Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of public ownership claim due to lack of reasoning on statutory conditions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the First Instance Court's dismissal of a claim challenging public ownership of land. The appellant argued that the lower court failed to provide sufficient reasoning regarding the specific conditions required for public ownership under the relevant law. The Court found that the lower court's decision was legally flawed because it did not adequately address the statutory prerequisites for the claim, rendering the judgment without a proper legal basis.
Legislator headnote
AI generatedArt. 2 para. 3 of Law 147/2014; Art. 559 para. 1 and 19 of the Code of Civil Procedure: A judgment is legally flawed and subject to appeal if the court fails to provide adequate reasoning on the conditions for applying a specific statutory provision, thereby depriving the decision of its legal foundation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 555 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 555/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΤΕΕ", που εκπροσωπείται νόμιμα και εδρεύει στην …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Καραγκούνη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Παναγιώτη Αθανασούλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-5-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:172/2013 του ιδίου Δικαστηρίου, 103/2014 του Εφετείου Κρήτης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα, με την από 30-4-2015 αίτησή της και τους από 15-3-2016 πρόσθετους λόγους επ’ αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε την από 8-4-2016 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί ο προτεινόμενος από την ίδια, καθώς και ο πρόσθετος λόγος και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή με το άρθρο 2 παρ. 3 του Ν. 147/2014, που εκδόθηκε κατ’ εφαρμογή της δια του Νόμου ΔΣΙΓ’ της 14/14 Νοεμβρίου κυρωθείσας Συνθήκης των Αθηνών της 1/14 Δεκεμβρίου 1913 μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, ορίστηκε ότι στις Νέες χώρες, που διατελούσαν προηγουμένως υπό την άμεση κυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους (Μακεδονία, ‘ Ηπειρος Κρήτης, νήσοι του Αιγαίου) "εισάγεται εν γένει η Ελληνική αστική νομοθεσία διατηρούνται όμως εν ισχύει αι περί γαιών διατάξεις του Οθωμανικού Νόμου αι ρυθμίζουσαι τα επ’ αυτών ιδιωτικής φύσεως δικαιώματα, των περί τούτων δικαιοπραξιών συντελουμένων εφεξής κατά τους ελληνικούς νόμους.
Κατά τα λοιπά παραμένουν οι εν ταις προσαρτώμενες χώρες προϋπάρχοντες αστικοί νόμοι". Ο με το νόμο αυτό περιορισμός της ισχύος του Νόμου "περί γαιών" μόνο στις ρυθμίζουσες τα επ’ αυτώ δικαιώματα ιδιωτικής φύσεως, έχει την έννοια του αποκλεισμού των διατάξεων περί των δικαιωμάτων του Οθωμανικού Κράτους επί των δημόσιων γαιών, οι οποίες περιήλθαν πλέον στο Ελληνικό Δημόσιο, μετά την προσάρτηση των νέων χωρών στην Ελληνική Επικράτεια και συνακόλουθα, όσον αφορά την Κρήτη μετά τις 11.5.1915 που η νήσος ενώθηκε με την Ελλάδα.
Εξάλλου, όπως είναι ιστορικά γνωστό, το 1897 η Κρήτη που κατεχόταν από τις Δυνάμεις, αναγνωρίστηκε αυτόνομη, με την επικυριαρχία του Σουλτάνου και σχηματίστηκε Εθνική Κυβέρνηση στο νησί, κάτω από την υψηλή Επιτροπεία του πρίγκηπα Γεωργίου της Ελλάδος (1898). Κατά τη διάρκεια της αυτονομίας της Κρήτης και συγκεκριμένα στις 23 Ιουλίου 1904 τέθηκε σε ισχύ ο Κρητικός Αστικός Κώδικας, η ισχύς του οποίου διατηρήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 2 του προαναφερθέντος ν. 147/1914 και μετά την ένωση της Κρήτης με την υπόλοιπη Ελλάδα (11.5.1915) και μέχρι την κατάργησή του, η οποία επήλθε, με βάση τα άρθρα 1, 5 αρ. 3 του ΕισΝΑΚ και 1 παρ. 1 του ν.δ.
της 7/10 Μαΐου 1946, στις 22 Φεβρουαρίου 1946, γιατί στις 23 Φεβρουαρίου 1946 άρχισε ισχύς του Αστικού Κώδικα. Οι διατάξεις των άρθρων 206, 237 στοιχ. ε, 295, 296, 299 και 302 του εν λόγω Κώδικα καθιερώνουν ως τρόπο κτήσης της κυριότητας σε ακίνητο και την έκτακτη χρησικτησία. Αυτή κατά το άρθρο 295 συνίσταται στην επί είκοσι συνεχή έτη νομή του ακινήτου, ενώ ως νομή πράγματος κατά το άρθρο 206 του ίδιου κώδικα οριζόταν η "με διάνοια κυρίου αυτοπροσώπως ή δι’ άλλου ασκούμενη φυσική και αποκλειστική εξουσία επί του πράγματος (κατοχή)".
Εξάλλου όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1248 και 1614 του Οθωμανικού Αστικού Κώδικα, ο οποίος ίσχυσε στην Κρήτη μέχρι την εισαγωγή του Κρητικού Αστικού Κώδικα (1904), ο θεσμός της χρησικτησίας, δεν αναγνωρίζεται ως τρόπος κτήσης κυριότητας τόσο για τα ακίνητα καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), όσο και για τις δημόσιες γαίες (αμρί - ρεζί).
Επομένως ο χρόνος που διέδραμε στη διάρκεια ισχύος της Οθωμανικής νομοθεσίας δεν υπολογίζεται για την κτήση της κυριότητας με χρησικτησία. Ο Κρητικός όμως Κώδικας θέσπισε με τα άρθρα 1356 και 1357 αυτού, που συνιστούν διατάξεις διαχρονικού δικαίου, ειδική ρύθμιση, για τον υπολογισμό του χρόνου ο οποίος διέδραμε πριν από την ισχύ του.
Η πρώτη διάταξη ορίζει ότι ο χρόνος που ορίζεται από τον παρόντα νόμο για την απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία αρχίζει, αφότου υπήρξαν όλα τα προσόντα, τα οποία απαιτούνται από το νόμο για τη χρησικτησία και ότι εάν κατά την έναρξη ισχύος αυτού είναι συμπληρωμένος ο χρόνος της χρησικτησίας ή υπολείπεται για τη συμπλήρωση του χρονικό διάστημα, που είναι μικρότερο της πενταετίας, η κυριότητα δεν αποκτάται πριν περάσουν πέντε έτη από την ισχύ του νόμου, ενώ η δεύτερη διάταξη ορίζει ότι η κατά το άρθρο 295 εικοσαετής νομή, η οποία απαιτείται για την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, υπολογίζεται από την ημέρα κατά την οποία άρχισε, εάν εξακολουθεί κατά την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου.
Εξ ετέρου από τις διατάξεις των άρθρων 298 και 299 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι για την έκτακτη χρησικτησία ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος προσμετρά προς συμπλήρωση του χρόνου αυτής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του. Περαιτέρω από τα άρθρα 198, 199 και 202 του εν λόγω κώδικα προκύπτει ότι τα κτήματα της επικράτειας διακρίνονται σε δημόσια, τα οποία είναι αναπαλλοτρίωτα και σε ανήκοντα στην περιουσία του κράτους, τα οποία υπόκεινται σε απαλλοτρίωση και για τα οποία ρητά ορίζεται με το άρθρο 302 του ίδιου κώδικα ότι υπόκεινται στους ορισμούς περί χρησικτησίας.
Δημόσια κτήματα είναι μόνο εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 199 και στα οποία δεν περιλαμβάνονται τα δάση ή οι δασικές εκτάσεις, ενώ κατά το επόμενο άρθρο 200 όλα τα υπόλοιπα ανήκουν στην περιουσία του κράτους και επομένως υπάγονται στο νομικό καθεστώς περί αυτών. Το τελευταίο άρθρο (302), καταργήθηκε σιωπηρά από το άρθρο 21 του Ν.
Δ/τος της 22-4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ", με το οποίο εξαιρέθηκαν της χρησικτησίας τα δημόσια κτήματα για το μέλλον, εφόσον μέχρι την έναρξη ισχύος του δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος της χρησικτησίας. Η συμπλήρωση όμως της χρησικτησίας εμποδιζόταν από της ισχύος του Ν.ΔΞΗ/1912 και των σε εφαρμογή αυτού εκδοθέντων Δ/των, με τα οποία ανεστάλη κάθε προθεσμία και κάθε παραγραφή επί αστικών διαφορών και τα οποία ίσχυσαν στην Κρήτη από 11.5.1915 (που ενώθηκε με την Ελλάδα).
Ενόψει συνεπώς της με τις ως άνω διατάξεις του ισχύοντος από 23.7.1905, ως προελέχθη, Κρητικού Αστικού Κώδικα και τις λοιπές αναφερόμενες διατάξεις καθιερούμενης ρύθμισης και μολονότι στο προϊσχύσαν αυτού και στη νήσο Κρήτη Οθωμανικό δίκαιο, ήταν κατά τα προαναφερθέντα άγνωστος ο θεσμός της χρησικτησίας επί δημοσίου (ανήκοντος στην περιουσία του Κράτους) κτήματος, ήταν δυνατή η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, που έπρεπε να έχει συμπληρωθεί μέχρι την 11-5-1915, με συνυπολογισμό μέχρι δεκαπέντε ετών χρόνου νομής, πριν από την έναρξη ισχύος του Κρητικού Αστικού Κώδικα.
Εξάλλου κατά το Οθωμανικό δίκαιο και ειδικότερα το άρθρο 3 του νόμου "περί Γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (ήτοι 1856) μεταξύ των δημοσίων γαιών περιλαμβάνονται τα δάση και οι χειμερινές και θερινές βοσκές (τόποι που παράγουν χόρτο για βόσκηση ζώων), ρητώς δε οριζόταν ότι αυτές ανήκαν στο Τουρκικό Δημόσιο και ότι η παραχώρησή τους σε ιδιώτες γίνεται με τη χορήγηση από το Αυτοκρατορικό Κτηματολόγιο εγγράφου τίτλου, που ονομάζεται "ταπί" το οποίο φέρει το μονόγραμμα (τουγρά) του Σουλτάνου και αποτελούσε τίτλο αναγνωστικό έναντι του Ελληνικού Δημοσίου και στο οποίο αναγραφόταν η χρήση της έκτασης, σύμφωνα με τον προορισμό της.
Από τους ορισμούς αυτούς συνάγεται ότι στην Κρήτη, η οποία κατά τη θέσπιση του ν.δ. της 17-11/1.2.1836 "περί ιδιωτικών δασών" δεν αποτελούσε μέρος της Ελληνικής Επικράτειας, οι γαίες που υπό την ισχύ του Κρητικού Αστικού Κώδικα, είχαν τον χαρακτήρα του δάσους αποτελούσαν κτήματα ανήκοντα στην απαλλοτριωτή περιουσία του Κράτους και όχι στην αναπαλλοτρίωτη, με συνέπεια να μπορούν να περιέλθουν στην κυριότητα των ιδιωτικών με χρησικτησία (ΑΠ 1343/2015) ενώ κατά το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ η απόκτηση κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε όταν έγιναν τα πραγματικά δικαιώματα για την απόκτησή τους.
Εξάλλου κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα.
Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ’ επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωση (Ολ ΑΠ 20/2005).
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 4 ΚΠολΔικ, κατ’ εξαίρεση ο ‘ Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, ύστερα όμως από πρόταση του Εισηγητή Αρεοπαγίτη, που έχει περιληφθεί στην έγγραφη εισήγησή του, μεταξύ άλλων και τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των ενώπιόν του με επίκληση, νομίμως προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς την αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή της αναιρεσείουσας και τη διόρθωση της εγγραφής του στα Κτηματολογικά βιβλία. "Το ακίνητο για το οποίο ερίζουν οι διάδικοι βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του χωριού Χωραφάκια της πρώην κοινότητας ..., πρώην δήμου Ακρωτηρίου και νυν Χανίων, στη θέση "...".
Η ως άνω περιφέρεια κηρύχθηκε υπό κτηματογράφηση και στα πλαίσια των εργασιών για τη δημιουργία Εθνικού Κτηματολογίου κατά τις διατάξεις του νόμου 2305/1995, υποβλήθησαν οι σχετικές δηλώσεις. Το ως άνω λοιπόν ακίνητο εντάχθηκε στην περιοχή κτηματογράφησης του κτηματολογικού γραφείου Ε. Β. και έχει καταχωρηθεί στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου με αριθμό ΚΑΕΚ ..., στο οικείο, δε, κτηματολογικό φύλλο και στις πρώτες εγγραφές αναγράφηκε ως δικαιούχος κυριότητας κατά ποσοστό 100% το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο (εφεξής εναγόμενο) ,με αιτία κτήσης το νόμο, δεδομένου ότι η έκταση θεωρήθηκε δασική με βάση αεροφωτογραφίες έτους 1945.
Το επίδικο ακίνητο έχει εμβαδόν 7.894 τ.μ., και συνορεύει βόρεια με το υπ’ αριθμ. ΚΑΕΚ ... ακίνητο (κατά την ενάγουσα ιδιοκτησία Γ. Σ.), ανατολικά με το υπ’ αριθμ. ΚΑΕΚ ... ακίνητο (κατά την ενάγουσα ιδιοκτησία Ιεράς Μονής ...), νότια με το υπ’ αριθμ. ΚΑΕΚ ... ακίνητο (με βάση το προσκομιζόμενο τοπογραφικό της ενάγουσας, τμήμα αυτού, αποτελεί δική της ιδιοκτησία, ενιαία με το επίδικο ακίνητο των 7.894 τ.μ, στον προαναφερθέντα αριθμό ΚΑΕΚ και άλλο τμήμα, πέραν αυτού, αποτελεί ιδιοκτησία Ε., Ι., Β.
και Δ. Δ.) και δυτικά με το υπ’ αριθμ. ΚΑΕΚ ... ακίνητο (κατά την ενάγουσα, αλλά και κατά τον ΟΚΧΕ, αγροτικό δρόμο). Το ως άνω ακίνητο εμφανίζεται και στο συνταχθέν και προσκομισθέν με επιμέλεια της ενάγουσας από το Μάρτιο του έτους 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού, Ν. Π., με στοιχεία ... Όπως προκύπτει από το προσκομισθέν από την ενάγουσα αυτό τοπογραφικό, το ευρύτερης έκτασης ακίνητο της με στοιχεία, κατά το παραπάνω τοπογραφικό, ...
εμβαδού 10.978,06 τμ, περιλαμβάνει και το επίδικο ακίνητο των 7.894 τ.μ, αλλά και τμήμα του όμορου με ΚΑΕΚ ... ακινήτου, εμβαδού κατά τα παρακάτω 2.635,93 τμ, (τη χωρική μεταβολή ως προς το οποίο δε ζητεί με την αγωγή της) οπότε στην πραγματικότητα δεν πρόκειται περί του αυτού ακινήτου με εσφαλμένη καταμέτρηση, όπως εσφαλμένα ισχυρίστηκε με την αγωγή της.
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν περιλαμβάνονται στο επίδικο ακίνητο των 7.894 τμ τα τμήματα, κατά το προαναφερθέν τοπογραφικό, με στοιχεία: α) ..., β) ... και γ) ..., με τη σημείωση ότι το τμήμα με στοιχεία ... εμβαδού 2.635,93 τμ περιλαμβάνεται, κατά το τοπογραφικό της ενάγουσας, στο ευρύτερο κατά αυτήν ακίνητο της, πλήν όμως, δεν αποτελεί αυτό, τμήμα του ακινήτου με αριθμ.
ΚΑΕΚ ..., έχει καταχωρηθεί, δε, το ανωτέρω τμήμα, με αριθμό ΚΑΕΚ ... και με την ένδειξη άγνωστος, η οποία στη συνέχεια διορθώθηκε, ως ανακριβής πρώτη εγγραφή με την υπ’ αριθμ. 186/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, όχι στο όνομα της ενάγουσας αλλά στο όνομα των Ε., Ι. , Β. και Δ. Δ., κατά των οποίων δεν προκύπτει ότι στράφηκε η ενάγουσα.
Όπως προαναφέρθηκε δικαιούχος κυριότητας, στο κτηματολογικό φύλλο και στις πρώτες εγγραφές για το προαναφερθέν ακίνητο των 7.894 τμ, αναγράφηκε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο. Τη διόρθωση της εγγραφής αυτής ζήτησε η ενάγουσα ισχυριζόμενη ότι απέκτησε την κυριότητα του άνω ευρύτερου ακινήτου κατά παράγωγο) άλλως κατά πρωτότυπο τρόπο.
Συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι απέκτησε το ακίνητο αυτό με βάση το υπ’ αριθμ. .../2002 προσκομιζόμενο συμβόλαιο, που αποτελεί επανάληψη του υπ’ αριθμ. ...25-9-2002 συμβολαίου συγχώνευσης της ενάγουσας με απορρόφηση των ανωνύμων εταιριών "... Α.Τ.Ε." και "... Α.Ε." του συμβολαιογράφου Κοζάνης, Λάζαρου Σιούλα, που μεταγράφηκε νόμιμα, στους δε, δικαιοπαρόχους της περιήλθε το άνω ακίνητο, με παράγωγο, επίσης, τρόπο και δη στη δικαιοπάροχο της ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...
Α.Τ.Ε", είχε περιέλθει με αγορά, με βάση το υπ’ αριθμ. .../27-1-1997 προσκομιζόμενο συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Χανίων Αικατερίνης Πανηγυράκη, που μεταγράφηκε νόμιμα , με πωλητές τους Ε. και Ι. Δ. και Ε. Σ.. Στους παραπάνω πωλητές είχε περιέλθει το άνω ακίνητο, σε μείζονα έκταση των 43.900 τμ, με αγορά από την Μ.
Π. του Α. και της Μ., σύζυγο Α. Λ., με βάση το υπ’ αρ. .../10-12-1993, μη προσκομισθέν, συμβόλαιο αγοραπωλησίας που μεταγράφηκε νόμιμα, στη, δε, δικαιοπάροχο τους περιήλθε με βάση την υπ’ αριθμ. ….έκθεση κλήρωσης, που μεταγράφηκε νόμιμα, σε εκτέλεση της υπ’ αριθμ 311/91 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων (μη προσκομισθείσες), με την οποία διατάχθηκε η δικαστική διανομή της ευρύτερης έκτασης των 87.800 τμ, της οποίας τη συγκυριότητα απέκτησε η προαναφερθείσα και κατά ποσοστό 4/8 εξ αδιαιρέτου ως εξής:
α) ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά της μητέρας της, Μ. συζύγου Α. Π. το γένος Ε. Κ., που απεβίωσε αδιάθετη την 24-07-1948, την οποία αποδέχτηκε με την υπ’ αρ. .../12-05-1977, μη προσκομισθείσα, πράξη του συμβολαιογράφου Χανίων Παναγιώτη Κλωνιζάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα και β) ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου, από τον πατέρα της, Α.
Π. του Β., το οποίο ο τελευταίος απέκτησε από την προαναφερθείσα σύζυγο του, την οποία κληρονόμησε και αποδέχθηκε το ποσοστό με την ίδια ως άνω πράξη αποδοχής κληρονομιάς, στη συνέχεια δε, μεταβίβασε αυτό στη θυγατέρα του με την υπ’ αριθ. .../1990, μη προσκομισθείσα, πράξη της συμβολαιογράφου Χανίων, Μαρίας Κλωνιζάκη-Κατσούλη, που μεταγράφηκε νόμιμα και κατόπιν με την υπ’ αρ. .../1992 πράξη παραίτησης από την παρακρατηθείσα επικαρπία της συμβολαιογράφου Χανίων Καλλιόπης Δασκαλάκη - Δαμίγου που μεταγράφηκε νόμιμα.
Ότι το ακίνητο αυτό η Μ. συζύγου Α. Π. το γένος Ε. Κ. έλαβε από άτυπες δωρεές των γονέων της το έτος 1928, οι, δε, τελευταίοι το κατείχαν από το έτος 1888, καλλιεργώντας το όλοι οι δικαιοπάροχοι της, χωρίς ποτέ τούτο να αποτελεί δασική έκταση, αποκτήσασα έτσι την κυριότητα και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Πλήν όμως, τα παραπάνω δεν αποδεικνύονται βάσιμα, ενόψει και του ότι σύμφωνα με τον κανόνα του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, που διατήρησε και ο Αστικός Κώδικας, "ουδείς μετάγει πλέον ου έχει δικαιώματος" (Γ. Μπαλής, ΓενΑρχ παρ. 30, ΕμπρΔ παρ. 61, ΕφΑΘ 12/1960 ΕλλΔνη 1960 σελ. 680), στη συγκεκριμένη, δε, περίπτωση αποδείχθηκε ότι οι προαναφερθέντες δικαιοπάροχοι της ενάγουσας, δεν είχαν δυνατότητα μεταβίβασης της κυριότητας της επίδικης έκτασης, γιατί δεν τους ανήκε , αφού το επίδικο ήταν δασική έκταση από την εποχή της Τουρκοκρατίας και ως δασική έκταση, που επί Τουρκοκρατίας ανήκε στο Τουρκικό Δημόσιο, στη συνέχεια, μετά την απελευθέρωση, περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο, ως διάδοχο του κατακτητή δυνάμει της από 1/14-11-1913 Σύμβασης Ειρήνης μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας.
Ειδικότερα αποδεικνύεται ότι η επίδικη έκταση κατά τα χρόνια της Τουρκοκρατίας και μέχρι την 11.5.1915, που απαγορεύθηκε η χρησικτησία σε δημόσια κτήματα, αποτελούσε δασική έκταση καλυπτόμενη από άγρια θαμνώδη και ξυλώδη βλάστηση ατόμων ασπαλάθου, χαμορείκης σχίνου, από την οποία μπορούσαν να παραχθούν με δασική εκμετάλλευση δασικά προϊόντα και η οποία μαζί με την υπάρχουσα εκεί χλωρίδα και πανίδα, αποτελούσαν μέσω της αμοιβαίας αλληλεπίδρασης και αλληλεξάρτησης ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές).
Στην κρίση αυτή οδηγείται το Δικαστήριο από την από 1-11-2011 έκθεση φωτοερμηνείας του δασολόγου, Δ. Σ., στην οποία αναφέρεται ότι τμήμα της επίδικης έκτασης εμβαδού 505,97 τμ, περιγραφόμενη στο συνημμένο σχεδιάγραμμα, καλύπτεται από θαμνώδη δασική βλάστηση των ειδών ασπαλάθου, χαμορείκης σχίνου σε ποσοστό μεγαλύτερου του 25%, με άτομα ώριμα και ευμεγέθη, κατάσταση που δεν άλλαξε κατά τα έτη 1945 και 1998, ενώ στο υπόλοιπο τμήμα εμβαδού 7.388,37 τμ, εμφανίζεται κατά το έτος 1945 θαμνώδης δασική βλάστηση των παραπάνω ειδών σε ποσοστό μεγαλύτερο του 25%, με άτομα ώριμα και ευμεγέθη, καθώς και ότι η ευρύτερη περιοχή κατά το έτος 1945 αποτελείτο από εκτάσεις ιδίων με την άνω μορφή, δηλαδή θαμνώδους δασικής βλάστησης, ενώ το έτος 1998 η ευρύτερη περιοχή αποτελείται από εκτάσεις ιδίας μορφής στα δυτικά, βόρεια και νότια του επιδίκου, όπως, επιπλέον και από μωσαϊκό, χορτολίβαδων, με θαμνώδεις δασικές εκτάσεις στα ανατολικά.
Το περιεχόμενο της άνω έκθεσής του, επιβεβαίωσε μετά λόγου γνώσης ένορκα ο εν λόγω δασολόγος εξεταζόμενος στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όπου, μεταξύ άλλων, κατέθεσε ότι το επίδικο το έτος 1945 αποτελούσε δασική έκταση και μετά προέκυψε η αλλαγή της χρήσης της γης, στις όμορες, δε, περιοχές του επιδίκου υπάρχουν εκτάσεις με δασική βλάστηση αλλά και χωρίς βλάστηση, γεγονός που δεν αναιρεί το δασικό χαρακτήρα της ευρύτερης περιοχής.
Εξάλλου, δεν βεβαιώνεται η ύπαρξη εντός του επιδίκου κάποιας ένδειξης καλλιέργειάς του, που θα μπορούσε να αναχθεί και κατά τον κρίσιμο χρόνο, όπως πχ πεζούλες, κτίσματα κλπ, γεγονός που συνηγορεί στη δασική μορφή του επιδίκου κατά τον κρίσιμο αυτόν χρόνο. Η κρίση αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι ουδόλως αποδείχθηκαν από τις μαρτυρικές καταθέσεις, ακόμη και των μαρτύρων που εξετάσθηκαν με επιμέλεια της ενάγουσας, συγκεκριμένες πράξεις νομής στο επίδικο κατά τον κρίσιμο χρόνο, η ύπαρξη των οποίων θα συνηγορούσε στον αγροτικό χαρακτήρα του και η βεβαίωσή τους, κατά την κρίση αυτού του Δικαστηρίου, θα ήταν απαραίτητη για να μη στερηθεί η απόφαση αυτή τη νόμιμη βάση της, σύμφωνα με τις νομικές παραδοχές της μείζονας σκέψης στην αρχή της παρούσας.
Ειδικότερα ο μάρτυρας που εξετάστηκε με επιμέλεια της ενάγουσας, αναφέρθηκε μόνο στην καλλιέργεια ελαιώνα στο επίδικο, την έναρξη της οποίας τοποθέτησε πριν σαράντα χρόνια ήτοι, στο έτος 1970 και στην καλλιέργεια καρπουζιών, χωρίς όμως να διευκρινίζει εάν πρόκειται για καλλιέργεια αναγόμενη στον κρίσιμο παραπάνω χρόνο.
Άλλωστε, ο μάρτυρας αυτός γεννήθηκε το έτος 1945, οπότε δεν θα μπορούσε να γνωρίζει την κατάσταση του επιδίκου κατά το έτος 1900 - 1915. Ο, δε, μάρτυρας Α. Λ. (σύζυγος της εκ των δικαιοπαρόχων Μ. Π. του Α.), που κατέθεσε σε συναφή δίκη στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων στις 26-1-2012, αναφέρθηκε αόριστα σε καλλιέργεια των επιδίκων και σε φύτευση ελαιοδένδρων πρώτη φορά το έτος 1947, ισχυριζόμενος ότι η έκταση περιήλθε στην πεθερά του ως οικογενειακή περιουσία από τον πατέρα της πριν το 1900.
Είναι χαρακτηριστικό άλλωστε ότι ούτε η αιτούσα στην υπό κρίση αγωγή της αναφέρεται σε είδη καλλιεργειών των απώτατων δικαιοπαρόχων της κατά τον κρίσιμο χρόνο, που να καταδεικνύουν την ύπαρξη αγροτικής έκτασης, αναφερόμενη μόνο για καλλιέργεια του επιδίκου, το οποίο μάλιστα, όπως ισχυρίστηκε, η Μ. Κ.
συζ. Α. Π. το έλαβε από δωρεές των γονέων της, σ’ αντίθεση με τον προαναφερθέντα μάρτυρα που κατέθεσε ότι το έλαβε από τον πατέρα της. Σήμερα, βέβαια, όπως προαναφέρθηκε, στο επίδικο υπάρχουν ελαιόδενδρα, τα οποία φυτεύτηκαν μετά το έτος 1950, εξαιτίας της κατάληψής και της εκχέρσωσης της δασικής του βλάστησης , όπως συνέβη και στις γύρω εκτάσεις, αν και βόρεια και κυρίως δυτικά, το ακίνητο γειτνιάζει με άλλα ακίνητα που φέρουν δασική βλάστηση.
Αντίθετη κρίση δεν μπορεί να συναχθεί από την από το Σεπτέμβριο του έτους 2014 ειδική τεχνική έκθεση, αυτοψία και φωτοερμηνεία αεροφωτογραφιών του Δασολόγου Ι. Α., ο οποίος διαπίστωσε για το έτος 1945 μόνη την ύπαρξη πολύ χαμηλής βλάστησης στο επίδικο, χωρίς να προσδιορίζει τη φύση αυτής και να δίδει κάποια ερμηνεία για την ύπαρξη της, την οποία (έκθεση), η ενάγουσα δεν μερίμνησε να συνταχθεί και να προσκομισθεί στην πρωτοβάθμια διαδικασία, ώστε να υποβληθεί στη βάσανο της αποδεικτικής διαδικασίας.
Άλλωστε, δε, το περιεχόμενο της, σ’ αντίθεση με την από 1-11-2011 έκθεση φωτοερμηνείας του δασολόγου Δ. Σ., δεν επιβεβαιώθηκε ενόρκως από το συντάκτη της. Επομένως, αφού αποδείχθηκε η φύση της άνω έκτασης ως δασικής κατά το χρόνο της τουρκοκρατίας και άρα ως ανήκουσας στο τουρκικό δημόσιο, αυτή μετά την απελευθέρωση και της ένωσης της Κρήτης με την Ελλάδα, περιήλθε στην κυριότητα του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου ως διάδοχο του κατακτητή και τούτο ενόψει του γεγονότος ότι δεν αποδείχθηκαν πράξεις νομής από τους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας μέχρι την 11-5-1915, που να κατέλυσαν την ως άνω κυριότητα.
Συνακόλουθα η αγωγή θα πρέπει, κατά παραδοχή του σχετικού ισχυρισμού του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, τον οποίο επανέφερε και με λόγο έφεσης, ν’ απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση του εναγομένου - αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, που είχε κρίνει αντιθέτως, δίκασε εκ νέου την αγωγή, την οποία απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεχθέν τον περί ιδίας κυριότητας ισχυρισμό του Δημοσίου.
Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε ότι οι φερόμενοι ως απώτατοι από το 1888 δικαιοπάροχοι της ενάγουσας δεν είχαν τη δυνατότητα μεταβιβάσεως του επιδίκου ακινήτου, αφού τούτο δεν τους ανήκε καθόσον κατά την εποχή της τουρκοκρατίας ήταν δασική έκταση και ως εκ τούτου ανήκε στο Τουρκικό Δημόσιο και ότι στη συνέχεια "μετά την απελευθέρωση, περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού, δυνάμει της από 1/14.11.1913 Σύμβασης Ειρήνης μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας".
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε τις αναφερόμενες στη νομική σκέψη διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν. 147/1914, καθώς και εκείνες των άρθρων 1356, 1357, 198, 199, 202, 302, 206 και 295 του Κρητικού Αστικού Κώδικα και 51 του ΕισΝΑΚ καθόσον το επίδικο, που κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης ήταν δασικό, ανήκε κατά το άρθρο 199 του ΚρΑΚ στην απαλλοτριωτική περιουσία του Κράτους και κατά το άρθρο 302 του ίδιου κώδικα υπέκειτο σε χρησικτησία και μόνον αν δεν είχαν αποκτηθεί επ’ αυτού ιδιωτικά δικαιώματα (άρθρ. 2 παρ. 3 Ν. 147/1914) και παρέμενε τούτο στην κυριότητα του Οθωμανικού Δημοσίου θα περιερχόταν στο Ελληνικό μετά την Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, στις 11.5.1915.
Μετά από αυτά πρέπει, κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα και ενόψει του προτεινομένου από την Εισηγήτρια Αρεοπαγίτη αναιρετικού λόγου του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγου παραβιάσεως των προαναφερθεισών διατάξεων του Ν. 147/1914 και του Κρητικού Αστικού Κώδικα, να γίνει δεκτός ο λόγος αυτός (άρθρ. 562 παρ. 4 ΚΠολΔικ).
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔικ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. ‘ Ελλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της.
Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο, ως προς το ζήτημα του επί του επιδίκου ακινήτου δικαιώματος κυριότητας του Δημοσίου και της καταλύσεως του δικαιώματος αυτού από τους απώτερους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας το οποίο ακίνητο κατά τις παραδοχές της αποφάσεως (και ενόψει του ότι τα δικαιογόνα της ιδιότητας του περιστατικά κρίνονται από τον χρόνο στον οποίο αφορούν) ήταν δάσος κατά το χρόνο της ενώσεως της Κρήτης με την Ελλάδα (11.5.1915) δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ως προς τη συνδρομή ή μη των περί έκτακτης χρησικτησίας προϋποθέσεων του Κρητικού Αστικού Κώδικα, ενώ προσέτι δέχεται αντιφατικά ότι τούτο λόγω της μορφής του ως δάσους δεν ήταν δεκτικό νομής από ιδιώτη και γι’ αυτό και μόνο ανήκε στο Τουρκικό Δημόσιο και περιήλθε από του προαναφερθέντος χρόνου στο Ελληνικό Δημόσιο, με βάση την επικαλούμενη Συνθήκη.
Ενόψει τούτων δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής των αναφερομένων στον προηγούμενο και από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγο εκτιθεμένων, αλλά και επικαλουμένων από την αναιρεσείουσα διατάξεων και γι’ αυτό ο από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου πρόσθετος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος.
Μετά από αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ 3 ΚΠολΔικ), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που αυτή είχε καταθέσει (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔικ). Το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο λόγω της ήττας του (άρθρο 183 και 176) πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία όμως θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔικ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ’ αριθμ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β’ 11/20.1.1993) που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1937.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 103/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, ήτοι στο Μονομελές Εφετείο Κρήτης, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή πλήν εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα, του κατατεθέντος, από αυτήν, παραβόλου.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ