Legislator Case Law & Legislation
554/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to procedural violation of service rules and procedural law nature.

Case Number 554/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to appeal the Second Instance Court's decision regarding a debt collection dispute. The appellant argued that the lower court contradicted itself by accepting the appeal without original documents while simultaneously rejecting the appeal for lack thereof. The court ruled that the appeal was inadmissible because the relevant provision regarding document submission is a rule of procedural law, not substantive law, and the lower court's reasoning was not contradictory. Consequently, the appeal was rejected and the costs were ordered to be paid to the public fund.

Legislator headnote

AI generated

Articles 640 and 576 of the Code of Civil Procedure; A violation of procedural law rules, such as the requirement to submit original documents, renders an appeal inadmissible as it does not constitute a substantive law error.

Keywords

AI generated
procedural law inadmissible appeal service of process original documents Code of Civil Procedure contradictory reasoning public fund costs

Cited Legislation

AI generated
Article 640 of the Code of Civil Procedure
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1186/2012
Supreme Court Case 1304/2011
Supreme Court Case 1897/2009
Supreme Court Case 1050/2010

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 554 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 554/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Μαΐου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Μ. του Μ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βύρωνα Βοσκίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ………. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/7/2004 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10106/2005 μη οριστική και 25089/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 512/2016 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7/9/2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την ... έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Α. Π., την οποία προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 7.9.2016 αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου της 16.10.2017 και κλήση για να παραστεί κατά τη συζήτηση αυτής στην ορισθείσα δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, στην αναιρεσίβλητη.

Κατά την ως άνω δικάσιμο η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Η αναιρεσίβλητη, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως, δεν παρέστη κατά την ως άνω νομίμως ορισθείσα μετά την αναβολή δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση, κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο.

Επομένως, ενόψει του ότι δεν χρειαζόταν νέα κλήτευση της αναιρεσίβλητης για να εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, αφού η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο της ορισθείσας νέας δικασίμου ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για εμφάνισή τους κατ' αυτή (άρθρο 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, σύμφωνα με το άρθρο 575 εδ.

β' του ίδιου Κώδικα), πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, να ερευνηθεί η υπόθεση παρά την απουσία αυτής. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 635 επ. ΚΠολΔ, 512/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε την προσβαλλόμενη με αυτή 25089/2011 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε απορριφθεί η από 6-7-2004 ανακοπή της τελευταίας και είχε επικυρωθεί η 13921/2004 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δέχθηκε την ανακοπή αυτή και ακύρωσε την άνω διαταγή πληρωμής.

Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός, ο οποίος στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά, χωρίς να απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποία από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποία για έμμεση απόδειξη.

Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου όρου του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ. Δηλαδή, ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι όμως και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ 1864/2017, ΑΠ 97/2016, ΑΠ 677/2015).

Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ? αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1304/2012, ΑΠ 292/2011), ανεξάρτητα αν ύστερα από την εκτίμησή τους καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2148/2007).

Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 632 παρ. 3 και 640 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, που έχει εκδοθεί βάσει πιστωτικών τίτλων, εκδικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των πιστωτικών διαφορών και γίνεται δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, εάν ο καθού η ανακοπή δεν προσκομίσει μέχρι τη συζήτησή της στο ακροατήριο τα πρωτότυπα των πιστωτικών τίτλων, εφόσον η προσκόμισή τους είναι αναγκαία για τη διάγνωση των λόγων της ανακοπής, όπως συμβαίνει όταν ο οφειλέτης προβάλλει ενστάσεις που αναφέρονται σε ελαττώματα του τίτλου και αποδεικνύονται από το σώμα αυτού (έλλειψη νόμιμης χαρτοσήμανσης, υπογραφής κλπ) ή σχετίζονται με την ιδιότητα του αντιδίκου του ως νόμιμου κομιστή τους, αφού σε κάθε άλλη περίπτωση η κατοχή του δεν αμφισβητείται, άρα δεν είναι αντικείμενο της δίκης της ανακοπής (ΑΠ 987/2014, ΑΠ 1087/2011, ΑΠ 1538/2000, ΑΠ 500/1997).

Από τη διατύπωση, δε, αυτή του νόμου προκύπτει ότι, αποκλείεται η προσαγωγή αντί του πρωτοτύπου, κυρωμένου αντιγράφου του πιστωτικού τίτλου. Τούτο είναι σύμφωνο με τη φύση του πιστωτικού τίτλου, που δεν είναι απλώς έγγραφο συστατικό της απαίτησης η οποία απορρέει από αυτό, αλλά που πραγματικά ενσωματώνει την απαίτηση έτσι ώστε μόνη η κατοχή του τίτλου συνιστά αποκλειστικό μέσο νομιμοποίησης για την άσκηση του δικαιώματος που είναι ενσωματωμένο σε αυτόν, όπως προκύπτει από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 16, 21 επ., 50, 64 επ., 77 και 84 του Ν. 5325/1932, "περί συναλλαγματικής και γραμματίου εις διαταγήν".

Όμως το κυρωμένο αντίγραφο του πιστωτικού τίτλου αποδεικνύει μόνο το περιεχόμενό του και την απαίτηση που απορρέει από αυτό, όχι όμως και την κατοχή του από ορισμένο πρόσωπο, η οποία κατοχή αποτελεί προϋπόθεση άσκησης του ενοχικού δικαιώματος που είναι ενσωματωμένο στον τίτλο (ΑΠ 1268/2010, ΑΠ 513/1984). Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη και μάλιστα μολονότι υπήρχε αντίθετη απόδειξη.

Συγκεκριμένα διότι δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα, ως καθής η ανακοπή, την οποία είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη κατά της 13921/2004 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που είχε εκδοθεί με βάση τις αναφερόμενες επιταγές, δεν είχε προσκομίσει ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και μέχρι τη συζήτηση της ανακοπής, την 24.11.2004, τα σώματα των επιταγών αυτών και για το λόγο αυτό δέχθηκε την έφεση την οποία είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει αντίθετα και ακολούθως δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής.

Όμως, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον η παραδοχή περί της προσκόμισης ή μη των επιταγών, δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την εκτεθείσα ανωτέρω έννοια, ώστε να ιδρυθεί παράβαση εκ του αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά πραγματικό γεγονός, το οποίο μάλιστα ανάγεται στην ανέλεγκτη ουσιαστική εκτίμηση του δικαστηρίου (ΑΠ 1468/2012).

Σε κάθε, όμως, περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, για να καταλήξει στην ουσιαστική κρίση του ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε προσκομίσει τους πιστωτικούς τίτλους μέχρι τη συζήτηση της ανακοπής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο στις 13-5-2011 (και όχι στις 24-11-2004) και να διαμορφώσει το αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του αποδείξεις στις οποίες στηρίχθηκε και μνημονεύονται στην απόφαση, μεταξύ των οποίων τον προβληθέντα από την αναιρεσείουσα στο πρωτόδικο δικαστήριο, με τις από 12-5-2011 προτάσεις της, ισχυρισμό, ότι από λόγους ανώτερης βίας και συγκεκριμένα λόγω απώλειας των πρωτοτύπων των επιταγών αδυνατεί να προσκομίσει τούτους στη δίκη, δημοσίευμα σχετικό με τον επικαλούμενο λόγο απώλειας του πρωτοτύπου αυτών, το περιεχόμενο της διεξαχθείσας πραγματογνωμοσύνης, στην οποία βεβαιώνεται ότι η γραφολογική πραγματογνωμοσύνη διεξήχθη χωρίς την προσκομιδή των πρωτοτύπων, καθώς και την προβολή του ίδιου ισχυρισμού ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.

Επομένως, το Εφετείο δεν δέχθηκε, παρά το νόμο, "πράγματα" που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ο εκ του αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι απορριπτέος. Στο αναιρετήριο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, πρέπει να αναφέρεται ο λόγος αναίρεσης και να καθορίζονται τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν το σφάλμα που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μη πάσχει από αοριστία (ΑΠ 290/2017, ΑΠ 275/2017).

Εάν με το λόγο αναίρεσης πλήττεται αιτιολογία της απόφασης, η οποία δεν στηρίζει το διατακτικό της, είναι αυτός αλυσιτελής, αφού και υπό την εκδοχή της τυχόν βασιμότητάς του δεν επιδρά κατά το νόμο στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και δεν οδηγεί στην ανατροπή αυτής (ΑΠ 189/2017, ΑΠ 927/2014, ΑΠ 2/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, εκ του αρ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη της τα μετ' επικλήσεως προσκομισθέντα έγγραφα και συγκεκριμένα την 12702/2010 απόφαση του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία αυτή κηρύχθηκε αθώα της κατηγορίας ότι πλαστογράφησε τις ένδικες επιταγές, την 3938/2011 απόφαση του Γ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία καταδικάστηκε ο μάρτυρας της αναιρεσίβλητης Κ.

Ρ. για ψευδορκία, καταθέσας ψευδώς ότι η αναιρεσείουσα πλαστογράφησε τις ως άνω επιταγές και διέπραξε επίσης υπεξαγωγή εγγράφων και απάτη στο δικαστήριο, καθώς και την ... έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της γραφολόγου Μ. Φ., που είχε αποφανθεί ότι οι υπογραφές στις ένδικες επιταγές είναι γνήσιες υπογραφές του εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης Κ.

Ρ., με τα οποία (έγγραφα) αποδεικνύεται ο ισχυρισμός της περί της γνησιότητας των υπογραφών στις επιταγές, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Οι ως άνω λόγοι της αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, ως αλυσιτελείς, καθόσον οι αποδιδόμενες πλημμέλειες δεν προσβάλλουν την αναιρεσιβαλλόμενη ως προς τον προαναφερόμενο λόγο παραδοχής της ανακοπής και ακύρωσης της διαταγής πληρωμής που εκδόθηκε με βάση τις επιταγές αυτές.

Το πόρισμα του Εφετείου στηρίζεται στη μη προσκόμιση των επιταγών ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όπως επιβάλλεται με το άρθρο 640 ΚΠολΔ, λόγω της προβληθείσας ένστασης πλαστότητας αυτών, αλλά φωτοτυπικών αντιγράφων των επιταγών.

Συνεπώς, οι προβαλλόμενες με τους ανωτέρω λόγους πλημμέλειες και αν ακόμη είναι βάσιμες δεν οδηγούν στην αναίρεση της απόφασης. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως.

Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεως του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, (Ολ ΑΠ 15/2000, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 225/2016, ΑΠ 73/2016).

Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, ακόμη και σε εκείνο του αριθμού 1 του εν λόγω άρθρου ( ΑΠ 259/2017, ΑΠ 142/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση με την εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1, 8 παρ. 2, 9 παρ. 2 και 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, που καθιερώνουν την αρχή της δίκαιης δίκης, καθώς και του άρθρου 25 του Συντάγματος, με την οποία προβλέπεται η αρχή της αναλογικότητας.

Ισχυρίζεται, ειδικότερα, ότι, σύμφωνα με τις αρχές που καθιερώνουν οι επικαλούμενες ως άνω διατάξεις,, δεν θα έπρεπε να εφαρμοστεί η διάταξη του άρθρου 640 ΚΠολΔ, ενόψει της έκδοσης των προαναφερόμενων αθωωτικών αποφάσεων, της εκθέσεως γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, του γεγονότος ότι είχε προσκομίσει στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και στη συζήτηση της υπόθεσης κατά τη δικάσιμο της 24-11-2004 τα πρωτότυπα των ένδικων επιταγών και του ότι εάν δεν είχαν αυτά απωλεσθεί στη συνέχεια δεν υπήρχε λόγος να μην τα προσκομίσει και ενώπιον του Εφετείου.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απαράδεκτος, καθόσον η αναιρεσείουσα δεν ισχυρίζεται στο αναιρετήριο ότι τον ισχυρισμό είχε προβάλει νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και συγκεκριμένα ότι είχε προβάλλει αυτόν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφερε τούτον με τις προτάσεις της, καθόσον ήταν εφεσίβλητη, στο Εφετείο, με παράθεση του ισχυρισμού, όπως είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος.

Ούτε, ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, ότι είχε προβάλει στο δικαστήριο της ουσίας τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το λόγο αυτό, ούτε επικαλείται λόγους παραδεκτής προβολής του το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δημιουργείται μόνο προκειμένου για παράβαση, ευθεία ή εκ πλαγίου, αντίστοιχα, κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, όχι όμως και κανόνων του δικονομικού δικαίου (ΑΠ 1186/2012, ΑΠ 1304/2011). Δικονομικοί θεωρούνται οι κανόνες δικαίου εκείνοι που καθορίζουν τη διαδικασία, τα όργανα, τον τρόπο και τη μορφή της έννομης προστασίας (ΑΠ 1897/2009).

Τέτοια είναι και η διάταξη του άρθρου 640 ΚΠολΔ (ΑΠ 1050/2010), με την οποία, όπως προαναφέρθηκε, ορίζεται ως υποχρέωση η προαποδεικτική προσκόμιση των πιστωτικών τίτλων, με ποινή, μάλιστα, το απαράδεκτο του ενδίκου βοηθήματος. Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης, μέμφεται το Εφετείο ότι με αντιφατική αιτιολογία, συνιστάμενη στο ότι δέχεται αφενός μεν τη μη προσκόμιση από αυτήν των πρωτότυπων των ένδικων επιταγών με βάση τις οποίες είχε εκδοθεί η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, κατά τη δικάσιμο της 24-11-2004, αφετέρου δε, αντιφατικά δέχεται σιωπηρά, αλλά σαφώς, ότι κατά την ανωτέρω δικάσιμο προσκόμισε τα πρωτότυπα των επιταγών αυτών, διότι δέχθηκε ότι, με την 10106/2005 απόφαση που εκδόθηκε μετά την εκδίκαση της υπόθεσης, δεν έγινε η ανακοπή δεκτή άνευ ετέρου, όπως θα συνέβαινε εάν δεν είχε προσκομίσει τα σώματα των επιταγών.

Ο ως άνω λόγος της αναίρεσης, στηριζόμενος σε πλημμέλεια εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος. Τούτο διότι, η εφαρμοσθείσα και στηρίζουσα το διατακτικό της απόφασης, διάταξη του άρθρου 640 ΚΠολΔ, είναι δικονομικού δικαίου και η παραβίασή της δεν μπορεί να ιδρύσει τον επικαλούμενο ως άνω αναιρετικό λόγο.

Εκτός δε τούτου, ο λόγος δεν είναι βάσιμος, καθόσον η προσβαλλόμενη δέχεται μόνο ότι δεν προσκομίστηκαν τα πρωτότυπα των επιταγών κατά τη δικάσιμο ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ενώ δεν υπάρχει παραδοχή ότι αυτά προσκομίστηκαν. Τέτοια παραδοχή δεν συνιστά το επικαλούμενο ότι γίνεται αναφορά περί της έκδοσης απόφασης περί πραγματογνωμοσύνης και όχι απόφασης με την οποία γίνεται δεκτή η ανακοπή, λόγω τέτοιας παράλειψης.

Αντίθετα, μάλιστα η προσβαλλόμενη, ρητά αναφέρεται σε σφάλμα της πρωτόδικης που δεν ερεύνησε αυτεπάγγελτα το ζήτημα της προσκόμισης των πρωτότυπων των επιταγών και να αχθεί σε πόρισμα παραδοχής λόγω της μη συμμόρφωσης της αναιρεσείουσας στην εκ της διατάξεως του άρθρου 640 ΚΠολΔ υποχρέωσης, μολονότι η αναιρεσίβλητη είχε προτείνει σχετικό ισχυρισμό με την προσθήκη των προτάσεών της.

Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 7-9-2016 αίτηση για αναίρεση της 512/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, και να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων που κατατέθηκαν από τον αναιρεσείοντα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

Εξάλλου, δικαστικά έξοδα υπέρ της αναιρεσίβλητης που νίκησε δεν θα επιδικαστούν αφού αυτή δεν παραστάθηκε στη συζήτηση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-9-2016 αίτηση της Μ. Μ. του Μ. για αναίρεση της 512/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Μαΐου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ