Legislator Case Law & Legislation
554/2023 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor dispute judgment, remanding case for retrial due to violation of res judicata principles.

Case Number 554/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against a labor dispute judgment, ordering a retrial before a different judge of the same court. The appellant argued that the lower court violated the principle of res judicata by accepting a new lawsuit regarding the same termination after a prior suit had already sought to annul that termination. The court found that the appellant's earlier suit did not constitute a waiver of the right to challenge the termination, rendering the lower court's application of the res judicata doctrine erroneous and the appeal admissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 156 of the Civil Code and 559 of the Code of Civil Procedure; The exercise of a subsequent lawsuit for monetary compensation does not automatically constitute a waiver of the right to challenge the underlying legal act if the original suit for annulment was pending or had been filed.

Keywords

AI generated
Labor Dispute Res Judicata Waiver of Rights Appeal Admissibility Remand for Retrial

Cited Legislation

AI generated
Article 156 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 527 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 554 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 554/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια και Νικόλαο Πουλάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Χ. του Τ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σαραντόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ….. και έχει γραφεία κεντρικής διοίκησης στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μήλλα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-2-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2666/2010 μη οριστική, 72/2019 οριστική ίδιου Δικαστηρίου και 121/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-7-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 26-7-2021 και με αριθ. κατ. 6099/788/26-7-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 121/8-1-2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγιναν τυπικά δεκτές και απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν οι ασκηθείσες από αμφοτέρους τους διαδίκους αντίθετες εφέσεις κατά της με αριθ. 72/10-1-2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, (που εκδόθηκε μετά την έκδοση της με αριθ. 2666/10-12-2010 μη οριστικής απόφασης του ίδιου δικαστηρίου), με την οποία η ασκηθείσα από τον ενάγοντα ήδη αναιρεσείοντα κατά της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας, ήδη αναιρεσίβλητης, από 5-2-2009 και με αριθ. κατ. 19761/536/6-2-2009 αγωγή απορρίφθηκε κατά την κύρια βάση αυτής και έγινε εν μέρει δεκτή κατά την επικουρική της βάση.

Ειδικότερα, με την εν λόγω αγωγή, ο ενάγων-αναιρεσείων ισχυρίσθηκε ότι δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου απασχολήθηκε στην εναγομένη-αναιρεσίβλητη ως υπάλληλος από 24-9- 1994 έως 13-11-2008, οπότε η τελευταία προέβη σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, λόγω υποβολής εναντίον του μήνυσης.

Ζήτησε δε, κατά την κύρια βάση της αγωγής, κατόπιν παραδεκτού μερικού περιορισμού των καταψηφιστικών αιτημάτων αυτής σε αναγνωριστικά: α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, ως καταχρηστικής, για τους αναφερόμενους στην αγωγή λόγους, β) να υποχρεωθεί η εναγομένη - αναιρεσίβλητη να του καταβάλει το ποσό των 10.460,61 ευρώ για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 13-11-2008 έως 12-1-2009 και να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή της να του καταβάλει το ποσό των 52.466,39 ευρώ για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 13-1-2009 έως 13-1-2010, καθώς και το ποσό των 30.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την προσβλητική της προσωπικότητάς του συμπεριφορά της και γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη- αναιρεσίβλητη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του.

Επικουρικά δε, για την περίπτωση που κριθεί έγκυρη η καταγγελία της σύμβασης εργασίας, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη-αναιρεσίβλητη να του καταβάλει το ποσό των 12.000 ευρώ και να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή της να του καταβάλει το ποσό των 29.295 ευρώ, ως αποζημίωση απόλυσης. Όλα δε τα αιτούμενα (κυρίως ή επικουρικώς), ως άνω, ποσά ζήτησε ο ενάγων-αναιρεσείων με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Επί της ένδικης αγωγής εκδόθηκε αρχικώς η με αριθ. 2666/2010 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε η αναβολή της συζήτησης της αγωγής έως την αμετάκλητη περάτωση της ποινικής διαδικασίας που ανοίχθηκε με την υποβολή της από 13-11-2008 μηνυτήριας αναφοράς της εναγομένης σε βάρος του ενάγοντος και ακολούθως η με αριθ. 72/2019 οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, το οποίο:

α) απέρριψε την αγωγή κατά την κύρια βάση αυτής και, ειδικότερα, το αίτημα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ως μη νόμιμο και τα λοιπά, ως άνω, αιτήματα, για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, για επιδίκαση μισθών υπερημερίας και για υποχρέωση της εναγομένης να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος ως αβάσιμα κατ' ουσίαν, δεχόμενο τον ισχυρισμό της τελευταίας ότι ο ενάγων κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής είχε παραιτηθεί σιωπηρά από το δικαίωμα προσβολής του κύρους της (με το οποίο συνδέονται και τα λοιπά, ως άνω, δικαιώματα), β) δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν κατά την επικουρική βάση αυτής περί επιδίκασης αποζημίωσης λόγω απόλυσης.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν ο μεν ενάγων την από 30-4-2019 και με αριθ. κατ. 40007/3095/2-5-2019 έφεση, ο δε εναγόμενος την από 14-11- 2009 και με αριθ. κατ. 100576/7977/18-11-2019 έφεση. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν αμφότερες τις εφέσεις.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, Ολ ΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 683/2022, ΑΠ 109/2020).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση, ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 194/2021).

Προς τους μη προταθέντες ισχυρισμούς εξομοιώνονται και εκείνοι που προτείνονται απαραδέκτως, είτε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, είτε, για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, χωρίς να συντρέχουν οι τασσόμενες με το άρθρο 527 ΚΠολΔ προϋποθέσεις. Η ερμηνεία αυτή δεν αποκλείεται από το ότι η διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ανάγει σε ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης (και) την από το δικαστήριο παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου, διότι η διάταξη αυτή, που καλύπτει πολλές περιπτώσεις δικονομικών απαραδέκτων, άσχετων προς τη διάταξη του αριθμού 8 του ιδίου άρθρου (559) συμπορεύεται με την τελευταία, στην περίπτωση που έχουν ληφθεί υπόψη πράγματα που προτάθηκαν απαραδέκτως, δεδομένου ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να αποκλεισθεί η παράλληλη εφαρμογή των δύο λόγων αναίρεσης, στην περίπτωση αυτή (ΑΠ 622/2019, ΑΠ 394/2011).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 167, 648, 669 ΑΚ, 1 και 3 ν. 2112/1920 και 5 ν. 3198/1955 συνάγεται ότι η από τον εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία, για το κύρος της οποίας απαιτείται η καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης και η τήρηση έγγραφου τύπου.

Η μη τήρηση των ως άνω, προϋποθέσεων συνεπάγεται την ακυρότητα της καταγγελίας. Ακυρότητα της καταγγελίας συνεπάγεται επίσης και η καταχρηστική, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, άσκηση από τον εργοδότη του σχετικού δικαιώματος. Σε περίπτωση ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης, ο εργοδότης που αρνείται να αποδεχθεί την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία του εργαζομένου, καθίσταται υπερήμερος και υποχρεούται στην πληρωμή του μισθού του.

Ο εργαζόμενος, ενόψει του ότι η ακυρότητα της καταγγελίας τάσσεται υπέρ αυτού και είναι, επομένως, σχετική, δικαιούται είτε να εμμείνει στην ακυρότητα της καταγγελίας και να αξιώσει μισθούς υπερημερίας, είτε να θεωρήσει έγκυρη την καταγγελία και να αξιώσει τη νόμιμη αποζημίωση (ΑΠ 1206/2020, ΑΠ 105/2020, ΑΠ 121/2017).

Κατ' επέκταση, ο εργαζόμενος μπορεί να παραιτηθεί ρητώς ή σιωπηρώς από το δικαίωμα προσβολής του κύρους της καταγγελίας ως άκυρης, η παραίτηση δε επιφέρει απόσβεση του σχετικού δικαιώματος (άρθρο 156 ΑΚ). Η σιωπηρή παραίτηση μπορεί να συναχθεί (και) από πράξεις του δικαιούχου, οι οποίες έγιναν για άλλο σκοπό, υποδηλώνουν όμως χωρίς αμφιβολία τη βούλησή του να αποδεχθεί τις συνέπειες της καταγγελίας, πρέπει δε να προκύπτει σαφώς και ανενδοιάστως από συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 105/2020, ΑΠ 2108/2014).

Μόνη δε η είσπραξη αποζημίωσης προβλεπομένης σε ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο για την περίπτωση λύσης της εργασιακής σχέσης με απόλυση του μισθωτού από τον εργοδότη ή η άσκηση από τον εργαζόμενο αγωγής για την καταβολή της αποζημίωσης αυτής, δεν αρκεί για την κατάφαση της συνδρομής σιωπηρής παραίτησης του εργαζομένου από την προσβολή του κύρους της καταγγελίας (σχετ.

ΑΠ 424/2010), για την παραίτηση αυτή του εργαζομένου ισχυρισμός του εργοδότη αποτελεί ένσταση, που αν υποβληθεί εκ μέρους του και αποδειχθεί οδηγεί σε κατάλυση του δικαιώματος του εργαζομένου να προβάλει την ακυρότητα και να αξιώσει μισθούς υπερημερίας (ΑΠ 1900/2005, ΑΠ 497/2005). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 περ.

β'και γ' του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 1, άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται ως εκ του χρόνου άσκησης της ένδικης από 5-2-2009 αγωγής, που εφαρμόζεται και στις ειδικές διαδικασίες, προκύπτει ότι οι προτάσεις των διαδίκων κατατίθενται το αργότερο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, τα περιεχόμενα δε στις προτάσεις μέσα επίθεσης και άμυνας προτείνονται συνοπτικώς και προφορικά και καταχωρίζονται στα πρακτικά συζήτησης, διαφορετικά είναι απαράδεκτα.

Επομένως, η προφορική πρόταση των ισχυρισμών πρέπει να προκύπτει από τη σχετική σημείωση στα πρακτικά του δικαστηρίου και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της πρότασης αυτών από το περιεχόμενο των υποβαλλομένων προτάσεων (Ολ ΑΠ 2/2005, ΑΠ 536/2017, ΑΠ 433/2017, ΑΠ 243/2015). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 527 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν (μεταξύ άλλων) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής.

Έτσι, παρέχεται στον εφεσίβλητο, ανεξαρτήτως της ιδιότητας που είχε στον πρώτο βαθμό, η πρόσθετη δικονομική δυνατότητα της πρότασης απεριορίστως νέων πραγματικών ισχυρισμών προς υπεράσπιση κατά της έφεσης, υπό την παραπάνω προϋπόθεση, της μη μεταβολής της βάσης της αγωγής. Ειδικότερα, ο εναγόμενος, ως εφεσίβλητος, μπορεί να προτείνει στην κατ' έφεση δίκη οποιαδήποτε ένσταση, καταλυτική ή διακωλυτική του δικαιώματος που κρίθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση.

Μπορεί επίσης να προτείνει και ισχυρισμούς, που προτάθηκαν στον πρώτο βαθμό απαραδέκτως, αρκεί να συντελούν στην απόκρουση της έφεσης και την υποστήριξη του διατακτικού της εκκαλούμενης απόφασης (ΑΠ 622/2019, ΑΠ 212/2019, ΑΠ 1162/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση: Α) Με τον πρώτο από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη την ένσταση της εναγομένης - αναιρεσίβλητης περί σιωπηρής παραίτησής του από το δικαίωμα προσβολής του κύρους της καταγγελίας, η οποία δεν προβλήθηκε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού περιέχεται μεν στις κατατεθείσες ενώπιον αυτού προτάσεις της, δεν προτάθηκε όμως προφορικά στο ακροατήριο και δεν καταχωρήθηκε στα οικεία πρακτικά, απορρίπτοντας ( το δευτεροβάθμιο δικαστήριο) το συναφή πρώτο λόγο της κριθείσας από 30-4-2019 έφεσής του, με τον οποίο παραπονείτο για την παραδοχή της εν λόγω ένστασης από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, παρά τη μη παραδεκτή προβολή της.

Η ένσταση δε αυτή έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού, κατόπιν αποδοχής της η αγωγή του κατά την κύρια βάση της απορρίφθηκε κατ' ουσίαν. Β) Με το δεύτερο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, με το να δεχθεί ότι με την άσκηση της από 28-3-2013 αγωγής για διεκδίκηση του ασφαλίσματος από την ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "..." παραιτήθηκε σιωπηρώς από το δικαίωμα προσβολής του κύρους της καταγγελίας, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 156 ΑΚ, την οποία εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα, σε σχέση με τους ερευνώμενους, ως άνω, πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης: Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου η εναγομένη-αναιρεσίβλητη κατέθεσε προτάσεις, με τις οποίες πρόβαλε, μεταξύ άλλων, τον ισχυρισμό ότι ο ενάγων-αναιρεσείων, με την ασκηθείσα κατ' αυτής και κατά της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "..." από 28-3-2013 αγωγή επιδίωξε την καταβολή σ' αυτόν του προβλεπομένου στο καταρτισθέν μεταξύ των (εκεί) εναγομένων με αριθ.2570/0 ασφαλιστηρίου συμβολαίου, ασφαλίσματος, λόγω καταγγελίας της συνδέουσας αυτόν και την εναγομένη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, παραιτούμενος, με τον τρόπο αυτό, σιωπηρώς από το δικαίωμα προσβολής του κύρους της.

Από τα ταυτάριθμα με τη με αριθ. 72/2019 απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δεν προκύπτει ότι η εναγομένη-αναιρεσίβλητη πρότεινε στο ακροατήριο διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της τον παραπάνω ισχυρισμό, αφού δεν καταχωρήθηκε στα πρακτικά. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την, ως άνω, με αριθ. 72/2019 απόφασή του, χωρίς να διαλάβει παραδοχές περί του παραδεκτού ή μη της προβολής του παραπάνω ισχυρισμού, έκρινε αυτόν βάσιμο κατ' ουσίαν και, δεχόμενο ότι ο ενάγων- αναιρεσείων, με τον προαναφερόμενο τρόπο, παραιτήθηκε σιωπηρώς από το δικαίωμα προσβολής του κύρους της καταγγελίας απέρριψε την αγωγή κατ' ουσίαν κατά την κύρια βάση της και, ειδικότερα κατά τα αιτήματα αυτής περί αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας, περί επιδίκασης μισθών υπερημερίας και περί υποχρέωσης της εναγομένης-αναιρεσίβλητης να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος-αναιρεσείοντος..

Με τον πρώτο λόγο της ασκηθείσας κατά της παραπάνω απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου από 30-4-2019 έφεσης, ο ενάγων-εκκαλών-αναιρεσείων ζήτησε την εξαφάνισή της, για το λόγο ότι ο ισχυρισμός της εναγομένης - εφεσίβλητης-αναιρεσίβλητης περί παραίτησής του από το δικαίωμα προσβολής της καταγγελίας "δεν προτάθηκε παραδεκτώς στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, προβλήθηκε από την αντίδικο μόνο με τις κατατεθείσες κατά την επαναληπτική συζήτηση προτάσεις της και δεν αναγράφεται στα πρακτικά της δίκης".

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, που μεταβιβάσθηκε σ' αυτό με τις προαναφερόμενες εφέσεις αμφοτέρων των διαδίκων, η εναγομένη - εφεσίβλητη-αναιρεσίβλητη, με τις κατατεθείσες ενώπιόν του προτάσεις, προς απόκρουση του, ως άνω, πρώτου λόγου έφεσης του ενάγοντος - εκκαλούντος-αναιρεσείοντος επικαλέσθηκε, ως εφεσίβλητη, ότι ο εν λόγω ισχυρισμός της περί σιωπηρής παραίτησης του αντιδίκου της από το δικαίωμα προσβολής του κύρους της καταγγελίας με τον προαναφερόμενο τρόπο συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και όχι ένσταση, ώστε να απαιτείται, για το παραδεκτό της προβολής του, η πρότασή του προφορικά στο ακροατήριο και η καταχώρησή του στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και ισχυρίσθηκε περαιτέρω κατά λέξη ότι ο ενάγων: "επέλεξε την άσκηση δικαιώματος, το οποίο προϋποθέτει έγκυρη καταγγελία, οπότε αυτός σιωπηρά παραιτήθηκε του δικαιώματός του να ζητήσει την ακύρωση αυτής".

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σε σχέση με την παραδεκτή προβολή του, ως άνω, ισχυρισμού της εναγομένης-εφεσίβλητης-αναιρεσίβλητης και περαιτέρω την ουσιαστική βασιμότητα αυτού, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ακόλουθες παραδοχές: "Η εφεσίβλητη-εκκαλούσα "..." (ήδη αναιρεσίβλητη), αποτελεί δημόσια επιχείρηση κοινής ωφέλειας, η οποία ιδρύθηκε με το ν. 1822/1988 και σαν σκοπό έχει την ανάπτυξη και εκμετάλλευση των αλυκών και του ορυκτού αλατιού της χώρας προς εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, με την ανάθεση του συνόλου της παραγωγής του αλατιού της χώρας σε ένα φορέα.

Κατά την ίδρυσή της, η εταιρία ανήκε στο λεγόμενο ευρύτερο δημόσιο τομέα σύμφωνα με την παρ. 6 του αρ. 1 ν. 1256/1982, ενώ σήμερα το νομικό της πρόσωπο αποτελεί δημόσια επιχείρηση σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του ν. 3429/2005. [....] Στις 28-9-1994 συνήφθη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, διάρκειας 5 μηνών, δυνάμει της οποίας ο εκκαλών ενάγων (ήδη αναιρεσείων) θα παρείχε τις υπηρεσίες του στην εφεσίβλητη-εναγομένη ως μηχανολόγος μηχανικός, για το χρονικό διάστημα 28-9-1994 έως 27-2-1995, αντί μηνιαίου μισθού 403.000 δρχ..

Μετά την παρέλευση της 27-2- 1995 που είχε ορισθεί ως χρόνος αυτοδίκαιης λύσης της εν λόγω σύμβασης εργασίας, ο ενάγων συνέχισε να εργάζεται στην εναγομένη μέχρι την 13-11- 2008, οπότε αυτή προέβη σε καταγγελία της μεταξύ τους εργασιακής σχέσης. Η εφεσίβλητη εταιρία, ως εταιρία του ευρύτερου δημόσιου τομέα, υπόκειται στους περιορισμούς που καθορίζουν τη διαδικασία και τους όρους πρόσληψης του προσωπικού με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου κατ' εξαίρεση από το υποχρεωτικό θεσμικό πλαίσιο πρόσληψης με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου για πρόσκαιρες επείγουσες και απρόβλεπτες ανάγκες κ.λ.π. (άρθρα 2 επ. 14 ν. 2190/1994), όπως ορθά έκρινε η προσβαλλομένη.

Κατά το χρόνο της καταγγελίας, ο εκκαλών-ενάγων ασκούσε καθήκοντα υπεύθυνου της διεύθυνσης προσωπικού, προμηθειών και ανάπτυξης του υποκαταστήματος Αθηνών της εφεσίβλητης αντί μηνιαίων αποδοχών 3.932,94 ευρώ, ενώ καθόλη τη διάρκεια της λειτουργίας της σύμβασης εργασίας του, αυτός κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της, όπως δεν αμφισβητήθηκε από αυτή κατά τη συζήτηση της αγωγής, αλλά και των συνεκδικαζομένων εφέσεων.

Συνεπώς, η ένδικη σύμβαση, η οποία καταρτίσθηκε ως ορισμένου χρόνου πριν την έναρξη ισχύος της οδηγίας 1999/70/ΕΚ, των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του 2001 και των άρθρων 5 και 11 του ΠΔ 164/2004 και συνεχίσθηκε και μετά την έναρξη ισχύος των άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, ήταν, κατ' επιτρεπτό ορθό νομικό χαρακτηρισμό, αορίστου χρόνου, ανεξαρτήτως από τη μη τήρηση κατά τη σύναψή της των συναφών διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας που διέπει την πρόσληψη προσωπικού του δημόσιου τομέα, απορριπτομένου του ισχυρισμού της εναγομένης περί ακυρότητας της ανωτέρω σύμβασης λόγω μη τήρησης των διατάξεων αυτών.

Η εφεσίβλητη- εκκαλούσα στις 13-11-2008 κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του εφεσιβλήτου-εκκαλούντος. Η εν λόγω καταγγελία έλαβε χώρα με την επίδοση προς αυτόν σχετικού εγγράφου, χωρίς την καταβολή αποζημίωσης, λόγω της προηγούμενης υποβολής σε βάρος του την ίδια ημέρα (13-11- 2008) μήνυσης, για την ανάληψη εκ μέρους του από το ταμείο της εναγομένης εταιρίας ποσού 29.000 ευρώ.

Ο εκκαλών ισχυρίσθηκε ότι η καταγγελία αυτή είναι άκυρη, για τους λόγους που ειδικότερα εξέθεσε στην αγωγή του, με την κύρια βάση της οποίας ζήτησε την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας σύμβασης εργασίας του και αξίωσε βάσει της ακυρότητας αυτής μισθούς υπερημερίας και την επαναπασχόλησή του.

Τα αγωγικά αυτά αιτήματα ορθά απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, διότι όπως ορθά δέχθηκε, ο εκκαλών κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής είχε ήδη παραιτηθεί σιωπηρώς από το δικαίωμα προσβολής του κύρους της επίδικης καταγγελίας, με τη διεκδίκηση εκ μέρους του, με την από 28-3-2013 αγωγή του, που απευθύνεται κατά της εφεσιβλήτου και της ασφαλιστικής εταιρίας "Η ΕΘΝΙΚΗ" και συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 18-1-2017 ενός εφάπαξ χρηματικού ποσού, του οποίου επικαλείται ότι είχε το δικαίωμα λήψης, λόγω της πλήρωσης των προϋποθέσεων της αναφερόμενης σύμβασης ομαδικής ασφάλισης του προσωπικού της εφεσισβλήτου, μεταξύ των οποίων και η πρόωρη αποχώρησή του την 13-11-2008 από την υπηρεσία αυτής, κατόπιν της επίμαχης καταγγελίας.

Όπως ορθά επίσης δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο η ακυρότητα της καταγγελίας είναι σχετική και, συνεπώς, ο εργαζόμενος εγκύρως παραιτήθηκε από το δικαίωμα να προσβάλει το κύρος της. Κατά συνέπεια ορθά απέρριψε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο την αγωγή κατά την κύρια βάση της...[....] Περαιτέρω, σε κάθε αγωγή, ο εναγόμενος έχει τη δυνατότητα να προβάλλει είτε ένσταση είτε μόνο άρνηση (απλή ή αιτιολογημένη) της ιστορικής βάσης της αγωγής.

Με την άρνηση της αγωγής ο εναγόμενος, αρνείται τη συνδρομή των θεμελιωτικών περιστατικών, τα οποία επικαλείται ο αντίδικος του, προς θεμελίωση της αγωγής, ενώ αντίθετα με την ένσταση ο εναγόμενος αποδέχεται την αλήθεια των περιστατικών αυτών, επικαλείται όμως νέα γεγονότα, διαφορετικά από εκείνα, που συγκροτούν τη βάση της αγωγής και τα οποία αποτρέπουν την επέλευση της επιδιωκόμενης με την αγωγή έννομης συνέπειας.

Η ένσταση, ως εκ τούτου, έχει ως εξυπακουόμενη προϋπόθεση, τη σιωπηρή ομολογία των περιστατικών που θεμελιώνουν το αγωγικό δικαίωμα, στην ανατροπή ή διακώλυση του οποίου, η άσκηση της ένστασης κατατείνει. Η διάκριση μεταξύ αιτιολογημένης άρνησης και ένστασης έχει ιδιαίτερη σημασία ως προς το βάρος της απόδειξης, καθόσον στην αιτιολογημένη άρνηση ο ενάγων υπέχει, όπως και στην αγωγή το βάρος της απόδειξης των θεμελιωτικών της ιστορικής βάσης της αγωγής πραγματικών περιστατικών, ενώ στην ένσταση ο εναγόμενος βαρύνεται με την απόδειξη των νέων γεγονότων που θεμελιώνουν την ένστασή του.

Η άρνηση δεν έχει ανάγκη από νομικό χαρακτηρισμό (υπαγωγή) ούτε μπορεί να θεωρηθεί αόριστη; Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις κατατεθείσες προτάσεις της εναγομένης στον α'βαθμό, αρνούμενη αυτή αιτιολογημένα την αγωγή, αρνήθηκε μεταξύ άλλων και το δικαίωμα απόληψης μισθών υπερημερίας, επειδή ιδίως με την έγερση της από 28.3.2013 αγωγής και με αρ.

καταθ. 47563/4598/2013 αγωγής του ενάγοντος κατά της εναγομένης και της "...", αυτός επιδίωξε την καταβολή του προβλεπόμενου από το με αρ. 2570/0/1.7.1994 ασφαλιστήριο Συμβόλαιο Ομαδικής Ασφάλισης εφάπαξ ποσού για το αποχωρούν, μεταξύ άλλων με καταγγελία της σύμβασης εργασίας, προσωπικό της εναγομένης. Επέλεξε δηλαδή ο ίδιος την άσκηση δικαιώματος, το οποίο προϋποθέτει έγκυρη καταγγελία, οπότε σιωπηρά με δική του πρωτοβουλία και με τη θέλησή του παραιτήθηκε του δικαιώματος να ζητήσει την ακύρωση αυτής.

Ο ισχυρισμός αυτός κατ' αρχήν προβλήθηκε με τις προτάσεις που κατέθεσε η εναγομένη την 30.1.2017, καθότι ήταν οψιγενής και προέκυψε μετά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο της 29.4.2010. Επιπροσθέτως, δεν συνιστούσε ένσταση, δηλαδή ισχυρισμό αποδοχής του αγωγικού δικαιώματος και ταυτόχρονα επίκλησης άλλου, ανατρεπτικού ή διακωλυτικού δικαιώματος του εναγομένου που θα μπορούσε (επί γνησίας ένστασης) να αποτελεί και περιεχόμενο της αγωγής, αλλά άρνηση του αγωγικού δικαιώματος, στηριζόμενη στη σιωπηρή παραίτηση του ενάγοντος απ' αυτό.

Για το λόγο αυτό δεν υπήρχε λόγος ιδιαίτερης αναφοράς με προφορική ανάπτυξη στο ακροατήριο, για την οποία έπρεπε να γίνει και μνεία στα πρακτικά.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος έφεσης τυγχάνει απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Περαιτέρω η εκκαλουμένη απόφαση δεν προσέφυγε στις ερμηνευτικές των δικαιοπραξιών διατάξεις των αρ. 173 και 200 ΑΚ, διότι δεν διέγνωσε ερμηνευτικά κενά σε σύμβαση ή σε δήλωση βούλησης, αλλ' αντιθέτως διαπίστωσε την ύπαρξη σαφών δηλώσεων, οι οποίες έγιναν για άλλο σκοπό κυρίως, έχουν όμως και δικαιοπρακτική βούληση παραιτήσεως από το δικαίωμα της προσβολής του κύρους της καταγγελίας [.....].

Εξ άλλου η φράση πρόωρη αποχώρηση του εργαζομένου λόγω απόλυσης εκ της υπηρεσίας παρά τω αντισυμβαλλομένω" στο ως άνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο (Κεφ.Ι, αρ. 4, Β3) είναι σαφής, εξειδικεύεται δε ακόμη περισσότερο στο αρ.3 του ιδίου κεφαλαίου "αποκτά δικαίωμα ... υπό την απαραίτητον προϋπόθεσιν ότι ούτος θα αποχωρήσει από την υπηρεσία του".

Σύμφωνα λοιπόν με το ασφαλιστήριο, είναι ξεκάθαρο ότι κάθε εργαζόμενος της εναγομένης, αποκτά δικαίωμα στο εφάπαξ ασφάλισμα, εφόσον λυθεί η σύμβαση εργασίας του και με απόλυσή του από τον εργοδότη, και πάντως υπό την απαραίτητη προϋπόθεση της αποχώρησης του υπαλλήλου από την υπηρεσία του. Μέχρι τότε (την απόλυση) ο εν λόγω εργαζόμενος έχει δικαίωμα προσδοκίας στο ασφάλισμα και όχι δικαίωμα υπό αίρεση, αφού το εν λόγω δικαίωμα δεν έχει ακόμη γεννηθεί.

Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του συνιστά "διαλυτική αίρεση" στο ως άνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο (Κεφ.Ι, αρ. 4, Β3), η οποία πληρωθείσα, εξαιρεί αυτόν από το δικαίωμα της ομαδικής ασφάλισης προσωπικού, δεν αποτελεί πλέον αυτός λήπτη ασφάλισης, αποτελεί ερμηνεία της σύμβασης αντίθετα ακριβώς από το γράμμα και το πνεύμα της, αφού το δικαίωμα του λήπτη για την είσπραξη γεννάται ακριβώς εκ της καταγγελίας και δι' αυτής.

Περαιτέρω, η έτερη αιτίαση του αντιδίκου, ότι το εφάπαξ ασφάλισμα καταβάλλεται στο λήπτη ανεξαρτήτως του κύρους της καταγγελίας, επειδή στην καταγγελία περιέχεται η δήλωση του εργοδότη να μην αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και άρα είναι ταυτόσημη με τις έννοιες "απόλυση" και "αποχώρηση" υπαλλήλου στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, πέραν της αντιφατικότητας αυτής με την αμέσως προηγούμενη ερμηνεία, είναι ουσιαστικά αβάσιμη, διότι η καταβολή του ασφαλίσματος δεν κείται αναξαρτήτως του κύρους της καταγγελίας αλλ' αντίθετα προϋποθέτει αυτήν, αφού εξαρτάται από την απόλυση και αποχώρηση του μισθωτού, δηλαδή σε κάθε περίπτωση από τη λύση της σύμβασης εργασίας.

Εξ άλλου, και στην ανωτέρω δήλωση βούλησης του καταγγέλοντος τη σύμβαση εργασίας, εργοδότη, στο να μην αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού εμπεριέχεται, αυτονόητα και η βούληση του ιδίου του εργοδότη, όπως η δήλωσή του αυτή να είναι έγκυρη. Περαιτέρω, το παράπονο του ενάγοντος και εκκαλούντος ως προς την από 13.1.2014 δήλωση του ιδίου προς την εναγομένη περί εκχώρησης στην τελευταία του εν λόγω ασφαλίσματος, διότι αυτή έγινε με επιφύλαξη του στο ίδιο το έγγραφο, όπως αμφισβητήσει το κύρος της καταγγελίας ως καταχρηστικής, προβάλλεται αλυσιτελώς, διότι η εκκαλουμένη δεν διέγνωσε την παραίτηση εκ του δικαιώματος προσβολής του κύρους της καταγγελίας από την επιστολή αυτή, αλλά από την έγερση της από 28.3.2013 (47563/4598/2013) αγωγής του για τη λήψη του ασφαλίσματος.

Εξάλλου η επιστολή αυτή δεν μπορεί να εκληφθεί ως ανάκληση της ως άνω (δια της εγέρσεως αγωγής) παραιτήσεως, αφού αυτή μπορούσε να γίνει μόνο υπό το δικονομικό τύπο της παραίτησης από την από 28.3.2013 αγωγή, στην οποία αγωγή, η παραίτηση από το δικαίωμα προσβολής του κύρους της καταγγελίας περιέχεται. Ενώ εν πάση περιπτώσει, ο εκκαλών- ενάγων, όχι μόνο επέσπευσε τη συζήτηση και συζήτησε την αγωγή αυτή, αλλά άσκησε μεταγενέστερα για την ίδια αιτία και δεύτερη αγωγή κατ' αρθ. 263 ΑΚ και συγκεκριμένα την από 27.7.2017 (αρ. 564514/7066/2017) αγωγή εναντίον της εναγομένης και της "..." (σχετ. 14) μετά από την απόρριψη της από 28.3.2013 αγωγής ως αόριστης, με την με αρ. 3233/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Από την άσκηση της νεότερης αυτής αγωγής, με την οποία διώκεται η διόρθωση της προηγούμενης αόριστης αγωγής προκύπτει ότι ο ενάγων εμμένει ακόμη, και πέραν πάσης αμφιβολίας, στην άσκηση του ως άνω δικαιώματος και συνεπώς δεν έχει αξίωση για μισθούς υπερημερίας, η απόληψη των οποίων προϋποθέτει, σε αντίθεση με την είσπραξη του ως άνω ασφαλίσματος, άκυρη καταγγελία.....".

Σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις, που προεκτέθηκαν, ο, ως άνω, ισχυρισμός περί σιωπηρής παραίτησης του ενάγοντος από το δικαίωμα προσβολής του κύρους της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εργασίας, συνιστά ένσταση και όχι αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής αφού με αυτόν, η εναγομένη, κατά του θεμελιούμενού στις διατάξεις των άρθρων 174 και 180 ΑΚ αγωγικού δικαιώματος για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, προβάλλει άλλα πραγματικά περιστατικά, της σιωπηρής παραίτησης του ενάγοντος από το εν λόγω δικαίωμα, που πληρούν το πραγματικό αντίθετου κανόνα δικαίου, του άρθρου 156 ΑΚ, κατά το οποίο η ρητή ή σιωπηρή παραίτηση του δικαιούχου επιφέρει απόσβεση του δικαιώματος για ακύρωση, η επίκληση και απόδειξη των οποίων οδηγεί σε κατάλυση του σχετικού δικαιώματος.

Επομένως, για να είναι παραδεκτή η προβολή του εν λόγω ισχυρισμού απαιτείτο να προταθεί προφορικά στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και να καταχωρηθεί στα πρακτικά. Κατά συνέπεια, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε αντιθέτως, ότι δηλαδή ο εν λόγω ισχυρισμός συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής που δεν απαιτείτο να προταθεί προφορικά στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και να καταχωρηθεί στα πρακτικά.

Ωστόσο, δεχόμενο το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο εν λόγω ισχυρισμός προβλήθηκε παραδεκτά, δεν έλαβε υπόψη παρά το νόμο πράγματα μη προταθέντα, ούτε παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, αφού, όπως προεκτέθηκε, η εναγομένη πρόβαλε εκ νέου ως εφεσίβλητη ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου τον εν λόγω ισχυρισμό, ο οποίος, ανεξαρτήτως της απαράδεκτης προβολής του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, εφόσον αναφέρεται στο κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης που πλήττεται με τον πρώτο λόγο έφεσης του ενάγοντος-εκκαλούντος και συντελεί στην απόκρουση αυτού και στη στήριξη του διατακτικού της εκκαλούμενης απόφασης, χωρίς να μεταβάλλεται η βάση της αγωγής, προβάλλεται παραδεκτά ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 527 περ. 1 ΚΠολΔ.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αλυσιτελής και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κρίνοντας με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι με την άσκηση της από 28-3-2013 αγωγής κατά της εναγομένης και της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "..." για τη διεκδίκηση εφάπαξ χρηματικού ποσού, λόγω πλήρωσης της προβλεπόμενης στην αναφερόμενη σύμβαση ομαδικής ασφάλισης προϋπόθεσης της αποχώρησής του από την υπηρεσία της εναγομένης κατόπιν της επίμαχης καταγγελίας, ο ενάγων παραιτήθηκε σιωπηρώς από δικαίωμα προσβολής του κύρους αυτής (καταγγελίας), παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 156 ΑΚ, την οποία εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της υποπίπτοντας στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.ΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, όπως βάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο αναίρεσης.

Ειδικότερα, από την άσκηση της εν λόγω από 28-3-2013 αγωγής δεν μπορεί να συναχθεί και μάλιστα σαφώς και ανενδοιάστως βούληση του ενάγοντος να παραιτηθεί από το δικαίωμα προσβολής του κύρους της καταγγελίας και ικανοποίησης των συναφών με την ακυρότητα αυτής δικαιωμάτων του, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι, κατά το χρόνο άσκησης της από 28-3-2013 αγωγής (και της, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, μεταγενέστερα ασκηθείσας από 27-7-2017 δεύτερης αγωγής, μετά την απόρριψη της πρώτης, από 28-3-2013 αγωγής, ως αόριστης), ο ενάγων-αναιρεσείων είχε ήδη ασκήσει κατά της εναγομένης- αναιρεσίβλητης το δικαίωμά του για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, για επιδίκαση μισθών υπερημερίας και για επαναπασχόλησή του στην εναγομένη, με την ένδικη από 5-2-2009 αγωγή, από το ασκηθέν δε με αυτήν, ως άνω, δικαίωμά του δεν παραιτήθηκε κατά τον οριζόμενο στις διατάξεις των άρθρων 296 και 297 ΚΠολΔ τρόπο, επισπεύδοντας, αντιθέτως, τη συζήτηση της εν λόγω αγωγής μετά την έκδοση επί της εκκρεμούς ποινικής υπόθεσης του με αριθ. 2630/2015 βουλεύματος.

Κατόπιν των παραπάνω, κατά παραδοχή ως βάσιμου του δεύτερου αναιρετικού λόγου, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου εκτείνεται στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης και καθιστά αλυσιτελή την έρευνα των λοιπών λόγων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Tέλος, κατά παραδοχή του διαλαμβανομένου στην αίτηση αναίρεσης σχετικού αιτήματος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη εταιρεία, λόγω της ήττας την (αρθ. 176, 183 του Κ.ΠολΔ), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος που παρέστη, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη με αριθ. 121/8-1-2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Οκτωβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Απριλίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ