Legislator Case Law & Legislation
555/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against first-instance judgment in labor dispute and remands case to appellate court.

Case Number 555/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the portion of the appeal challenging the first-instance judgment as inadmissible because the appellate decision had already absorbed it. The court found the appeal admissible regarding the second instance judgment but remanded the case for retrial due to a lack of certainty on a specific legal issue. Consequently, the court ordered the refund of the appeal fee and awarded legal costs to the appellants.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553 para. 1b and 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final judgment that has been absorbed by a subsequent appellate decision is inadmissible, but if the appeal raises a new issue regarding the existence of res judicata not clearly established by the lower court, the entire appeal must be remanded for retrial.

Keywords

AI generated
admissibility of appeal res judicata labor dispute remand for retrial Code of Civil Procedure appeal fee refund legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 553 para. 1b of the Code of Civil Procedure
Article 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Areios Pagos 40/1996
Areios Pagos 924/2020
Areios Pagos 891/2019
Areios Pagos 710/2017
Areios Pagos 117/2019
Areios Pagos 1191/2019

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 555 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 555/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Ομόρρυθμης Τεχνικής-Κατασκευαστικής Εταιρείας με την επωνυμία "....", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Ρόδο, 2) Μ. Μ. του Ι., σύζ. Ν. Χ., κατοίκου ..., ως ομόρρυθμος εταίρος της ως άνω Ομόρρυθμης εταιρείας, 3) Δ. Μ. του Ι., συζ. Ν. Β., κατοίκου ..., ως ομόρρυθμος εταίρος της ως άνω Ομόρρυθμης εταιρείας και 4) Δ. Δ. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίες παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Εμμανουήλ Κουτσούκου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Γ. (G.) Σ. (S.) του Π. (P.), κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας Μήτσου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-9-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν η 212/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεων, αφού συνεκδικάσθηκαν, η 110/2018 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-6-2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Το άρθρο 553 παρ. 1β` ΚΠολΔ ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι, αν γίνει τυπικά δεκτή η έφεση και στη συνέχεια απορριφθεί κατ` ουσίαν, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη, διότι με αυτή περατώνεται οριστικά η δίκη (Ολ ΑΠ 40/1996, ΑΠ 924/2020, 891/2019, 710/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ` αριθ. 110/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, έγινε τυπικά δεκτή η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ` αριθ. 212/2015 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου και απορρίφθηκε κατ` ουσίαν.

Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως, καθό μέρος στρέφεται κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, η οποία ενσωματώθηκε στην απόφαση του Εφετείου πρέπει ν` απορριφθεί ως απαράδεκτη και να ερευνηθεί μόνον καθό μέρος στρέφεται κατά της αποφάσεως του Εφετείου. Η αίτηση αναιρέσεως, καθό μέρος ερευνάται, ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). 2.

Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα των σχετικών αναιρετικών λόγων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι με την από 9.9.2013 και αριθ. κατάθ. 371/4.11.2013 αγωγή του ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον ο καθένας, να του καταβάλουν το ποσό των 601.200 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη εξ αιτίας του τραυματισμού του από το περιγραφόμενο σ' αυτή ατύχημα, που υπέστη την εκτέλεση της εργασίας του, οφειλόμενο σε υπαιτιότητα των εναγομένων, οι οποίοι δεν τήρησαν τα προβλεπόμενα από το νόμο μέτρα ασφαλείας.

Επί της ως άνω αγωγής, μετά από τη συζήτησή της, ερήμην των τρίτης, τέταρτης και πέμπτης των εναγομένων και αντιμωλία των λοιπών εναγομένων, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 212/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποίαν έγινε αυτή δεκτή κατά ένα μέρος από ουσιαστική πλευρά και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον ο καθένας, να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των 80.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση.

Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν οι 13.1.2016 και αριθ. κατάθεσης 10/14.1.2016 έφεση και οι από 15.1.2016 και αριθ. κατάθεσης 3/7.6.2017 πρόσθετοι λόγοι αυτής των έκτης, έβδομης, όγδοης και ένατης των εναγομένων και ήδη αναιρεσειουσών και η από 15.1.2026 και αριθ. κατάθεσης 13/15.1.2016 έφεση του πρώτου εναγομένου, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, η οποία, αφού συνεκδίκασε τις ως άνω εφέσεις και τους πρόσθετους λόγους της πρώτης, τις δέχθηκε τυπικά και τις απέρριψε ουσιαστικά.

3. Aπό τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 5 ΚΠολΔ, κατά την οποία, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχτηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47, συνάγεται, ότι ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος δημιουργείται μόνο όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας αναφερόμενο σε παραδοχή της καθ` ύλην αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ίδιου.

Επομένως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Εφετείο, επιλαμβανόμενο έφεσης που υπάγεται, κατά το άρθρο 19 του ΚΠολΔ, στην καθ` ύλην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένα, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ` ύλην (Ολ ΑΠ 5/2003, ΑΠ 473/2019, 1816/2008, 708/2008).

Mε τον πρώτο λόγο της αίτησης, κατά το πρώτο σκέλος του, από το άρθρο 559 αρ. 5 ΚΠολΔ, προσάπτεται στο Εφετείο, ότι κατά παράβαση των άρθρων 18 και 614 παρ. 3 ΚΠολΔ, δέχθηκε ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου, ήταν καθ` ύλη αρμόδιο να δικάσει την υπόθεση, ενώ έπρεπε να παραπέμψει αυτή προς εκδίκαση στο αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου, καθότι οι αναιρεσείουσες δεν είχαν την ιδιότητα με την οποίαν ενάγονταν, ήτοι προστηθείσες του δεύτερου εναγομένου αλλά ήταν "τρίτοι", που δεν μετείχαν στην εργατική σχέση.

Η προβαλλόμενη αιτίαση δεν αναφέρεται σε σφάλμα του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου αναφορικά με τη δική του αρμοδιότητα και συνεπώς ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, πέραν του ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 614 παρ. 3 ΚΠολΔ, υπάγεται στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου και εκδικάζεται, κατά την διαδικασία των εργατικών διαφορών και η αξίωση για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης του παθόντος σε εργατικό ατύχημα, εφόσον η αγωγή στρέφεται, κατά του εργοδότη και των υπ' αυτού, προστηθέντων και αποδίδεται σ' αυτόν ή στους προστηθέντες απ' αυτόν, όπως εν προκειμένω, πταίσμα, για την επέλευση του ατυχήματος αυτού και το αξιούμενο ποσό είναι μεγαλύτερο από εκείνο, που ορίζεται, για την αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου, δοθέντος ότι πρόκειται, περί αδικοπραξίας, που τελέστηκε εξ αφορμής της εργασίας.

Ο ίδιος ως άνω λόγος της αίτησης, κατά το δεύτερο σκέλος του, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η παραβίαση των ουσιαστικών κανόνων δικαίου των άρθρων 922 και 681 ΑΚ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα υιοθέτησε την αβάσιμη αιτιολογία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ως προς την καθ' ύλην αρμοδιότητά του, δεχόμενο ότι η σχέση που συνέδεε την πρώτη αναιρεσείουσα ως επιβλέπουσα με τις κυρίες του έργου ήταν αυτή της πρόστησης (άρθρο 922 ΑΚ), ενώ η σχέση που συνέδεε αυτή (πρώτη αναιρεσείουσα), καθώς και τη δεύτερη αναιρεσείουσα ως μελετήτρια- μηχανικό με τις κυρίες του έργου ήταν αυτή της μίσθωσης έργου, είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Και τούτο διότι υπό την επίφαση της παραβίασης των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η παραβίαση των δικονομικών διατάξεων των άρθρων 18 και 614 ΚΠολΔ, η παραβίαση των οποίων δεν ιδρύει τον από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο.

4. Kατά το άρθρο 559 αρ. 11 γ' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, ενώ μόνο το γεγονός ότι δεν έγινε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου δεν στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, εφόσον από το περιεχόμενο της αποφάσεως συνάγεται ότι έχει ληφθεί τούτο υπόψη από το δικαστήριο.

Αντιθέτως, ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν ναι μεν μνημονεύεται στην απόφαση το αποδεικτικό μέσο, πλην όμως η ειδική αυτή μνεία σχετίζεται αποκλειστικά με ορισμένο ισχυρισμό, ενώ από το περιεχόμενο της αποφάσεως υπάρχουν αμφιβολίες αν το ίδιο αποδεικτικό μέσο έχει ληφθεί υπόψη για την απόδειξη άλλου ουσιώδους ισχυρισμού (ΑΠ 1535/2006, 74/1994).

Οι αναιρεσείουσες με τον δεύτερο λόγο της αίτησης, αναφορικά με τον ισχυρισμό τους ότι ουδεμία ευθύνη έχουν για την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος από το οποίο τραυματίστηκε ο αναιρεσίβλητος, καθότι οι κυρίες του έργου δεν ενημέρωσαν εγγράφως την επιβλέπουσα το έργο πρώτη αναιρεσείουσα ομόρρυθμη εταιρεία για την επανέναρξη των οικοδομικών εργασιών, προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 εδ.

γ` του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και την επικληθείσα νομίμως και προσκομισθείσα απ' αυτές υπ' αριθ. 959/2017 αμετάκλητη αθωωτική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου, με την οποίαν κηρύχθηκε αθώα η δεύτερη αναιρεσείουσα, νόμιμη εκπρόσωπος και ομόρρυθμο μέλος της πρώτης αναιρεσείουσας για την αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια σε βάρος του αναιρεσιβλήτου με την ιδιότητα της επιβλέπουσας μηχανικού κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος (29.6.2010).

Όπως προκύπτει από την επισκόπηση, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε ότι συνυπαίτιοι για την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και των εξ αυτού συνεπειών είναι ο πρώτος εναγόμενος και μη διάδικος στην παρούσα δίκη και πραγματικός εργοδότης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και η έκτη εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα ομόρρυθμη εταιρεία ως επιβλέπουσα το έργο, οι οποίοι είχαν προστηθεί από τις ιδιοκτήτριες του έργου, που είχαν διατηρήσει την εποπτεία του δια του προστηθέντος δεύτερου εναγομένου και μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, και δεν έλαβαν τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας που επιβάλλονταν σ' αυτούς λόγω της ως άνω ιδιότητας εκάστου εξ αυτών και ήταν ικανά να αποτρέψουν το ατύχημα και το επελθόν αποτέλεσμα του τραυματισμού του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου.

Στο συμπέρασμά του δε αυτό το δικάσαν Εφετείο κατέληξε σύμφωνα με την διαλαμβανόμενη στην απόφασή του βεβαίωση, αφού έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφασή του πρακτικά, την υπ' αριθ. .../14.5.2015 ένορκη βεβαίωση του Λευτέρη Παντέχη ενώπιον της Συμβολαιογράφου Ρόδου Μαρίας Καρποδίνη- Καντιδενού, που συντάχθηκε κατόπιν νόμιμης κλήτευσης του ενάγοντος, που επικαλείται και προσκομίζει ο πρώτος εναγόμενος, και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων οι φωτογραφίες που επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε, καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας.

Από την γενική όμως αυτή βεβαίωση του Εφετείου, σε συνδυασμό με τις λοιπές αιτιολογίες της αποφάσεως, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και την προαναφερθείσα υπ` αριθ. 959/2017 αμετάκλητη αθωωτική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου, αφού δεν προβαίνει σε καμιά αναφορά ή σχολιασμό αυτής, όπως προέβη για άλλα αποδεικτικά μέσα, παρά την ιδιαίτερη αποδεικτική της σπουδαιότητα, για την απόδειξη του ως άνω ισχυρισμού των αναιρεσειουσών και δη της μη ύπαρξης ευθύνης αυτών στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, και, ως εκ τούτου, το Εφετείο, παρόλο που δεν δεσμεύεται από το περιεχόμενό της και μπορούσε να καταλήξει (όπως και κατέληξε) σε αντίθετο με την τελευταία πόρισμα, έπρεπε, ενόψει της σοβαρότητας του εν λόγω αποδεικτικού στοιχείου, να το αντικρούσει.

Την ως άνω ποινική απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων των αναιρεσειουσών στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (βλ. σελ. 7 των προτάσεων αυτών και με αριθμό σχετικού 14) είχαν επικαλεσθεί αυτές και προσκομίσει νομίμως και παραδεκτώς, κατά την διάταξη του άρθρου 529 του Κ.Πολ.Δικ., για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, καθ` όσον αυτή εκδόθηκε, όπως εξ αυτής προκύπτει, την 14.2.2017, δηλαδή μετά την συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που έλαβε χώρα στις 18.5.2015.

Επομένως, ο από το άρθρο 559 αρ. 11 εδ. γ` του Κ.Πολ.Δικ., δεύτερος λόγος της αιτήσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Να σημειωθεί ότι η ως άνω αθωωτική απόφαση μνημονεύεται στην προσβαλλόμενη απόφαση μόνο για την απόρριψη του ισχυρισμού των αναιρεσειουσών περί υπάρξεως δεδικασμένου και συνεπώς, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στην πιο πάνω νομική σκέψη, ο λόγος του αρ. 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου ότι η ειδική αυτή μνεία σχετίζεται αποκλειστικά με τον ισχυρισμό περί υπάρξεως δεδικασμένου, ενώ από το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το ίδιο ως άνω αποδεικτικό μέσο για την απόδειξη του προαναφερθέντος ουσιώδους ισχυρισμού των αναιρεσειουσών.

Κατ' ακολουθίαν, κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου της αίτησης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την ουσιαστική έρευνα των τρίτου, τέταρτου, πέμπτου, έκτου και έβδομου λόγων της αίτησης, πρέπει να αναιρεθεί εν όλω η προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός του κεφαλαίου αυτής, αφορώντος τον λόγο εφέσεως περί καθ' ύλην αρμοδιότητας του δικαστηρίου, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). 5.

Από τις διατάξεις του άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο ασκών το ένδικο μέσο της αναιρέσεως κατ` αποφάσεως Εφετείου υποχρεούται να καταθέσει παράβολο ποσού 450 ευρώ και ότι εν περιπτώσει ολικής ή μερικής νίκης του αναιρεσείοντος ο Άρειος Πάγος με την απόφασή του διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα, η υποχρέωση όμως καταθέσεως παραβόλου δεν ισχύει επί υποθέσεων εργατικών διαφορών, οπότε, εάν παρά την έλλειψη σχετικής υποχρεώσεως κατατεθεί παράβολο, ο Άρειος Πάγος, βάσει των εν λόγω διατάξεων αναλόγως εφαρμοζομένων, διατάσσει την επιστροφή τούτου στον καταθέσαντα ασχέτως της ευδοκιμήσεως ή μη της αιτήσεως αναιρέσεως (ΑΠ 117/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την έκθεση καταθέσεως του δικογράφου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες έχουν καταθέσει το αναφερόμενο σ` αυτή παράβολο, χωρίς όμως να υπέχουν σχετική υποχρέωση, αφού η αναίρεση αφορά εργατική διαφορά (ΑΠ 1191/2019, 117/2019).

Συνεπώς, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του εν λόγω παραβόλου στις καταθέσασες τούτο αναιρεσείουσες, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό. Τέλος, ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 18.6.2020 και αριθ. καταθ. 18/19.6.2020 αίτηση αναίρεσης καθ' ο μέρος στρέφεται κατά της υπ' αριθ. 212/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου.

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 110/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ κατά το μέρος αυτό την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση στις αναιρεσείουσες του κατατεθέντος παραβόλου, ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ με αριθ. κωδ. 336044471950 0812 0031 e- παράβολο. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ