Supreme Court dismisses seaman's appeal on self-employment principle and evidence evaluation grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the seaman's appeal against the First Instance Court's rejection of his claim for additional wages. The seaman argued he performed multiple roles, but the court found the lower court correctly applied the principle of private autonomy in maritime employment. The court ruled that the appellate court properly evaluated documentary evidence alongside other proof without distorting its content.
Legislator headnote
AI generatedArticles 5(1) of the Constitution; Articles 53, 54, 70 et seq. of the Merchant Navy Law; Articles 648, 659, 672 of the Civil Code; Articles 1 and 8 of Law 2112/1920; Article 61 of the Regulation: The principle of private autonomy in maritime employment allows seamen to claim full remuneration for parallel execution of multiple tasks within legal time limits, provided the lower court's evidence assessment was not distorted.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 555 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 555/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, ναυτικού, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Γερασίμου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Εταιρείας με την επωνυμία "BARENT NAVIGATION COMPANY LIMITED", η οποία εδρεύει στην ..., όπως νόμιμα εκπροσωπείται και αντιπροσωπεύεται στην Ελλάδα από τη διαχειρίστρια, αντιπρόσωπο και αντίκλητο αυτής εταιρία με την επωνυμία "AUTOVIE DEL MARE MARITIMI WAY LIMITIED", η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. 2)Εταιρείας με την επωνυμία "AUTOVIE DEL MARE MARITIME WAY LIMITED" η οποία εδρεύει στη ..., είναι δε εγκατεστημένη στην Ελλάδα βάσει του ΑΝ 89/67, όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και διατηρεί γραφεία στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. 3)Ψ3, κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν όλοι τους από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αριστείδη Αγγελάκο, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-5-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 443/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 33/2008 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 2-4-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χρήστος Αλεξόπουλος ανέγνωσε την από 29-9-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της και καθένας δεν την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, 3, 189, 192, 193, 361, 648, 651-653 και 659 του Α.Κ. και 53 του ΚΙΝΔ συνάγεται ότι η αρχή της αυτονομίας της ιδιωτικής βουλήσεως, στο μέτρο που δεν περιορίζεται από κανόνες δημόσιας τάξεως, ισχύει και στο πεδίο της ναυτικής εργασίας. Σύμφωνα με την αρχή αυτή ο ναυτικός εγκύρως αναλαμβάνει, με τη σύμβαση ναυτολογήσεώς του ή κατόπιν νεότερης και τροποποιητικής εκείνης συμφωνίας του με τον πλοίαρχο, την παράλληλη εκτέλεση, είτε εν όλω, είτε μερικώς, περισσοτέρων και αυτοτελών εργασιών στο πλοίο, μέσα δε στα νόμιμα χρονικά όρια της απασχολήσεώς του, οπότε, στην εν λόγω περίπτωση, δικαιούται, ολικά ή μερικά, σε απόληψη του αθροίσματος των ελαχίστων νομίμων αποδοχών όλων των εργασιών αυτών.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 53,54 και 70 επ. ΚΙΝΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648,659 και 672 Α.Κ. και των άρθρων 1 και 8 ν. 2112/1920, όπως ισχύουν, συνάγονται, μεταξύ των άλλων, τα ακόλουθα: α) Η σύμβαση ναυτολογήσεως συνάπτεται είτε για ορισμένο είτε για αόριστο χρόνο, είτε κατά πλουν, έναν ή περισσότερους, β) Σύμβαση ορισμένου χρόνου θεωρείται εκείνη από την οποία προκύπτει ορισμένη διάρκεια της ναυτολογήσεως, λήγει δε αυτοδικαίως με την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου, δηλαδή την τελευταία ημέρα του χρόνου αυτού.
Η σύμβαση πάντως αυτή, εάν έληξε και παρόλα αυτά τα μέρη συνεχίζουν σιωπηρά την εκτέλεση της, μετατρέπεται σε αόριστου χρόνου κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 671 Α.Κ και γ) Σε περίπτωση συνάψεως αλλεπάλληλων συμβάσεων ναυτολογήσεως ορισμένου χρόνου, εάν ο καθορισμός της διάρκειας τους δεν δικαιολογείται από τη φύση και το σκοπό της εργασίας ή από τις ιδιαίτερες ανάγκες του πλοιοκτήτη ή του εφοπλιστή, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων για την υποχρεωτική καταγγελία της συμβάσεως, είναι άκυρη η σύμβαση ως προς τον καθορισμό της διάρκειάς της και θεωρείται ότι καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, στην οποία η απόλυση του ναυτικού δεν είναι δυνατόν να λάβει χώρα χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως.
Τέλος, οι αναιρετικοί λόγοι λόγοι των αριθμών 1 εδαφ. α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύονται, ο μεν πρώτος, αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεων του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.
Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα: " Ο αναιρεσείων (ενάγων), έλληνας ναυτικός, με σύμβαση ναυτικής εργασίας ορισμένου χρόνου, διαρκείας μέχρι πέρατος δρομολογίων, που καταρτίσθηκε στο ..., στις 16-9-2002, με τη δεύτερη αναιρεσίβλητη (εναγόμενη), που ενεργούσε με την ιδιότητά της ως διαχειρίστριας του παρακάτω πλοίου, το οποίο ανήκε στην πλοιοκτησία της εταιρίας με την επωνυμία "...
μέχρι την 1-10-2002, οπότε το πλοίο μεταβιβάσθηκε στην εταιρεία με την επωνυμία ... Ναυτική Εταιρία" και της οποίας (δεύτερης αναιρεσίβλητης) νόμιμη εκπρόσωπος από τις 2-12-2005 είναι η τρίτη αναιρεσίβλητη (εναγόμενη), προσλήφθηκε και ναυτολογήθηκε ως ναύτης στο με ελληνική τότε σημαία ΕΓ/ΟΓ πλοίο "E...", κ.ο.χ. 11.651, αντί αποδοχών προβλεπόμενων από την οικεία ΣΣΝΕ πληρωμάτων Μεσογειακών - τουριστικών επιβατηγών πλοίων, και παρείχε τις υπηρεσίες του μέχρι 30-11-2003, οπότε η ως άνω σύμβαση έπαυσε αυτοδικαίως με το πέρας των ταξιδιών για τα οποία αυτή συμφωνήθηκε.
Στις 31-12-2003 το ως άνω πλοίο πωλήθηκε στην πρώτη αναιρεσίβλητη (εναγόμενη) εταιρία, που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα από τη δεύτερη εναγομένη. Στις 15-1-2004 το πιο πάνω πλοίο απέβαλε την ελληνική σημαία και ύψωσε τη σημαία της .... Την 1-2-2004 ο αναιρεσείων ναυτολογήθηκε ξανά στο ως άνω πλοίο με την ίδια ειδικότητα του ναύτη, δυνάμει νέας συμβάσεως δίμηνης διάρκειας, που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτού και του νόμιμου εκπροσώπου της δεύτερης εναγομένης, με τους ίδιους όρους αμοιβής και εργασίας της ισχύουσας ΣΣΝΕ πληρωμάτων Μεσογειακών Τουριστικών επιβατηγών πλοίων, η οποία έπαυσε αυτοδικαίως με τη λήξη του χρόνου για τον οποίο συνομολογήθηκε.
Την 1-7-2004 ο αναιρεσείων ναυτολογήθηκε ξανά στο ως άνω πλοίο με την ίδια ειδικότητα του ναύτη, δυνάμει νέας συμβάσεως ορισμένου χρόνου, διάρκειας μέχρι πέρατος δρομολογίων, που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτού και του νόμιμου εκπροσώπου της δεύτερης αναιρεσίβλητης, με τους ίδιους ως άνω όρους αμοιβής και εργασίας και παρείχε τις εν λόγω υπηρεσίες του στο ίδιο πλοίο μέχρι τέλος Φεβρουαρίου 2005, οπότε η ως άνω σύμβαση έπαυσε αυτοδικαίως με το πέρας των ταξιδιών για τα οποία αυτή συμφωνήθηκε.
Στις 2-3-2005, ο αναιρεσείων με έγγραφη σύμβαση ναυτικής εργασίας ορισμένου χρόνου, διάρκειας μέχρι πέρατος ταξιδιών, που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτού και του νόμιμου εκπροσώπου της δεύτερης αναιρεσίβλητης, με τους ίδιους όρους αμοιβής και εργασίας της ισχύουσας ΣΣΝΕ πληρωμάτων Μεσογειακών-Τουριστικών επιβατηγών πλοίων, ναυτολογήθηκε ξανά και παρείχε τις εν λόγω υπηρεσίες του στο ίδιο πλοίο μέχρι τέλος Αυγούστου 2005.
Την 1-9-2005 με έγγραφη σύμβαση ναυτικής εργασίας ορισμένου χρόνου, διάρκειας μέχρι πέρατος δρομολογίων, που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτού και του νόμιμου εκπροσώπου της δεύτερης αναιρεσίβλητης, με τους ίδιους, ως άνω, όρους αμοιβής και εργασίας, παρείχε τις εν λόγω υπηρεσίες του στο ίδιο πλοίο μέχρι τέλος Οκτωβρίου 2005.
Τέλος, ο αναιρεσείων την 1-11-2005, με έγγραφη σύμβαση ναυτικής εργασίας ορισμένου χρόνου, ήτοι μέχρι 24-12-2005, που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτού και του νόμιμου εκπροσώπου της δεύτερης αναιρεσίβλητης, με τους ίδιους, ως άνω, όρους αμοιβής και εργασίας, παρείχε τις εν λόγω υπηρεσίες του στο ίδιο πλοίο μέχρι τη συμφωνηθείσα ημέρα (24-12-2005), οπότε η σύμβαση αυτή λύθηκε αυτοδικαίως και αυτός αποναυτολογήθηκε.
Με τα περιστατικά αυτά, που αποδείχθηκαν, δεν πρόκειται για μία σύμβαση αόριστου χρόνου, που λύθηκε στις 24-12-2005, αλλά για συμβάσεις ορισμένης διάρκειας, οι οποίες λύθηκαν την ημέρα που είχε ρητά συμφωνηθεί για την καθεμιά τους και οι αναιρεσίβλητες δεν υποχρεούνται να καταβάλουν στον αναιρεσείοντα αποζημίωση απόλυσης, κατ' άρθρα 74 και 75 ΚΙΝΔ, όπως αυτός ισχυρίζεται, για αδικαιολόγητη καταγγελία της ένδικης συμβάσεως από την πρώτη αναιρεσίβλητης, αφού, ανεξαρτήτως του ότι το δικαίωμα για καταγγελία της σύμβασης του ναυτικού παρέχεται σύμφωνα με το άρθρο 72 ΚΙΝΔ απευθείας στον εφοπλιστή, η λύση της μεν τελευταίας σύμβασης ναυτολογήσεως έγινε με τη συμπλήρωση του χρόνου για τον οποίο συμφωνήθηκε, των δε προηγούμενων συμβάσεων με τη συμπλήρωση των ταξιδιών για τα οποία συμφωνήθηκαν αυτές, γιατί κατέτειναν σε ορισμένο αποτέλεσμα και λύθηκαν όταν αυτό επήλθε.
Για την πληρότητα πάντως της απόφασης πρέπει να σημειωθεί ότι στην ίδια κρίση, ότι δηλαδή πρόκειται για συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οδηγείται το Δικαστήριο και υπό την εκδοχή ότι οι τελευταίες επίμαχες συμβάσεις αποτελούσαν διαδοχικές ανανεώσεις της από 16-9-2002 πρώτης σύμβασης, αφού οι παρατάσεις αυτές ήταν ρητές και όχι σιωπηρές και δεν μπορεί, συνεπώς, να γίνει λόγος για σιωπηρή ανανέωση της σύμβασης για αόριστο χρόνο σύμφωνα με το άρθρο 671 Α.Κ.
Εξάλλου, ο αναιρεσείων υποστήριξε με την ένδικη αγωγή του ότι η επίμαχη σύμβαση, που συνήφθη στις 16-9-2002, είναι μία σύμβαση αόριστου χρόνου, με βάση την οποία εργάστηκε αδιαλλείπτως στο αγωγικό πλοίο μέχρι στις 24-12-2005, που απολύθηκε αδικαιολόγητα με πρωτοβουλία της πλοιοκτήτριας- πρώτης αναιρεσίβλητης.
Όμως, ο ισχυρισμός αυτός, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, είναι απορριπτέος ως αναπόδεικτος. Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι ο αναιρεσείων, ενώ ούτε με την αγωγή, ούτε με τις προτάσεις, που υπέβαλε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, έκανε λόγο, έστω υπαινικτικά, για κατάρτιση των συμβάσεων ορισμένου χρόνου με σκοπό καταστρατήγησης από τις αναιρεσίβλητες των διατάξεων που αφορούν την αποζημίωση απόλυσης, για πρώτη φορά με την προσθήκη- αντίκρουση, που υπέβαλε στον πρώτο βαθμό μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, ισχυρίστηκε ότι μετά την 16-9-2002, που συνήφθη η πρώτη σύμβαση, επακολούθησαν αλλεπάλληλες διαδοχικές συμβάσεις εργασίας, χωρίς να μεσολαβούν διακοπές και χωρίς να υπάρχει πρόβλεψη για οποιαδήποτε διακοπή, οι οποίες όλες, όπως και η αρχική σύμβαση, δεν καθόριζαν συγκεκριμένη ημερομηνία, αλλά ήταν μέχρι πέρατος ταξιδιών, έτσι ώστε να πρόκειται για μία ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, η οποία λύθηκε αδικαιολόγητα από την πρώτη αναιρεσίβλητη, με καταγγελία αυτής στις 24-12-2005.
Τα περιστατικά ωστόσο αυτά, αποτελούν στοιχεία της αγωγής και δεν μπορούσαν να προταθούν με τις προτάσεις και πολύ περισσότερο με την προσθήκη- αντίκρουση στις προτάσεις, η οποία κατατέθηκε μετά τη συζήτηση της αγωγής στις 21-11-2006, αφού κάτι τέτοιο αποτελεί απαράδεκτη, κατ' άρθρο 224 Κ.Πολ.Δ., μεταβολή της βάσεως της αγωγής.
Περαιτέρω, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι κατά τις πιο πάνω ναυτολογήσεις του και συγκεκριμένα από 24-8-2004 μέχρι 24-12-2005 εκτελούσε, κατόπιν εντολής της πρώτης αναιρεσίβλητης, καθήκοντα ξυλουργού παράλληλα με αυτά του ναύτη, εργαζόμενος υπερωριακά οκτώ ώρες κάθε ημέρα χωρίς να λάβει πρόσθετη αμοιβή και ότι οι αναιρεσίβλητες, για την υπερωριακή του απασχόληση από 1-2-2005 μέχρι 23-12-2005 και για αποζημίωση του λόγω της πρόσθετης εργασίας (εκείνης του ξυλουργού) κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 μέχρι 24-12-2005, οφείλουν να του καταβάλουν 16.643,60 και 21.813,48 ευρώ, αντίστοιχα.
Στις τρεις παραπάνω έγγραφες συμβάσεις ναυτικής εργασίας αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων προσλήφθηκε (μόνο) με την ειδικότητα του ναύτη. Δεδομένου δε ότι ο ενάγων υποστηρίζει ότι άσκησε τα πρόσθετα καθήκοντα στις 24-8-2004, εύλογο θα ήταν να είχε αυτός τουλάχιστον ζητήσει να συμπεριληφθεί στις από 2-3-2005, 1-9-2005 και 1-11-2005 έγγραφες συμβάσεις, που καταρτίσθηκαν, και η ανάθεση σ'αυτόν των πρόσθετων καθηκόντων του ξυλουργού.
Δεν δίνεται, όμως, καμιά εξήγηση για την παράλειψη αυτή (λ.χ άρνηση για οποιοδήποτε λόγο της εργοδότριας να συμπεριληφθεί η συμφωνία αυτή στις έγγραφες συμβάσεις κλπ). Επιπλέον, ούτε ποτέ ο ίδιος διαμαρτυρήθηκε ή διατήρησε οποιαδήποτε επιφύλαξη όταν στις μισθολογικές καταστάσεις των μηνών Ιανουαρίου έως και Δεκεμβρίου 2005 αναφερόταν ως ναύτης και τις υπέγραφε με την ειδικότητα αυτή.
Σημειωτέον ότι ο αναιρεσείων δεν επιφυλάχθηκε ούτε στο τελευταίο εκκαθαριστικό σημείωμα μισθοδοσίας του μήνα Δεκεμβρίου 2005 κατά το χρόνο της απόλυσης του. Ο μάρτυρας του αναιρεσείοντος ... κατέθεσε ότι ο αναιρεσείων από 16-9-2002 μέχρι την απόλυση του στις 24-12-2005 εργαζόταν υπερωριακά οκτώ ώρες την ημέρα ως ναύτης και ως ξυλουργός στο βαπόρι, χωρίς όμως να βεβαιώσει για την κατάρτιση της επικαλούμενης απ' αυτόν (αναιρεσείοντα) ειδικής συμφωνίας με την πρώτη αναιρεσίβλητη περί παράλληλης ασκήσεως των καθηκόντων του ξυλουργού με αυτά του ναύτη.
Από την κατάθεση όμως αυτή, η οποία περιλαμβάνεται στην 15.137/2006 ένορκη βεβαίωση, δεν συνάγεται με σαφήνεια ότι ο πλοίαρχος του ως άνω πλοίου, κατόπιν εντολής του νόμιμου εκπροσώπου της πλοιοκτήτριας εταιρίας (πρώτης αναιρεσίβλητης) ανέθεσε, στις 24-8-2004, στον αναιρεσείοντα παραλλήλως και πλήρη καθήκοντα ξυλουργού.
Ακόμη επισημαίνεται ότι ο παραπάνω μάρτυρας υπηρέτησε στο αγωγικό πλοίο από 8-2-2004 έως 18-10-2004 και δεν είχε ιδία αντίληψη για όσα γεγονότα έλαβαν χώρα σ'αυτό το κρίσιμο χρονικό διάστημα, δηλαδή από 1-1-2005 μέχρι 24-12-2005, η δε γνώση του γι' αυτά περιορίζεται σε όσα του ανέφερε ο αναιρεσείων. Έτσι, στην κατάθεση αυτή, η οποία δεν επικουρείται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία, ενόψει και των ανταποδεικτικώς προσκομιζόμενων και επικαλούμενων από τις αναιρεσίβλητες αποδεικτικών στοιχείων, δεν μπορεί να θεμελιωθεί η βασιμότητα του προαναφερόμενου ισχυρισμού του αναιρεσείοντος και συνακόλουθα η βασιμότητα των σχετικών κονδυλίων της αγωγής.
Πρέπει ιδιαίτερα να επισημανθεί στο σημείο αυτό ότι η τυχόν εκτέλεση των επικαλουμένων από τον αναιρεσείοντα πρόσθετων καθηκόντων (περιστατικό το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, δεν αποδείχθηκε) χωρίς σχετική της πρώτης αναιρεσίβλητης (πλοιοκτήτριας) εντολή ή την κατάρτιση σχετικής συμφωνίας μεταξύ των αναιρεσιβλήτων, και του αναιρεσείοντος, δεν αρκεί για την ευδοκίμηση της αγωγής, αφού αυτή έχει ως μόνη βάση την επικαλούμενη συμφωνία και ως εκ τούτου δεν οφείλεται στον αναιρεσείοντα κανένα επιπλέον ποσό για τέτοια πρόσθετη εργασία.
Για την πληρότητα πάντως της απόφασης πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Ο πλοίαρχος του αγωγικού πλοίου στις 24-8-2004 πρότεινε στον αναιρεσείοντα, που είχε ναυτολογηθεί ως ναύτης, να εκτελεί εφεξής αυτός αποκλειστικά τα καθήκοντα του ξυλουργού στο ως άνω πλοίο, στη νόμιμη σύνθεση του οποίου δεν περιλαμβανόταν η ειδικότητα του ξυλουργού, εντός του νόμιμου ωραρίου του, και να απαλλαγεί από τα καθήκοντα του ως ναύτη (βαψίματα, φυλακές γέφυρας, βάρδιες κλπ).
Ο αναιρεσείων αποδέχθηκε την πρόταση αυτή του πλοιάρχου και έκτοτε ασχολείτο αποκλειστικά με τα καθήκοντα του ξυλουργού και ήταν απαλλαγμένος από οποιαδήποτε άλλο έργο ή υπηρεσία, που άρμοζε στην ειδικότητα του ναύτη. Η πρόσθετη αυτή συμφωνία, μεταξύ του πλοιάρχου και του αναιρεσείοντος, για παροχή από τον τελευταίο διαφορετικής κατ'είδος εξαρτημένης εργασίας από εκείνη που έχει αρχικά συμφωνηθεί, μέσα στα χρονικά πλαίσια του νόμιμου ωραρίου της εργασίας του, είναι επιτρεπτή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 361 Α.Κ.
Περαιτέρω, από τα ίδια, ως άνω, αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι η οργανική σύνθεση του πλοίου προέβλεπε 14 μέλη για τη χειμερινή περίοδο και 15 μέλη για τη θερινή περίοδο, για το κατώτερο πλήρωμα καταστρώματος, τα οποία και πράγματι είχαν ναυτολογηθεί και στα οποία περιλαμβάνονται ένας ναύκληρος, δύο υποναύκληροι, ένδεκα ναύτες και ένας ναυτόπαις (για τη θερινή περίοδο), ενώ δεν συμπεριλαμβάνεται η εν λόγω ειδικότητα του ξυλουργού, όπως ρητά συνομολογείται από τον αναιρεσείοντα.
Όμως, στην οικεία Σ.Σ.Ν.Ε υπάρχει πρόβλεψη για αμοιβή μέλους κατώτερου πληρώματος καταστρώματος με ειδικότητα ξυλουργού. Αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων, μετά τη σύναψη της προαναφερόμενης συμφωνίας, διεκπεραίωνε όλες τις ξυλουργικές εργασίες επί του αγωγικού πλοίου, όπως ήταν η επισκευή των επίπλων, η αλλαγή κλειδαριών κλπ.
και εκτελούσε πράγματι και τα άλλα καθήκοντα του ξυλουργού, όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 61 του Κανονισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας επί ελληνικών επιβατηγών πλοίων πεντακοσίων κ.ο.χ. και άνω (β.δ. 683/1960) και συγκεκριμένα: α) εκτελούσε τη λίπανση των βαρούλκων άγκυρας, φορτοεκφορτώσεων και του μηχανήματος και εξαρτημάτων του πηδαλίου ως και το χειρισμό των βαρούλκων άγκυρας, β) καταμετρούσε κατά τις κανονισμένες ώρες και παρακολουθούσε τη στάθμη των κυτών, των υδροσυλλεκτών, διπυθμένων και των δεξαμενών πόσιμου ύδατος, γ) επέβλεπε τις στεγανές θύρες και δ) μεριμνούσε προ της πλύσεως του καταστρώματος για την έμφραξη των παραφωτίδων ως και παντός ανοίγματος, δια του οποίου δύνανται να διέλθουν τα ύδατα της πλύσεως και εν γένει για την καθαριότητα και ευπρέπεια του πλοίου εσωτερικώς και εξωτερικώς.
Με πλυσίματα βαψίματα, συντηρήσεις και καθαρισμούς του πλοίου δεν αποδείχθηκε ότι απασχολήθηκε ο αναιρεσείων κατά το επίμαχο έτος 2005, όπως δεν έκανε φυλακή γέφυρας και εργασίες στο parking (λήψη μέτρων για ασφάλεια και διαφύλαξη των οχημάτων), γιατί είχε απαλλαγεί με την ως άνω μεταγενέστερη συμφωνία από τα καθήκοντα του ναύτη, τη δε τελευταία εργασία έκανε ο ναύκληρος.
Επίσης, αποδείχθηκε ότι μεγάλες ξυλουργικές επισκευές και κατασκευές πραγματοποιούντο από ειδικά εξωτερικά συνεργεία, οσάκις απαιτείτο, κατά τον ελλιμενισμό του πλοίου. Ακόμη αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων εργαζόταν μόνο δέκα (10) ώρες ημερησίως στο αγωγικό πλοίο (και όχι 16 ώρες, όπως αβάσιμα αυτός ισχυρίζεται με την ένδικη αγωγή).
Ειδικότερα, από τα οικεία αντίγραφα των καταστάσεων του Αρχείου ωρών εργασίας και αναπαύσεως του αναιρεσείοντος, που προσκομίζονται μετ' επικλήσεως, τα οποία φέρουν τη μη αμφισβητηθείσα υπογραφή αυτού, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων εργάστηκε 10 ώρες ημερησίως κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 1-1-2005 μέχρι 24-12-2005, δηλαδή εργάσθηκε δύο ώρες ημερησίως υπερωριακά, για τις οποίες αμείφθηκε με τα αναλογούντα ποσά υπερωριών.
Για την υπερωριακή αυτή απασχόληση του κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, η οποία δεν ξεπέρασε τις 115 ώρες μηνιαίως, που προβλέπονται από την οικεία ΣΣΝΕ, όπως προκύπτει από τις οικείες μισθολογικές καταστάσεις, που προσκομίζονται μετ' επικλήσεως, τις οποίες ο αναιρεσείων υπέγραφε χωρίς να εγείρει κάποια αμφισβήτηση ή να διαμαρτυρηθεί για τις αναφερόμενες υπερωρίες τόσο κατά τις καθημερινές όσο και Σαββατοκύριακα και αργίες, καταβάλλονταν σ' αυτόν πλήρεις οι σχετικές αποδοχές του (και όλα τα επιδόματα) και δεν του οφείλεται κάποιο ποσό για την αιτία αυτή.
Εξάλλου, ο αναιρεσείων για την ως άνω παρασχεθείσα εργασία του κατά το έτος 2005 έλαβε, όπως προκύπτει από τις οικείες μισθολογικές καταστάσεις, που προσκομίζονται μετ' επικλήσεως, τα ακόλουθα ποσά: Τον Ιανουάριο 2005 1.613,02 ευρώ συνολικά, από τα οποία 178,50 ευρώ για επίδομα Κυριακών, 46,05 ευρώ για υπερωρίες Σαββάτων και αργιών.
Το Φεβρουάριο 2005 2.414,77 ευρώ συνολικά, από τα οποία 178,50 ευρώ για επίδομα Κυριακών, 674,18 ευρώ για πάγιες (115 ώρες) υπερωρίες και 246,05 ευρώ για υπερωρίες Σαββάτων και αργιών. Το Μάρτιο 2005 2.614,50 ευρώ συνολικά, από τα οποία 178,50 ευρώ για επίδομα Κυριακών 674,18 ευρώ για πάγιες (115ώρες) υπερωρίες και 386,92 ευρώ για υπερωρίες Σαββάτων και αργιών Τον Απρίλιο 2005 2.558,07 ευρώ συνολικά, από τα οποία 178,50 Ευρώ για επίδομα Κυριακών, 674,18 ευρώ για πάγιες (115 ώρες) υπερωρίες και 316,57 ευρώ για υπερωρίες Σαββάτων και αργιών.
Το Μάιο 2005, 2.736,14 Ευρώ συνολικά, από τα οποία 178,50 Ευρώ για επίδομα Κυριακών, 674,18 ευρώ για πάγιες (115) υπερωρίες και 457,27 Ευρώ για υπερωρίες Σαββάτων αργιών. Τον Ιούνιο 2005 2.546 Ευρώ συνολικά, από τα οποία 178,50 Ευρώ για επίδομα Κυριακών 674,18 Ευρώ για πάγιες (115 ώρες) υπερωρίες και 316,57 Ευρώ για υπερωρίες Σαββάτων και αργιών.
Τον Ιούλιο 2005 2.594,75 Ευρώ συνολικά, από τα οποία 178,50 Ευρώ για επίδομα Κυριακών, 674,18 Ευρώ για πάγιες (115 ώρες) υπερωρίες και 246,22 Ευρώ για υπερωρίες Σαββάτων και αργιών. Τον Αύγουστο 2005 2.705,68 Ευρώ συνολικά, από τα οποία 178,50 Ευρώ για επίδομα Κυριακών 674,18 ευρώ για πάγιες (115 ώρες) υπερωρίες και 316,57 Ευρώ για υπερωρίες και Σαββάτων και αργιών, ενώ για αναδρομικά 967,26 Ευρώ συνολικά από τα οποία 64,26 Ευρώ για επίδομα Κυριακών, 242,70 ευρώ για πάγιες (115 ώρες) υπερωρίες και 117,13 ευρώ για υπερωρίες Σαββάτων και αργιών.
Το Σεπτέμβριο 2005 2.737,75 Ευρώ συνολικά, από τα οποία 186,53 Ευρώ για επίδομα Κυριακών 704,52 Ευρώ για πάγιες (115 ώρες) υπερωρίες και 330,82 Ευρώ για υπερωρίες Σαββάτων και αργιών. Τον Οκτώβριο 2005 2715,98 Ευρώ συνολικά, από τα οποία 186,53 Ευρώ για επίδομα Κυριακών, 704,52 Ευρώ για πάγιες (115 ώρες ) υπερωρίες και 330,82 Ευρώ για υπερωρίες Σαββάτων και αργιών.
Το Νοέμβριο 2005 2.695,23 Ευρώ συνολικά, από τα οποία 186,53 Ευρώ για επίδομα Κυριακών, 704,52 ευρώ για πάγιες (115 ώρες) υπερωρίες και 330,82 Ευρώ για υπερωρίες Σαββάτων και αργιών. Και από 1 έως 24 Δεκεμβρίου 2005 2.090,97 ευρώ συνολικά, από τα οποία 149,23 Ευρώ για επίδομα Κυριακών, 563,61 ευρώ για πάγιες (115 ώρες) υπερωρίες και 279,36 ευρώ για υπερωρίες Σαββάτων και αργιών.
Τέλος, ο αναιρεσείων εισέπραξε 817,60 Ευρώ, στις 24-12-2005, για διαφορά του μισθού του ναύτη μ' αυτήν του ξυλουργού (καθαρή μηνιαία μισθοδοσία ξυλουργού 1.848,60 ευρώ-καθαρή μηνιαία μισθοδοσία ναύτη 1.797,50 ευρώ= 51,10 ευρώ μηνιαία διαφορά Χ 16 μήνες= 817,60 €), όπως προκύπτει από την από 24-12-2005 απόδειξη, που προσκομίζεται μετ'επικλήσεως, αφού δεν ήταν δυνατό να αμειφθεί με άλλο τρόπο παρά ως ναύτης, δοθέντος ότι η νόμιμη σύνθεση του πλοίου δεν προέβλεπε την ειδικότητα του ξυλουργού.
Σημειωτέον ότι και από την απόδειξη αυτή, την οποία ο αναιρεσείων υπέγραψε χωρίς διαμαρτυρία, προκύπτει ότι αυτός απασχολήθηκε αποκλειστικά από 24-8-2004 ως ξυλουργός, κατά τα συμφωνηθέντα, και ότι δεν υπήρχε παράλληλη απασχόληση, γιατί διαφορετικά σ'αυτήν (απόδειξη) θα υπήρχε επιφύλαξη, αφού υπογράφηκε κατά το χρόνο της λύσης της σύμβασης του, που πλέον δεν υπήρχε ο κίνδυνος της απόλυσης.
Συνεπώς, αφού ο αναιρεσείων περιοριζόταν στην εκτέλεση των καθηκόντων του ξυλουργού κατά το έτος 2005, όπως αυτά καθορίζονται στο άρθρο 61 του ως άνω Κανονισμού, δεν οφείλεται κανένα επιπλέον ποσό για τέτοια πρόσθετη απασχόληση. Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης αποφάσεως που είχε κρίνει όμοια και είχε απορρίψει την υπό δίκη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ούτε εκείνες των άρθρων 281 ΑΚ, 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 και 5παρ. 1 και 3 του Π.Δ/τος 81/2003, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου, εκ του αριθμού 1 ο πρώτος και εκ του αριθμού 19 ο δεύτερος του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγοι του αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι. Ο κατ' άρθρο 559 αριθμ. 20 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας μόρφωσε την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, και όχι όταν συνεκτίμησε αυτό μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται ιδιαιτέρως το έγγραφο αναφορικώς με το πόρισμα για την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του αποδεικτέου γεγονότος.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, αποδίδεται στο Εφετείο ότι, με το να δεχθεί πως ο αναιρεσείων από 24-8-2004 και εφεξής απασχολήθηκε, κατά τα συμφωνηθέντα, αποκλειστικά ως ξυλουργός, υπέπεσε στην εκ του άρθρο 559 αριθμ. 20 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια της παραμορφώσεως του περιεχομένου εγγράφου και συγκεκριμένα της από 24-12-2005 αποδείξεως που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσίβλητες, το ακριβές περιεχόμενο της οποίας έχει ως εξής: "Ο κάτωθι υπογεγραμμένος Χ Ναύτης έλαβα το ποσό 817,60 ευρώ για διαφορά μισθοδοσίας μου 16 μηνών επί του πλοίου "Ε..." δια την απασχόλησή μου σαν μαραγκός και ουδεμία άλλη απαίτηση έχω κατά της πλοικτήτριας εταιρίας, της διαχειρίστριας του πλοίου ή του Πλοιάρχου:
Καθαρή μηνιαία μισθοδοσία ξυλουργού 1848,60 ευρώ-καθαρή μηνιαία μισθοδοσία ναύτη 1795,50 ευρώ= μηνιαία διαφορά 51,10 ευρώ x 16 μήνες = 817,60 ευρώ. Ο καταβαλών ... ο λαβών Χ". Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του πιο πάνω εγγράφου, το ως άνω περιεχόμενο μάλιστα του οποίου παρατίθεται ακριβώς σ' αυτή (προσβαλλόμενη απόφαση), το δε αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο αναιρεσείων απασχολήθηκε από 24-8-2004 και μετέπειτα αποκλειστικά ως ξυλουργός, δεν το στήριξε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο ανωτέρω έγγραφο, αλλά, χωρίς να το εξάρει, συνεκτίμησε αυτό μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα (άλλα έγγραφα, μάρτυρα και ένορκη βεβαίωση μάρτυρα) και κατέληξε στην ανωτέρω κρίση του.
Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-4-2008 αίτηση του Χ περί αναιρέσεως της 33/2008 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ