Legislator Case Law & Legislation
555/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and rejects abuse of right claim due to lack of legal basis.

Case Number 555/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's judgment. The appellant argued that the defendant failed to appear and that the property was legally blocked, but the court found the defendant properly notified. The court ruled that the defendant's claim of abuse of right lacked substantive legal support and was based on false assertions regarding the property's access.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576, 568, 498 of the Code of Civil Procedure; Article 281 of the Civil Code: The Supreme Court must examine sua sponte the lawful summons of absent defendants; a claim of abuse of right requires specific circumstances beyond mere inactivity and is rejected if unsupported by positive evidence.

Keywords

AI generated
abuse of right procedural dismissal summons validity property access supreme court review

Cited Legislation

AI generated
Articles 576, 568, 498 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 555 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 555/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. συζ. Π. Μ., το γένος Ν. Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη-Μαρία Κατσαντώνη.

Της αναιρεσίβλητης: Δ. συζ. Γ. Μ., το γένος Π. Α., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 42/27-2-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Μυτιλήνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/2008 μη οριστική, 15/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 101/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-10-2010 αίτησή της και με τους από 12-10-2011 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 8-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των από 12-10-2011 προσθέτων αυτής λόγων.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 576 παρ. 1, 2 και 3, 568 παρ. 1 και 4 και 498 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, αν εκλήθη νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύδοντος την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και, σε καταφατική περίπτωση, να προχωρήσει στην συζήτηση παρά την απουσία του.

Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ' αριθμ. 006997Γ/23/3/2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού στο Πρωτοδικείο Μυτιλήνης ..., την οποία προσκομίζει η αναιρεσείουσα, αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήσεως προς συζήτηση για την στην αρχή της παρούσης αποφάσεως αναφερομένη δικάσιμο (16/112011), νομίμως και εμπροθέσμως επεδόθη προς την αναιρεσίβλητη, με την επιμέλεια της αναιρεσειούσης, η οποία, διά της πληρεξούσιας της δικηγόρου Αθηνών Ελένης- Μαρίας Κατσαντώνη επισπεύδει την συζήτηση.

Επίσης, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 009245/14.10.2011 έκθεση επιδόσεως του ιδίου ως άνω δικαστικού επιμελητού, ακριβές αντίγραφο του δικογράφου των από 12/10/2011 προσθέτων λόγων αναιρέσεως μαζί με την κάτω από αυτό πράξη ορισμού δικασίμου και κλήσεως προς συζήτηση για την ίδια ως άνω δικάσιμο επιδόθηκε προς την αναιρεσίβλητη με την επιμέλεια της αναιρεσειούσης, η οποία με την επιμέλεια της ιδίας ως άνω πληρεξούσιας δικηγόρου της, επισπεύδει την συζήτηση.

Πλην όμως η αναιρεσίβλητη, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του παρόντος δικαστηρίου, δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από την οικεία σειρά του πινακίου, ούτε κατέθεσε σχετική δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ. 1 και 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, η συζήτηση της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων αυτής λόγων πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία της, ως εάν να ήταν και αυτή παρούσα, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

ΙΙ. Επειδή, κατά τους ορισμούς των άρθρων 1012 και 1013 ΑΚ, "Αν ακίνητο στερείται την αναγκαία δίοδο προς τον δρόμο, έχει δικαίωμα ο κύριος του να απαιτήσει δίοδο από τους γείτονες έναντι ανάλογης αποζημίωσης. Η κατεύθυνση της διόδου και η έκταση του δικαιώματος για τη χρήση της, καθώς και η αποζημίωση που πρέπει να καταβληθεί, καθορίζονται με δικαστική απόφαση".

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι ως ακίνητο, που στερείται της αναγκαίας διόδου προς την οδό, είναι εκείνο που στερείται από κάθε επικοινωνία με την δημοσία, δημοτική ή κοινοτική οδό αναγκαία για την, σύμφωνα με τον προορισμό του, εκμετάλλευση, καθώς και εκείνο το οποίο έχει μεν δίοδο, πλην αυτή ατελώς εξυπηρετεί τις ανάγκες του ακινήτου δια της υφιστάμενης επικοινωνίας.

Η έκταση του προς χρήση διόδου δικαιώματος, που καθορίζεται αντικειμενικώς, πρέπει να ανταποκρίνεται προς την οικονομική χρησιμότητα αυτού, η δε επάρκεια της διόδου κρίνεται επίσης αντικειμενικώς κατά τις, κατά τον χρόνο εγέρσεως της αγωγής, συγκεκριμένες εκάστοτε συνθήκες, δηλαδή τις υφιστάμενες ανάγκες του ακινήτου, τον υφιστάμενο προορισμό, την θέση ή περιοχή.

Κατά δε την διάταξη του άρθρου 1014 ΑΚ, δεν υπάρχει υποχρέωση των γειτόνων να παράσχουν δίοδο, αν η συγκοινωνία του ακινήτου προς τον δημόσιο δρόμο έπαυσε με αυτόβουλη πράξη ή παράλειψη του κυρίου του ακινήτου. Για την εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως, που θεμελιώνει ένσταση κατά της αγωγικής αξιώσεως του άρθρου 1012 ΑΚ, απαιτείται το ακίνητο να στερήθηκε την αναγκαία δίοδο προς δημοσία, δημοτική, κοινοτική ή αγροτική οδό με θετική ή αρνητική ενέργεια του κυρίου ή των προκατόχων του.

Η ενέργεια, εξαιτίας της οποίας προήλθε η στέρηση της διόδου, πρέπει να είναι αυτόβουλη, δηλαδή να απορρέει από την βούληση του δικαιούχου. Τοιαύτη δε πράξη ή παράλειψη του δικαιούχου υπάρχει και όταν αυτός παραιτήθηκε από το υφιστάμενο δικαίωμα δουλείας διόδου κατά του τρίτου ή από ενοχικό δικαίωμα προς σύσταση τοιούτου δικαιώματος ή όταν αυτός είχε δικαίωμα δουλείας διόδου, την οποία, όμως, άφησε να αποσβεσθεί δι' αχρησίας.

Από τις ίδιες δε διατάξεις συνάγεται ότι η περί παροχής διόδου αγωγή ασκείται κατά του κυρίου του γειτονικού ακινήτου, δια του οποίου διώκεται η παροχή της, χωρίς να είναι απαραίτητο να απευθύνεται και κατά των κυρίων όλων των γειτονικών ακινήτων, δια των οποίων δύναται να διέλθει η δίοδος, απόκειται δε στην υπεράσπιση του εναγομένου να επικαλεσθεί, κατ' ένσταση, και αποδείξει, προς απόκρουση της αγωγής, την ύπαρξη γειτονικού κτήματος, δια του οποίου προσήκει, βάσει των αντικειμενικών συνθηκών, η διέλευση.

Τέλος, κατά το άρθρο 560 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο, ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ευθεία παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου υπάρχει όταν το δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καίτοι ήταν εφαρμοστέος στην συγκεκριμένη περίπτωση βάσει των παραδοχών του, ή εφήρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που, με βάση τις ίδιες παραδοχές, δεν έπρεπε να εφαρμόσει.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης εδέχθη, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. Δυνάμει του με αριθ. .../26.08.1978 προικοσυμφώνου του συμβολαιογράφου Μυτιλήνης Νικολάου Οικονομόπουλου, το οποίο μεταγράφηκε στα Βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μυτιλήνης στον τόμο 78 με αριθμό ..., η ενάγουσα απέκτησε την ψιλή κυριότητα, μεταγενέστερα δε, και από την έναρξη της ισχύος του Ν. 1329/1983, σύμφωνα με τα άρθρα 56 και 57 του νόμου αυτού, απέκτησε και την επικαρπία και συνεπώς την πλήρη κυριότητα ενός ελαιοκτήματος που βρίσκεται στη θέση "Κούκος" ή "Πασπαλάς" της κτηματικής περιφέρειας Μοριάς εκτάσεως περίπου δέκα στρεμμάτων, περιέχει περίπου 200 ελαιόδενδρα, και συνορεύει γύρωθεν με ιδιοκτησίες Π.

Π., Ε. Β., Β. και Μ.. Το ακίνητο αυτό, μετά την ένταξη του δημοτικού διαμερίσματος Μοριάς στην κτηματογραφημένη περιοχή του δήμου Μυτιλήνης έλαβε αριθμό ΚΑΕΚ 330531001014/0/0. Το ακίνητο της ενάγουσας στερείται διόδου προς οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική οδό, όπως αποδεικνύεται από το συνημμένο στην αγωγή από Οκτώβριο 2005 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Χ.

Κ., γεγονός εξάλλου που δεν αμφισβητείται από την εναγομένη. Η αγροτική οδός, στην οποία η ενάγουσα επιδιώκει με την αγωγή να έχει πρόσβαση, διέρχεται από τη δυτική πλευρό του περίκλειστου ακινήτου και σε επαφή με το γειτονικό ακίνητο, ιδιοκτησίας της εναγομένης, με το οποίο το πρώτο ακίνητο συνορεύει σε ένα τμήμα της δυτικής του πλευράς.

Εντός του ακινήτου αυτού υπήρχε και κατά το παρελθόν ένας δρομίσκος, που ξεκινούσε από το νοτιοδυτικό άκρο της ιδιοκτησίας της εναγομένης, όπου αυτή εφάπτεται με την αγροτική οδό, ακολουθούσε βορειοανατολική κατεύθυνση και κατέληγε στο όριο της ιδιοκτησίας της ενάγουσας. Μετά δε από εργασίες που ενέργησε η εναγομένη κατά το έτος 2005, ο παραπάνω δρομίσκος διανοίχθηκε και κατέστη πλέον δρόμος, πλάτους περίπου 2,50 μέτρων και μήκους περίπου 145 μέτρων.

Η διάνοιξη ωστόσο δεν έφτασε μέχρι το όριο της ιδιοκτησίας της ενάγουσας, αλλά σταμάτησε σε απόσταση περίπου 30 μέτρων από αυτό, όπου όμως εξακολουθεί να υπάρχει ο παλαιότερα υφιστάμενος στο σημείο αυτό δρομίσκος. Εξάλλου αποδείχθηκε ότι η προτεινόμενη από την εναγομένη δίοδος, η οποία βρίσκεται στη νοτιοανατολική πλευρά του ελαιοκτήματος της ενάγουσας είναι "ένα μονοπάτι κατηφορικό, πλάτους περίπου 30-40 εκατοστών και μήκους περίπου 300 μέτρων, ξεκινά από το όριο της ιδιοκτησίας της ενάγουσας με το ακίνητο ιδιοκτησίας Δ.

και καταλήγει σε ένα ρέμα, το οποίο πρέπει να διέλθει κάποιος, για να φτάσει στον αγροτικό δρόμο που οδηγεί στο υδραγωγείο Μόριας. Κατά μήκος του μονοπατιού σε δύο-τρία σημεία υπάρχουν "σέτια". Τα παραπάνω βεβαιώνονται και από τη με αριθ. 89/2008 έκθεση αυτοψίας που συνέταξε η αρμόδια Ειρηνοδίκης, στην οποία επιδείχθηκε το μονοπάτι αυτό από την εναγομένη και δεν αμφισβητούνται από καμία από τις διαδίκους πλευρές.

Στο σημείο αυτό, πρέπει να σημειωθεί ότι ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι είναι δυνατή η παροχή της παραπάνω περιγραφείσας διόδου διαμέσου άλλου γειτονικού ακινήτου, δεν αποτελεί ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, καθώς δεν αναφέρει κανένα στοιχείο θεμελιωτικό της ένστασης αυτής, αλλά, ύστερα από ορθή δικαιική υπαγωγή, αποτελεί ένσταση εκ των όρθρων 1012 επ.

ΑΚ, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, παρά το αντιθέτως δεκτό γενόμενο από την, κατά τα ανωτέρω, συνεκκληθείσα με αριθ. 14/2008 μη οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Μυτιλήνης. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι υπάρχει αγροτική οδός και στη βόρεια πλευρά του ελαιοκτήματος της ενάγουσας, η πρόσβαση δε στην οδό αυτή, είναι εφικτή διαμέσου των ιδιοκτησιών Φ.

Π. και Γ. Κ., με τις οποίες το ως άνω ελαιόκτημα της ενάγουσας συνορεύει στη βόρεια και βορειοανατολική του πλευρά αντίστοιχα. Από κανένα στοιχείο ωστόσο δεν αποδείχθηκε ότι υφίσταται επί των ανωτέρω ακινήτων και υπέρ του ακινήτου της ενάγουσας δουλεία διόδου, ή ότι η ενάγουσα είχε ενοχικό δικαίωμα προς σύσταση τέτοιας δουλείας, από τα οποία όμως η τελευταία παραιτήθηκε.

Επομένως, η σχετική έκτου όρθρου 1014 ΑΚ ένσταση της εναγομένης, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη, σύμφωνα και με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας καθώς για την παραδοχή της ένστασης αυτής δεν αρκεί η απόδειξη του γεγονότος ότι το ακίνητο της ενάγουσας είχε διόδους σε αγροτικό δρόμο μέσω των παραπάνω ακινήτων, τις οποίες και μόνο χρησιμοποιούσε τόσο η ίδια, όσο και οι δικαιοπάροχοι της, από τη χρήση των οποίων παραιτήθηκε, όπως αναφέρει στην ένορκη βεβαίωση του ο Ν.

Τ., καθώς η απλή χρήση των ως άνω διόδων για κάποιο χρονικό διάστημα, χωρίς να αναφέρεται πόσο, δεν θεμελιώνει δικαίωμα δουλείας διόδου, ούτε ενοχικό δικαίωμα προς σύσταση τέτοιας δουλείας. Από όλα τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η πλέον πρόσφορη κατά την κρίση του Δικαστηρίου δίοδος προς την αγροτική οδό είναι η προταθείσα από την ενάγουσα, δηλαδή η δίοδος που διέρχεται μέσω του με αριθμ.

ΚΑΕΚ 330531001017 ακινήτου, ιδιοκτησίας της εναγομένης, η οποία έχει συνολικό μήκος 175 περίπου μέτρα και πλάτος 2,5 περίπου μέτρα κατά μήκος του διανοιχθέντος δρόμου (ήτοι σε μήκος 145 περίπου μέτρων) και 0.50 μέτρα κατά μήκος του ήδη υπάρχοντος δρομίσκου (ήτοι σε μήκος 30 περίπου μέτρων). Η δίοδος αυτή, η οποία έχει εμβαδά 422,5 τ.μ.

ξεκινάει από τον αγροτικό δρόμο, στο νοτιοδυτικό άκρο της ιδιοκτησίας της εναγομένης, έχει τρεις στροφές λόγω κλίσεως και ανωφέρειας, και με ελικοειδή, ανηφορική και βορειοανατολική κατεύθυνση καταλήγει στο βορειοδυτικό όριο της ιδιοκτησίας της ενάγουσας. Η παραπάνω δίοδος είναι η λιγότερο επαχθής και επιζήμια, καθώς επί του ακινήτου της εναγομένης υφίσταται ήδη διανοιχθείσα οδός, γεγονός που καθιστά τη δίοδο προς την αγροτική οδό μέσω αυτής ευχερέστερη για την ενάγουσα, ενώ επιπλέον δεν θα απαιτηθεί οποιαδήποτε περαιτέρω επέμβαση στο ακίνητο της εναγομένης.

Στο σημείο δε όπου δεν διανοίχθηκε ο παλαιόθεν υπάρχων δρομίσκος και έχει μήκος 30 μέτρα, δεν υπάρχει ουδεμία φυσική ή τεχνική δυσκολία, προκειμένου να δημιουργηθεί η δίοδος αυτή, ούτε απαιτείται η εκρίζωση ελαιοδένδρων. Επιπλέον η προτεινόμενη από την ενάγουσα δίοδος βρίσκεται πλησιέστερα προς την αγροτική οδό.

Αντίθετα η προτεινόμενη από την εναγόμενη δίοδος, μέσω του γειτονικού ακινήτου ιδιοκτησίας Δ., από τη νοτιοανατολική πλευρά του ακινήτου της ενάγουσας, βρίσκεται πιο μακριά από την αγροτική οδό, καθώς έχει μήκος 300 περίπου μέτρα, ενώ για τη διέλευση της διόδου έως την αγροτική οδό απαιτείται επιπλέον η υπέρβαση ενός μικρού ρέματος.

Τυγχάνει συνεπώς επαχθέστερη για την ενάγουσα η παροχή της διόδου αυτής, ενώ δεν αποδείχθηκε εάν με την παροχή αυτή θα επιβαρυνθεί η γειτονική ιδιοκτησία Δ., ή εάν διέρχεται και μέσω τρίτου, συνορεύοντος με την ιδιοκτησία αυτή ακινήτου. Ενόψει των προεκτεθέντων, η αναγκαία δίοδος για το περίκλειστο ακίνητο της ενάγουσας, η οποία εξυπηρετεί τις ανάγκες του, είναι η διερχόμενη από την ιδιοκτησία της εναγομένης, όπως αυτή αναφέρεται ανωτέρω.

Η αποζημίωση που πρέπει να καταβληθεί στην εναγομένη από την μείωση της αξίας του ακινήτου της λόγω της παροχής της διόδου αυτής και αφού ληφθεί υπόψη α) η καταλαμβανόμενη από την δίοδο επιφάνεια (422,5 τ.μ.), β) ότι δεν απαιτείται καμία απολύτως επέμβαση στο ακίνητο της ενάγουσας, πλην της καθαίρεσης της περίφραξης στο βορειανατολικό σημείο αυτού, όπου συνορεύει με το ακίνητο της ενάγουσας, γ) ότι δεν απαιτείται η βλάβη δένδρων, δεν υπερβαίνει το ποσό των 1.267,50 ευρώ (422,5 Χ 3 ευρώ)".

Ακολούθως, κατόπιν εξαφανίσεως της εκκληθείσης υπό της αναιρεσιβλήτου εναγούσης με αριθμό 15/2009 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Μυτιλήνης, το Πολυμελές Πρωτοδικείο έκρινε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την από 27/1/2006 αγωγή της ενάγουσας υποχρεώνοντας την αναιρεσείουσα εναγομένη, έναντι καταβολής αποζημιώσεως εκ 1.267,50 ευρώ, στην παροχή διόδου, μήκους 175 μέτρων και πλάτους 2,5 μέτρων, όπως η εν λόγω δίοδος περιγράφεται στην εν λόγω απόφαση.

Με αυτά που εδέχθη και έτσι, όπως έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, ορθώς εφήρμοσε και ερμήνευσε τις παρατεθείσες ουσιαστικές διατάξεις. Ειδικότερα, εδέχθη, ότι το ακίνητο της αναιρεσιβλήτου εναγούσης, στερείται της αναγκαίας διόδου προς επικοινωνία του με κοινόχρηστη οδό, ότι η ολιγότερον επαχθής δίοδος επικοινωνίας μετά της οδού αυτής είναι η στην αγωγή περιγραφόμενη, καθώς και ότι η αναιρεσίβλητη δεν παραιτήθηκε από εμπράγματο δικαίωμα δουλείας διόδου που εξυπηρετούσε τις ανάγκες επικοινωνίας του ακινήτου της με κοινόχρηστη οδό ή από ενοχικό δικαίωμα προς σύσταση τοιούτου δικαιώματος, ή ότι άφησε να αποσβεσθεί δι' αχρησίας κατά την διάταξη του άρθρου 1138 ΑΚ υφιστάμενο δικαίωμα δουλείας.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως προβαλλόμενες αιτιάσεις είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Οι στους ίδιους λόγους διαλαμβανόμενες αιτιάσεις περί παραβιάσεως των ιδίων ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, γιατί το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα του από Οκτωβρίου 2005 τοπογραφικού διαγράμματος του τοπογράφου μηχανικού Χ.

Κ., μαρτυρικών καταθέσεων και αποφάσεων που εκδόθηκαν επί αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων, οδηγήθηκε στο ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα, ως πλήττουσες, υπό την επίκληση της παραβιάσεως ουσιαστικών διατάξεων την περί των πραγμάτων αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου, είναι απαράδεκτες και απορριπτέες.

III. Επειδή, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγομένη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσης καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσης για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων.

Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκούσης της επελεύσεως δυσμενών απλώς για τα συμφέροντα του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του διά την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το παραδεκτώς επισκοπούμενο δικόγραφο των εγγράφων προτάσεων της αναιρεσειούσης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, αναφέρεται δε και στο κύριο δικόγραφο της αναιρέσεως και των προσθέτων αυτής λόγων, αυτή, ως εφεσίβλητη εναγομένη, προς αντίκρουση της εφέσεως της αναιρεσιβλήτου εναγούσης, προέβαλε, μεταξύ των άλλων ισχυρισμών, και την ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως του επιδίκου δικαιώματος, και προς θεμελίωσή της ισχυρίσθηκε j ότι το ακίνητο της αναιρεσιβλήτου δεν στερείται της αναγκαίας διόδου προς επικοινωνία προς κοινόχρηστη αγροτική οδό, ήτοι δεν είναι περίκλειστο και "τυφλό", όπως αναληθώς διατείνεται η αναιρεσίβλητη, αφού, "όπως προέκυψε από τα διάφορα αποδεικτικά μέσα, μάρτυρες τοπογραφικά, αεροφωτογραφίες, υπάρχει σήμερα ημιονική δίοδος, η οποία ευρίσκεται στην νοτιοανατολική πλευρά του ελαιοκτήματος της αναιρεσιβλήτου", εξυπηρετούσα επαρκώς τις ανάγκες επικοινωνίας του ακινήτου της αναιρεσιβλήτου, όπως η συλλογή ελαιοκάρπου.

Υπό τα εν λόγω περιστατικά η προταθείσα ως άνω ένσταση, μη περιλαμβάνουσα κανένα από τα προαναφερόμενα στοιχεία που κατά νόμο μπορούν να την θεμελιώσουν, αλλά θεμελιουμένη σε αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς, είναι μη νόμιμη, γι' αυτό και το Πολυμελές Πρωτοδικείο που την απέρριψε, ως μη στηριζομένη στο νόμο, ορθώς εφήρμοσε και ερμήνευσε την παρατεθείσα ουσιαστική διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 560 παρ. 1 ΚΠολΔ, γι' αυτό και ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος αναιρέσεως, όπως συμπληρώνεται με τον μοναδικό λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΩΤΕΡΩ ΛΟΓΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6 Οκτωβρίου 2010 αίτηση αναιρέσεως της Α. συζύγου Π. Μ. και τους από 12 Οκτωβρίου 2010 προσθέτους αυτής λόγους, για αναίρεση της 101/2010 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, που δίκασε ως Εφετείο.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 21 Φεβρουαρίου 2012 και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του την 3 Απριλίου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ