Legislator Case Law & Legislation
555/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring judgment regarding property valuation in insolvency proceedings.

Case Number 555/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a debt restructuring fund against a first-instance judgment concerning the valuation of a property in Lemnos. The lower court determined that a certified appraiser's report was not mandatory because none existed in the region, relying instead on an independent engineer's report and the parties' financial status. The Court upheld this decision, ruling that the first-instance judgment was legally sound and did not violate the relevant provisions of the debt restructuring law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 739 et seq. of the Code of Civil Procedure; Article 3 of Law 3869/2010: The court's assessment of property value in debt restructuring proceedings is not bound by a mandatory certified appraisal if none exists locally, provided the valuation is based on available evidence and the debtor's repayment capacity.

Keywords

AI generated
debt restructuring proceedings property valuation assessment insolvency law application mandatory certified appraisal regional appraisal absence first instance judgment supreme court appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 739 et seq. of the Code of Civil Procedure
Article 3 of Law 3869/2010
Article 495 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 14 of Law 3869/2010
Articles 552, 553 paragraph 1b, 556, 558, 564 paragraph 3, 566 paragraph 1, 741 and 769 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 561 number 2 of the Code of Civil Procedure
Article 28 paragraph 4 of Law 2579/1998
Article 746 of the Code of Civil Procedure
Article 3 paragraph b' of Law 3869/2010
Article 8 paragraph 6 section b' of Law 3869/2010
Article 62 paragraph 3 of Law 4549/2018
Article 1 paragraph section G1 of the first paragraph of Article 1 of Law 4152/2013

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 555 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 555/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σταύρο Μάλαινο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Κ. του Ε. και 2) Α. Τ. του Χ., κατοίκων ... Λήμνου, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανάργυρο Χατζοπλάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Κοινοποιουμένη η αναίρεση στους: 1) Ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τ. Π. Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού" (ΟΑΕΔ), που εδρεύει στον …. Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Α. Τ. Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Τ. Τ. Ε. Α.", που δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-8-2016 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λήμνου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 71/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 121/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 28-2-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη, από 28-2-2019 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1/1-3-2019), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 121/2018 αποφάσεως του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης (μεταβατική έδρα Λήμνου), η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. του Κ.Πολ.Δ., με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ασκήθηκε νομοτύπως, με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στην γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρ. 495 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. και 14 του Ν. 3869/2010) και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1, 741 και 769 του Κ.Πολ.Δ.).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικώς με την διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, προκύπτει ότι οι ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λήμνου την από 29-8-2016 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …/31-8-2016) αίτησή τους, με την οποία, επικαλούμενοι ότι είναι φυσικά πρόσωπα, χωρίς πτωχευτική ικανότητα και ότι έχουν περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρηματικών οφειλών τους προς τους καθών η αίτηση πιστωτές τους, ήτοι την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, με την επωνυμία "Τ.

Π. Α..Ε..", το ήδη αναιρεσείον, τον Ο.Α.Ε.Δ. και την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, με την επωνυμία "A. Τ. Α. «Ε., ζήτησαν τη ρύθμιση των χρεών τους, σύμφωνα με το σχέδιο διευθετήσεως που αυτοί πρότειναν, άλλως, τη δικαστική ρύθμιση των οφειλών τους, προκειμένου να υπαχθούν στο Ν. 3869/2010, λαμβανομένης υπ' όψιν της οικογενειακής και περιουσιακής τους καταστάσεως, με σκοπό την απαλλαγή από τα χρέη τους, καθώς, επίσης, να εξαιρεθούν από την εκποίηση τα αναφερόμενα στο δικόγραφο ακίνητά τους.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 71/2017 οριστική απόφασή του, με την οποία δέχθηκε την αίτηση ως βάσιμη κατ' ουσίαν. Το αναιρεσείον άσκησε κατά της ως άνω οριστικής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου την από 27-12-2017 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …/28-12-2017) έφεσή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης (μεταβατική έδρα Λήμνου), με την οποία ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης για εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων.

Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η προσβαλλομένη, υπ' αριθμ. 12/2018 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση ως βάσιμη κατ' ουσίαν, εξαφανίσθηκε η απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, έγινε εν μέρει δεκτή η αίτηση, ρυθμίσθηκαν τα χρέη των αιτούντων, με μηνιαίες καταβολές τους προς τους προαναφερθέντες πιστωτές τους, εξαιρέθηκε από την εκποίηση η κύρια κατοικία τους, υποχρεώθηκε η αιτούσα να καταβάλει για την διάσωσή της, στους πιστωτές της μηνιαίως ποσό 170,92 ευρώ για είκοσι πέντε έτη, διατάχθηκε η εκποίηση των αναφερομένων ακινήτων των αιτούντων και διορίσθηκε εκκαθαρίστρια.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1, εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ο λόγος αναιρέσεως αυτός ιδρύεται, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 1/2021, Α.Π. 1683/2022, Α.Π. 785/2022). Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1, άρθρο τρίτο του Ν. 4.335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ των άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού), όπως είναι η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικώς αναφερόμενων, στο παραπάνω άρθρο, λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το Ν. 4335/2015. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ιδίου Κώδικα, κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπ' όψιν διατάξεως του άρθρου 560 αριθμ. 6 (ή 559 αριθμ. 19) του Κ.Πολ.Δ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (Ολ.

Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Α.Π. 785/2022, Α.Π. 257/2020). Για τη διαδικαστική πληρότητα του λόγου αναιρέσεως αυτού πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως και, ειδικότερα, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες της, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία της, ενώ, στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" και "αντίφαση" (Ολ.

Α.Π. 20/2005), καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, γιατί το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως στην κρίση του αυτή, κατ' άρθρον 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 302/2020, Α.Π. 112/2016).

Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάζει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και, ιδιαιτέρως, γεγονότων, που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της εννόμου σχέσεως ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος (άρθρ. 744 του Κ.Πολ.Δ.) και ότι το δικαστήριο, ακόμη και αποκλίνοντας από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την απόδειξη, διατάζει αυτεπαγγέλτως κάθε τι που, κατά την κρίση του, είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 759 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 του Κ.Πολ.Δ. και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκουσίας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακριβώσεως πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις της εκουσίας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και συντομίας από την οποία κυριαρχείται. Το ανακριτικό αυτό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και, άρα, είναι απεριόριστη, αφού μπορεί να λάβει υπ' όψη ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (όχι, όμως και ανεπίτρεπτα), καθώς και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 του Κ.Πολ.Δ., αποδεσμευόμενο από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής αποδείξεως (Α.Π. 166/2022, Α.Π. 550/2019, Α.Π. 769/2015, Α.Π. 236/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του άρθρου 560 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το, ως Εφετείο δικάσαν, Δικαστήριο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, επειδή δέχθηκε τον προσδιορισμό της εμπορικής αξίας της κυρίας κατοικίας των αιτούντων με βάση την έκθεση εκτιμήσεως ακινήτου αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού, κρίνοντας ότι δεν ήταν απαραίτητη η προσφυγή στην έκθεση εκτιμήσεως πιστοποιημένου εκτιμητή, ενώ η διαδικασία για τον διορισμό πιστοποιημένου εκτιμητή προβλέπεται επί ποινή απαραδέκτου από το νόμο.

Επίσης, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την αναγκαιότητα ή μη προσφυγής σε έκθεση εκτιμήσεως από πιστοποιημένο εκτιμητή για τον προσδιορισμό της εμπορικής αξίας της κύριας κατοικίας των αιτούντων, ενώ, τέλος, με τον τρίτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αριθμ. 1 και 6 του Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται η αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως του άρθρου 9 παρ. 2 και 2α του Ν. 3869/2010, επειδή το Εφετείο αρκέσθηκε στην κρίση μόνο της περί της τρέχουσας ικανότητας αποπληρωμής των αιτούντων και όχι και της μελλοντικής, ενώ ο νόμος υποχρεώνει, για τον προσδιορισμό της μέγιστης ικανότητας του οφειλέτη, να λαμβάνεται υπ' όψη, όχι μόνο η τρέχουσα ικανότητα, αλλά και η μελλοντική τοιαύτη.

Από την επιτρεπτή (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το, ως Εφετείο δικάσαν, Δικαστήριο, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, σχετικώς με τις αναιρετικές αιτιάσεις, τα ακόλουθα: "Αναφορικά με τη διάσωση της κύριας κατοικίας των αιτούντων (ήδη αναιρεσιβλήτων) από την εκποίηση, συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 9 παρ. 2 ν. 3869/2010, όπως ίσχυε κατά το χρόνο κατάθεσης της υπό κρίση αίτησης.

Δηλαδή, το εισόδημα των αιτούντων δεν υπερβαίνει το 170% των ευλόγων δαπανών διαβίωσης (1.568 ευρώ οι δαπάνες διαβίωσης χ 170% = 2.665,60 ευρώ), η αντικειμενική αξία της κύριας κατοικίας δεν υπερβαίνει το ποσό των 180.000 ευρώ, προσαυξημένη αναλόγως (εφ' όσον η ιδιοκτήτριά της, δηλαδή η δεύτερη αιτούσα (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) είναι έγγαμη και έχει τρία τέκνα, το όριο αυτό αυξάνεται και φθάνει στις 280.000 ευρώ) και οι πιστωτές δεν επικαλέστηκαν ούτε απέδειξαν, ότι η αιτούσα δεν ήταν συνεργάσιμη δανειολήπτης βάσει του Κώδικα Δεοντολογίας των τραπεζών.

Επομένως, κατ' εφαρμογή των ισχυόντων κατά τον κρίσιμο χρόνο κριτηρίων για τη διάσωση της κύριας κατοικίας, αυτή διασώζεται. Αμφισβητείται, όμως, το χρηματικό ποσόν που πρέπει να καταβληθεί για τη διάσωσή της. Το Ειρηνοδικείο όρισε το ποσόν αυτό στις 50.145 ευρώ (167,15 ευρώ 25 έτη μηνιαίως) με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο που θα ισχύει σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος κατά τον τελευταίο μήνα, για τον οποίο υφίσταται μέτρηση, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Όπως στις προηγούμενες καταβολές, έτσι και σε αυτές του άρθρου 9 παρ. 2 ν. 3869/2010, δεν διέκρινε μεταξύ των αιτούντων οφειλετών αλλά υποχρέωσε αμφοτέρους να προβούν σε αυτές τις καταβολές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας, η οποία όμως δεν ανήκει σε αμφοτέρους αλλά μόνον στη δεύτερη αιτούσα. Επομένως, μόνον αυτή είναι υπόχρεη σε χρηματικές καταβολές με σκοπό τη διάσωσή της.

Ο πρώτος αιτών (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος) δεν είναι συγκύριος της κύριας οικογενειακής κατοικίας και γι' αυτό δεν υποχρεούται να καταβάλλει χρήματα για τη διάσωσή της. Ως προς το καταβλητέο ποσόν πρέπει να ληφθεί υπ' όψιν η εμπορική και όχι η αντικειμενική αξία του ακινήτου. Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος (ήδη αναιρεσείοντος) ότι αυτή έπρεπε να έχει προσδιορισθεί από πιστοποιημένο εκτιμητή δεν προβλήθηκε πρωτοδίκως και προβάλλεται το πρώτον με τον δεύτερο λόγο της έφεσης, δηλαδή στη δίκη σε δεύτερο βαθμό.

Η προβολή του ισχυρισμού αυτού δεν είναι δικονομικώς ανεπίτρεπτη, για το λόγο ότι έλαβε χώρα για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, διότι στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας κατ' άρθρο 765 ΚΠολΔ μπορούν κατά τη δίκη στο εφετείο να υποβληθούν νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί, όχι μόνον οι οψιγενείς ή άλλοι προνομιακοί ισχυρισμοί αλλά και όσοι στηρίζονται σε περιστατικά που είχαν λάβει χώρα πριν από το χρόνο διεξαγωγής, της πρωτοβάθμιας δίκης και δεν προτάθηκαν εγκαίρως ...

Τόσο με το άρθρο 765 όσο και με το συναφούς περιεχομένου άρθρο 745 ΚΠολΔ, ως συνέπεια του ανακριτικού συστήματος που καθιερώνεται στην εκούσια δικαιοδοσία και της εν γένει ελαστικότητας της διαδικασίας, διασπάται το συγκεντρωτικό σύστημα ως προς την προβολή των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών και τη διατύπωση των σχετικών ενστάσεων ...

Παρά ταύτα, δεν αποδείχθηκε ότι το εκκαλούν ή άλλος εμπραγμάτως ασφαλισμένος πιστωτής ακολούθησε την εκ του άρθρου 5 παρ. 1β ν. 3869/2010 διαδικασία, προκειμένου να προσδιορισθεί το ποσόν που θα λάμβαναν οι πιστωτές σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης. Δηλαδή, το εκκαλούν και ο Ο.Α.Ε.Δ., οι οποίοι έχουν εμπράγματη ασφάλεια επί της πρώτης κατοικίας της αιτούσας, όφειλαν εντός ενός μηνός από την επίδοση της αίτησης σε αυτούς να καταθέσουν στον προβλεπόμενο στο άρθρο 4 παρ. 3 του ιδίου νόμου φάκελο του οφειλέτη εκτίμηση σχετικά με το ποσόν του πλειστηριάσματος που θα επιτυγχανόταν, εάν διεξαγόταν πλειστηριασμός εντός εξαμήνου, από την κατάθεση της αίτησης.

Από την άλλη πλευρά, η αιτούσα και ήδη εφεσίβλητη δικαιούταν να καταθέσει στον ίδιο φάκελο μέχρι τη συζήτηση της αίτησης ενώπιον του Ειρηνοδικείου αντίστοιχου περιεχομένου εκτίμηση από πιστοποιημένο εκτιμητή του κλάδου ακινήτων της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 ... Επομένως, παρήλθε το διαδικαστικό στάδιο, εντός το οποίου οι πιστωτές, μεταξύ των οποίων και το εκκαλούν, μπορούσαν να καταθέσουν έκθεση εκτίμησης για την εμπορική αξία της κύριας κατοικίας της δεύτερης αιτούσας και το πλειστηρίασμα που θα επιτυγχανόταν σε περίπτωση πλειστηριασμού της, με σκοπό να προστατεύσουν τα συμφέροντά τους κατά τον προσδιορισμό του καταβλητέου ποσού για τη διάσωσή της.

Η κατάθεση έκθεσης εκτίμησης από πιστοποιημένο εκτιμητή κατά τα ανωτέρω ήταν δικαίωμα και όχι υποχρέωση της οφειλέτριας και δεν ασκήθηκε. Εάν είχαν κατατεθεί οι προαναφερόμενες εκθέσεις εκτίμησης, το Ειρηνοδικείο αλλά και το παρόν Δικαστήριο θα όφειλαν να τις λάβουν υπ' όψιν. Στο παρόν δικονομικό στάδιο δεν είναι απαραίτητο να προσφύγει το Δικαστήριο στην έκθεση πιστοποιημένου εκτιμητή, για να προσδιορίσει την εμπορική αξία του ανωτέρω ακινήτου στον …Η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, στην οποία παραπέμπει το άρθρο 9 παρ. 2 ΚΠολΔ προς διαφύλαξη των συμφερόντων των δανειστών, δεν εφαρμόζεται αυτούσια στις υποθέσεις του ν. 3869/2010.

Η αυστηρή τυπικότητα που θεσπίζεται, προκειμένου να εκτεθεί το κατασχεθέν ακίνητο σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό και δη η παρεμβολή πιστοποιημένου εκτιμητή για την εκτίμηση της εμπορικής αξίας του ακινήτου και συνακόλουθα για τον προσδιορισμό της τιμής πρώτης προσφοράς (άρθρα 954 παρ. 2γ', 993 παρ. 2 ΚΠολΔ και π.δ. 59/2016) δεν ακολουθείται με τον ίδιο τρόπο κατά την εφαρμογή του άρθρου 9 παρ. 2 ν. 3869/2010, διότι στη δεύτερη περίπτωση η πρώτη κατοικία δεν εκποιείται με πλειστηριασμό αλλά διασώζεται και το ζητούμενο εν τέλει δεν είναι ο προσδιορισμός της τιμής πρώτης προσφοράς αλλά ο προσδιορισμός της εμπορικής αξίας της με σκοπό την προστασία των συμφερόντων των εμπλεκομένων μερών, για τη δε προστασία αυτή θεσπίσθηκε η προαναφερόμενη διαδικασία, την οποία όμως δεν τήρησαν οι πιστωτές.

Ως εκ τούτου, εφ' όσον η εμπορική αξία της κύριας κατοικίας της δεύτερης αιτούσας αποδεικνύεται από άλλα αποδεικτικά μέσα, δεν είναι απαραίτητη η αναβολή της έκδοσης οριστικής απόφασης και η επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να εκτιμηθεί η εμπορική αξία της από πιστοποιημένο εκτιμητή. Άλλωστε, στη Λήμνο δεν υπάρχει πιστοποιημένος εκτιμητής ακινήτων υπό την έννοια της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013.

Το μεν εκκαλούν δεν προσκόμισε αποδεικτικά μέσα προς απόδειξη της εμπορικής αξίας του ακινήτου, το οποίο αποτελεί την κύρια κατοικία των αιτούντων, οι δε εφεσίβλητοι προς αντίκρουση του δεύτερου λόγου της έφεσης προσκόμισαν το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου την έκθεση εκτίμησης ακινήτου του αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού Γ.

Δ. με χρόνο σύνταξης το μήνα Μάιο του έτους 2018. Σύμφωνα με αυτή την έκθεση, η εμπορική αξία του ακινήτου αυτού ανέρχεται στο ποσόν των 53.077,28 ευρώ. Η αξία αυτή πρέπει να γίνει δεκτή από το Δικαστήριο ως ανταποκρινόμενη στην αληθή εμπορική αξία του επίμαχου ακινήτου, δεδομένου μάλιστα αφ' ενός ότι τα τελευταία χρόνια λόγω της μακρόχρονης οικονομικής κρίσης, συχνά η εμπορική αξία των ακινήτων είναι χαμηλότερη της αντικειμενικής τους σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε κατά την περίοδο της οικονομικής ευημερίας (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) και αφ' ετέρου ότι ο …βρίσκεται στην ενδοχώρα του νησιού, δηλαδή δεν είναι παραθαλάσσια τοποθεσία και δεν έχει υψηλή τουριστική κίνηση.

Σε αυτό το ποσόν θα ανερχόταν το πλειστηρίασμα που θα επιτυγχανόταν σε περίπτωση που το ακίνητο της κύριας κατοικίας της δεύτερης αιτούσας εξετίθετο σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό, η δε υποχρέωση να εκτεθεί σε τιμή πρώτης προσφοράς, ίση τουλάχιστον με τα δύο τρίτα της αξίας του (άρθρο 954 παρ. 2γ' ΚΠολΔ), δεν ασκεί επιρροή στην παρούσα δίκη, διότι ερευνητέο είναι το πλειστηρίασμα που θα μπορούσε να επιτευχθεί και όχι η τιμή εκκίνησης του πλειστηριασμού".

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως.

Ειδικότερα, το Εφετείο έκρινε ότι, αναφορικώς με την εκτίμηση της εμπορικής αξίας της κύριας κατοικίας των αιτούντων, δεν απαιτείτο να διατάξει την διενέργεια εκτιμήσεως της εμπορικής αξίας από πιστοποιημένο εκτιμητή, καθόσον οι εκθέσεις από εκτιμητή δεν είναι δεσμευτικές για το Δικαστήριο, αλλά αξιολογούνται ελεύθερα, η δε κρίση του Δικαστηρίου περί της αξίας του ακινήτου θα σχηματισθεί από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που προσκομίζονται, πλέον του ότι στη Λήμνο δεν υπάρχει πιστοποιημένος εκτιμητής ακινήτων, υπό την έννοια της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του Ν. 4152/2013.

Δέχθηκε, επίσης, το Εφετείο ότι το μεν αναιρεσείον δεν προσκόμισε αποδεικτικά μέσα προς απόδειξη της εμπορικής αξίας του ακινήτου, το οποίο αποτελεί την κύρια κατοικία των αιτούντων, οι δε τελευταίοι προσκόμισαν νομίμως, το πρώτον ενώπιόν του, την έκθεση εκτιμήσεως ακινήτου του αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού Γ.

Δ. με χρόνο συντάξεως τον μήνα Μάιο του έτους 2018, η οποία και ελήφθη υπ' όψη από το Εφετείο, χωρίς να απαιτείται επιπλέον αιτιολογία του Δικαστηρίου προς τούτο. Τέλος, αναφορικώς με το σχέδιο διευθετήσεως των οφειλών των αιτούντων, το δικάσαν Δικαστήριο εκτίμησε τη μέγιστη ικανότητα αποπληρωμής, στηριζόμενο στην οικογενειακή και οικονομική τους κατάσταση.

Επομένως, οι ανωτέρω αιτιολογίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, που ορθώς το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, πλέον του ότι η παράγραφος 2α προστέθηκε στο άρθρο 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, με το άρθρο 62 παρ. 3 του Ν. 4549/2018, με έναρξη ισχύος την 14-6-2018, ήτοι μετά την εκδίκαση της υποθέσεως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης (μεταβατική έδρα Λήμνου).

Κατά συνέπειαν, οι προαναφερθέντες αναιρετικοί λόγοι, κρίνονται αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατόπιν όλων αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για να ερευνηθεί, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση, κατ' άρθρον 28 παρ. 4 του Ν. 2579/1998 (Α.Π. 1047/2021, Α.Π. 930/2021, Α.Π. 1150/2019).

Τέλος, στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση, που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β' του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ.

β' του πιο πάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Ολ. Α.Π. 4/2023, Α.Π. 1683/2022, Α.Π. 785/2022, Α.Π. 658/2022).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-2-2019 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 121/2018 τελεσίδικης αποφάσεως του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης (μεταβατική έδρα Λήμνου).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Οκτωβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ