Supreme Court allows termination of employment contract due to serious breach and irregular accounting practices.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Court of First Instance's dismissal of the bank's termination of the employee's contract. The court found that the employee's eleven-month removal and illegal misappropriation of funds justified immediate termination under Article 672 of the Civil Code. Consequently, the appeal was allowed, the lower judgment was annulled, and the case was remitted for retrial while the request for restitution was rejected.
Legislator headnote
AI generatedArticles 672, 281 of the Civil Code; Article 33 of the Bank's Employment Regulations: The right to terminate employment for a serious reason cannot be excluded by agreement, and such a reason includes fundamental breaches of contractual obligations or circumstances objectively intolerable for the employer, where continued employment poses a risk of further harm.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 555 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 555/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πολύδωρο Χούπα.
Του αναιρεσίβλητου: ..... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ρήγο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/10/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2057/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8646/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/3/2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας ανέγνωσε την από 22/11/2005 έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη και νυν Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Σπυρίδωνος Κολυβά, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του λόγου αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 672 ΑΚ, καθένα από τα μέρη έχει δικαίωμα σε κάθε περίπτωση να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση εργασίας για σπουδαίο λόγο, χωρίς να τηρήσει προθεσμία. Το δικαίωμα αυτό δεν μπορεί να αποκλειστεί με συμφωνία. Σπουδαίο λόγο κατά την έννοια της διατάξεως αυτής αποτελεί, κυρίως, η ουσιώδης παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων, αλλά και άλλα περιστατικά που κατ' αντικειμενική κρίση καθιστούν στη συγκεκριμένη περίπτωση μη ανεκτή για τον εργοδότη την παραπέρα συνέχιση της συμβάσεως.
Για την εκτίμηση δε της συνδρομής τέτοιων περιστατικών, λαμβάνονται υπόψη η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, αλλά και οι ιδιαίτερες περιστάσεις που συνοδεύουν τα εν λόγω περιστατικά στη συγκεκριμένη περίπτωση (Ολ. ΑΠ 10/1995). Εξάλλου, κατά το άρθρο 33 του Κανονισμού Εργασίας της αναιρεσείουσας, που καταρτίστηκε με την από 9-3-2001 ΕΣΣΕ σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1876/1990 και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, η λύση της συμβάσεως εργασίας του προσωπικού της Τράπεζας επέρχεται με το θάνατο, την έγγραφη παραίτηση του υπαλλήλου, την αυθαίρετη απουσία αυτού για χρονικό διάστημα τουλάχιστον ενός μηνός, με καταγγελία της συμβάσεως από την Τράπεζα για σπουδαίο λόγο και λόγω επιβολής κατά το άρθρο 29 του Κανονισμού της ποινής της οριστικής παύσεως, σε κάθε δε περίπτωση η λύση της συμβάσεως επέρχεται αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας του υπαλλήλου.
Στο άρθρο 29 του Κανονισμού προβλέπεται και η ποινή της προσωρινής παύσεως. Περαιτέρω, αν στον κανονισμό εργασίας του εργοδότη προβλέπονται πειθαρχικά παραπτώματα και αντίστοιχες ποινές, τότε ναι μεν ο εργοδότης δεν υποχρεούται να επιλέξει αντί της έκτακτης καταγγελίας την επιβολή πειθαρχικής ποινής, λόγω της διαφορετικής λειτουργίας τους, αφού με την πρώτη απομακρύνεται ο εργαζόμενος διότι η εργασιακή σχέση δεν μπορεί να συνεχιστεί ως επαχθής για τον εργοδότη, ενώ με τη δεύτερη επιδιώκεται η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της επιχειρήσεως, όμως, η προσφυγή του εργοδότη στην έκτακτη καταγγελία, ελέγχεται κατά το άρθρο 281ΑΚ από το δικαστήριο το οποίο, επίσης, ερευνά αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας, παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, η οποία (αρχή) αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστεως και στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος.
Ειδικότερα, το δικαστήριο, κατόπιν σχετικού ισχυρισμού, εξετάζει αν υπάρχουν άλλα ηπιότερα από την καταγγελία μέτρα εξίσου πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτή σκοπού, δηλαδή αν η καταγγελία είναι όχι μόνο πρόσφορο αλλά και αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του εργοδότη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα:
O αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα Τράπεζα στις 15-5-1985 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, που λογίζεται ως ορισμένου χρόνου λόγω του προβλεπόμενου ορίου ηλικίας εξόδου στον Οργανισμό της αναιρεσείουσας. Κατά την πρόσληψή του ο αναιρεσίβλητος υπηρέτησε ως φύλακας, ακολούθως μετατάχθηκε στο λογιστικό κλάδο και εξελίχθηκε μέχρι το βαθμό του λογιστή Α΄.
Από την ημέρα της πρόσληψής του τοποθετήθηκε στο κατάστημα Σκάλας Ωρωπού, όπου από τις 20-3-1990 του ανατέθηκαν καθήκοντα ταμειολογιστή (Teller). Κατά τη διάρκεια της επιθεώρησης του ως άνω καταστήματος κατά το μήνα Ιούνιο 2002, διαπιστώθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος, εκμεταλλευόμενος τη θέση του, προέβη στο διάστημα από 22-3-1999 έως 25-2-2000 σε 44 αντικανονικές αναλήψεις από 2 λογαριασμούς καταθετών, που ήταν συγγενείς του, συνολικού ύψους 26.955.000 δραχμών εν αγνοία των καταθετών (πενθερών - θείου και εξαδέλφου του) υπογράφοντας ο ίδιος τα σχετικά παραστατικά.
Οι αντικανονικές αναλήψεις πραγματοποιήθηκαν από τον αναιρεσίβλητο πάντοτε χωρίς βιβλιάριο και με την προβλεπόμενη διαδικασία (TRN 1100) και στη συνέχεια φρόντιζε να κατασκευάζει άλλα βιβλιάρια (TRN 1041) στα οποία απορροφούσε με τη διαδικασία της ενημέρωσης (TRN 1231) τις εν αγνοία των δικαιούχων συναλλαγές ώστε σε περίπτωση που προσέρχονταν οι τελευταίοι στο κατάστημα, οι επίμαχες αναλήψεις και οι αντίστοιχες αποκαταστάσεις να μην αποτυπωθούν στα πραγματικά βιβλιάρια που οι ίδιοι κατείχαν.
Σε δυο περιπτώσεις αντί για ανάληψη προέβη στη διαδικασία της ακύρωσης κατάθεσης ενώ σε τρεις περιπτώσεις χρησιμοποίησε τη διαδικασία γραφομηχανής (TRN 9920) αλλοιώνοντας με αυτόν τον τρόπο το εμφανιζόμενο στο πραγματικό βιβλιάριο υπόλοιπο του λογαριασμού και τρεις από τις προαναφερόμενες αναλήψεις πραγματοποίησε από τα τερματικά άλλων ταμιολογιστών, οι οποίοι επίσης είχαν προβεί σε αντικανονικές αναλήψεις από λογαριασμούς Ταμιευτηρίου.
Τα ελλείποντα ποσά από τους πιο πάνω λογαριασμούς ο αναιρεσίβλητος τακτοποίησε με καταβολές στις 29-11-1999 στις 28-2-2000 και 1-3-2000. Τις ως άνω παράτυπες ενέργειές του ο αναιρεσίβλητος παραδέχθηκε εγγράφως, κατά μήνα Ιούνιο του 2002, όταν αυτές διαπιστώθηκαν από τους αρμόδιους Επιθεωρητές επικαλούμενος ότι προέβη σ' αυτές εξαιτίας της δύσκολης οικονομικής του κατάστασης λόγω ανέγερσης κατοικίας.
Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος κατά το χρονικό διάστημα από 25-2-2000 μέχρι το χρόνο διαπίστωσης των πιο πάνω παρατυπιών του κατά μήνα Ιούνιο του 2002 συνέχισε να εκτελεί καθήκοντα ταμειολογιστή χωρίς να έχει προβεί σε αντισυμβατική συμπεριφορά σε βάρος της αναιρεσείουσας τα ίδια δε καθήκοντα ασκούσε μέχρι τις 16-9-2002 οπότε η τελευταία του κοινοποίησε έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του κατ' άρθρο 33 του Κανονισμού Εργασίας της για σπουδαίο λόγο συνιστάμενο στη βαρύτητα και υπαίτια εκ μέρους του παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων.
Παρά όμως την προεκτεθείσα υπαίτια και αντισυμβατική συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου που είναι ικανή να κλονίσει το κύρος της εναγομένης και να βλάψει την αξιοπιστία της, στη συγκεκριμένη περίπτωση λαμβανομένων υπόψη ότι ο τελευταίος προέβη σε αποκατάσταση των λογαριασμών των συγγενικών του προσώπων πριν ακόμη να διαπιστωθούν οι πιο πάνω παρατυπίες, ότι κατά το χρονικό διάστημα των 2 1/2 περίπου ετών που μεσολάβησε από τις πιο πάνω αντικανονικές ενέργειες αυτού μέχρι το χρόνο καταγγελίας εκτελούσε καθήκοντα ταμειολογιστή με συνέπεια, ότι ουδέποτε είχε κατηγορηθεί για οποιοδήποτε πειθαρχικό παράπτωμα ούτε είχαν διαπιστωθεί παράπονα σε βάρος του από πελάτες της τράπεζας σε συνδυασμό με το γεγονός ότι και η ίδια η εργοδότρια τον διατήρησε στη θέση του ταμειολογιστή για χρονικό διάστημα 2 1/2 περίπου μηνών από την διαπίστωση των παρατυπιών σε βάρος της, που δεν μαρτυρεί κλονισμό της εμπιστοσύνης στο πρόσωπό του, η ενέργειά της να επιλέξει την καταγγελία της σύμβασης εργασίας ως πρόσφορο μέτρο για την αποκατάσταση της έννομης τάξης στην επιχείρησή της παρίσταται καταχρηστική.
Τούτο δε διότι ενόψει του ότι δεν προέκυψε ζημία σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της αποκατάστασης των λογαριασμών των δικαιούχων εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου, οι οποίοι (δικαιούχοι - συγγενείς αυτού) μάλιστα συνέχισαν να διατηρούν λογαριασμούς και μετά τη διαπίστωση των πιο πάνω παρατυπιών στην αναιρεσείουσα και του ότι δεν αποδείχθηκε κλονισμός της εμπιστοσύνης της αναιρεσείουσας στο πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου, το συγκεκριμένο παράπτωμα μπορούσε αποτελεσματικά να αντιμετωπισθεί με ηπιότερα μέτρα από αυτό της καταγγελίας.
Συγκεκριμένα, για την αποκατάσταση της έννομης τάξης στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας και την ικανοποίηση των συμφερόντων της μπορούσε αποτελεσματικά να αντιμετωπισθεί με την επιβολή της πειθαρχικής ποινής της προσωρινής παύσης, που προβλέπεται από το άρθρο 29 του Κανονισμού Εργασίας, οπότε παράλληλα θα διαφυλασσόταν και το συμφέρον του αναιρεσίβλητου (έγγαμου με δύο τέκνα) στη διατήρηση της εργασίας του ως μέσο βιοπορισμού και αναπτύξεως της επαγγελματικής υποστάσεως και προσωπικότητας.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι η από την αναιρεσείουσα γενόμενη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσιβλήτου είναι άκυρη ως καταχρηστική διότι το συγκεκριμένο παράπτωμα του αναιρεσιβλήτου θα μπορούσε να αντιμετωπισθεί με ηπιότερα μέτρα από αυτό της καταγγελίας. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 672, 281 ΑΚ και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι, η κατά τις παραδοχές του επί 11 μήνες και με 44 μερικότερες πράξεις αφαίρεση και παράνομη ιδιοποίηση του παραπάνω ιδιαιτέρως μεγάλου χρηματικού ποσού από λογαριασμούς καταθετών, η απόκρυψη στη συνέχεια με ιδιαιτέρως δόλια τεχνάσματα των αναλήψεων αυτών( ακυρώσεις εγγραφών, αντικατάσταση βιβλιαρίων κ.λ.π), δικαιολογεί πλήρως τη γενόμενη σε εύλογο χρόνο μετά την αποκάλυψη των ανωτέρω αντισυμβατικών και παρανόμων ενεργειών καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσιβλήτου, αφού λόγω της βαρύτητας των ενεργειών αυτών και της υπεύθυνης θέσεως του ταμιολογιστή που αυτός κατείχε, η εξακολούθηση της εργασιακής συμβάσεως συνεπαγόταν κίνδυνο επαναλήψεως τέτοιων ενεργειών στο μέλλον και συνακόλουθα κίνδυνο βλάβης των δικαιολογημένων συμφερόντων της αναιρεσείουσας, για την αποτροπή του οποίου το μόνο πρόσφορο αλλά και αναγκαίο μέσο ήταν η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας.
Αντίθετη κρίση, ότι δηλαδή η εν λόγω αντισυμβατική και παράνομη συμπεριφορά, ενόψει του ότι ο αναιρεσείων τακτοποίησε τα ελλείμματα πριν από την αποκάλυψη των πράξεών του και μέχρις ότου να καταγγελθεί η σύμβαση εργασίας του δε διέπραξε παρόμοιες πράξεις, δεν καθιστά, σύμφωνα με την καλή πίστη, μη ανεκτή τη συνέχιση της συμβάσεως διότι το ζήτημα θα μπορούσε να αντιμετωπισθεί με την επιβολή της πειθαρχικής ποινής της προσωρινής παύσεως, δε δικαιολογείται από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο μοναδικός από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές ( άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ). Η με τις προτάσεις της αναιρεσείουσας υποβαλλόμενη αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την επικαλούμενη εκούσια εκτέλεση της επικυρωθείσας από την προσβαλλόμενη πρωτόδικης αποφάσεως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη διότι, όπως προκύπτει από τις εν λόγω προτάσεις, αυτές δεν κατατέθηκαν στη Γραμματεία αυτού Δικαστηρίου μέχρι την παραμονή της συζητήσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, αλλά κατά την ημέρα της συζητήσεως (30-1-07).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 8646/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο με σύνθεση από άλλους δικαστές.
Απορρίπτει την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ