Legislator Case Law & Legislation
554/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on evidence evaluation, upholding lower court's free assessment of documentary proof in property dispute.

Case Number 554/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the appellate court's decision regarding a property ownership dispute. The appellant argued that the appellate court improperly enhanced the evidentiary weight of a sworn affidavit while undervaluing tax records and inheritance declarations proving his long-term exclusive ownership. The court rejected this claim, ruling that the appellate court correctly exercised its free evaluation of evidence by treating the documents as judicial materials rather than direct testimony, thereby validating the original judgment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 336(3) and 339 of the Code of Civil Procedure; The court's free evaluation of evidence allows it to assess documentary proof as simple third-party statements or judicial materials without granting it enhanced probative force solely because it was obtained in a prior proceeding, provided the documents were not specifically tendered as direct evidence for the current trial's contested issues.

Keywords

AI generated
free evaluation of evidence documentary proof assessment sworn affidavit weight property ownership dispute appellate review standard judicial materials Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 336(3) of the Code of Civil Procedure
Article 339 of the Code of Civil Procedure
Article 559(12) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 554 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 554/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Σ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Θεώνη Σγουράκη-Παπασπυροπούλου.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Δ. Ζ. του Γ., 2. Ι. Σ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, 3. Μ. συζ. Α. Χ., το γένος Ν. Κ., 4. Ε. συζ. Ε. Χ., το γένος Ν. Κ., 5. Π. συζ. Γ. Τ., το γένος Ν. Κ., 6. Δ. Ν. του Α., 7. Ν. Ν. του Δ. και 8. Α. Ν. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι 3η, 4η, 5η, 6ος, 7ος και 8ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Ζέρβα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε Α) με την από 3413/4-10-2001 αγωγή των ήδη 3ης έως και 8ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης και Β) με την από 2486/22-1-2002 αγωγή των ήδη δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκε η 3932/2002 απόφαση -επί της πρώτης αγωγής- του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης που παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, διότι έκρινε εαυτό αναρμόδιο. Στη συνέχεια συνεκδικάσθηκε με την ως άνω 2486/22-1-2002 συναφή αγωγή και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 26307/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Κατά της απόφασης αυτής οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι άσκησαν την 614/13-2-2004 έφεση τους επί της οποίας εκδόθηκε η 2876/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κατά της απόφασης 26307/2003 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ασκήθηκε η από 25075/1-6-2006 τριτανακοπή του Π. Σ. του Δ. στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Επί της ανωτέρω τριτανακοπής εκδόθηκε αρχικά η 4170/2008 απόφαση και στη συνέχεια η 26050/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Ασκήθηκε έφεση και εκδόθηκε η 1318/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Στη συνέχεια ο αναιρεσείων άσκησε την 3458/2009 τριτανακοπή του κατά της 2876/2004 απόφασης επί της οποίας εκδόθηκε η 1007/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-8-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 3-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις 8630Β/13-9-2011 και 4940/14-9-2011, αντίστοιχα, εκθέσεις επίδοσης των αρμοδίων δικαστικών επιμελητών των Πρωτοδικείων Θεσσαλονίκης και Καστοριάς ... και ..., αντίστοιχα, προκύπτει ότι, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας της πληρεξουσίας δικηγόρου του αναιρεσείοντος Θεώνης Σγουράκη, που επισπεύδει τη συζήτηση- και της οποίας την παραγγελία αυτή ενέκρινε ο τελευταίος με την παράστασή του στο παρόν Δικαστήριο-ακριβή αντίγραφα της από 29-8-2010 αίτησης αναίρεσης με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά την στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο (16-11-2011), επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στους δύο πρώτους αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι όμως δεν εμφανίστηκαν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλαν έγγραφη δήλωση για παράστασή τους στο ακροατήριο κατά τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα μα τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των ως άνω αναιρεσιβλήτων.

ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 11 περ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Οι ένορκες βεβαιώσεις που έχουν ληφθεί στα πλαίσια άλλης προηγούμενης δίκης δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ακόμη και αν δεν έχουν τηρηθεί οι τασσόμενες γι' αυτές διατυπώσεις.

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδ. γ' του ΚΠολΔ ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνον αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι μοναδική προϋπόθεση για τη λήψη υπόψη ενόρκων βεβαιώσεων από το δικαστήριο της ουσίας είναι ότι αυτές έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες (ή οκτώ αν δοθούν στην αλλοδαπή). Έτσι, αν τηρηθεί η πιο πάνω προϋπόθεση, είναι έγκυρες οι ένορκες βεβαιώσεις, έστω και αν δεν αναφέρεται ή αναφέρεται εσφαλμένα στην σχετική κλήση, η διαδικασία κατά την οποία αυτές θα χρησιμοποιηθούν.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο που δεν επιτρεπόταν να ληφθεί υπόψη, δηλαδή την .../2007 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Α.

Χ. ενώπιον της συμ/φου Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνας Καλογιάννη, που λήφθηκε με επιμέλεια των καθών η τριτανακοπή και ήδη τρίτης, τέταρτης, πέμπτης, έκτου, έβδομου και όγδοου των αναιρεσιβλήτων στα πλαίσια άλλης προηγούμενης μεταξύ των ήδη διαδίκων δίκης, δηλαδή τριτανακοπής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά την τακτική διαδικασία, επειδή δεν προηγήθηκε νόμιμη κλήτευση του τριτανακόπτοντος για να παραστεί στην ως άνω συμ/φο, όταν δόθηκε η ένορκη αυτή βεβαίωση, ενόψει του ότι στη σχετική κλήση προς αυτόν εσφαλμένα αναφέρθηκε ότι αυτή θα χρησιμοποιηθεί κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, αντί εκείνης της τακτικής διαδικασίας.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, αφού δέχθηκε ανέλεγκτα, ότι η ένορκη αυτή βεβαίωση έχει ληφθεί στα πλαίσια άλλης προηγούμενης μεταξύ των διαδίκων δίκης, την έλαβε υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, οπότε, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, αυτή λαμβάνεται υπόψη ακόμη και αν δεν τηρήθηκαν οι τασσόμενες για τις ένορκες βεβαιώσεις διατυπώσεις, με τη μη μνεία στην επίμαχη κλήση της νόμιμης διαδικασίας ή της διαφοράς στην οποία θα χρησιμοποιείτο η εν λόγω ένορκη βεβαίωση.

ΙΙΙ. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή και άρα σε ισχυρισμό που δεν έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 14/2004). Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο, κατά τα δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης από τον αριθμό 8 περιπτ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του τον νομίμως από τον ίδιο προταθέντα σ' αυτό με τις προτάσεις του ουσιώδη ισχυρισμό του, κατά τον οποίο η ως άνω ένορκη βεβαίωση ήταν ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο για το λόγο που αναφέρεται παραπάνω και, συνεπώς, δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη. Ενόψει όμως του ότι ο φερόμενος ως αγνοηθείς πιο πάνω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος δεν είναι νόμιμος, επειδή, όπως προαναφέρθηκε, η υπ' αρ. .../2007 ένορκη βεβαίωση είναι νόμιμο αποδεικτικό μέσο και, συνεπώς, επιτρεπτώς λήφθηκε αυτή υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

ΙV. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των αρθ. 583, 586, και 588 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αυτός που δεν συμμετείχε, ούτε προσκλήθηκε για να συμμετάσχει σε δίκη που διεξήχθη μεταξύ άλλων προσώπων δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο της αποφάσεως που εκδόθηκε κατά τη δίκη αυτή, αλλά μπορεί να ασκήσει κατ' αυτής, ενώπιον του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την απόφαση αυτή, τριτανακοπή απευθυνόμενη καθ' όλων των διαδίκων που μετείχαν στη δίκη, υπό την προϋπόθεση ότι έχει έννομο συμφέρον δηλαδή βλάπτονται ή εκθέτονται τα συμφέροντα του σε κίνδυνο βλάβης, ανεξάρτητα αν η βλάβη προκύπτει από το διατακτικό ή το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Τέτοιο έννομο συμφέρον για άσκηση τριτανακοπής υπάρχει ειδικότερα στην περίπτωση που ο τρίτος προσβάλλει την απόφαση η οποία αναγνώρισε τον ενάγοντα κύριο ή συγκύριο ακινήτου και υποχρέωσε τον εναγόμενο να το αποδώσει σ' αυτόν, εφόσον ο τριτανα-κόπτων ισχυρίζεται ότι είναι κύριος αυτού. Η τριτανακοπή αυτή έχει αναγνωριστικό χαρακτήρα είναι δηλαδή ουσιαστικά αγωγή αναγνωρίσεως του τριτανακόπτοντος ως κυρίου του ακινήτου και υποκαθιστά την αναγνωριστική αγωγή του αρθ. 70 ΚΠολΔ.

και τη διεκδικητική αγωγή. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού η δικονομικού δικαιώματος. (Ολ.ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τους δεύτερο και τρίτο, κατά το πρώτο μέρος τους και κατά ορθή εκτίμηση τους, λόγους αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν από τους καθών η τριτανακοπή (τρίτη έως και όγδοο των αναιρεσιβλήτων) με τις ενώπιόν του προτάσεις τους και ειδικότερα ότι δεν επανέφεραν αυτοί νόμιμα στο Εφετείο τον ισχυρισμό τους περί ίδιας κυριότητας στο επίδικο ακίνητο δεχόμενο ότι η δικαιοπάροχος των τελευταίων Ε.

σύζυγος Α. Σ. όταν συνέταξε την 7218/1962 δημόσια διαθήκη της είχε γίνει ήδη κυρία του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία και ακόμη ότι "τέτοιο δικαίωμα δεν είχε ο Α. Σ., για το λόγο ότι ο επίδικος αγρός δεν ήταν δικός του αλλά της συζύγου του Ε., ο δε τούρκικος τίτλος που επικαλείται και προσκομίζει ο τριτανακόπτων στον οποίο αναγράφεται ως ιδιοκτήτης ο Α.

Σ., δεν αφορά τον επίδικο αγρό. αλλά άλλο ακίνητο που βρίσκεται στην ευρύτερη περιοχή "Μπαλόμπα Μπαχτσέ" ή "Χαράματα", όπως αναφέρει στην υπ' αριθμ. .../1 -2-2007 ένορκη βεβαίωση ο μάρτυρας Α. Χ., ο οποίος ήταν για πολλά χρόνια αγροφύλακας στο Μελισσοχώρι Θεσσαλονίκης, "στη θέση Χαράματα, περίπου εκεί που τελειώνει η τοποθεσία, και σήμερα συνορεύει με χωράφια του Χ., του Α.

Τ., της Φ. Σ. και αγροτικό δρόμο". Οι ερευνώμενοι αυτοί αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι, προεχόντως, ως απαράδεκτοι, γιατί οι περιεχόμενοι σ' αυτούς πιο πάνω ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα", με την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αλλά συνιστούν ο πρώτος μεν αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσης της ένδικης τριτανακοπής, ο δεύτερος δε επιχείρημα αντλούμενο από την εκτίμηση των αποδείξεων.

V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει από 1.1.2002 (άρθρο 15 του ν.2943/2001), αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα πού έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή, αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί καμιά απόδειξη γι' αυτά - πράγματα- ή όταν δεν εκθέτει από ποιά αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη για τα εν λόγω πράγματα.

Οι δεύτερος κατά το τρίτο μέρος του, τρίτος, κατά το δεύτερο μέρος του και έκτος, επομένως, λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δέχθηκε "ότι η (γιαγιά) Ε. Σ. καλλιεργούσε το επίδικο με σιτηρά μετά την απελευθέρωση της Μακεδονίας" β) "ότι στην περιοχή "Μπαλόμπα Μπαξέ" ή "Χαράματα" υπάρχουν δύο διαφορετικά ακίνητα, ένα από τα οποία είναι το επίδικο και ένα το αναφερόμενο στον από 10-9-1894 τίτλο ιδιοκτησίας του Υπουργείου Αυτοκρατορικών Βακουφίων ακίνητο" και γ) "ότι (οι αντίδικοί του) εγκαταστάθηκαν στο επίδικο ακίνητο ήδη από το έτος 1985, εκμεταλλευόμενοι αυτό και εκμισθώνοντας το σε τρίτους", δηλαδή δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, γιατί οι περιεχόμενοι σ' αυτούς πιο πάνω ισχυρισμοί δεν είναι αυτοτελείς, δηλαδή δεν αποτελούν πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης του αριθμού 10 του άρθρου559 ΚΠολΔ.

VI. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.

Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης λόγω έλλειψης νόμιμης βάσης της απόφασης και ιδίως λόγω έλλειψης αιτιολογιών αναφέρεται σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή σε ισχυρισμούς που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή, εκείνους που τείνουν σε θεμελίωση ή κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι δε και στην αξιολόγηση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η Ε. Σ. έγινε κυρία του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία χωρίς όμως να αναφέρει τον τρόπο που αυτή απέκτησε τη νομή του, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενόψει του ότι ο περιεχόμενος σ' αυτόν ισχυρισμός δεν είναι ουσιώδης υπό την προδιαληφθείσα έννοια.

VII. Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ.Πολ.Δ., έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα, αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΑΠ 484/2001 ΝοΒ 50 520, ΑΠ 1062/1991 Ελλ.Δ/νη 33.561).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι το επίδικο ακίνητο έχει έκταση 2384 τμ, παραμόρφωσε το περιεχόμενο της 7218/1962 δημόσιας διαθήκης της Ε. Σ., αφού, κατ' αυτή, η τελευταία "φέρεται να κληροδοτεί στις εγγονές της (αντιδίκους) ένα ακίνητο εκτάσεως ενός (1) στέμματος, 1000 δηλαδή τμ και όχι 2162.09 τμ που είναι η έκταση του επιδίκου".

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο την κρίση του σε σχέση με την έκταση του επιδίκου ακινήτου, ανερχόμενη σε 2384 τμ, μόρφωσε όχι αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από την παραπάνω διαθήκη, αλλά ύστερα από τη συνεκτίμησή της με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και ιδιαίτερα με τις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση συμβολαιογραφικές πράξεις και το περιεχόμενο των προσκομισθεισών ενόρκων βεβαιώσεων που μνημονεύονται σ' αυτή.

VIII. O προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 12 λόγος αναίρεσης, εξαιτίας της παράβασης των ορισμών του νόμου, αναφορικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη απόδειξης μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση που, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 Κ.Πολ.Δ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά το νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία αυτά.

Εξάλλου τα δημόσια έγγραφα, δηλαδή τα έγγραφα, που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο μέσα στα όρια της υλικής και τοπικής αρμοδιότητάς του, αποτελούν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 438 ΚΠολΔ, πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτό ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε τα έγγραφα ή ότι έγιναν ενώπιόν του.

Τα ίδια πιο πάνω έγγραφα, ως προς τα βεβαιούμενα σ' αυτά γεγονότα ως αληθινά, τα οποία, όμως, δεν έγιναν από το συντάκτη τους ή δεν έγιναν ενώπιόν του, δεν αποτελούν καθεαυτά, πλήρη απόδειξη, αλλά, εφόσον έχει επιτραπεί η μαρτυρική απόδειξη, λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 86 και 106, αντίστοιχα, του ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων", που καθορίζει τις αρμοδιότητες του Δημάρχου και του Προέδρου της Κοινότητας, προκύπτει ότι οι τελευταίοι είναι αρμόδιοι να εκδίδουν πιστοποιητικά ή βεβαιώσεις περί της προσωπικής ή οικογενειακής κατάστασης των δημοτών, δεν έχουν όμως την αρμοδιότητα να εκδίδουν πιστοποιητικά ή βεβαιώσεις, που αναγνωρίζουν ή βεβαιώνουν ότι κάποιος δημότης είναι κύριος ή νομέας ακινήτου, ευρισκομένου μέσα στα διοικητικά όρια των οικείων Δήμου ή Κοινότητας.

Επομένως, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 336 παρ. 3 και 339 ΚΠολΔ, πιστοποιητικό ή βεβαίωση με τέτοιο περιεχόμενο αποτελεί απλή βεβαίωση τρίτου, που εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο της ουσίας για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον το τελευταίο δεν δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, είτε κατά πρόταση διαδίκου, είτε αυτεπαγγέλτως, ότι η εν λόγω βεβαίωση λήφθηκε προκειμένου να χρησιμεύσει ως μαρτυρία στην δίκη για τα αποδεικτέα θέματα.

Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε ότι κυρία του επιδίκου ακινήτου ήταν η Ε. χήρα Α. Σ. δικαιοπάροχος των αντιδίκων, προσέδωσε στην προμνημονευθείσα .../2007 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Α.

Χ. αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με το υπ' αρ. 852/1991 πιστοποιητικό του Προέδρου της Κοινότητας Μελισσοχωρίου με το οποίο βεβαιώνεται ότι ο πατέρας του (αναιρεσείοντος) Δ. Σ. είχε την αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή του επιδίκου ακινήτου για χρονικό διάστημα πλέον της τριακοπενταετίας, τα έντυπα Ε9 των φορολογικών δηλώσεών του των οικονομικών ετών 1997 και 2002 από τα οποία προκύπτει ότι αυτός δήλωνε το επίδικο ως στοιχείο της ακίνητης περιουσίας του και την .../1985 δήλωση αποδοχής κληρονομίας της συμ/φου Θεσσαλονίκης Ειρήνης Γρηγοριάδου-Τζορμπατζόγλου σε συνδυασμό με τις από 2-7-2001 υπεύθυνες δηλώσεις από τις οποίες προκύπτει ότι "ενόψει της μεταβιβάσεως του επιδίκου στον 1ο και 2ο των αναιρεσιβλήτων ανακύπτει ότι ένα και μόνο ακίνητο είχε ο δικαιοπάροχος του και στη συνέχεια αυτός, στη θέση "Μπαλόμπα Μπαξέ" ή "Χαράματα" και δη το επίδικο".

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε ελεύθερα με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα την μεν .../2007 ένορκη βεβαίωση, κάνοντας μάλιστα και ειδική μνεία αυτής, όπως προπαρατέθηκε για τη συναγωγή και μόνο δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον δέχθηκε ότι η εν λόγω βεβαίωση λήφθηκε στα πλαίσια άλλης, προηγούμενης δίκης, τα έντυπα δε Ε9 καθώς και την .../1985 δήλωση αποδοχής κληρονομίας ως έγγραφα για τη συναγωγή, επίσης, δικαστικών τεκμηρίων, προσδίδοντας, έτσι, στα εν λόγω αποδεικτικά μέσα την προσήκουσα αποδεικτική δύναμη.

Εξάλλου, ενόψει του ότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δεν δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι το ανωτέρω 852/1991 πιστοποιητικό, καθώς και οι από 2-7-2001 υπεύθυνες δηλώσεις δόθηκαν ειδικώς προς το σκοπό αυτό, να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικό μέσο στη δίκη αυτή, ορθά τούτο εκτίμησε τα πιο πάνω έγγραφα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Ο ερευνώμενος, επομένως, αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-8-2010 αίτηση του Π. Σ. για αναίρεση της 1007/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παραστάντων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1 Φεβρουαρίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ