Legislator Case Law & Legislation
554/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against compulsory acquisition compensation, upholding lower court's legal cost award including VAT.

Case Number 554/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the Greek State and the Archaeological Fund against the Third Instance Court of Nafplion. The appellants argued that the lower court incorrectly awarded legal costs including VAT on the compensation, claiming this violated constitutional rights and statutory provisions. The court ruled that the appellate court did not violate substantive law by awarding costs at half the statutory rate and including VAT, as the claimants had requested these specific amounts. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the costs of the respondents.

Legislator headnote

AI generated

Articles 22 of Law 2882/2001; Articles 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court held that an appellate court does not violate substantive law when awarding legal costs including VAT if the claimants specifically requested such amounts, and that costs can be set at half the statutory rate under specific conditions.

Keywords

AI generated
compulsory acquisition compensation legal costs award value added tax inclusion appellate procedure constitutional rights violation statutory cost reduction archaeological property

Cited Legislation

AI generated
Article 22 of Law 2882/2001
Articles 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Article 52 of the Code of Civil Procedure
Article 5 of Law 1738/1967
Article 2 of Administrative Decree 134423/1992

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court of Greece, Case 1803/2017
Supreme Court of Greece, Case 631/2017
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 554 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 554/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σταύρο Μάλαινο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ελένη Χατζούλη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 2) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Διαχείρισης και Ανάπτυξης Πολιτιστικών Πόρων" (ΟΔΑΠ), όπως μετονομάστηκε το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων" (ΤΑΠΑ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ελένη Περούλη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Κ. του Δ., 2) Γ. Κ. του Δ., 3) Κ. Κ. του Δ., 4) Ν. Κ. του Α., κατοίκων …, 5) Β. Κ. του Α., κατοίκου ... και προσωρινά διαμένοντος στο … και 6) Κ. Κ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Νικολάου, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 12-7-2018 (αρ. εκθ. καταθ. 394/2018 και 395/2018) αιτήσεις καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης των ήδη αναιρεσιβλήτων (μετά την έκδοση της 33/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκαν στο Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου και συνεκδικάστηκαν με τις διά των προτάσεων ανταιτήσεις των ήδη αναιρεσειόντων.

Εκδόθηκε η 104/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν τα αναιρεσείοντα με την από 10-5-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη, από 10-5-2021 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 16/12-5-2021), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 104/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του Ν. 2882/2001 - Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, κατ' άρθρον 22 του νόμου αυτού (ΚΑΑΑ), ήτοι εντός ενός έτους από τη δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως του Εφετείου, δεδομένου ότι, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, ότι έλαβε χώραν επίδοση της ανωτέρω αποφάσεως. Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή του, "Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.

Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό".

Τα ίδια ορίζονται και στο άρθρο 13 παρ. 1, εδάφ. α' και β' του Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), στο οποίο, περαιτέρω, ορίζεται, στο εδάφιο γ', ότι "Ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου".

Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως, για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το Ν.Δ. 57/1974 και έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), ορίζεται ότι "Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της περιουσίας του, ει μη δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέσει σε ισχύ νόμους, τους οποίους ήθελε κρίνει αναγκαίους για ρύθμιση της χρήσεως αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή για εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για τον υπολογισμό της αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων λαμβάνεται υπ' όψιν η αξία αυτών κατά τον χρόνο συζητήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό στο Εφετείο, αν η συζήτηση αυτή διεξαχθεί μετά από ένα έτος από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεως και ότι τα δικαστήρια, κατά τον καθορισμό τιμής μονάδας αποζημιώσεως ακινήτου, που εμπίπτει στο ισχύον σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας του, υποχρεούνται να λαμβάνουν υπ' όψιν και την αντικειμενική αξία αυτού, καθώς και των όμορων και ομοειδών προς αυτό ακινήτων, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ως ασφαλές και αντικειμενικό μέτρο κρίσεως για την εξεύρεση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου, η οποία, πάντως, σε καμιά περίπτωση δεν δεσμεύει την δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωθέντος, κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται, στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπ' όψιν του ή θα λάβει υπ' όψιν άλλα τέτοια.

Το δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του για την πραγματική αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου, ενόψει της χρησιμοποιούμενης στην παραπάνω διάταξη λέξεως "ιδίως", σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει καταλλήλως. Η σχετική, για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου, κρίση του δικαστηρίου ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 645/2020, Α.Π. 1554/2017, Α.Π. 635/2017, Α.Π. 1175/2015, Α.Π. 1021/2015, Α.Π. 844/2015, Α.Π. 418/2014).

Επίσης, κατά το τελευταίο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 15 του ιδίου νόμου 2882/2001, που προστέθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 76 του Ν. 4146/2013 (Φ.Ε.Κ. Α' 90/18.4.2013) και εφαρμόζεται και στις κηρυχθείσες απαλλοτριώσεις, για τις οποίες δεν έχει συζητηθεί η αίτηση καθορισμού προσωρινής ή οριστικής αποζημιώσεως (άρθρο 76 παρ. 8 του Ν. 4146/2013), "Το δικαστήριο υποχρεούται να αιτιολογεί ειδικά την τυχόν απόκλιση της προσδιοριζομένης από το ίδιο αξίας του ακινήτου τόσο από την προκύπτουσα κατά το αντικειμενικό σύστημα αξία του όσο και από την προκύπτουσα από την έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής της παραγράφου 1 του παρόντος ή του ανεξάρτητου εκτιμητή της παρούσας παραγράφου" (Α.Π. 174/2022, Α.Π. 125/2021, Α.Π. 872/2020, Α.Π. 645/2020, Α.Π. 1554/2017, Α.Π. 1053/2017, Α.Π. 635/2017, Α.Π. 1021/2015, Α.Π. 844/2015).

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής (ή του ανεξάρτητου εκτιμητή), εφόσον καταρτίστηκε, συνεκτιμάται μαζί με τα υπόλοιπα στοιχεία που προαναφέρθηκαν, ακόμη και αν η αναγραφόμενη αξία είναι κατώτερη ή ανώτερη της αντικειμενικής αξίας, η οποία δεν δεσμεύει υποχρεωτικώς τη δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του απαλλοτριωθέντος (Α.Π. 174/2022, Α.Π. 125/2021, Α.Π. 872/2020, Α.Π. 645/2020, Α.Π. 635/2017, Α.Π. 1329/2013).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόστηκε.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ.

Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006, Α.Π. 671/2020). Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως, για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 736/2021). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.

Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 15/2006). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 551/2021, Α.Π. 162/2020, Α.Π. 169/2019, Α.Π. 1339/2017).

Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, αφού συνεκδίκασε: 1) τις από 12-7-2018 και με αριθμούς εκθέσεως καταθέσεως …/12-7-2018 και …/12-7-2018 αιτήσεις των ήδη αναιρεσιβλήτων και 2) την, από 21-10-2019, ασκηθείσα με τις έγγραφες προτάσεις ενώπιόν του, ανταίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην παρούσα δίκη, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ' αριθμ.

Δ10Δ1164601/5305ΕΞ2013/24-10-2013 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Πολιτισμού & Αθλητισμού, με την οποία κηρύχθηκε η ένδικη απαλλοτρίωση (ΦΕΚ 389/8-11-2013 τεύχος Α.Α.&Π.Θ) κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την προστασία, αποτελεσματική προβολή και ανάδειξη του διατηρητέου ακινήτου στο οποίο γεννήθηκε ο …λογοτέχνης και ακαδημαϊκός Ά.

Τ., έκτασης συνολικού εμβαδού 187,61 τ.μ. που βρίσκεται επί της οδού ... αριθμός .. στην πόλη του …του Νομού Α και απεικονίζεται με κλίμακα 1:200 στο από Ιανουάριο 2010 και με Α/Α … κτηματολογικό διάγραμμα-πίνακα και φαίνεται με τα στοιχεία l,2,3,4,5,....11, 1 το οποίο έχουν συντάξει οι μελετητές Π. Α.., Κ. Σ.. και Γ. Μ.. και έχει θεωρήσει για τη Διεύθυνση Αποτυπώσεων και Συντηρήσεως Κτιρίων του ΤΑΠΑ ο Ν.

Τ. στις 14-01-2010. Η εν λόγω απαλλοτρίωση κηρύχθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και βαρύνει το δεύτερο των καθ' ων Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων. Το απαλλοτριούμενο ακίνητο έχει εμβαδόν 187,61 τ.μ. βρίσκεται εντός ρυμοτομικού σχεδίου παλιάς πόλης και εντός του παραδοσιακού τμήματος αυτής, στο Ο.Τ. 145 του Δήμου Ναυπλιέων και εντός αυτού υφίσταται διώροφο κτίριο, κεραμοσκεπές με σοφίτα και είσοδο από την οδό ....

Το ένδικο κτίριο αποτελείται: α) από ισόγειο εμβαδού 153,26 τ.μ., ύψους 3,25 μ. και όγκου 498,10 κ.μ., β) 1ο όροφο εμβαδού επίσης 153,26 τ.μ., ύψους 3,60 μ. και όγκου 551,24 κ.μ., γ) σοφίτα εμβαδού 73,10 τ.μ. ύψους 3,00 μ. και όγκου 109,64 κ.μ., δ) ισόγεια ερειπωμένη αποθήκη εμβαδού 7,50 τ.μ. και ακάλυπτο χώρο εμβαδού 34,55 τ.μ., ε) υπόλοιπο δόμησης 79,96 τ.μ.

και στ) δένδρο συκιάς που βρίσκεται στον ακάλυπτο χώρο. Το εν λόγω κτίριο χρονολογείται προ του έτους 1865. Έχει φέροντα οργανισμό δια λιθοδομής. Το πάχος των εξωτερικών τοίχων είναι μεγαλύτερο από 50 εκατοστά. Στο ισόγειο διατηρείται κατάστημα ψιλικών ειδών εμβαδού 29 τ.μ. ενώ στο υπόλοιπο κτίριο δεν υφίσταται καμία χρήση.

Ο Α' όροφος και η σοφίτα αποτελείται από μεικτή φέρουσα τοιχοποιία λιθοδομής, οπτοπλινθοδομής και τσατμά, φέρει ξύλινα δάπεδα, έχει ανοικτό εξώστη ξύλινου δαπέδου και μεταλλικών φουρουσιών, έχει ξύλινα κουφώματα και στέγη ξύλινου σκελετού με κεραμίδια κολυμβητά. Στην πρόσοψη στο ισόγειο υπάρχει μία ξύλινη πόρτα πλάτους 2,70 μ., μία μεταλλική πόρτα πλάτους 1,20 μ., μία μεταλλική πόρτα πλάτους 1,45 τ.μ.

και μία μεταλλική πόρτα πλάτους 2,80 μ. Όλες οι πόρτες έχουν ύψος 3,05 μέτρα. Το εν λόγω ακίνητο είναι χαρακτηρισμένο ως διατηρητέο και έχουν καθορισθεί ειδικοί όροι δόμησης σύμφωνα με το ΦΕΚ 707/Δ720-12-1990. Το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τη θέση του ακινήτου, το οποίο βρίσκεται στην παλαιά πόλη του …, η οποία παρουσιάζει αυξημένο τουριστικό, αρχαιολογικό και εμπορικό ενδιαφέρον όλες τις εποχές του χρόνου και όχι μόνο την καλοκαιρινή περίοδο, την κακή κατάσταση της οικοδομής, το μεγάλο κόστος επισκευής και αναπαλαίωσης της διώροφης οικοδομής, την αντικειμενική αξία όλου του ακινήτου που ανέρχεται σύμφωνα με την επιτροπή στο ποσό των 412.521,49 ευρώ σε συνδυασμό με όλα τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αγοραπωλητήρια συμβόλαια όμορων ακινήτων και τα ιδιωτικά συμφωνητικά μισθώσεων, κρίνει ότι κατά τον χρόνο της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου συζήτησης της υπόθεσης, η πραγματική αξία του απαλλοτριούμενού ακινήτου και των επικειμένων του ανέρχεται, με βάση τις υπάρχουσες κατά το χρόνο συζήτησης οικονομικές και νομισματικές συνθήκες χωρίς όμως να υπολογίζεται η τυχόν ανατίμηση ή υποτίμησή του μετά τη δημοσίευση της πράξεως απαλλοτριώσεως και μόνο εξ αιτίας αυτής στα ακόλουθα ποσά στα οποία πρέπει και να καθοριστεί και η οριστική τιμή αποζημίωσης για να είναι αποζημίωση πλήρης, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας:

ήτοι α) για τα ισόγεια καταστήματα της διώροφης οικοδομής στο ποσό των 1.600 ευρώ το τ.μ., ήτοι 1600 X 153,26 τ.μ. = 245.000,216 ευρώ, β) για την κατοικία του πρώτου ορόφου της διώροφης οικοδομής στο ποσό των 1.300 ευρώ το τ.μ., ήτοι 1.300 X 153,26 τ.μ. = 199.000,238 ευρώ, γ) για τον όροφο της σοφίτας της εν λόγω διώροφης οικοδομής στο ποσό των 900 ευρώ το τ.μ., ήτοι 900 X 73,10 = 65.000,790, δ) για το υπόλοιπο της δόμησης που απομένει στο ποσό των 9.053,22 ευρώ, διότι ο συντελεστής δόμησης είναι 2,10 και συνεπώς το υπόλοιπο δόμησης είναι 79,96 τ.μ.

και τέλος ε) για την συκιά, ανάλογα με την ηλικία και την κατάστασή της, στο ποσό των 100 ευρώ. Σημειωτέον, ότι η αποθήκη είναι από ελενίτ, ασκεπής σε κακή κατάσταση και δεν έχει οικονομική αξία. Συνολικά δε, η πραγματική εμπορική αξία του υπό απαλλοτρίωση ακινήτου, στην οποία πρέπει να καθοριστεί και η οριστική αποζημίωσή του ανέρχεται, κατά τον κρίσιμο χρόνο συζητήσεως της αιτήσεως, στο ποσό των 518.154,464 ευρώ.

Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου, διαφοροποιείται εν μέρει από τιμή που προσδιόρισε η εκτιμητική επιτροπή αλλά η απόκλισή της κατά τα ανωτέρω προσδιοριζόμενης αξίας του απαλλοτριουμένου από την αντικειμενική δικαιολογείται από το χαρακτήρα της περιοχής ως μεγάλου τουριστικού και εμπορικού ενδιαφέροντος.

Η εν λόγω αποζημίωση είναι πλήρης, εφόσον με αυτήν οι φερόμενοι ως ιδιοκτήτες μπορούν να αντικαταστήσουν την ιδιοκτησία τους με άλλη ισάξια ... Λεκτέον δε ότι όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας, από το έτος 2009 και εφεξής επήλθε μεγάλη πτώση της αγοραστικής αξίας των ακινήτων, λόγω της υφιστάμενης οικονομικής κατάστασης της χώρας, πλην όμως κατά το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης στο δικαστήριο τούτο, υπήρχε ήδη ανάκαμψη στην αγορά των ακινήτων".

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τα πιο πάνω ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, το Εφετείο διαλαμβάνει τους συγκεκριμένους λόγους, για τους οποίους καθόρισε την αποζημίωση για το απαλλοτριωθέν ακίνητο των αναιρεσιβλήτων στο προαναφερθέν ποσό, καθόσον, όπως προκύπτει από τις αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές της πληττομένης αποφάσεώς του, προέβη στον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως αυτού, αφού έλαβε υπ' όψιν, μεταξύ των άλλων, τις καταθέσεις των μαρτύρων, τη θέση του απαλλοτριουμένου, τη φύση και την κατάστασή του, το κόστος επισκευής και αναπαλαιώσεως αυτού, τις εκθέσεις της εκτιμητικής επιτροπής και των ανεξάρτητων εκτιμητών, την υπ' αριθμ. 33/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημιώσεως γι' αυτό (απαλλοτριούμενο), τα συγκριτικά στοιχεία που παρατίθενται στην απόφασή του και, επιπλέον, τις οικονομικές και νομισματικές συνθήκες που επικρατούσαν κατά το χρόνο της συζητήσεως των αιτήσεων και της ανταιτήσεως.

Με τον τρόπο αυτόν το Εφετείο εκθέτει, σαφώς, επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, τα αποδεικτικά στοιχεία, με βάση τα οποία, ύστερα από συνεκτίμησή τους, κατέληξε στο σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως και τα οποία δικαιολογούν την απόκλιση της προσδιορισθείσας από το ίδιο πραγματικής αξίας του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, από εκείνη που αναφέρουν οι πιο πάνω ανεξάρτητοι εκτιμητές στις εκθέσεις τους, καθώς και από εκείνη που προκύπτει κατά το αντικειμενικό σύστημα, χωρίς να είναι υποχρεωτικές, όπως προηγουμένως έχει αναπτυχθεί, οι κρίσεις των ανεξάρτητων εκτιμητών και της εκτιμητικής επιτροπής.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν αιτιολόγησε επαρκώς την απόκλιση της καθορισθείσας από αυτό οριστικής τιμής μονάδας απαλλοτριώσεως του απαλλοτριουμένου ακινήτου από την αντικειμενική αξία του και την προτεινόμενη τιμή της αρμόδιας Εκτιμητικής Επιτροπής, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 130 του Ν. 4070/2012, σύμφωνα δε με την παρ. 9 του άρθρου 146 του αυτού νόμου, εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, απαλλοτριώσεις, η δικαστική δαπάνη μαζί με τη νόμιμη αμοιβή δικηγόρων βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση και επιδικάζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τον παρόντα νόμο.

Η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις, που ισχύουν κάθε φορά. Όταν υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας, που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση κατά την έννοια του άρθρου 1Β του Ν. 2362/1995 (Α' 247), η επιδικαζόμενη από τα Δικαστήρια αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημιώσεως, στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, καθορίζεται υποχρεωτικώς έως το ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων.

Η απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου, με την οποία καθορίζεται η προσωρινή τιμή μονάδας αποτελεί, ως προς τη δικαστική δαπάνη, εκτελεστό τίτλο εις βάρος του υπόχρεου προς αποζημίωση, εάν και οι δύο διάδικοι αποδέχθηκαν την απόφαση αυτή ή πέρασε άπρακτη η προθεσμία της παρ. 2 του άρθρου 20. Σε περίπτωση εμπροθέσμου αιτήσεως το Εφετείο αποφαίνεται ενιαίως, τόσο για τη δικαστική δαπάνη της ενώπιον αυτού διαδικασίας, όσο και για τη δικαστική δαπάνη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημιώσεως.

Από τη διάταξη αυτή, κατά την οποία τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβάλλεται ο δικαιούχος της αποζημιώσεως, προκειμένου να επιτύχει τον προσδιορισμό και την είσπραξη αυτής, στα οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή του δικηγόρου του, αποτελούν, σύμφωνα και με την επιταγή του άρθρου 17 του Συντάγματος περί πλήρους αποζημιώσεως, παρακολούθημα της εν λόγω αποζημιώσεως και προσαυξάνουν το ποσό αυτής, ώστε να μην επέρχεται φαλκίδευση της πλήρους αποζημιώσεως, που αυτός δικαιούται (Ολ.

Α.Π. 502/2005, Α.Π. 664/2022), προκύπτει ότι, στη δίκη του προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως του απαλλοτριωθέντος, σύμφωνα με τα άρθρα 18, 19 και 20 του άνω νόμου (ΚΑΑΑ), ένα είναι το αντικείμενο της δίκης, ο προσδιορισμός της αποζημιώσεως και, συνεπώς, μία αμοιβή του δικηγόρου, σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου αυτού της δίκης, ορίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων.

Έτσι, σε περίπτωση εμπροθέσμου αιτήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως στο Εφετείο, μετά τον προσωρινό προσδιορισμό αυτής, η δικαστική δαπάνη περιλαμβάνει: 1) τα γενόμενα για την διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης έξοδα, που ήταν απαραίτητα (άρθρ. 189 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), 2) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου για την παράστασή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου και ενώπιον του Εφετείου και 3) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου σε ποσοστό 2% της αποζημιώσεως για τη σύνταξη της αιτήσεως ή ανταιτήσεως με ιδιαίτερο δικόγραφο ή κυρίας παρεμβάσεως με ιδιαίτερο δικόγραφο και β) σε ποσοστό 1% για τη σύνταξη προτάσεων επί της αιτήσεως ή ανταιτήσεως και κυρίας παρεμβάσεως που ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο (Α.Π. 664/2022, Α.Π. 174/2022, Α.Π. 125/2021, Α.Π. 57/2021, Α.Π. 872/2020, Α.Π. 833/2020).

Ο προσδιορισμός της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων στο ήμισυ των νομίμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων, σε περίπτωση κατά την οποία υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας, που υπάγεται στην Γενική Κυβέρνηση, κατά την έννοια του άρθρου 1Β του Ν. 2362/1995 (άρθρο 18 παρ. 4, εδάφ. 3 του Ν. 2882/2001, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 130 παρ. 2 του ν. 4070/2012), εφαρμόζεται σε υποθέσεις, που συζητήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας μετά την έναρξη ισχύος της τελευταίας αυτής διατάξεως (Α.Π. 664/2022, Α.Π. 174/2022, Α.Π. 125/2021), δηλονότι μετά την, κατά τα προεκτεθέντα, 10.4.2012 και, συνεπώς, η επιδικαζόμενη αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημιώσεως, υπολογιζόμενη με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, καθορίζεται:

α) σε ποσοστό 1% της αποζημιώσεως για την σύνταξη αιτήσεως ή ανταιτήσεως με ιδιαίτερο δικόγραφο ή κυρίας παρεμβάσεως με ιδιαίτερο δικόγραφο και β) σε ποσοστό 0,50% για την σύνταξη προτάσεων επί της αιτήσεως ή ανταιτήσεως και κυρίας παρεμβάσεως που ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο. Η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 εδάφ.

γ' του ΚΑΑΑ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 130 παρ. 2 του Ν. 4070/2012, δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 και 20 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Συμβάσεως της Ρώμης, καθόσον θεσπίστηκε χάριν δημοσίου συμφέροντος ήτοι την εξοικονόμηση σημαντικών δαπανών των φορέων της Γενικής Κυβερνήσεως, αφού σοβαροί λόγοι γενικότερου δημοσίου συμφέροντος επιβάλλουν την διαφορετική αυτή ρύθμιση (κατά το μέρος που εισάγει ανισότητα αμοιβής του Δικηγόρου στη δίκη προσδιορισμού της αποζημιώσεως των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, με υποχρέους τους ως άνω φορείς, κατ' απόκλισιν προς τα κάτω από τις άλλες απαλλοτριώσεις), δεν εισάγει διάκριση αντίθετη προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας, αφού με τη ρύθμιση αυτή δεν θίγεται η πλήρης αποζημίωση, που δικαιούται ο δικαιούχος, αλλά, κατά τρόπο γενικό και απρόσωπο, περιορίστηκε για όλους τους δικαιούχους αποζημιώσεων από τις εν λόγω απαλλοτριώσεις η προκύπτουσα από τις διατάξεις του Κώδικα των δικηγόρων και οφειλόμενη από τους δικαιούχους των αποζημιώσεων νόμιμη αμοιβή των δικηγόρων τους (Ολ.

Α.Π. 20/2005, Α.Π. 664/2022). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17 του Συντάγματος, 1, 2 παρ. 1 περ. α', 3, 19 παρ. 1 του Ν. 2859/2000, 62 παρ. 3 του Ν. 3842/2010, σύμφωνα με την οποία δεν απαλλάσσεται πλέον του Φ.Π.Α. η παροχή υπηρεσιών από δικηγόρους και 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, προκύπτει ότι ο ανωτέρω φόρος προστιθέμενης αξίας επιρρίπτεται από τον κατά νόμο υπόχρεο εις βάρος του αντισυμβαλλομένου του, ήτοι στην προκειμένη περίπτωση, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο που παρέχει τις υπηρεσίες του, στον δικαιούχο της αποζημιώσεως, δηλαδή στον εντολέα του και δικαιούχο της αποζημιώσεως, επιπροθέτως δε ότι βαρυνόμενος κατά νόμο με την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημιώσεως είναι ο υπόχρεος σε αποζημίωση, ο οποίος υποχρεούται, συνεπώς, να καταβάλει και τον αναλογούντα επί της ως άνω αμοιβής Φ.Π.Α., άλλως θίγεται η πληρότητα της καταβαλλομένης αποζημιώσεως και φαλκιδεύεται αυτή, κατά παράβαση της συνταγματικής επιταγής περί καταβολής πλήρους αποζημιώσεως (Α.Π. 833/2020, Α.Π. 759/2020, Α.Π. 645/2020, Α.Π. 171/2020, Α.Π. 1175/2015).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.

Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 5/2020, Ολ. Α.Π. 3/2020). Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

Α.Π. 2/2022, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 9 του Κ.Πολ.Δ. "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη". Ο όρος "επιδίκασε" σημαίνει ότι το δικαστήριο αποφάσισε σχετικά σε αίτημα, έστω και με αναγνωριστική διάταξη (Α.Π. 310/2021, Α.Π. 1811/2009).

Δηλαδή, όταν το δικαστήριο επιδίκασε ή αναγνώρισε ή προέβη σε διάπλαση, χωρίς να υπάρχει αντίστοιχο αίτημα (Α.Π. 310/2021, Α.Π. 1708/2014, Α.Π. 204/2011).

Με το δεύτερο αναιρετικό λόγο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., τα αναιρεσείοντα μέμφονται την προσβαλλομένη απόφαση, επειδή δεν προσδιόρισε ενιαία δικαστική δαπάνη για αμφότερες τις δίκες, προσωρινού και οριστικού προσδιορισμού, ενώ με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, από τον αριθμό 9, εδάφ. α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., μέμφονται την προσβαλλομένη απόφαση, επειδή στην καθορισθείσα δικαστική δαπάνη επιδίκασε και τον αναλογούντα Φ.Π.Α. επί της καθορισθείσας αποζημιώσεως, αν και, κατά τους ισχυρισμούς τους, αυτός δεν ζητήθηκε από τους αιτούντες και ήδη αναιρεσιβλήτους.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, αφού καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, για το οποίο είχε προηγηθεί προσωρινός προσδιορισμός αποζημιώσεως, καταδίκασε το ήδη δεύτερο αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, με την επωνυμία "Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων", ως υπόχρεο καταβολής της αποζημιώσεως, στην δικαστική δαπάνη των καθών η ανταίτηση - αιτούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, που άσκησαν αιτήσεις με ιδιαίτερο δικόγραφο, σε ποσοστό 1,5%, συνολικώς, επί της καθορισθείσας οριστικής αποζημιώσεως. Συγκεκριμένα, το Εφετείο, ως προς την επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη υπέρ των τελευταίων, εκθέτει τα ακόλουθα: "

Καταδικάζει το υπόχρεο αποζημίωσης, δεύτερο των καθ' ων οι αιτήσεις, ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων" στη δικαστική δαπάνη των δικαιούχων της αποζημίωσης, αιτούντων, την οποία ορίζει: α) σε εξακόσια (600) €, για την παράσταση καθενός των πληρεξουσίων Δικηγόρων τους ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, και για τα σχετικά έξοδα, β) σε ποσοστό 1,5% επί της συνολικής αποζημίωσης, που καθορίζεται οριστικά, ενός εκάστου των διαδίκων, και γ) στον αναλογούντα Φ.Π.Α.

επί της καθοριζομένης αποζημίωσης". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει την αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου των αιτούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων στο ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων, καθώς και τον αναλογούντα Φ.Π.Α., όπως οι τελευταίοι ζήτησαν με τις αιτήσεις τους, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 του Συντάγματος, 13 παρ. 1, 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, 1, 2 παρ. 1 περ.

α', 3, 19 παρ. 1 του Ν. 2859/2000 και 62 παρ. 3 του Ν. 3842/2010, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψεως και, συνεπώς, οι δεύτερος και τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθούν τα αναιρεσείοντα, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.).

Θα επιβληθούν, όμως, μειωμένα, κατ' άρθρον 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ και άρθρα 5 παρ. 12 του ν. 1738/1967 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (ΑΠ 1803/2017, ΑΠ 631/2017).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-5-2021 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 104/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Και

Καταδικάζει τα αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Σεπτεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ