Legislator Case Law & Legislation
555/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in tort case, upholding lower court's finding of liability for concealment of damages.

Case Number 555/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the first-instance judgment regarding a tort claim for damages. The appellant alleged fraud and concealment of a specific compensation amount, claiming the lower court erred in finding liability based on his own bad faith. The court ruled that the lower court correctly assessed the evidence, including the power of attorney, and found the appellant guilty of an unlawful act due to his concealment, thus rejecting the appeal arguments.

Legislator headnote

AI generated

Articles 297, 298, 330, 914 of the Civil Code; Article 559, No. 8 of the Code of Civil Procedure: Liability for tort requires fault, illegality, and causation; concealment of facts by the claimant constitutes fault and does not justify overturning a judgment based on established evidence.

Keywords

AI generated
tort liability bad faith concealment unlawful act appeal dismissal causation requirement

Cited Legislation

AI generated
Articles 297, 298, 330, 914 of the Civil Code
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 564, Section 1 of the Code of Civil Procedure
Article 569, Section 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559, No. 8 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 555 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 555/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου - Εισηγητή, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Ε. του Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λευκόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Χ. του Π., κατοίκου ... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξιο Δημητρακόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αριθμό κατάθεσης 34/2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας.

Εκδόθηκε η απόφαση 68/2017 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-11-2017 αίτησή του και τους από 5-9-2019 προσθέτους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την από 10-11-2017 αίτηση αναιρέσεως και τους από 5-9-2019 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 68/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, η οποία επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα στις 11-9-2017 (βλ. σχετική επισημείωση της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας Ξ. Α. επί επικυρωμένου αντιγράφου αυτής) και κατέστη τελεσίδικη με την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας εφέσεως. Με την απόφαση αυτή έγινε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν η από 12-9-2016 αγωγή του αναιρεσίβλητου κατά του αναιρεσείοντος ως προς την επικουρική της βάση, με την οποία (αγωγή) αυτός, επικαλούμενος απάτη εκ μέρους του τελευταίου, ζητούσε να ακυρωθούν οι αναφερόμενες σ' αυτή δικαιοπραξίες και να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων να του καταβάλει ποσό 26.916,44 €, εφόσον κατά το ποσό αυτό εξαιτίας της απάτης μειώθηκε η περιουσία του. Η αίτηση αναιρέσεως και οι ανωτέρω πρόσθετοι λόγοι ασκήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 564 § 1 και 569 § 2 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 914 Α.Κ. σαφώς προκύπτει, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συντέλεσε και ο ίδιος στην πρόκληση ή την επαύξηση της ζημίας, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή, από το δικαστήριο της ουσίας, των διδαγμάτων της κοινής πείρας στη αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με την ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη επί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) είναι συγκύριος με τον εναγόμενο (ήδη αναιρεσείοντα) κατά ποσοστό 1/3 και 2/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, αντίστοιχα, ενός αγροτεμαχίου Γ' κατηγορίας, το οποίο βρίσκεται στο αγρόκτημα ...

υπ' αριθμ….., συνολικής έκτασης 15.003,30 τ.μ. Το παραπάνω ιδανικό του μερίδιο ο ενάγων απέκτησε λόγω κληρονομιάς από τον πατέρα του, δυνάμει της υπ' αριθμ. ... διαθήκης του συμβολαιογράφου Παγγαίου Αθανασίου Παπανδρέου, η οποία δημοσιεύθηκε με το υπ' αρ. 229/11-8-1983 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, την αποδέχθηκε δε με την υπ' αρ. 173/31-8-1984 έκθεση δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Καβάλας, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα.

Επίσης, ο εναγόμενος, το παραπάνω ιδανικό του μερίδιο απέκτησε με παράγωγο τρόπο και δη το αγόρασε από τα αδέλφια του ενάγοντος δυνάμει του υπ' αρ. ... συμβολαίου, της συμβολαιογράφου Παγγαίου Σουλτάνας Τσέλιου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Τμήμα του παραπάνω κοινού ακινήτου εμβαδού 7.626,72 τ.μ. απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά με την υπ' αρ. 196871/7570/0010/12-10-2005 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Περιβάλλοντος- Χωροταξίας και Δημοσίων έργων που δημοσιεύθηκε νόμιμα, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και δη για την κατασκευή του έργου Εγνατίας Οδού (άξονας ποταμός Στρυμόνας- Νέα Πέραμος).

Δυνάμει δε της υπ' αριθμ. 40/13-9-2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, που εκδόθηκε επί της από 26-6-2006 αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου, καθορίσθηκε ως τιμή μονάδας αποζημίωσης για την ως άνω απαλλοτρίωση το ποσό των 16,00 ευρώ ανά τ.μ. Μάλιστα ο εναγόμενος είχε εκπροσωπηθεί κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που έλαβε χώρα στις 13-2-2007 από πληρεξούσιους δικηγόρους, ενώ επίσης αναγνωρίσθηκε ως δικαιούχος της ως άνω αποζημίωσης δυνάμει της υπ' αριθμ. 19/2008 απόφασης του ως άνω Δικαστηρίου.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, ο οποίος ενημερώθηκε περί τις αρχές του έτους 2007 για την επικείμενη απαλλοτρίωση από τον εναγόμενο, επειδή το ποσοστό του εξ αδιαιρέτου επί του κοινού ακινήτου θα μειώνονταν από την ως άνω απαλλοτρίωση, συμφώνησε με τον τελευταίο να του μεταβιβάσει από το δικό του ποσοστό εξ αδιαιρέτου 2,5 στρέμματα, ώστε μετά την ένδικη απαλλοτρίωση να διατηρήσει ο ενάγων ακέραιο το ποσοστό του εξ αδιαιρέτου, επί του κοινού ακινήτου.

Μάλιστα, επειδή ο εναγόμενος κατά το χρόνο εκείνο υπολόγιζε ότι η αποζημίωση λόγω της ένδικης απαλλοτρίωσης για το ακίνητό τους θα ανέλθει σε τιμή όχι μεγαλύτερη από τα 4,50 ευρώ το τ.μ., όσο περίπου και η εμπορική του αξία, συμφώνησαν ως τίμημα για την ως άνω πώληση το ποσό αυτό, ήτοι ως συνολικό τίμημα για τα 2,5 στρέμματα το ποσό των 11.250,00 ευρώ.

Επίσης, συμφώνησαν ως τρόπο καταβολής του τιμήματος, να εισπράξει ο εναγόμενος την αποζημίωση της απαλλοτρίωσης που θα ορίζονταν για τον ενάγοντα, ως δικαιούχο για το υφιστάμενο ποσοστό του 1/3 εξ αδιαιρέτου επί του κοινού ακινήτου, την οποία τότε οι διάδικοι προσδιόριζαν ότι θα ανέλθει στο ως άνω ποσό και να διεξαγάγει ο εναγόμενος τις σχετικές δίκες της απαλλοτρίωσης για λογαριασμό του ενάγοντος.

Ακόμη, συμφώνησαν, μετά την κατά τα άνω πώληση, να εκμισθώσει ο ενάγων στον εναγόμενο την ως άνω έκταση για ένα διάστημα 15 ετών, προκειμένου ο τελευταίος να τη μετατρέψει σε ελαιώνα ή αμπελώνα με αρδευτικό σύστημα, έτσι ώστε ολόκληρος ο αγρός μετά την λήξη της μίσθωσης να αξίζει το λιγότερο 4.500,00 ευρώ. Σε εκτέλεση δε της ως άνω συμφωνίας, οι διάδικοι υπέγραψαν αρχικώς το υπ' αριθμ. 13211/11-4-2007 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Παγγαίου Σουλτάνας Τσέλιου, με το οποίο ο ενάγων παρείχε στον εναγόμενο την εντολή να τον εκπροσωπήσει στις δίκες για την αναγκαστική απαλλοτρίωση του ποσοστού του εξ αδιαιρέτου επί του κοινού ακινήτου.

Ακόμη, υπέγραψαν και το υπ' αριθμ. ... προσύμφωνο πώλησης ακινήτου της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, με το οποίο ο εναγόμενος υποσχέθηκε να μεταβιβάσει στον ενάγοντα 2.500 τ.μ. εξ αδιαιρέτου επί του κοινού ακινήτου, ενώ ως τίμημα αναγράφηκε στο συμβόλαιο το ποσό των 4.050,00 ευρώ, ήτοι μικρότερο από το συμφωνηθέν τίμημα ύψους 11.250,00 ευρώ.

Εν συνεχεία, αποδείχθηκε ότι το ως άνω πληρεξούσιο αντικαταστάθηκε από το υπ' αριθμ. 15028/20-8-2008 πληρέστερο πληρεξούσιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, δυνάμει του οποίου ο ενάγων παρείχε την ειδική εντολή στον εναγόμενο να παραστεί για λογαριασμό του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας στη δίκη περί καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδος αποζημίωσης σε αναγκαστική απαλλοτρίωση του ως άνω ποσοστού του εξ αδιαιρέτου επί του κοινού ακινήτου ή σε οποιαδήποτε άλλη δίκη με το ίδιο αντικείμενο, ακόμη και ενώπιον του Εφετείου, να υποβάλει αίτηση αναγνώρισης δικαιούχου, να εισπράττει για λογαριασμό του το ποσό της αποζημίωσης που θα δικαιούται από την ένδικη απαλλοτρίωση, υπογράφοντας την εξοφλητική απόδειξη ή οποιοδήποτε άλλο έγγραφο χρειασθεί και τέλος να εισπράξει κάθε άλλη αποζημίωση που τυχόν θα καταβληθεί στο μέλλον για την ίδια αιτία.

Μετά δε την χορήγηση της ως άνω πληρεξουσιότητας, ο εναγόμενος κατέθεσε αίτηση αναγνώρισης δικαιούχου για λογαριασμό του ενάγοντος, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 9/10-2-2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, με την οποία αναγνωρίσθηκε ο ενάγων ως δικαιούχος της αποζημίωσης που αντιστοιχούσε στο δικό του ποσοστό εξ αδιαιρέτου 1/3 επί του κοινού ακινήτου, ύψους 16,00 ευρώ το τ.μ.

Επίσης, την 1-4-2009, κι ενώ είχε ήδη εκδοθεί η ως άνω απόφαση, καταρτίσθηκε μεταξύ των μερών η οριστική σύμβαση, σε εκτέλεση του ανωτέρω προσυμφώνου, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα, με την οποία ο εναγόμενος μεταβίβασε στον ενάγοντα 2,5 στρέμματα εξ αδιαιρέτου επί του επίδικου κοινού ακινήτου.

Στο συμβόλαιο δε αυτό αναγράφηκε ως τίμημα το ποσό των 4.050,00 ευρώ. Επιπρόσθετα, ο εναγόμενος, κάνοντας χρήση του παραπάνω πληρεξουσίου, εισέπραξε από το Γραφείο Παρακαταθηκών Ελευθερούπολης, με βάση το υπ' αρ. ... χρηματικό ένταλμα, το ποσό των 26.916,44 ευρώ, που αντιστοιχούσε σε μέρος της αποζημίωσης για την απαλλοτριωθείσα έκταση του ενάγοντος.

Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι αρχικά, κατά την υπογραφή του προσυμφώνου, τόσο ο ενάγων όσο και ο εναγόμενος, δεν γνώριζαν ότι η αποζημίωση λόγω της απαλλοτρίωσης θα ανέλθει στα 16,00 ευρώ/τ.μ., δηλαδή σε ποσό σχεδόν τετραπλάσιο από την τιμή που πίστευαν, ήτοι στο ποσό των 4,50 ευρώ ανά στρέμμα (το ορθό:

ανά τ.μ.), η οποία ανταποκρινόταν πράγματι στην εμπορική αξία του επιδίκου, όπως σαφώς περί τούτου κατέθεσαν και οι μάρτυρες του εναγομένου στις παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις τους, καθώς η απόφαση, δυνάμει της οποίας καθορίσθηκε ως αποζημίωση για τις απαλλοτριωθείσες εκτάσεις το ποσό των 16 ευρώ ανά τ.μ., εκδόθηκε μεταγενέστερα.

Ήδη, όμως, τόσο κατά την υπογραφή του ως άνω υπ' αριθμ. 15028/20-8-2008 πληρεξούσιου όσο και του υπό αριθμόν ... οριστικού συμβολαίου, ενώ δηλαδή είχε ήδη εκδοθεί η ως άνω υπ' αριθμ. 40/13-9-2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, ο εναγόμενος γνώριζε σε ποια τιμή ανήλθε τελικά η αποζημίωση, ωστόσο, παρέλειψε να ενημερώσει σχετικά τον ενάγοντα ως όφειλε κατά την καλή πίστη και τα κρατούντα συναλλακτικά ήθη αλλά κυρίως και της ηθικής, εξαιτίας της πολυετούς οικογενειακής και προσωπικής σχέσης που τους συνέδεε ήδη από την παιδική τους ηλικία και της συνακόλουθης σχέσης εμπιστοσύνης που είχε αναπτυχθεί μεταξύ τους και διατήρησε την πλάνη αυτού, ότι δηλαδή η αποζημίωση θα ανέρχονταν στο ως άνω ποσό των 4,5 ευρώ το τ.μ., όπως αρχικά πίστευαν αμφότεροι.

Αποτέλεσμα της ενέργειας του αυτής ήταν να πείσει τον εναγόμενο (το ορθό: ενάγοντα) να του χορηγήσει την ως άνω πληρεξουσιότητα και τελικώς να εισπράξει για την γενόμενη πώληση ως τίμημα το ποσό των 26.916,44 ευρώ, ενώ οι διάδικοι είχαν συμφωνήσει ως τίμημα το ποσό των 11.250,00 ευρώ ως προελέχθη. Ο εναγόμενος συνομολογεί με τις προτάσεις του ότι δεν ενημέρωσε σχετικά τον ενάγοντα για το ποσό στο οποίο ανήλθε η αποζημίωση, ισχυρίζεται, όμως, ότι το έπραξε αυτό αφενός διότι ο ενάγων κατά τη στιγμή που υπέγραφε το ως άνω πληρεξούσιο γνώριζε την τιμή αυτή, ενώ πρόθεση του ενάγοντος με την ένδικη πώληση ήταν να αποκτήσει τα ως άνω 2,5 στρέμματα του κοινού ακινήτου και δεν τον ενδιέφερε το ποσό στο οποίο θα ανέρχονταν η αποζημίωση, για το λόγο δε αυτό αποξενώθηκε από τις σχετικές δίκες.

Πλην, όμως, ο ισχυρισμός του αυτός δεν κρίνεται πειστικός, καθώς δεν επιρρώνεται από κανένα αποδεικτικό μέσο, ούτε από την αόριστη ως προς αυτό κατάθεση των μαρτύρων του. Αντιθέτως, αφενός όπως ο ενάγων ισχυρίζεται αλλά και ο εναγόμενος συνομολογεί με τις προτάσεις του, η αρχική συμφωνία τους ως προς το τίμημα για την ένδικη πώληση, ήταν αυτό να ανέλθει στο ποσό των 4,50 ευρώ/τ.μ.

Αφετέρου, από τις καταθέσεις των μαρτύρων του ενάγοντος, οι οποίοι είναι αδέλφια του κι έχουν άμεση αντίληψη, σαφώς προκύπτει ότι ο ενάγων δεν γνώριζε (πριν την αποστολή της από 11-11-2014 εξωδίκου στον εναγόμενο) για την τιμή μονάδος στην οποία ανήλθε η ένδικη απαλλοτρίωση, αλλά πίστευε ότι η τιμή αυτή θα ανέρχονταν στο ποσό των 4,50 ευρώ/τ.μ.

Ούτε άλλωστε μπορεί από τα παραπάνω να συναχθεί ότι ο ενάγων προσέβλεπε με την ένδικη πώληση μόνο στην απόκτηση του ως άνω τμήματος του κοινού ακινήτου, ανεξαρτήτως τιμήματος, καθώς αν ήταν αυτή η πρόθεση του ενάγοντος, τότε δεν θα προέβαινε, όταν πληροφορήθηκε ότι τελικά η αποζημίωση ανήλθε στο ποσό των 16,00 ευρώ/τ.μ., στην ανάκληση του πληρεξουσίου προς τον εναγόμενο δυνάμει του υπ' αριθμ. ...

συμβολαίου της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου ούτε και θα προέβαινε στην αποστολή της παραπάνω από 24-11-2014 εξώδικης δήλωσής του προς τον εναγόμενο, αλλά και της υπό κρίση αγωγής του. Από τα παραπάνω, αποδεικνύεται μεν ότι ο εναγόμενος, κατά το χρόνο κατάρτισης τόσο του ως άνω ειδικού πληρεξουσίου, όσο και του οριστικού συμβολαίου, παρέλειψε να διαφωτίσει τον εναγόμενο (το ορθό:

ενάγοντα), ως όφειλε, σχετικά με το ποσό στο οποίο ανήλθε τελικά η αποζημίωση λόγω της ένδικης απαλλοτρίωσης, πλην, όμως, η ως άνω πράξη του δεν συνδέεται καθεαυτή με την κατάρτιση των ενδίκων δικαιοπραξιών, ήτοι του προσυμφώνου και του οριστικού συμβολαίου. Ειδικότερα, ως αποδείχθηκε, ο ενάγων δεν προέβη στις ως άνω δηλώσεις βουλήσεως, στηριζόμενος στην ως άνω παράσταση εκ μέρους του εναγόμενου, ήτοι δηλαδή επειδή πίστεψε ότι το ποσό της αποζημίωσης θα ανέρχονταν στο ποσό των 4.50 ευρώ/τ.μ., αντιθέτως θα προέβαινε ούτως ή άλλως στην επίδικη αγορά, επειδή πρόθεσή του ήταν να μην μειωθεί το ποσοστό εξ αδιαιρέτου επί του κοινού ακινήτου, γεγονός άλλωστε που το συνομολογεί, για το λόγο αυτό άλλωστε συμφώνησαν ως τίμημα της πώλησης το ποσό που σε κάθε περίπτωση δεν θα ξεπερνούσε το ποσό των 11.250,00 ευρώ.

Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι λόγω της ως άνω πράξης του εναγόμενου, ήτοι της διατήρησης της πλάνης του ενάγοντος ως προς το ποσό στο οποίο ανήλθε η αποζημίωση λόγω απαλλοτρίωσης, ο ενάγων προέβη στην χορήγηση προς αυτόν του ανωτέρω δεύτερου και πληρέστερου υπ' αριθμόν 15.028/20-8-2008 πληρεξούσιου, δυνάμει του οποίου ο εναγόμενος εισέπραξε ποσό πλέον του συμφωνηθέντος τιμήματος της πώλησης, γεγονός το οποίο αν γνώριζε ο ενάγων δεν θα προέβαινε σε αυτήν τη δήλωση βουλήσεως.

Συνεπώς, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι η ως άνω συμπεριφορά εκ μέρους του εναγόμενου συνδέεται με την πρόκληση της απόφασης στον ενάγοντα, να καταρτίσει τις ένδικες δικαιοπραξίες (προσύμφωνο και οριστικό συμβόλαιο), των οποίων ζητείται η ακύρωση, πρέπει η ένδικη αγωγή ως προς την επικουρική της αυτή βάση που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 147 του Α.Κ., να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη.

Παρέλκει δε η εξέταση της ένστασης παρόδου αποσβεστικής προθεσμίας που πρόβαλε ο εναγόμενος. Περαιτέρω, ως προς την επικουρική βάση της αγωγής, που στηρίζεται στις διατάξεις των αδικοπραξιών, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος κατά το χρόνο κατάρτισης του ως άνω υπ' αριθμ. 15028/20-8-2008 πληρεξουσίου, δεν αποκάλυψε ως όφειλε στον ενάγοντα, κατά την καλή πίστη αλλά και ως εντολοδόχος αυτού, ότι η τιμή μονάδας αποζημίωσης λόγω της απαλλοτρίωσης στο κοινό ακίνητο τους επρόκειτο να ανέλθει στο ποσό των 16 ευρώ/τ.μ., γεγονός που γνώριζε, καθώς ήδη είχε εκδοθεί η υπ' αριθμ. 40/13-9-2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, που καθόριζε την ως άνω τιμή για το τμήμα της κυριότητας εξ αδιαιρέτου του ίδιου, ενώ ο ενάγων το αγνοούσε, αλλά διατήρησε την πλάνη του ότι η αποζημίωση επρόκειτο να ανέλθει στο ποσό των 4,50 ευρώ.

Με την παραπάνω δε -αντίθετη προς την καλή πίστη, τα κρατούντα συναλλακτικά ήθη αλλά και της ηθικής, όπως ήδη και ανωτέρω εκτέθηκε- συμπεριφορά του, ο εναγόμενος παρέπεισε τον ενάγοντα να του παράσχει με το ως άνω πληρεξούσιο, την πληρεξουσιότητα να εισπράξει για λογαριασμό του ο ίδιος το ποσό της αποζημίωσης που τυχόν θα ορίζονταν για το ποσοστό του εξ αδιαιρέτου επί του κοινού ακινήτου, τμήμα της οποίας εν τέλει εισέπραξε ως προελέχθη, πιστεύοντας ο ίδιος (ενάγων), ότι το ποσό αυτό θα ανέλθει τελικά στο τίμημα που είχαν συμφωνήσει για την ένδικη πώληση.

Στην πράξη του δε αυτή ο ενάγων δεν θα προέβαινε, εάν γνώριζε την πραγματική κατάσταση, με περαιτέρω συνέπεια να υποστεί αυτός ισόποση ζημία από την μη αύξηση της περιουσίας του, συνιστάμενη στο πλέον του συμφωνηθέντος τιμήματος για την ως άνω πώληση, ποσού, που εισέπραξε ο εναγόμενος και έκτοτε κατακρατεί και δεν το έχει αποδώσει στον ενάγοντα, καίτοι τον όχλησε σχετικά.

Ειδικότερα, η ζημία του ενάγοντος ανήλθε στο ποσό των (26.914,44-11.250=) 15.664,44 ευρώ. Η παραπάνω ζημία του ενάγοντος τελεί σε σχέση αιτιώδους συνάφειας με την παραπάνω συμπεριφορά του εναγομένου, διότι η συμπεριφορά του τελευταίου προς αυτόν ήταν επαρκής, ήτοι ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεδομένου ότι ο ενάγων αν γνώριζε πριν την κατάρτιση του ως άνω πληρεξουσίου, ότι η αποζημίωση για την απαλλοτρίωση για το κοινό ακίνητό τους θα ανέλθει στο παραπάνω υψηλό ποσό, δεν θα είχε προχωρήσει, με βάση τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (και ιδιαίτερα του τιμήματος στο οποίο συμφώνησαν οι διάδικοι να ανέλθει η ένδικη πώληση), στην παροχή της ως άνω πληρεξουσιότητας στον εναγόμενο με το παραπάνω περιεχόμενο και δεν θα είχε απολέσει τελικώς αυτό".

Με τις πιο πάνω παραδοχές το Πρωτοδικείο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή κατά την επικουρική της βάση και επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο ως αποζημίωση, λόγω της απάτης που μετήλθε ο αναιρεσείων, το ποσό των 15.664,44 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το δικαστήριο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 914 του ΑΚ.

Δεχόμενο, συγκεκριμένα, ότι η παράλειψη του αναιρεσείοντος να ενημερώσει τον αναιρεσίβλητο για την πράγματι ορισθείσα τιμή μονάδος αποζημιώσεως για την απαλλοτρίωση, λαμβανομένης υπόψη της πολυετούς οικογενειακής και προσωπικής τους σχέσης και των συνθηκών υπό τις οποίες, κατά την προσβαλλόμενη, ο τελευταίος υπέγραψε το υπ' αρ. 15028/2008 πληρεξούσιο, αντίκειται στην καλή πίστη και τα κρατούντα συναλλακτικά ήθη και ότι η συμπεριφορά αυτή πληροί την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αδικοπραξίας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.

Παράλληλα διέλαβε το δικαστήριο στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης θέμα της αιτιώδους συναφείας μεταξύ της συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και της ζημίας που υπέστη ο αναιρεσίβλητος. Ειδικότερα επεξηγείται με ποιον τρόπο η αθέμιτη απόκρυψη από τον αναιρεσείοντα του γεγονότος του ορισμού αυξημένης τιμής μονάδος αποζημιώσεως από το αρμόδιο δικαστήριο, εν σχέσει με την τιμή που ο αναιρεσίβλητος γνώριζε προηγουμένως από τις συζητήσεις του με εκείνον, επέδρασε στη βούληση του αναιρεσείοντος να χορηγήσει το υπ' αριθμόν 15.028/20-8-2008 πληρεξούσιο, δυνάμει του οποίου ο αναιρεσείων εισέπραξε εν συνεχεία ποσό πλέον του συμφωνηθέντος τιμήματος της προηγηθείσης πωλήσεως, γεγονός το οποίο αν γνώριζε ο αναιρεσίβλητος, δεν θα προέβαινε σε αυτήν τη δήλωση βουλήσεως.

Δεν υφίσταται δε ουδεμία ασάφεια ή αντίφαση στις αιτιολογίες αυτές του δικαστηρίου της ουσίας. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες παραδοχές της αποφάσεως: α) δεν αποδείχθηκε ότι η συγκεκριμένη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, να αποκρύψει δηλ. και να μην ενημερώσει σχετικώς τον αναιρεσίβλητο για το γνωστό σ' αυτόν και άγνωστο σ' εκείνον γεγονός του καθορισμού τιμής μονάδος αποζημιώσεως, είχε οποιαδήποτε σύνδεση με την απόφαση του τελευταίου (αναιρεσιβλήτου) να προβεί στην κατάρτιση του επίμαχου προσυμφώνου και οριστικού συμβολαίουμεταβιβάσεως ακινήτου και β) αντιθέτως, αποδείχθηκε πως ο αναιρεσίβλητος, λόγω της αντίθετης προς την καλή πίστη, τα κρατούντα συναλλακτικά ήθη και εν γένει την ηθική συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος, εξαιτίας της πολυετούς οικογενειακής και προσωπικής σχέσης που τους συνέδεε και της σχέσης εμπιστοσύνης που είχε αναπτυχθεί μεταξύ τους, παραπείσθηκε και υπέγραψε στις 20-8-2008 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, δυνάμει του οποίου ο αναιρεσείων εισέπραξε ποσό 15.664,44 ευρώ, επιπλέον του συμφωνηθέντος τιμήματος για τη σχετική πώληση.

Πρόκειται επομένως για δύο συγκεκριμένα, διαφορετικά μεταξύ τους θέματα, η δε περί αυτών αναφορά του Πρωτοδικείου με τις συναφείς αιτιολογίες είναι σαφής, μη αντιφατική και στηρίζει πλήρως το διατακτικό της αποφάσεως. Είναι εξάλλου σαφές από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης ότι ο αναιρεσίβλητος δεν είχε εκδηλώσει πρόθεση να μη λάβει την πλήρη, τυχόν μεγαλύτερη της αρχικά συζητούμενης, αποζημίωση για την απαλλοτρίωση, ούτε ότι αυτός απέβλεπε μόνο στην απόκτηση του ακινήτου με το επίμαχο συμβόλαιο.

Συνεπώς όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους τρίτο και τέταρτο λόγους του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, όπως συμπληρώνονται με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο, κατ' επίκληση πλημμελειών από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα. Εξάλλου, εφόσον η αδικοπραξία (απάτη) μπορεί υπό τις πιο πάνω προϋποθέσεις να τελεσθεί και με αθέμιτη απόκρυψη γεγονότος, το δικαστήριο επαρκώς προσδιόρισε με τις πιο πάνω παραδοχές ότι στοιχειοθετείται η τέλεση αδικοπραξίας με παράλειψη εκ μέρους του αναιρεσείοντος, και όχι με τη χρήση κάποιων δόλιων τεχνασμάτων, τα οποία θα έπρεπε να παρατίθενται μόνο στην περίπτωση που επρόκειτο για τέλεση αδικοπραξίας με θετική πράξη.

Συνεπώς η αντίθετη αιτίαση για έλλειψη νόμιμης βάσης, που προβάλλεται με το πρώτο σκέλος του τέταρτου πρόσθετου λόγου, είναι αβάσιμη. Επίσης με τις παραδοχές ότι η αρχική συμφωνία των διαδίκων ως προς το τίμημα της πωλήσεως ήταν αυτό να ανέλθει στο ποσό των 4,50 ευρώ/τ.μ., ενώ ο αναιρεσείων με την περιγραφείσα συμπεριφορά παρέπεισε τον αναιρεσίβλητο να του χορηγήσει το ως άνω πληρεξούσιο, δυνάμει του οποίου εισέπραξε ποσό 15.664,44 ευρώ, επιπλέον του συμφωνηθέντος τιμήματος, δεν παρατηρείται καμία αντίφαση ως προς το ζήτημα του συμφωνηθέντος τιμήματος του ακινήτου και επομένως είναι αβάσιμη η αντίθετη αιτίαση από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ που προβάλλεται με το δεύτερο σκέλος του τέταρτου πρόσθετου λόγου.

IV. Οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, που εκφράζουν ερμηνευτικές αρχές, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση κατά την οποία υπάρχει κενό στην ερμηνευόμενη σύμβαση ή αμφιβολία ως προς τις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκαν, ευθέως ή εκ πλαγίου, οι ερμηνευτικοί ως άνω κανόνες των δικαιοπραξιών.

Το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες όταν, καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας τους, παραλείπει να προσφύγει, για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, στις διατάξεις των ως άνω άρθρων ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και τη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας (ΑΠ 604/2011).

Επομένως, ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά και ο τέταρτος πρόσθετος λόγος κατά το τρίτο σκέλος του από τον αρ. 19 του ως άνω άρθρου, με τους οποίους προβάλλεται ευθέως ή εκ πλαγίου παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, σχετικά με τις δηλώσεις βουλήσεως των διαδίκων που περιέχονται στα υπ' αρ. 13211/2007 και 15008/2008 πληρεξούσια και το υπ' αρ. ...

προσύμφωνο, είναι αβάσιμοι, ως στηριζόμενοι σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Πρωτοδικείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δε διαπίστωσε, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις ως άνω δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων και επομένως δεν ήταν ανάγκη να προσφύγει στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες.

V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.10 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 17 του ν. 2915/2001, συντρέχει λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως καθιερώνεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 104/2014).

Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο της ουσίας, μετά από την εκτίμηση προσκομισθέντων και αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, καταλήξει έστω και σε εσφαλμένη περί των πραγμάτων κρίση, η οποία βεβαίως είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 562 § 1 ΚΠολΔ. Από τη διάταξη, εξάλλου, του άρθρου 261 εδ.β' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι, εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο δικαστή να κρίνει, σε συνδυασμό με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση, προκύπτει ότι προϋπόθεση για να συναγάγει το δικαστήριο της ουσίας ομολογία για κάποιο πραγματικό ισχυρισμό, που αποτελεί στοιχείο της ιστορικής βάσης της αγωγής ή της ένστασης, είναι η μη αμφισβήτηση του ισχυρισμού αυτού, συνδυαζόμενη με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων.

Επομένως, εφόσον υπάρχει τέτοια αμφισβήτηση, η ύπαρξη ή μη της οποίας ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, και, παρά ταύτα, το δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε ομολογία, υποπίπτει στην από το άρθρο 559 αριθμ. 11β ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο λήψης υπόψη απόδειξης που δεν προσκομίστηκε. Επί συναγωγής δε ομολογίας από τη μη αμφισβήτηση των αγωγικών ισχυρισμών ο Άρειος Πάγος, επισκοπώντας τις προτάσεις (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ), ελέγχει μόνο αν πράγματι αμφισβητήθηκε ο ισχυρισμός, δεν μπορεί όμως να ελέγξει την κρίση του δικαστηρίου ως προς το αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνάγεται ή όχι ομολογία από την παράλειψη αμφισβήτησης, διότι αυτό αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων (ΑΠ 1236/2018, ΑΠ 530/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, μέμφεται το δικάσαν δικαστήριο, κατ' επίκληση πλημμελειών από το άρθρο 559 αριθμ.10 και (κατ' εκτίμηση) 11β' ΚΠολΔ, αντίστοιχα, ότι: (α)δέχθηκε χωρίς απόδειξη τον ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου ότι, ενώ αυτός γνώριζε σε ποιο ύψος ανήλθε η αποζημίωση για την απαλλοτρίωση, παρέλειψε να τον ενημερώσει σχετικά και (β) δέχθηκε ότι έμμεσα ομολογούσε με τις προτάσεις του, αφενός μεν ότι η αρχική συμφωνία των διαδίκων για το τίμημα της ένδικης πωλήσεως ήταν αυτό να ανέλθει στο ποσό των 4,5 €/τ.μ., αφετέρου δε ότι ήταν αληθής ο ισχυρισμός του αναιρεσιβλήτου ότι δεν τον ενημέρωσε για το ύψος στο οποίο πράγματι ανήλθε το ποσό της αποζημιώσεως για την απαλλοτρίωση.

Ο ανωτέρω υπό στοιχείο (α) λόγος είναι αβάσιμος, εφόσον, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη τις προσκομισθείσες από τους διαδίκους ένορκες βεβαιώσεις και το σύνολο των εγγράφων που αυτοί είχαν νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει.

Επίσης, ο ανωτέρω υπό στοιχείο (β) λόγος είναι αβάσιμος, ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις του, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των από 20-12-2016 ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας προτάσεών του, ο αναιρεσείων, αφενός μεν ομολογούσε το ύψος του αρχικώς συμφωνηθέντος τιμήματος (ότι δηλ. αυτό θα ανερχόταν σε 4-4,5 ευρώ ανά τ.μ.), αφετέρου δε δεν αμφισβητούσε ρητά το υποστηριζόμενο από τον αναιρεσίβλητο, ότι κατά την υπογραφή του 15028/20-8-2008 πληρεξουσίου δεν είχε ενημερωθεί από τον αναιρεσείοντα για το ύψος του ποσού της αποζημιώσεως για την απαλλοτρίωση, που είχε εν τω μεταξύ καθοριστεί.

VI. Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο ως άνω λόγος πρέπει το δικαστήριο να σχημάτισε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1795/2007).

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το δικαστήριο παραμόρφωσε με εκείνη το περιεχόμενο του αναφερόμενου στο αναιρετήριο συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού το Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του για την εξαπάτηση του αναιρεσιβλήτου από τον αναιρεσείοντα στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή, στις προσκομισθείσες ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων και στα αποδεικτικά έγγραφα, χωρίς να στηρίξει στο πιο πάνω πληρεξούσιο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο το επί της ουσίας πόρισμά του, αφού το περιεχόμενο αυτού του πληρεξουσίου διηγηματικά και μόνο αναφέρεται, σε αντίθεση με το συνταχθέν μεταγενεστέρως πληρεξούσιο, το οποίο το Δικαστήριο θεωρεί ως κρίσιμο έγγραφο.

Εξάλλου, όσον αφορά το έγγραφο τούτο(υπ' αρ. 15028/20-8-2008 πληρεξούσιο), για το οποίο, μαζί με το υπ' αρ. 13211/11-4-2007 πληρεξούσιο και το υπ' αρ. ... συμβόλαιο αγοραπωλησίας, αμφότερα της συμβολαιογράφου Παγγαίου Σουλτάνας Τσέλιου, ψέγει ο αναιρεσείων, κατ' επίκληση της ως άνω πλημμέλειας, την προσβαλλομένη με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως ότι τα παραμόρφωσε, πρέπει να σημειωθεί ότι το δικαστήριο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση των εγγράφων αυτών, αλλά, αφού τα διέγνωσε σωστά, και συγκεκριμένα ότι με το 15028/2008 πληρεξούσιο ο αναιρεσίβλητος του έδινε την εντολή να εισπράξει την αναλογούσα αποζημίωση απαλλοτριώσεως, τα συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν του εξεχώρησε κάθε δικαίωμά του από την απαλλοτρίωση, δηλ.

σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. VII. Επειδή ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και με την έννοια αυτή "πράγμα" αποτελεί η ιστορική βάση της αγωγής και τα θεμελιωτικά αυτής πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 171/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση το δικάσαν δικαστήριο δέχθηκε, όπως προαναφέρεται, ότι η ζημία του αναιρεσείοντος επήλθε εξαιτίας της αντίθετης προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη αθέμιτης απόκρυψης από αυτόν, κατά το χρόνο συντάξεως του υπ' αρ. 15028/20-8-2008 πληρεξουσίου, του γνωστού στον αναιρεσείοντα ύψους της ορισθείσης τιμής μονάδος αποζημιώσεως για την απαλλοτρίωση, με βάση το οποίο πληρεξούσιο εισέπραξε παρανόμως την προσδιορισθείσα αποζημίωση.

Δέχθηκε δηλ. τον επικουρικώς προβαλλόμενο κατ' εκτίμηση του δικογράφου αγωγικό ισχυρισμό, που θεμελιούται στο ότι ο αναιρεσείων με την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του τέλεσε κατά τον χρόνο εκείνο αδικοπραξία. Επομένως το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγμα μη προταθέν και αβάσιμα ο αναιρεσείων υποστηρίζει το αντίθετο με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστεί αυτός ως ηττώμενος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10 Νοεμβρίου 2017 αίτηση και τους από 5 Σεπτεμβρίου 2019 πρόσθετους λόγους του Ν. Ε. του Κ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 68/2017 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Μαΐου 2020.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και νυν Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου