενη κακή οικονομική κατάσταση της εταιρείας δεν είναι απαραίτητο να συνδέεται αιτιωδώς με την οικονομική επιβάρυνση αυτής από την ικανοποίηση του επιδίκου δικαιώματος.
Επομένως το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, κατά το βάσιμο δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Αναιρεί την 4694/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία καθορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαρτίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ