Legislator Case Law & Legislation
555/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations for public sector salary claims against municipalities.

Case Number 555/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the First Instance Court's rejection of their claim for special salary supplements against the municipality of Anoixi. The appellants argued that the municipality failed to provide equal salary treatment under specific laws, violating constitutional equality principles. The court ruled that the claims were time-barred because the statute of limitations for public sector salary disputes had expired before the appellants could assert an active claim.

Legislator headnote

AI generated

Articles 90(3) and 91(a) of Law 2362/1995; Claims for salary supplements against public bodies are subject to a two-year limitation period from the claim's inception, and the court found the appellants' claims expired.

Keywords

AI generated
statute of limitations public sector salaries municipal claims equality principle limitation period salary supplements administrative law

Cited Legislation

AI generated
Article 90(3) of Law 2362/1995
Article 91(a) of Law 2362/1995
Article 56 of Law 496/1974
Article 3 of Law 31/1968
Article 304 of the Municipal and Communal Code
Article 14 of Law 3016/2002
Article 28(4) of Law 3205/2003
Article 24(2) of Law 3205/2003

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 555 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 555/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορo Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Η. Α., 2) Ν. Α., κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Παπαηλιού, με δήλωση του άρθρου 242 παρ 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου: Δήμου Άνοιξης Αττικής που εδρεύει στην Άνοιξη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μανώλη Φραντζεσκάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-11-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Μαραθώνα. Εκδόθηκε η 228/ 2007 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου και 6620/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 4-12-2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 3-12-2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη του δευτέρου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 "περί δημοσίου λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", που εφαρμόζεται και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 56 ν.δ. 496/1974, 3 ν.δ. 31/1968 και 304 του κυρωθέντος με το π.δ. 410/1995 Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (ως εκ του κρισίμου εδώ χρόνου), η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από τη γένεση της, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 91 εδ.

α' του ίδιου νόμου, με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του νόμου αυτού η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της. Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων σαφώς προκύπτει, ότι με την πρώτη απ' αυτές ρυθμίζεται ειδικά το θέμα της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του ή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, και ορίζεται ως χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξιώσεως.

Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το θέμα της έναρξης της παραγραφής οποιασδήποτε αξιώσεως κατά του δημοσίου κ.λ.π. από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων που διατυπώνονται στο άρθρο 91 εδ.

α' και επομένως κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 32/2005, Ολ. Α.Π. 29/2006). Η προβλεπόμενη από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, για τις πιο πάνω αξιώσεις τα ων υπαλλήλων του Δημοσίου και των ΟΤΑ βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που ισχύει κατ' άρθρο 350 αρ. 6 και 17 Α.Κ.

για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από τον οριζόμενο στο άρθρο 937 Α.Κ. χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων (Ο.Α. 3/2006) και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των σχετικών αξιώσεων και των αντίστοιχων υποχρεώσεων του Δημοσίου και των ΟΤΑ, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής καταστάσεως αυτών στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι δημότες με την καταβολή φόρων, τελών και λοιπών υπέρ αυτού (ΟΤΑ) επιβαρύνσεων (πρβλ.

Ολ.Α.Π. 38/2005) και συνεπώς η διάταξη αυτή δεν αντίκειται, 1) στην κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας (πρβλ. ΑΕΔ 9/2009 για την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διατάξεως του άρθρου 48 παρ. 3 του ν.δ. 496/1974, που θεσπίζει διετή παραγραφή για τις αντίστοιχες αξιώσεις των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ κατ' αυτών), 2) στη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 Συντ.) γιατί η με την ανωτέρω διάταξη ρύθμιση δεν συνιστά υπέρβαση των ακραίων ορίων που επιβάλλονται από την αρχή της αναλογικότητας, 3) στη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ) που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και ορίζει ότι, "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα, όπως η υπόθεσίς του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει, είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως ..." και 4) στις διατάξεις του άρθρου 1 του (επίσης κυρωθέντος με το ν.δ. 53/1974 και την αυτή υπερνομοθετική ισχύ έχοντος) Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου (στην οποία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ.Α.Π. 40/1988), αφού οι διατάξεις αυτές εμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί ακόμη και ενοχικά δικαιώματα και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη της ισχύος του.

Εξάλλου, και από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του ως άνω Πρωτοκόλλου προκύπτει, ότι μ' αυτό αναγνωρίζεται ευθέως το δικαίωμα κάθε Κράτους να θεσπίζει νόμους, εάν το κρίνει αναγκαίο, για τη διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, επομένως και να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεων τους εντός ευλόγου χρόνου προς διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτεθέντα, και η προστασία της περιουσίας του Δημοσίου και των ΟΤΑ (Ολ.Α.Π. 31/2007, ως προς την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διατάξεως του άρθρου 48 παρ. 3 ν.δ. 496/1974 ).

Στην προκείμενη περίπτωση το δίκασαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, κρίνοντας επί αγωγής των αναιρεσειόντων, δέχθηκε ότι η αξίωση τους, για την ειδική παροχή του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 3016/2002 και της κατ' εξουσιοδότηση αυτής εκδοθείσας ΚΥΑ) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 31-12-2003 υπέπεσε στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, καθ' όσον η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 8 Δεκεμβρίου 2006.

Κρίνοντας έτσι το ως Εφετείο δίκασαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, είναι αβάσιμος. Επειδή, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 2738 /1999, η συλλογική διαπραγμάτευση για τη ρύθμιση των όρων και των συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν υπάγονται στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου, λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι ιδίως, τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λ.π.), μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία.

Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται, όμως, για το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα ΝΠΔΔ, είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμισθούν κανονιστικώς, βάσει υπάρχουσας νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης.

Στο άρθρο 14 του ν. 3016/2002 " για την εταιρική διακυβέρνηση , θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις " ορίσθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: "1. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού, ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπογράφηκαν κατά το έτος 2001. 2.

Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται ολικά ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ( ΝΠΔΔ ), που δεν συμμετείχε στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.

Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά στο προσωπικό των ΟΤΑ και στο προσωπικό των λοιπών ΝΠΔΔ, περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4.

Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις (ΚΥΑ) καθορίζονται ειδικότερα : α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβανομένου υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών του συνολικού ποσού των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των παροχών αυτών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγηση τους ... .

Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1-1-2002 ".Δυνάμει της προαναφερθείσας εξουσιοδοτικής διατάξεως και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με ορισμένους κλάδους υπαλλήλων, εκδόθηκαν ΚΥΑ, με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω ειδική παροχή ύψους 88 ευρώ μηνιαίως, από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7- 2002, σε όλους σχεδόν τους με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Ελληνικού Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονταν από τις διατάξεις του ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", ανεξάρτητα από το αν οι κλάδοι των υπαλλήλων αυτών είχαν εκπροσωπηθεί ή όχι στις προηγηθείσες συλλογικές διαπραγματεύσεις.

Κατόπιν τούτου, έγινε δεκτό ότι η ως άνω ειδική χρηματική παροχή χορηγήθηκε σε όλους τους μόνιμους ή με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997. Ενώ δηλαδή, η χορήγηση της ειδικής μηνιαίας παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, είχε προβλεφθεί προκειμένου να εξομαλυνθούν οι μισθολογικές διαφορές υπέρ των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, οι οποίοι δεν ελάμβαναν πρόσθετες παροχές, με τις προαναφερόμενες υπουργικές αποφάσεις επεκτάθηκε η χορήγηση της ειδικής παροχής χωρίς να τίθεται ως προϋπόθεση η μη λήψη πρόσθετων μισθολογικών παροχών.

Έτσι, με τη χορήγηση της ειδικής παροχής σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, που αφενός μεν δεν πληρούσαν αποδεδειγμένα την εν λόγω προϋπόθεση και αφετέρου απασχολούνταν με τελείως διαφορετικές συνθήκες από κλάδο σε κλάδο, αυτή απέκτησε το χαρακτήρα αμοιβής που προσαυξάνει το μισθό όλων ανεξαιρέτως των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, οι οποίοι αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης.

Στη συνέχεια με το άρθρο 28 παρ. 4 του ν.3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", από την έναρξη της ισχύος του (1-1-2004 ) καταργήθηκε το άρθρο 14 του ν.3016/2002 και όλες οι ΚΥΑ που είχαν εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση αυτού, δηλαδή όλες οι διατάξεις με τις οποίες προβλεπόταν η χορήγηση της ως άνω ειδικής παροχής και η επέκταση της σε διαφόρους κλάδους υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ.

Για να μη γίνει, όμως, χειρότερη η μισθολογική θέση των υπαλλήλων στους οποίους είχε χορηγηθεί η ειδική παροχή μέχρι εκείνη τη χρονική στιγμή, με το άρθρο 24 παρ. 2 του ν. 3205/2003 ορίσθηκε ότι, "ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του ίδιου νόμου`".

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η γενόμενη ρύθμιση έχει την έννοια της διατηρήσεως του ποσού των ως άνω καταβαλλόμενων μέχρι της μεταβολής του νομικού καθεστώτος αποδοχών και όχι της εξακολουθήσεως και μετά ταύτα του προϊσχύοντος νομικού καθεστώτος.

Συνεπώς προϋπόθεση της διατηρήσεως της ειδικής παροχής των 176 ευρώ, ως προσωπικής διαφοράς του δικαιούχου υπαλλήλου και μετά την 1-1-2004, είναι είτε η πραγματικά λήψη, είτε η ύπαρξη ενεργού αξιώσεως για τη λήψη της ειδικής αυτής παροχής κατά την 31-12-2003. Και τούτο διότι, εάν δεν είχε ενεργό αξίωση ο υπάλληλος συγκεκριμένου κλάδου κατά του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ κατά την 31-12-2003, καμία χειροτέρευση της μισθολογικής θέσης αυτού δεν θα μπορούσε να επέλθει την 1-1-2004, αφού η κατάργηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, όλων των ΚΥΑ που είχαν εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση του και, κατ' αποτέλεσμα της ερμηνείας αυτών, που δικαιολογούσε τη χορήγηση της ειδικής παροχής σε όλους ανεξαιρέτως τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας, δεν μπορούσε να έχει βλαπτικές συνέπειες για την οικονομική του θέση.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της αγωγής των ήδη αναιρεσειόντων κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου, προκύπτει, ότι οι πρώτοι εξέθεταν ότι συνδέονται με τον αναιρεσίβλητο με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, από το έτος 1975 και 1989 αντίστοιχα, ότι υπάγονται στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο που διέπει το Δημόσιο τομέα, τους ΟΤΑ και τα ΝΠΔΔ και ότι ο εναγόμενος δεν τους χορηγεί τη μισθολογική παροχή του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, της οποίας η χορήγηση συνιστά ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο και δεν συναρτάται με καμία άλλη προϋπόθεση, όπως ιδιαίτερες συνθήκες εργασίας ή τα πρόσωπα των εργαζομένων και ως εκ τούτου η μη χορήγηση της συνιστά παραβίαση της Συνταγματικής αρχής της ισότητας και της αρχής της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία και ότι μετά την κατάργηση, με το άρθρο 28 παρ. 4 του ν. 3205/2003, του άρθρου 14 του ν.3016/2002 και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών κοινών υπουργικών αποφάσεων, η ένδικη μισθολογική παροχή διατηρήθηκε, με το άρθρο 24 παρ. 2 του ν. 3205 / 2003, ως προσωπική διαφορά και ζήτησαν την επιδίκαση της ειδικής ως άνω παροχής από 1-1-2002 κι' εντεύθεν.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή, ενώ το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο την έφεση του ήδη αναιρεσίβλητου, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την αγωγή, α) ως παραγεγραμμένη για το διάστημα από 1-1-2002 έως 31-12 -2003 και β) ως αόριστη, για το από 1-1-2004 κι' εντεύθεν διάστημα.

Με το να απορρίψει το Πολυμελές Πρωτοδικείο την αγωγή των αναιρεσειόντων για το από 1-1-2004 κι' εντεύθεν διάστημα, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε, καθόσον οι αναιρεσείοντες δεν είχαν ενεργό αξίωση κατά του αναιρεσίβλητου, για την ειδική παροχή των 176 ευρώ, υπό την ισχύ του άρθρου 14 του ν. 3016 /2002, δηλαδή μέχρι την 31/12/2003, αφού η αξίωση τους για το από 1-1-2002 έως 31-12-2003 χρονικό διάστημα είχε παραγραφεί, και ως εκ τούτου την 1-1-2004 δεν είχαν ενεργό αξίωση για την παροχή αυτή, η δε μεταβατικής ισχύος διάταξη του άρθρου 24 παρ. 2 του ν.2305 /2003 δεν τους καταλαμβάνει για τον ίδιο ως άνω λόγο, δηλαδή γιατί δεν είχαν ενεργό αξίωση κατά του αναιρεσίβλητου μέχρι την ισχύ του νόμου αυτού.

Επιπλέον, εφόσον μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου 3205/2003 οι αναιρεσείοντες δεν είχαν λάβει την ειδική ως άνω παροχή, καμία χειροτέρευση της μισθολογικής τους θέσης δεν θα μπορούσε να επέλθει μετά την 1-1-2004. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 560 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-12- 2009 αίτηση για αναίρεση της 6620/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Απριλίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ