Supreme Court dismisses appeal on property ownership, upholding lower court's free evaluation of evidence regarding land description.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by multiple parties against a second-instance judgment concerning a property ownership dispute. The appellants argued that the lower court erred in its assessment of the land description and failed to consider their claim of inadmissibility due to quantitative vagueness. The court rejected these claims, ruling that the trial court's evaluation of the topographical map and other evidence falls within its free discretion and that the disputed arguments were already addressed in the lower decision.
Legislator headnote
AI generatedArticles 68 and 216 of the Code of Civil Procedure; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The court's free evaluation of evidence regarding the description of the subject matter of a property dispute does not constitute grounds for appeal, and arguments regarding the adequacy of the description are inadmissible if the lower court has already considered them.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 554 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 554/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1)Β. Τ. του Δ., 2)Β. χήρας Δ. Τ., κατοίκων ..., 3)Ζ. Τ. του Δ., κατοίκου ..., 4)Α. Τ. του Δ. και 5)Σ. Τ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν οι 1ος, 2η ,3ος, και 5η των αναιρεσειόντων δια, η δε 4η μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Ιωάννη Κατσουρίνη.
Του αναιρεσίβλητου: Θ. Μ. του Δ. κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παναγιώτη Πρωτόπαππα με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-12-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3ΤΠ/2013 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 15/2015 του Εφετείου Αιγαίου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες, με την από 17-4-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε την από 19-11-2015 έκθεσή της με την οποία εισηγείται να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 1094 ΑΚ, ο κύριος πράγματος, δικαιούται να απαιτήσει από τον νομέα ή τον κάτοχο, την αναγνώριση της κυριότητός του και την απόδοση του πράγματος. Εναγόμενος στη διεκδικητική αγωγή είναι ο νομέας ή κάτοχος, κατά το χρόνο έγερσης αυτής και δεν είναι ανάγκη να νέμεται για τον εαυτό του, ούτε να αφαιρέσει τη νομή του διεκδικουμένου από τον ίδιο τον ενάγοντα.
Για τη νομιμοποίηση δηλαδή του εναγομένου στην πιο πάνω αγωγή, αρκεί ότι αυτός νέμεται ή απλά κατέχει το πράγμα κατά το χρόνο της εγέρσής της. Ο εναγόμενος πρέπει να εξακολουθεί κατά την έγερση της αγωγής να νέμεται ή να κατέχει το πράγμα. Αν έπαυσε πριν από την έγερση της αγωγής να νέμεται ή να κατέχει, δεν νομιμοποιείται παθητικά και η αγωγή τότε πρέπει να εγερθεί κατά του τωρινού νομέα ή κατόχου.
Αίτημα της αγωγής αυτής είναι η αναγνώριση της κυριότητας του ενάγοντος και η απόδοση του πράγματος σ’ αυτόν. Για την πληρότητα της διεκδικητικής αγωγής κατά τα άρθρα 68 και 216 ΚΠολΔ αρκεί για τη νομιμοποίηση του εναγομένου η επίκληση της νομής ή κατοχής του, χωρίς άλλο ειδικότερο προσδιορισμό ως π.χ. τίτλος δυνάμει του οποίου κατέχει ο εναγόμενος.
Αν από τι αποδείξεις προκύψει ότι ο εναγόμενος δεν είναι υποκείμενο της επίδικης έννομης σχέσης ήτοι ότι δεν είναι νομέας ή κάτοχος του διεκδικουμένου ακινήτου, η αγωγή απορρίπτεται ως αβάσιμη για ανυπαρξία του επιδίκου δικαιώματος και όχι για έλλειψη νομιμοποίησης. Έτσι αν ο εναγόμενος επί διεκδικητικής αγωγής αντιτάξει ότι δεν είναι νομέας, ούτε κάτοχος του διεκδικουμένου ακινήτου, δεν συνιστά ο ισχυρισμός αυτός ένσταση παθητικής νομιμοποιήσεως, αλλά άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής.
Εξάλλου η νομική αοριστία της αγωγής δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ αν το δικαστήριο για την κρίση του, ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ στοιχεία που απαιτούνται, κατά νόμο, για τη θεμελίωση του αιτήματος, ελέγχονται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ.8 και 14 ΚΠολΔ.
Εξ ετέρου, ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση και ιδρύει τον από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και οι αιτιολογίες σχετικά με την αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ή τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης. (Ολ.
ΑΠ 24/1992). Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αρ.8 εδ.β του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως, όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου.
Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό. Εξ ετέρου ο από τον αριθμό 10 του ίδιου άρθρου λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του "πράγματα", υπό την προεκτεθείσα στο άρθρο 8 έννοια, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη αυτή.
Τέλος κατά τη διάταξη του αριθμού 9α του ίδιου άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, ήτοι αν το δικαστήριο αποφάνθηκε (έστω και με αναγνωριστική διάταξη) επί αιτήματος. Ως "αίτηση" νοείται κάθε αυτοτελές αίτημα των διαδίκων, με το οποίο ζητείται η παροχή δικαστικής προστασίας σε οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της π.χ.
αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης, αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ένδικων μέσων, ανακοπή τριτανακοπής (Ολ.ΑΠ 25/2003). Δεν αποτελεί αίτημα η από τις αποδείξεις προκύψασα διαφορετική περιγραφή του επιδίκου, ούτε ο νομικός χαρακτηρισμός που έδωσαν οι διάδικοι αν το δικαστήριο αξιολόγησε κατ’ άλλο τρόπο τη διαφορά.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) το Εφετείο αφού δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση της αναιρεσείουσας - ενάγουσας, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει, ως αόριστη, την ασκηθείσα από αυτήν, κατά των αναιρεσειόντων, διεκδικητική αγωγή και αφού την έκρινε ως ορισμένη, δέχθηκε ως προς αυτήν, κατ’ ανέλεγκτη κρίση, και μετά από συνεκτίμηση των ενώπιόν του νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 13-2-2002 απεβίωσε στην Αθήνα η Ε.
συζ. Δ. Μ. το γένος Θ. Β., χωρίς να αφήσει διαθήκη, έχοντας ως μοναδικούς πλησιέστερους συγγενείς της τον υιό της και τώρα ενάγοντα, Θ. Μ. και το σύζυγό της, Δ. Μ.. Ο τελευταίος, με την ενώπιον της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών υπ’ αριθμ. .../28-3-2002 δήλωση του, αποποιήθηκε την κληρονομιά της αποβιωσάσης συζύγου του, κι έτσι σ’ αυτήν (κληρονομιά) υπεισήλθε, ως μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος, ο ενάγων.
Μεταξύ των κληρονομιαίων ακινήτων της παραπάνω θανούσας συγκαταλέγεται κι ένα παραλιακό αγροτεμάχιο, εμβαδού 1.000 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." της περιφέρειας του δημοτικού διαμερίσματος Ναούσης του Δήμου Πάρου της νήσου Πάρου Κυκλάδων, το οποίο έχει σχήμα παραλληλόγραμμο, κείται εκτός ρυμοτομικού σχεδίου και οικισμού, έχει πρόσοψη επί ανώνυμης παραλιακής οδού, εμφαίνεται υπό αριθμό … στο επισυναπτόμενο στην αγωγή και στο υπ’ αριθμ. .../18-6-1965 συμβόλαιο διανομής του συμβ/φου Πειραιώς Χριστόφορου Γαλάτη τοπογραφικό διάγραμμα και συνορεύει γύρωθεν ανατολικά επί πλευράς 25 μέτρων με ανώνυμη παραθαλάσσια οδό, δυτικά επί πλευράς 25 μέτρων με αγρό συνιδιοκτησίας Β.
και Ζ. Τ. και ήδη συνιδιοκτησίας των 3ης, 4ης και 5ης των εναγομένων (Ζ., Α. και Σ. Τ.), βόρεια επί πλευράς 40 μέτρων με το υπ’ αριθμ. 13 αγροτεμάχιο του παραπάνω τοπογραφικού, ιδιοκτησίας Μ. Μ. και νότια επί πλευράς 40 μέτρων με το υπ’ αριθμ. 11 αγροτεμάχιο του παραπάνω τοπογραφικού, ιδιοκτησίας Θ. Π.. Ο ενάγων, με τη νομίμως μεταγραφείσα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πάρου (τόμος … και αριθμός …) υπ’ αριθμ. .../25-7-2002 δήλωση του ενώπιον της συμβ/φου Περιστερίου Αττικής Αικατερίνης Μαμουζέλου - Σπηλιακοπούλου, αποδέχθηκε την κληρονομιά της μητρός του, αποτελούμενη και από το παραπάνω αγροτεμάχιο.
Στην ανωτέρω κληρονομούμενη και άμεση δικαιοπάροχο του ενάγοντος, το εν λόγω αγροτεμάχιο είχε περιέλθει δυνάμει του νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πάρου (τόμος ...) υπ’ αριθ. .../9-6-1986 συμβολαίου γονικής παροχής της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, που συνέστησε υπέρ αυτής ο πατέρας της Θ.
Β. του Ι., στο δε τελευταίο τούτο είχε περιέλθει δυνάμει του νόμιμα μεταγεγραμμένου στα ίδια ως άνω βιβλία μεταγραφών (τόμος ...) υπ’ αριθμ. .../18-6-1965 συμβολαίου διανομής του συμ/φου Πειραιώς Χριστόφορου Γαλάτη, διά του οποίου διανεμήθηκε έκταση 18 στρεμμάτων, την οποία είχαν αγοράσει κοινά, αδιαίρετα και κατ’ ισομοιρία και δη κατά ποσοστό 1/18 εξ αδιαιρέτου έκαστος, δέκα οκτώ (18) συνολικά αγοραστές, όλοι τους αξιωματικοί του Ελληνικού στρατού διαμένοντες στην Αττική, μεταξύ δε αυτών, κι ο παππούς και απώτερος δικαιοπάροχος του ενάγοντος, Θ.
Β. του Ι., που τότε είχε το βαθμό του ταγματάρχη. Η εν λόγω έκταση των 18 στρεμμάτων, που με το παραπάνω συμβόλαιο διανεμήθηκε εις τρόπον ώστε ο κάθε αξιωματικός να λάβει κατά πλήρη κυριότητα από ένα παραλιακό αγροτεμάχιο, εμβαδού ενός στρέμματος, αποτελείτο αρχικώς από δύο γειτονικά και μη συνορεύοντα μεταξύ τους εδαφικά τμήματα των 7 και 11 στρεμμάτων αντιστοίχως, εκ των οποίων, το μεν πρώτο πωλήθηκε ως ενιαία έκταση από τον ιδιοκτήτη της Β.
Τ. του Α., δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../6-5-1965 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του τότε συμ/φου Πάρου Θεόδωρου Κονταράτου, ενώ το δεύτερο, που αποτελείτο από τρία συνεχόμενα αγροτεμάχια διαστάσεων: α) 2 στρεμμάτων, β) 4 στρεμμάτων και γ) 5 στρεμμάτων αντιστοίχως, πωλήθηκε από τους επιμέρους ιδιοκτήτες του, που ήταν οι:
α) Α. Β. Τ., β) Β. Α. Τ. και Ζ. συζ. Β. Τ. και γ) Γ. Β. Τ., αντιστοίχως, δυνάμει των νομίμως μεταγεγραμμένων στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πάρου υπ’ αριθμ. .../6-5-1965, .../6-5-1965 και .../6-5-1965 αγοραπωλητήριων συμβολαίων του ιδίου ως άνω συμ/φου Πάρου. Ιδιοκτήτες του περιελθόντος στον ενάγοντα κληρονομιαίου ακινήτου, που, σημειωτέον, αποτελούσε τμήμα του υπό στοιχείο β’ αγροτεμαχίου, συνολικής εκτάσεως 4 στρεμμάτων, ήταν το ανδρόγυνο Β.
Τ. και Ζ. συζ. Β. Τ., οι οποίοι προέβησαν στην πώληση του, δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../6-5-1965 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου. Στο μεταβιβαστικό αυτό συμβόλαιο η πωλούμενη έκταση των 4 στρεμμάτων φέρεται να αποτελεί το ανατολικό τμήμα ενός μεγαλυτέρου αγρού, στη θέση "...", συνολικής εκτάσεως "επτά (7) ζευγαριών ή όσης επί πλέον ή έλλασσον κι αν είναι", συνορευομένου γύρωθεν με κτήματα Ζ.
Σ., Ι. Π. και Ιερού Ναού Ναούσης Πάρου "..." και με δημόσιον δρόμο, ενώ τα όρια του πωληθέντος στους αξιωματικούς τμήματος των 4 στρεμμάτων ορίζονται ως εξής: "ανατολικά με δημόσιο παραλιακό δρόμο επί πλευράς 100 μέτρων, δυτικά με υπόλοιπο αγρό επί πλευράς 100 μέτρων, βόρεια με αγρό Γ. Β. Τ. επί πλευράς 40 μέτρων και νότια με αγρό Α.
Β. Τ.". Στο παραπάνω ζεύγος πωλητών, οι οποίοι, σημειωτέον, τυγχάνουν συγγενείς των εναγομένων και συγκεκριμένα παππούς - γιαγιά των 1ου, 3ης, 4ης και 5ης εναγομένων και πεθερός-πεθερά της 2ης εναγομένης, ο μεγαλύτερος αυτός αγρός είχε περιέλθει, κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, εξ αγοράς από τον Γ. Ν. Α., δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Νάουσας Πάρου (τόμος ...) υπ’ αριθμ. .../1954 συμβολαίου του συμ/φου Πάρου Θεόδωρου Κονταράτου, στο δικαιοπάροχο αυτών, Γ.
Α., εξ αγοράς από την Α. θυγ. Π. Δ., δυνάμει του υπ’ αριθ. .../26-9-1915 αγοραπωλητήριου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πάρου Παναγιώτη Κρίσπη, νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του τέως Δήμου Ναούσης της Πάρου (τόμος ...), ενώ στην τελευταία είχε περιέλθει κατά το έτος 1910, συνεπεία κληρονομικής διαδοχής του αποβιώσαντος πατρός της Π.
Δ.. Η πιο πάνω μητέρα και άμεση δικαιοπάροχος του ενάγοντος, Ε. Β.-Μ., καθώς και ο παππούς αυτού και απώτερος δικαιοπάροχος του, Θ. Β., μολονότι διέμεναν μονίμως στην Αθήνα, από της καταρτίσεως των παραπάνω συμβολαιογραφικών πράξεων παρέλαβαν στη νομή τους το προπεριγραφέν αγροτεμάχιο εκτάσεως 1000 τ.μ., έκτοτε δε το ενέμοντο με καλή πίστη, διάνοια κυρίου και νόμιμο τίτλο, ενεργώντας επ’ αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του διακατοχικές πράξεις.
Ειδικότερα, το 1965 ο παππούς του ενάγοντος, έχοντας και τη σύμφωνη γνώμη των λοιπών γειτόνων του, οριοθέτησε το ακίνητο, που τότε ήταν χέρσο και παντελώς ακκαλλιέργητο, τοποθετώντας στις τέσσερις γωνίες του ξύλινους πασσάλους, στερεωμένους στο έδαφος σε βάση από σκυρόδεμα, έκτοτε δε, κάθε φορά που ερχόταν στην Πάρο για τις καλοκαιρινές του διακοπές, και τούτο συνέβαινε συχνά λόγω της ιδιαίτερης αγάπης που έτρεφε για το νησί, το επισκεπτόταν και το επέβλεπε, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από τρίτους και δη από τους όμορους προς δυτικά ιδιοκτήτες, Β.
και Ζ. Τ., οι οποίοι ήταν, άλλωστε, και οι άμεσοι δικαιοπάροχοι του. Συχνότατες επισκέψεις στο επίδικο διενεργούσε μετά το 1986, μετά δηλαδή τη σύσταση της γονικής παροχής, και η μητέρα του ενάγοντος μετά του συζύγου της, του κοινού τους τέκνου και διαφόρων φίλων, διαμένοντας μάλιστα στο ξενοδοχείο με την ονομασία "Χ.", που βρίσκεται σε κοντινή απόσταση από το επίδικο, ενώ το 1989 αντικατέστησε τους ήδη φθαρμένους ξύλινους πασσάλους, που το οριοθετούσαν, με τέσσερις τσιμεντόλιθους, ύψους ενός περίπου μέτρου (βλ.
καταθέσεις μαρτύρων Ε. Δ., στενού φίλου των γονέων του ενάγοντος και Α. Β., θείας του ενάγοντος, που περιέχονται στις …/2010 και .../2011 ένορκες βεβαιώσεις). Επίσης, κατά τα έτη 1996 και 1997 κατέβαλε προσπάθεια να πωλήσει το ακίνητο της σε τρίτους, μεταξύ αυτών και στο ζεύγος Π. και Έ. Μ., που το επισκέφτηκαν συνοδευόμενοι από το σύζυγο της, πλην όμως η αγοραπωλησία δεν καταρτίστηκε τελικώς (βλ.
κατάθεση Έ. Μ. που περιέχεται στην υπ’ αριθμ. .../2011 ένορκη βεβαίωση), ενώ το οικονομικό έτος 1995, αυτή το δήλωσε στο έντυπο Ε9, το οποίο υπέβαλε προς την αρμόδια Δ.Ο.Υ. Ψυχικού Αττικής (βλ. σχετικό έντυπο). Την πενταετία, που επακολούθησε, οι επισκέψεις στο επίδικο σταμάτησαν, διότι η, ήδη, κλονισμένη υγεία της μητρός του ενάγοντος (έπασχε από σακχαρώδη διαβήτη, χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, απώλεια όρασης και από προβλήματα κινητικότητας των κάτω άκρων) επιδεινώθηκε βαρύτατα και απαιτούσε άμεση και καθημερινή φροντίδα, περί δε το Φεβρουάριο του 2002 αυτή εισήχθη εσπευσμένως στο Νοσοκομείο "Ευαγγελισμός", όπου και απεβίωσε (στις 13-2-2002).
Ο ενάγων, μετά το θάνατο αυτής, προέβη στη σύνταξη και μεταγραφή της προαναφερθείσας υπ’ αριθμ. .../25-7-2002 πράξης δηλώσεως αποδοχής κληρονομιάς, υπέβαλε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. ΙΑ’ Αθηνών την υπ’ αριθμ. ...2-7-2002 δήλωση φόρου κληρονομιάς, εξόφλησε δια των εκ μέρους του προσκομιζομένων υπ’ αριθμ. .../2004 διπλοτύπων είσπραξης, μεταξύ άλλων, και τον αναλογούντα στο επίδικο ακίνητο φόρο κληρονομιάς, ενώ στις αρχές Ιουλίου του 2003, μετά από τηλεφώνημα που δέχθηκε από το Σ.
Π., υιό του Θ. Π. και αρχικού ιδιοκτήτη του προς νότο υπ’ αριθμ. … ομόρου παραλιακού ακινήτου, ο οποίος έκανε λόγο για καταπάτηση από τρίτους, αποφάσισε να το επισκεφθεί, συνοδευόμενος από τον πατέρα του, οπότε και διαπίστωσε ότι, τόσο ‘ το δικό του ακίνητο, όσο και το όμορο υπ’ αριθμ….. ακίνητο, είχαν περιφραχθεί ενιαίως δια της χρήσεως μεταλλικής περιφράξεως και δη εις τρόπον ώστε να αποτελούν ένα και μόνο ακίνητο, έχον πρόσοψη επί της υφιστάμενης παραλιακής οδού.
Η μεταλλική αυτή περίφραξη είχε τοποθετηθεί κατά μήκος του προς ανατολάς και προς βορράν ορίου του ενιαίου τούτου ακινήτου, του οποίου το νότιο όριο οριζόταν από μανδρότοιχο κατασκευασμένο, σε ανύποπτο χρόνο, από τον Δ. Λ., ιδιοκτήτη της με αριθμό 10 όμορης παραλιακής ιδιοκτησίας, ενώ προς δυσμάς, όπου εκτείνετο το υπόλοιπο αγροτεμάχιο του ζεύγους των αρχικών ιδιοκτητών, Β.
και Ζ. Τ., το οποίο εντωμεταξύ, είχε περιέλθει στην κυριότητα των 3ης, 4ης και 5ης εναγομένων, όπως κατωτέρω θα εκτεθεί, περίφραξη δεν υπήρχε. Επίσης, εσωτερικά της εν λόγω περιφράξεως, υπήρχαν γκρεμισμένοι οι τέσσερις τσιμεντόλιθοι, που η μητέρα του ενάγοντος είχε τοποθετήσει στις τέσσερις γωνίες του αγροτεμαχίου το έτος 1989 ως ορόσημα, ο δε ενάγων έσπευσε να τους φωτογραφήσει προς απόδειξη της αυθαιρέτου καθαιρέσεώς τους.
Όπως πληροφορήθηκε ο ενάγων, την τοποθέτηση της παραπάνω περιφράξεως είχε διενεργήσει η δεύτερη εναγομένη, ενεργώντας, όμως, για λογαριασμό και των λοιπών εναγομένων, οι οποίοι τυγχάνουν κοινά τέκνα αυτής και του, κατά το έτος 1982, αποβιώσαντος συζύγου της Δ. Τ., υιού του Β. και Ζ. Τ.. Ο τελευταίος, με τη νομίμως δημοσιευθείσα από 28-11-1982 μυστική διαθήκη του, εγκατέστησε κληρονόμους του τους εναγόμενους και ειδικότερα τη σύζυγο του Β.
και τα τέσσερα τέκνα τους Β., Ζ., Α. και Σ. Τ., οι οποίοι με την υπ’ αριθμ. .../7-2-1986 δήλωση τους ενώπιον του συμβ/φου Πάρου Δ. Κονδύλη, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ’ αριθμ. .../27-8-2001 διορθωτική πράξη της συμβ/φου Πάρου Ευρυδίκης Τσάση, αποδέχθηκαν την κληρονομιά του. Με βάση την παραπάνω κληρονομική διαδοχή το προς δυσμάς του επιδίκου αγροτεμάχιο, που, κατά τους ισχυρισμούς των εναγόμενων, έχει έκταση 5.226,32 τ.μ., περιήλθε στην κυριότητα των 3ης, 4ης και 5ης εναγομένων, αυτές δε εν συνεχεία, ως συνιδιοκτήτριές του, αποφάσισαν να το εκμεταλλευτούν δια της εντός αυτού’ ανεγέρσεως τριών (3) διώροφων κατοικιών, για τις οποίες έλαβαν από το Πολεοδομικό Γραφείο Νάξου τη με αριθμό ...16-9-2002 οικοδομική άδεια.
Την παραπάνω αυθαίρετη περίφραξη του ακινήτου του κατήγγειλε αμέσως ο ενάγων στον αστυνομικό σταθμό Νάουσας Πάρου (βλ. την από 2-7-2003 σχετική εγγραφή στο βιβλίο συμβάντων και αδικημάτων του ανωτέρω αστυνομικού σταθμού), χωρίς, ωστόσο, να επέλθει κάποιο ευνοϊκό γι’ αυτόν αποτέλεσμα. Ακολούθως, κοινοποίησε προς τη δεύτερη εναγομένη δια της υπ’ αριθμ. .../6-8-2003 επιδοτηρίου εκθέσεως του δικαστικού επιμελητή Νάξου Α.
Κ. την από 10-7-2003 εξώδικη δήλωση του, ενώ παραλλήλως άσκησε σε βάρος της, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πάρου, την από 30-1-2004 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, αιτούμενος την προστασία της νομής του, πλην όμως, το ανωτέρω Δικαστήριο, με την υπ’ αριθμ. 47/9-6-2004 απόφαση του απέρριψε την παραπάνω αίτηση ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας.
Παρόμοια αίτηση ασφαλιστικών μέτρων άσκησαν και οι κληρονόμοι του Θ. Π. και ειδικότερα η σύζυγος του Β. και οι γιοί του Σ. και Γ. Π., πλην όμως, το Ειρηνοδικείο Πάρου με την υπ’ αριθμ. 48/9-6-2004 απόφαση του απέρριψε και την αίτηση αυτή ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, χωρίς’ να υπεισέλθει στην ουσία των υποθέσεων.
Μετά την παραπάνω απόρριψη οι εναγόμενοι, θέλοντας να κατοχυρώσουν τα υποτιθέμενα δικαιώματα τους, προέβησαν στη σύνταξη του υπ’ αριθμ. .../12-8-2004
συμβολαίου της συμ/φου Πάρου Ευριδίκης Τσάση, δυνάμει του οποίου η δεύτερη εναγόμενη, Β. Τ., μεταβίβασε στον πρώτο εναγόμενο υιό της, Β. Τ., λόγω γονικής παροχής την ψιλή κυριότητα, παρακρατώντας η ίδια την επικαρπία, ενός ενιαίου παραλιακού αγροτεμαχίου, συνολικής εκτάσεως 1.874,83 τ.μ., το οποίο αυτή φέρεται να έχει αποκτήσει το έτος 1968, με άτυπη δωρεά εν ζωή από τον πεθερό της, Β.
Τ. του Α., άλλως με έκτακτη χρησικτησία, κατέχουσα και νεμόμενη αυτό από το έτος 1968, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανένα. Το ακίνητο αυτό εμφαίνεται υπό στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Α στο προσαρτημένο στο συμβόλαιο από Οκτώβριο του 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Β. Α., ενώ φέρεται να συνορεύει κατά το διάγραμμα τούτο, βορειοανατολικά επί πλευράς μήκους 45,83 μέτρων με αγροτική οδό πλάτους 6 μέτρων και πέρα από αυτήν με ιδιοκτησία Κ., νοτιοανατολικά επί πλευράς τεθλασμένης Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η συνολικού μήκους 60,89 μέτρων με κοινοτική οδό πλάτους 7 μέτρων (πρόκειται για την από ετών υφιστάμενη παραλιακή οδό), νοτιοδυτικά επί πλευράς Η-θ μήκους 39,56 μέτρων με ιδιοκτησία αγνώστου (πρόκειται για το υπ’ αριθμ. 10 παραλιακό ακίνητο, ιδιοκτησίας Δ.
Λ., το οποίο αυτός είχε περιφράξει με μανδρότοιχο) και βορειοδυτικά επί πλευράς Θ-Ι-Α μήκους 52,40 μέτρων με ιδιοκτησία Α., Ζ. και Σ. Τ.. Εξάλλου, οι 3η, 4η και 5η εναγόμενες, ισχυριζόμενες ότι η, περιεχόμενη στην υπ’ αριθμ. .../7-2-1986 πράξη δηλώσεως αποδοχής κληρονομιάς, περιγραφή του κληρονομιαίου ακινήτου στη θέση "..." είναι εσφαλμένη και μη ανταποκρινόμενη στην πραγματική βούληση του κληρονομουμένου πατέρα τους, Δ.
Τ. (εκεί το ακίνητο περιγραφόταν ως αποτελούμενο από τρία επιμέρους συνεχόμενα τμήματα εκτάσεως 1,5 + 1,5 + 1,5 στρεμμάτων, συνορευόμενο βόρεια με υπόλοιπο αγρό της κληρονομιάς, νότια με ιδιοκτησία Α. Τ., ανατολικά με παραλία και δυτικά με υπόλοιπο αγρό της κληρονομιάς, χωρίς, σημειωτέον, να υπάρχει τέτοιου είδους περιγραφή στην από 28-11-1982 μυστική διαθήκη του παραπάνω διαθέτη, που δημοσιεύθηκε με το υπ’ αριθμ. 245/15-11-1985 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου), προέβησαν στη σύνταξη της υπ’ αριθμ. .../27-8-2001 πράξης διόρθωσης και συμπλήρωσης της υπ’ αριθμ. .../7-2-1986 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς, ενώ έξι (6) χρόνια αργότερα κατήρτισαν το υπ’ αριθμ. .../2007 συμβόλαιο σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών της συμβ/φου Πάρου Ευριδίκης Τσάση, με το οποίο συνέστησαν οριζόντιες ιδιοκτησίες επί των υπό ανέγερση τριών (3) διώροφων κατοικιών, για τις οποίες είχαν λάβει, κατά τα προαναφερθέντα, τη με αριθμό ...16-9-2002 οικοδομική άδεια.
Και στις δύο αυτές συμβολαιογραφικές πράξεις το κληρονομιαίο ακίνητο περιγράφεται ως ενιαίο αγροτεμάχιο εμβαδού 5.226,32 τ.μ., στη θέση "..." της περιφέρειας του Δημοτικού Διαμερίσματος Νάουσας του Δήμου Πάρου, συνορευομένου γύρωθεν, τόσο κατά το από Αύγουστο 1999 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Β.
Α., όσο και κατά το από Ιούνιο του 2007 τοπογραφικό διάγραμμα της αρχιτέκτονος μηχανικού Γ. Α., βόρεια με ιδιοκτησία Γ. Τ., ανατολικά με ιδιοκτησία Κ. (πρόκειται για τη με αριθμό 13 ιδιοκτησία, που αρχικώς ανήκε στον Μ. Μ. και ακολούθως το 1990 πωλήθηκε στους Ν. και Ε. Κ., όπως κατωτέρω θα εκτεθεί), νοτιοανατολικά εν μέρει με αγροτική οδό πλάτους έξι (6) μέτρων, εν μέρει, με πρώην ιδιοκτησία Β.
Τ. και νυν Β. Τ. (πρόκειται για το ακίνητο εμβαδού 1.874,83 τ.μ, που η 2η εναγομένη μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στον 1° εναγόμενο) και εν μέρει με ιδιοκτησία αγνώστου (πρόκειται για το υπ’ αριθμ. 10 παραλιακό ακίνητο, ιδιοκτησίας Δ. Λ., το οποίο αυτός είχε περιφράξει με μανδρότοιχο), νότια με ιδιοκτησία Α. Τ. και Βορειοδυτικά με ιδιοκτησία Β.
Τ.. Σύμφωνα με την από Μάϊο του 2010 Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης και Φωτοερμηνείας του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Σ. Μ., που ο ενάγων προσκομίζει και επικαλείται, το αγροτεμάχιο, εκτάσεως 1.874,83 τ.μ., το οποίο η 2η εναγομένη φέρεται να μεταβιβάζει κατά ψιλή κυριότητα στον 1° εναγόμενο, δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../12-8-2004 συμβολαίου γονικής παροχής της συμ/φου Πάρου Ευριδίκης Τσάση, παρακρατώντας η ίδια την επικαρπία του, εκτείνεται καθ’ ολοκληρία εντός του ακινήτου του ενάγοντος, καθώς και του προς νότο ομόρου ακινήτου," ιδιοκτησίας Θ.
Π., καταλαμβάνοντας, από μεν το πρώτο ακίνητο έκταση 725 τ.μ. περίπου, από δε το δεύτερο το σύνολο της επιφανείας του. Επίσης, σύμφωνα με την παραπάνω Έκθεση, η αγροτική οδός, πλάτους 6 μέτρων και εμβαδού 275 τ.μ, περίπου, που αναφέρεται, στο μεν υπ’ αριθμ. .../12-8-2004 συμβόλαιο γονικής παροχής ως βορειονατολικό όριο του μεταβιβασθέντος στον 1° εναγόμενο ακινήτου (βλ.
ανωτέρω "βορειονατολικά επί πλευράς μήκους 45,83 μέτρων με αγροτική οδό πλάτους 6 μέτρων και πέρα από αυτήν με ιδιοκτησία Κ."), στο δε υπ’ αριθμ. .../2007 συμβόλαιο σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών ως μέρος του νοτιοανατολικού ορίου της ιδιοκτησίας των 3ης, 4ης και 5ης εναγομένων (βλ. ανωτέρω "νοτιοανατολικά εν μέρει με αγροτική οδό πλάτους έξι (6) μέτρων"), εντάσσεται και αυτή καθ’ ολοκληρία εντός της ιδιοκτησίας του ενάγοντος, καταλαμβάνουσα μάλιστα ολόκληρο το βορειονατολικό τμήμα του ακινήτου του.
Προκειμένου να καταλήξει ο ανωτέρω πραγματογνώμονας στο πόρισμα αυτό, προσδιόρισε κατ’ αρχάς τη θέση του επιδίκου ακινήτου εντός της ευρυτέρας εκτάσεως, χρησιμοποιώντας επιστημονικά κριτήρια και μεθόδους, όπως επί παραδείγματι τα με αριθμούς ... αποσπάσματα Φύλλων Χάρτη της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού με τις εκεί συντεταγμένες, ακολούθως δε, μετά από επιτόπια έρευνα, εφάρμοσε τους επικαλούμενους από τους διαδίκους τίτλους, λαμβάνοντας υπόψη τα κατά καιρούς συνταχθέντα και από τις δύο διάδικες πλευρές τοπογραφικά διαγράμματα, ενώ, επιπλέον, συσχέτισε τα όρια του επιδίκου με τα όρια των από ετών περιφραγμένων υπ’ αριθμ. ...
ομόρων αγροτεμαχίων, ιδιοκτησίας Δ. Λ. και Ν. Κ. αντιστοίχως, που εκτείνονται βορείως και νοτίως αυτού και των οποίων οι περιφράξεις αποτελούν σταθερό σημείο αναφοράς τόσο για το επίδικο, όσο και για το διπλανό υπ’ αριθμ. … αγροτεμάχιο, ιδιοκτησίας κληρονόμων Θ. Π.. Ακολούθως, επιμελήθηκε ώστε το επίδικο και τα όμορα αυτού ακίνητα να αποτυπωθούν σ’ ένα σύγχρονο, ακριβές και εφαρμόσιμο επί του εδάφους τοπογραφικό διάγραμμα (βλ.
το από Ιανουάριο του 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου - τοπογράφου - μηχανικού Χ. Σ., που επισυνάπτεται στην παραπάνω Έκθεση ως σχετικό 4), ενώ προέβη και σε φωτογραμμετρική φωτοερμηνεία στερεοζευγών Αεροφωτογραφιών, που απεικονίζονται κατά τα έτη φωτοληψίας 1945, 1960, 1979, 1982, 1983, 1988, 1996 και 1997. Με βάση τα ανωτέρω στοιχεία ο πραγματογνώμονας κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι το διεκδικούμενο από τον ενάγοντα ακίνητο, που απεικονίζεται με στοιχεία α-β-γ-δ-α στο προαναφερθέν από Ιανουάριο του 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του Χ.
Σ., προέρχεται όντως από την πώληση μείζονος παραλιακής εκτάσεως, εμβαδού 4.000 τ.μ., που διενεργήθηκε με το υπ’ αριθμ. .../6-5-1965 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβ/φου Θ. Κονταράτου, ότι ακολούθως κατέστη μαζί με άλλα ακίνητα αντικείμενο διανομής μείζονος εκτάσεως εμβαδού 18.000 τ.μ, που διενεργήθηκε με το υπ’ αριθμ. .../1965 συμβόλαιο, ότι περιλαμβάνεται στο συνημμένο στο ανωτέρω συμβόλαιο τοπογραφικό διάγραμμα με αριθμό οικοπέδου … και με αναφερόμενο ιδιοκτήτη τον Θ.
Β. και τέλος, ότι τούτο εμπίπτει στους τίτλους ιδιοκτησίας του ενάγοντος Θ. Μ. και των δικαιοπαρόχων του, που είναι η υπ’ αριθμ. .../2002 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, το με υπ’ αριθμ. .../1986 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβ/φου Αικ. Μαμουζέλου - Σπηλιοπούλου και το υπ’ αριθμ. .../1965 συμβόλαιο διανομής του τότε συμβ/φου Πειραιά Χρ.Γαλάτη.
Οι εναγόμενοι, με τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου από 20-10-2010 έγγραφες προτάσεις τους, αρνήθηκαν κατ’ αρχάς ότι το διεκδικούμενο από τον ενάγοντα ακίνητο ταυτίζεται με το, δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../12-8-2004 συμβολαίου γονικής παροχής, μεταβιβασθέν στον 1° εναγόμενο αγροτεμάχιο εκτάσεως 1.874,83 τ.μ., καθώς και με την εφαπτόμενη σ’ αυτό εδαφική λωρίδα πλάτους 6 μέτρων που καταλήγει στο ακίνητο των τριών τελευταίων εναγομένων, ειδικότερα δε ισχυρίστηκαν ότι, ενόψει της επί μακρόν αμέλειας των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος ως προς την οριοθέτηση του ακινήτου τους, αλλά και της ραγδαίας μεταβολής των τοπικών μορφολογικών δεδομένων (όπως διάνοιξη δρόμων, περίφραξη άλλων γειτονικών ακινήτων, οικοδόμηση σε όμορα ακίνητα και μεταβολή της ακτογραμμής λόγω φαινομένων κατακρημνίσεων στην περιοχή), καθίσταται αδύνατον να γνωρίζει ο ενάγων, πού ακριβώς βρίσκεται τούτο.
Ο ως άνω αρνητικός της ταυτότητας του διεκδικουμένου και του επιδίκου ισχυρισμός των εναγομένων κρίνεται απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, διότι, εκτός των όσων αναλυτικά αναφέρονται στην προαναφερθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης, την οποία το παρόν Δικαστήριο θεωρεί ορθή και αιτιολογημένη και επιπροσθέτως, πλήρως συμβαδίζουσα με τους τίτλους που ο ενάγων προσκομίζει προς απόδειξη της παραγώγως κτηθείσας κυριότητάς του, η ακριβής θέση του επιδίκου και κατ’ επέκταση, η ταύτιση του με το ακίνητο που αναφέρεται στους τίτλους του ενάγοντος και των δικαιοπαρόχων του, αποδεικνύεται κι από άλλα, εκτός των επικαλουμένων από τον ενάγοντα, συμβολαιογραφικά έγγραφα, που συνετάγησαν σε ανύποπτο χρόνο από τρίτους.
Ειδικότερα, ο Μ. Μ., αρχικός ιδιοκτήτης του αγροτεμαχίου με αριθμό…, με το οποίο το επίδικο έχει κοινό προς βορράν όριο, δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../10-10-1980 πωλητήριου συμβολαίου του συμβ/φου Αθηνών Ν. Δανηλάτου, μεταβιβάζει το ανωτέρω ακίνητο του στην Ε. συζ. Φ. Τ., αυτή δε ακολούθως, δυνάμει του υπ’ αριθ. .../7-7-1987 συμβολαίου ανταλλαγής ακινήτων του συμβ/φου Πάρου Ιωάννη Γκίκα, το μεταβιβάζει στο Σ.
Κ.. Ο τελευταίος εν συνεχεία, δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../7-2-1990 πωλητήριου συμβολαίου της συμβ/φου Αθηνών Ελένης Κουρεμένου - Πουσκούρη, το μεταβιβάζει στο ζεύγος Ν. και Ε. Κ., οι οποίοι και το περιφράσσουν με μανδρότοιχο. Σε όλες τις προαναφερθείσες συμβολαιογραφικές πράξεις, ως Νότιο όριο του μεταβιβαζομένου ακινήτου αναφέρεται το υπ’ αριθμ. 12 αγροτεμάχιο της υπ’ αριθμ. .../1965 πράξης διανομής, ιδιοκτησίας Θ.
Β., ήτοι το επίδικο, ενώ ως δυτικό όριο του ιδίου ακινήτου αναφέρεται η ιδιοκτησία των Ζ. και Β. Τ., ήτοι του παππού-γιαγιάς των 1ου, 3ης, 4ης και 5ης εναγομένων και πεθερού-πεθεράς της 1ης εναγομένης. Στο σημείο τούτο θα πρέπει να επισημανθεί ότι, η ως άνω υπ’ αριθμ. … ιδιοκτησία του ζεύγους Κ., μνημονεύεται ως σύνορο, τόσο στο υπ’ αριθμ..../12-8-2004 συμβόλαιο γονικής παροχής που καταρτίστηκε μεταξύ των 1ου και 2ης των εναγομένων, όσο και στο υπ’ αριθμ. .../2007 συμβόλαιο σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών, που κατήρτισαν οι 3η, 4η και 5η εναγόμενες, ενώ απεικόνιση τούτου υπάρχει και στα εκ μέρους των εναγομένων επικαλούμενα από Αύγουστο του 1999, από Ιούλιο του 2003 και από Ιούνιο του 2007 τοπογραφικά διαγράμματα των μηχανικών Β.
Α. και Γ. Α., που επισυνάφθηκαν στα παραπάνω συμβόλαια. Εξάλλου, δυνάμει της υπ’ αριθμ. ...2005 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της συμβ/φου Αθηνών Μάρθας Γασπαρινάτου, οι κληρονόμοι του Θ. Π., αρχικού ιδιοκτήτη, όπως προαναφέρθηκε, του υπ’ αριθμ. … αγροτεμαχίου, αποδέχθηκαν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομιά του αποβιώσαντος συζύγου και πατρός τους, δηλώνοντας ότι το ως άνω κληρονομιαίο ακίνητο τους συνορεύει προς βορράν με το υπ’ αριθμ.
… οικόπεδο του συνημμένου στο υπ’ αριθμ. .../1965 συμβόλαιο διανομής διαγράμματος, ήτοι με το επίδικο. Με βάση όλα τα ανωτέρω αποδεικνύεται αναμφίβολα, ότι το επίδικο αγροτεμάχιο ταυτίζεται απολύτως με το αναφερόμενο στους τίτλους του ενάγοντος και των δικαιοπαρόχων του ακίνητο, ότι η θέση του βρίσκεται ανάμεσα στα έχοντα σταθερά όρια υπ’ αριθμ. ...
αγροτεμάχια, έχοντας πρόσοψη επί της έμπροσθεν αυτών υφιστάμενης παραλιακής οδού και δυτικό σύνορο τον απομένοντα αγρό των Β. και Ζ. Τ., που ήδη ανήκει στις τρεις τελευταίες εναγόμενες, κι ότι τέλος, εντός του συνόλου της επιφανείας του αναπτύσσονται, αφ’ ενός η αναφερόμενη στους τίτλους των εναγομένων "ως αγροτική οδός, πλάτους 6 μέτρων" και αφ’ ετέρου μέρος του, κατά ψιλή κυριότητα, μεταβιβασθέντος στον 1° εναγόμενο ακινήτου, εκτάσεως 1.874,83 τ.μ., του οποίου την επικαρπία παρακράτησε η 2η εναγομένη.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι τα υπ’ αριθμ. ... οικόπεδα βρίσκονται νοτιότερα από το μικρό ακρωτήριο της περιοχής, ότι το δικό τους οικόπεδο αντιστοιχεί στη θέση του οικοπέδου με αριθμό …, κι ότι τα όρια των μικρών κατατμημένων οικοπέδων, μεταξύ αυτών και του επιδίκου, έχουν σε άγνωστο χρόνο μετατοπισθεί και χαθεί, κρίνεται απορριπτέος ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος.
Περαιτέρω, οι ενάγοντες ισχυρίζονται, ότι την κυριότητα του μεταβιβασθέντος με το υπ’ αριθμ. .../12-8-2004 συμβόλαιο γονικής παροχής ακινήτου, η 2η εναγόμενη την απέκτησε το έτος 1968 με άτυπη δωρεά από τον πεθερό της, Β. Τ. του Α., άλλως με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον από το έτος 1968 αυτή κατέχει και νέμεται το ακίνητο συνεχώς με διάνοια κυρίου, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κάποιον, ασκώντας τις προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές πράξεις, όπως είναι εμφύτευση του με σιτηρά και η εντός αυτού βόσκηση ζώων.
Ο ως άνω ισχυρισμός, κατά το πρώτο σκέλος του είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι από τις διατάξεις των άρθρων 496, 498 § 1, 1033, 1192 § 1, 1194 και 1198 του ΑΚ με σαφήνεια προκύπτει ότι, για τη μεταβίβαση κυριότητας ακινήτου λόγω δωρεάς, πέραν του γεγονότος ότι ο δωρητής θα πρέπει να είναι κύριος του ακινήτου, απαιτείται συμφωνία μεταξύ δωρητή και δωρεοδόχου με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή αυτής, προϋποθέσεις, που εν προκειμένω δεν συντρέχουν.
Κατά το δεύτερο σκέλος του συνιστά νόμιμη ένσταση ιδίας κυριότητας, στηριζομένη στις διατάξεις που αναφέρονται στην προπαρατεθείσα νομική σκέψη, οι δε εναγόμενοι, ως έχοντες το βάρος της αποδείξεως της, προσκομίζουν, μεταξύ άλλων, την από Ιανουάριο 2011 τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας του πολιτικού μηχανικού Χ.
Α., από την οποία, όπως ισχυρίζονται, προκύπτει η διαχρονική καλλιέργεια και εκμετάλλευση του επιδίκου από τους ίδιους. Σύμφωνα με την παραπάνω Τεχνική Έκθεση, που, κατά τα εις αυτήν αναφερόμενα, διενεργήθηκε επί τη βάση στερεοσκοπικής παρατήρησης ζεύγους αεροφωτογραφιών των ετών 1974, 1982, 1992, 1997, 2000 και 2006, ο επίδικος αγρός, που επί λέξει αναφέρεται ως "ιδιοκτησία Α.
Τ.", εμφανίζεται: α) Κατά το έτος 1974 να είναι περιποιημένος και καλλιεργήσιμος, χωρίς κάποιου είδους διακριτό όριο, χωρίς περίφραξη, ενώ οι όμορες ιδιοκτησίες από πλευράς καλλιέργειας έχουν την ίδια μορφή με αυτόν, β) Κατά το έτος 1982 να είναι χέρσος, χωρίς περίφραξη και χωρίς διακριτά όρια, που να τον καθιστούν ξεχωριστή ιδιοκτησία, οι δε όμορες ιδιοκτησίες παρατηρούνται καλλιεργημένες, γ) Κατά το έτος 1992 να είναι καλλιεργήσιμος, χωρίς οριοθέτηση, οι όμορες ιδιοκτησίες έχουν την ίδια μορφή καλλιέργειας με αυτόν, ενώ οι όμορες ιδιοκτησίες 2 και 3 παρατηρούνται περιφραγμένες (πρόκειται για τις με αριθμούς ...
ιδιοκτησίες) και δ) Κατά τα έτη 1997, 2000 και 2006 φαίνεται να καλλιεργείται, όπως και οι γειτονικές του ιδιοκτησίες. Οι ως άνω, ωστόσο, παρατηρήσεις και διαπιστώσεις του πολιτικού μηχανικού Χ. Α., έρχονται σε πλήρη αντίθεση με όσα ο αγρονόμος - τοπογράφος - μηχανικός και κάτοχος πτυχίου φωτογραμμετρίας, Σ. Μ., παραθέτει στην προαναφερθείσα από Μάιο του 2010 Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης και Φωτοερμηνείας.
Ο τελευταίος, έχοντας, πέραν των άλλων, και την ιδιότητα του Επίκουρου Καθηγητή Φωτοερμηνείας στα Τ.Ε.Ι. Αθηνών, επισημαίνει στην παραπάνω Έκθεση του ότι, κατά τη φωτογραμμετρική φωτοερμηνεία των στερεοζευγών αεροφωτογραφιών των ετών 1979, 1982, 1983, 1988, 1992, 1996, 1997 και 2003, εμφαίνεται το έδαφος του επιδίκου, καθώς της γύρωθεν αυτού περιοχής, εκεί δηλαδή όπου εκτείνεται η, κατά το έτος 1965 αγορασθείσα και εν συνεχεία διανεμηθείσα σε 18 οικόπεδα, παραλιακή έκταση των 18.000 τ.μ., να μην είναι καλλιεργημένο κατά τα έτη αυτά, η μορφή του να είναι "χέρσα", με πολύ χαμηλή και αυτοφυή βλάστηση από ακανθώδεις αραιούς θάμνους, χωρίς δένδρα, καλλιέργειες, επικείμενα κτίσματα και περίφραξη, το προς δυσμάς όριο του φαίνεται να μην έχει διαχρονικά μεταβληθεί στο χώρο, ενώ το όμορο δυτικά του αγρόκτημα, ιδιοκτησίας Β.
και Ζ. Τ. και ήδη των τριών τελευταίων εναγομένων, εντοπίζεται να μην έχει ενιαία καλλιέργεια με το επίδικο, αλλά να είναι διαχρονικά καλλιεργημένο μέχρι το κοινό όριο των δύο ακινήτων. Το επιστημονικό αυτό συμπέρασμα δεν μπορεί, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, να αντικρουστεί με επάρκεια από την Τεχνική Έκθεση του Χ.
Α., ο οποίος, ως πολιτικός μηχανικός, δεν διαθέτει την απαιτούμενη επί της φωτοερμηνείας εξειδίκευση, εν αντιθέσει με τον Σ. Μ., ο οποίος είναι αγρονόμος-τοπογράφος-μηχανικός του ΕΜΠ, φωτογραμμέτρης εξειδικευθείς στην Ολλανδία και ταυτόχρονα ακαδημαϊκός, ήτοι καθηγητής φωτοερμηνείας στα Τ.Ε.Ι. Αθηνών. Ο τελευταίος, εξάλλου, για την εξαγωγή του πορίσματος του χρησιμοποίησε έγχρωμες αεροφωτογραφίες, οι οποίες παρουσιάζουν με μεγάλες λεπτομέρειες το έδαφος και βοηθούν με την ευκρίνεια τους το έργο του φωτοερμηνευτή, ενώ ο Α.
έκανε χρήση ασπρόμαυρων αεροφωτογραφιών, οι οποίες, πέραν της θολότητάς τους, δεν φαίνεσαι να εμπεριέχουν τεχνικά στοιχεία, ικανά να αποδείξουν την επί του επιδίκου ύπαρξη στοιχείων καλλιέργειας κατά τη χρονική στιγμή της κάθε φωτοληψίας. Περαιτέρω, εάν όντως οι εναγόμενοι το καλλιεργούσαν από το 1968 και δη ενιαίως με το υπόλοιπο προς δυσμάς αγροτεμάχιο τους, όπως διατείνονται, τότε είναι βέβαιον ότι δεν θα επέτρεπαν την εντός αυτού δημιουργία περασμάτων και αγροτικών δρόμων, δρόμων μάλιστα που κάποιες φορές τέμνουν διαγωνίως το ακίνητο και το καθιστούν, ενόψει του μικρού εμβαδού του (1000 τ.μ), άχρηστο προς καλλιέργεια (βλ.
τον εντοπισμό περασμάτων και αγροτικών δρόμων στις φωτοερμηνίες του Χ. Α. επί των αεροφωτογραφιών των ετών 1982, 1992, 1997 και 2000). Τέτοια περάσματα και μεταβαλλόμενα κάθε φορά σημεία διαβάσεως εμφανίζονται, ως γνωστόν, μόνο σε απερίφραχτους και μη καλλιεργημένους αγρούς, καθόσον μέσω αυτών διευκολύνεται η πρόσβαση των αγροτικών αυτοκινήτων και μηχανημάτων στις όμορες καλλιέργειες.
Σε κάθε περίπτωση, η χέρσα και παντελώς ακαλλιέργητη μορφή του επιδίκου επιβεβαιώνεται κι από τις καταθέσεις των μαρτύρων Ε. Δ., Α. Β. και Έ. συζ. Π. Μ., που εξετάστηκαν με επιμέλεια του ενάγοντος ενώπιον συμβολαιογράφου (βλ. τις υπ’ αριθμ. ...3-11-2010, .../19-10-2011 και .../19-10-2011 ένορκες βεβαιώσεις), ενώ ευκρινώς αυτή διαφαίνεται και σε σειρά φωτογραφιών προσκομιζομένων μετ’ επικλήσεως από τον ενάγοντα, σε ορισμένες δε εξ αυτών, που έχουν ληφθεί τον Ιούλιο του 2003, διακρίνεται η πρόχειρη συρμάτινη περίφραξη, καθώς και οι σπασμένοι τσιμεντόλιθοι, που είχαν τοποθετηθεί ως ορόσημα από τη μητέρα του ενάγοντος.
Όλα τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από τις φωτογραφίες, που οι εναγόμενοι προσκομίζουν και που έχουν ληφθεί σε ημερομηνίες μεταγενέστερες της καταπάτησης, ούτε κι από την κατάθεση του μάρτυρος ανταποδείξεως Φ. Σ. ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία κρίνεται μη πειστική και μη ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα.
Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο ενάγων και οι δικαιοπάροχοι του, ως κάτοικοι Αθηνών, δεν άσκησαν ποτέ πράξεις νομής επί του επιδίκου ακινήτου, το οποίο ποτέ δεν επισκέφθηκαν και με το οποίο ουδέποτε ασχολήθηκαν, ούτε φρόντισαν να περιφράξουν, ενώ αγνοούν ακόμα και την ακριβή του θέση, ελέγχεται ως ουσία αβάσιμος, διότι, για τη διατήρηση της νομής, δεν είναι ανάγκη να βρίσκεται ο νομέας διαρκώς σε σωματική επαφή με το πράγμα (corpus), ούτε να έχει στραμμένη, χωρίς διακοπή, τη διάνοια κυρίου επ’ αυτού (animus), αρκεί ανά πάσα στιγμή να μπορεί να ενεργήσει επί του πράγματος πράξεις εξουσίασης.
Εν προκειμένω, τόσο ο ενάγων, όσο και οι δικαιοπάροχοι του, προέβησαν στα χρόνια που μεσολάβησαν, σε πληθώρα εμφανών υλικών πράξεων, με τις οποίες εκδήλωσαν τη βούληση τους να εξουσιάζουν το συγκεκριμένο ακίνητο, τέτοιες δε πράξεις συνιστούν οι συχνές επισκέψεις τους σ’ αυτό, η επόπτευση των ορίων του από τυχόν καταπατήσεις, η οριοθέτηση του με ξύλινους πασσάλους και τσιμεντένιες κολώνες, η μεταβίβαση του λόγω γονικής παροχής, οι διαπραγματεύσεις για πώληση αυτού σε τρίτους, η σχετική δήλωση του στο έντυπο Ε9, η δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, η καταβολή του αναλογούντος φόρου και τέλος, η καταγγελία της εντοπισθείσας αυθαίρετης καταπάτησης και οι μετέπειτα δικαστικές ενέργειες. Εξάλλου, η παράλειψη τοποθέτησης κάποιας περίφραξης στο επίδικο από τον ενάγοντα και τους δικαιοπαρόχους του, περί της οποίας οι εναγόμενοι εκφράζουν έντονη απορία στις προτάσεις τους, ζητώντας μάλιστα και εξηγήσεις, θα μπορούσε ως ερώτημα να αντιστραφεί, δοθέντος ότι και οι ίδιοι, μολονότι διατείνονται ότι το ακίνητο ανήκει στην ιδιοκτησία τους από το 1968, δεν προέβησαν σε περίφραξη του, παρά μόνο το 2003, οπότε και έγιναν αντιληπτοί από τον ενάγοντα.
Συνεπώς ενόψει των ανωτέρω, ο ενάγων κατέστη κύριος του επιδίκου, όχι μόνο παραγώγως, αλλά και πρωτοτύπως με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, καθόσον κατέχει και νέμεται αυτό με καλή πίστη, διάνοια κυρίου και νόμιμο τίτλο από το έτος 1965 και μέχρι το 2003, συνυπολογίζοντας στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων του.
Αντιθέτως, η ισχυρισμός των εναγομένων περί ιδίας κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία από το έτος 1968, που προβάλλεται ως ένσταση στον παράγωγο, καθώς και στον πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας του εκκαλούντος-ενάγοντος, δεν επιβεβαιώθηκε. Οι τελευταίοι, όπως συνάγεται από τις αποδείξεις, εκδήλωσαν για πρώτη φορά τη θέληση τους να ιδιοποιηθούν το ακίνητο, όχι από το έτος 1968 όπως αβασίμως διατείνονται, αλλά το 2003, όταν τοποθέτησαν σ’ αυτό την προαναφερθείσα πρόχειρη συρμάτινη περίφραξη.
Οι λόγοι, που τους ώθησαν στην παραπάνω ενέργεια, είναι πολλοί, μεταξύ αυτών η ραγδαία τουριστική ανάπτυξη της περιοχής και η εκτίναξη της εμπορικής αξίας των παραθαλάσσιων ακινήτων στα ύψη, κυριότερος, όμως, όλων είναι η ανέγερση των τριών διώροφων κατοικιών στο προς δυσμάς ακίνητο των 3ης, 4ης και 5ης εναγομένων, των οποίων η απεριόριστη θέα προς τη θάλασσα δεν θα έπρεπε επ’ ουδενί να παρεμποδιστεί από επεμβάσεις τρίτων στο έμπροσθεν τους ακίνητο (βλ.
τη με αριθμό ...16-9-2002 οικοδομική άδεια του Πολεοδομικού Γραφείου Νάξου). Έτσι, οι εναγόμενοι, στην προσπάθεια τους να δημιουργήσουν τίτλους, κατήρτισαν το υπ’ αριθμ. .../12-8-2004 συμβόλαιο γονικής παροχής, στο οποίο για πρώτη φορά κάνουν λόγο για άτυπη κατά το έτος 1968 δωρεά του ακινήτου από τον Β. Τ. προς τη νύφη του Β.
Τ., ερχόμενοι τοιουτοτρόπως σε αντίθεση με όσα η τελευταία είχε ισχυριστεί ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πάρου με το από 11-5-2004 έγγραφο σημείωμα της, κατά την εκδίκαση της σε βάρος της από 30-1-2004 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων του ενάγοντος, στο οποίο το επίδικο παρουσιάζεται ως κληρονομιαίο ακίνητο, που ο σύζυγος της Δ.
κληρονόμησε από τον πατέρα του και πεθερό της δυνάμει της. υπ’ αριθμ. .../12-9-1965 Δημόσιας Διαθήκης του τελευταίου ενώπιον του συμβ/φου Πάρου Θεοδώρου Κονταράτου. Ακολούθως, αυθαιρετώντας οι εναγόμενοι έτι περισσότερο, κατασκεύασαν πέτρινο μανδρότοιχο κατά μήκος της ανατολικής πλευράς του ακινήτου του ενάγοντος και του ομόρου υπ’ αριθμ. 11 ακινήτου, ιδιοκτησίας κληρονόμων Θ.
Π., και ειδικότερα στο σημείο που αυτή εφάπτεται με την, ήδη, ασφαλτοστρωμένη παραλιακή οδό, ενώ στην εμπρόσθια πλευρά του φερόμενου ως αγροτικού δρόμου, πλάτους 6 μέτρων, ο οποίος καταλαμβάνει όλη τη βορειοανατολική πλευρά του επιδίκου και εξυπηρετεί αποκλειστικά και μόνο την προς δυσμάς ιδιοκτησία των τριών τελευταίων εναγομένων και τα εκεί κτισμένα οικοδομήματα, κατασκεύασαν λιθόκτιστη είσοδο, την οποία έκλεισαν με συρόμενη πόρτα (βλ.
προσκομιζόμενες φωτογραφίες). Με τις παραπάνω πράξεις τους οι εναγόμενοι, τις οποίες ενήργησαν από κοινού, ορμώμενος ο καθείς εξ αυτών από το δικό του συμφέρον, απέβαλαν τον ενάγοντα από τη νομή του προπεριγραφέντος ακινήτου, προσβάλλοντας τοιουτοτρόπως την επ’ αυτού κυριότητα του. Επομένως, ενόψει όλων αυτών, πρέπει, αφού απορρίφθηκε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη η ένσταση των 3ης, 4ης και 5ης εναγομένων περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεώς τους, να γίνει δεκτή η αγωγή του ενάγοντος ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν, κι αφού αναγνωριστεί κύριος του ακινήτου να υποχρεωθούν όλοι οι εναγόμενοι εις απόδοσή του." Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως και κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση, οι αναιρετικές πλημμέλειες των άρθρων 1, 19, 8 εδ.β και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά τις οποίες το Εφετείο, κατά παραβίαση του άρθρου 1094 ΑΚ, δέχθηκε ότι οι τρείς τελευταίες αναιρεσείουσες νομιμοποιούνται για την απεύθυνση εναντίον τους της αγωγής, ενώ κατ’ αυτήν (αγωγή) είχαν ιδιοποιηθεί τμήμα του επιδίκου επιφανείας 274,98 τ.μ.
που εμφάνισαν ως αγροτική οδό και όχι ολόκληρο το επίδικο και ότι προσέτι με ελλειπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε την περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως ένστασή τους, ακόμη δε ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον εν λόγω περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως ισχυρισμό, τον οποίο, παρά τα αντιθέτως προκύψαντα από τις αποδείξεις, απέρριψε.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως προς όλες τις αιτιάσεις του. Ειδικότερα, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, για την παθητική νομιμοποίηση των εν λόγω εναγομένων και το κατά τούτο ορισμένο της κατ’ αυτών αγωγής του άρθρου 1094 ΑΚ, αρκούσε η επίκληση της ιδιότητάς τους ως νομέων και κατόχων του επιδίκου και συνακόλουθα ως υποκειμένων της επίδικης έννομης σχέσης, πράγμα το οποίο και εκτίθεται στην αγωγή, όπου εκτίθενται και οι συνιστώσες την αποβολή από το όλο ακίνητο πράξεις, τόσο των εν λόγω εναγομένων, όσο και της ενεργούσας και για λογαριασμό τους μητέρας τους.
Περαιτέρω δεν ιδρύει την επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου η αιτίαση ότι η ένσταση παθητικής νομιμοποιήσεως απορρίφθηκε με ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, καθόσον ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι ένσταση, αλλά αρνητικός της αγωγής ισχυρισμός, που δεν συνιστά "ζητήμα", η επί του οποίου έλλειψη αιτιολογιών να καθιστά την απόφαση αναιρετέα.
Η επί του αρνητικού αυτού ισχυρισμού απάντηση, εμπεριέχεται στις αντίθετες ως προς τον ισχυρισμό αυτό παραδοχές της αποφάσεως που κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, έχουν ως συνέπεια την απόδειξη της ιδιότητας των εν λόγω αναιρεσειουσών - εναγομένων ως υποκειμένων της δίκης, ήτοι ως νομέων του διεκδικουμένου ακινήτου και την αποδοχή της κατ’ αυτών αγωγής, λόγω υπάρξεως του επιδίκου δικαιώματος του ενάγοντος.
Η παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά την οποία ο ισχυρισμός αυτός (των εν λόγω αναιρεσειουσών) απορρίπτεται "ως ένσταση" έχει διατυπωθεί ως εκ περισσού και δεν ήταν απαραίτητη για τη στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως, η οποία περιέχει πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, για την ύπαρξη του ενδίκου δικαιώματος του ενάγοντος.
Εξ ετέρου δεν στοιχειοθετούνται οι αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμών 8 εδ.β και 10 του ίδιου άρθρου, αφού ο επίμαχος ισχυρισμός, που κατά την πρώτη πλημμέλεια δεν λήφθηκε υπόψη και κατά τη δεύτερη έγινε δεκτός, χωρίς τούτο να προκύπτει από τις αποδείξεις, δεν είναι "πράγμα" κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, αλλά αρνητικός της αγωγής ισχυρισμός.
Τούτο ανεξάρτητα από το ότι οι εν λόγω πλημμέλειες αντιφάσκουν μεταξύ τους, αφού ο ίδιος ισχυρισμός κατά τη μία αιτίαση, δεν λήφθηκε υπόψη και κατά την άλλη απορρίφθηκε, ενώ προσέτι η επικαλούμενη ως παραβίαση του αριθ.10 αιτίαση, δεν αφορά σε ισχυρισμό, για τον οποίο δεν προσκομίστηκαν αποδείξεις, αλλά σε ισχυρισμό, που κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, που απορρίφθηκε χωρίς τούτο να προκύπτει από τις αποδείξεις.
Ενόψει τούτων ο ερευνώμενος πρώτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει, ως προς όλες τις αιτιάσεις του, να απορριφθεί.
Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμών 9 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τις οποίες το Εφετείο "επιδίκασε μη αιτηθέν, άλλως διάφορο και αιτηθέντος, χωρίς να τάξει ειδικότερες αποδείξεις", καθόσον ενώ στην αγωγή η περιγραφή του επιδίκου ακινήτου γίνεται και με παραπομπή στο προσαρτημένο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα, που είναι εκείνο που είναι προσαρτημένο στο υπ’ αριθμ..../18.6.1965 συμβόλαιο διανομής του συμβ/φου Πειραιά Χριστόφορου Γαλάτη, στο ακίνητο που επιδικάζεται η περιγραφή του ακινήτου γίνεται και με παραπομπή σε άλλο τοπογραφικό διάγραμμα διάφορο εκείνου της αγωγής και ειδικότερα στο από Ιανουαρίου 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Χ.
Σ.. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη η παραπομπή ως προς την περιγραφή του ακινήτου σε άλλο τοπογραφικό διάγραμμα από εκείνο που αναφέρεται στην αγωγή, δεν αφορά σε "αίτηση" υπό την απαιτούμενη στην επικαλούμενη διάταξη του αριθμού 9 εδ.α του άρθρου 559 ΚΠολΔ έννοια, ενώ το επίμαχο τοπογραφικό διάγραμμα ήταν νόμιμα προσκομισθέν αποδεικτικό στοιχείο από την ελεύθερη και ανέλεγκτη εκτίμηση του οποίου κρίθηκε ότι τούτο αποτυπώνει πιο αξιόπιστα από τις άλλες αποδείξεις το επίδικο, ήτοι η περιγραφή του ακινήτου προέκυψε από τις αποδείξεις, αφού ειδικότερα αναφέρεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι "στην προσκομισθείσα με επιμέλεια του ενάγοντος από Μάϊο 2010 έκθεση πραγμ/νης και φωτοερμηνείας του αγρονόμου τοπογράφου - μηχανικού Σ.
Μ., επισυνάπτεται το αποτυπώνον το επίδικο από Ιανουαρίου του 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Χ. Σ.". Ενόψει τούτων δεν στοιχειοθετούνται οι επικαλούμενες αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμών 9α και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ οι αιτιάσεις κατά τις οποίες οι αναφερόμενες στο επίμαχο τοπογραφικό διάγραμμα πλευρικές διαστάσεις δεν αποτυπώνουν το επίδικο, είναι απαράδεκτες, ως αφορώσες στην ανέλεγκτη αξιολόγηση των αποδείξεων...
ενώ η απόδοση αυξημένης αξιοπιστίας σε κάποιο ισοδύναμο με άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι τα προαναφερθέντα τοπογραφικά διαγράμματα ανάγεται στην κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων και δεν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως και υπό την επίκληση της διατάξεως του αριθμού 8 εδ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και απέρριψε τον προταθέντα πρωτοδίκως και επαναφερθέντα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ισχυρισμό των εναγομένων - αναιρεσειόντων, περί απαραδέκτου της αγωγής λόγω ποσοτικής αοριστίας, συνισταμένης στην ελλιπή περιγραφή του αποτελούντος αντικείμενο της διαφοράς επιδίκου ακινήτου. Οι αιτιάσεις αυτές δεν στοιχειοθετούν την επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια, αφού ο επίμαχος ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε. Οι αιτιάσεις περί εσφαλμένης εκτιμήσεως των προταθέντων πραγματικών περιστατικών ως προς τη βασιμότητα του ισχυρισμού είναι απαράδεκτες, ως πλήττουσες την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός, καθώς και η αναίρεση, στο σύνολό της, πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρ. 495 παρ.4 ΚΠολΔ). Οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους (αρθρ.183, 176 και 180 παρ.1 ΚΠολΔ), πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17.4.2015 αίτηση των Β. Τ. του Δ., Β. χας Δ. Τ., το γένος Δ. Κ. κ.λπ. κατά το Θ. Μ. του Δ., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 15/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ