Legislator Case Law & Legislation
554/2006 AI generated

Supreme Court allows appeal against tax authority's refusal to check export subsidy documents after 24 months. Court rules administrative control right expires only upon proper submission of complete documents.

Case Number 554/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the second ground of the appeal against the Athens Court of Appeal's decision, which had dismissed the taxpayer's claim. The taxpayer argued that the tax authority's right to verify export subsidy documents expired after 24 months due to incomplete initial filings. The Court held that the administrative body cannot conduct checks or demand repayment after this period, regardless of whether the submitted documents were fully complete or substantively convincing. Consequently, the Court annulled the lower court's decision and remitted the case for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure; Art. 1574/1970 of the Monetary Commission; Art. 131/1976 of the Monetary Commission: The administrative authority's right to verify export subsidy documents expires after 24 months from the date of proper submission, and cannot be exercised to demand repayment if the submission was made within the deadline, even if the documents were incomplete or not substantively convincing.

Keywords

AI generated
export subsidy verification administrative control right statute of limitations complete documentation substantive convincing Code of Civil Procedure Monetary Commission decision

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 1574/1970 of the Monetary Commission
Art. 131/1976 of the Monetary Commission
Art. 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 582/2003
85/2004

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 554 / 2006 (Ζ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 554/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Στυλιανό Πατεράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Στέφανο Γαβρά, Δημήτριο Λοβέρδο, Ρένα Ασημακοπούλου και Σταύρο Γαβαλά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρίας με την επωνυμία "ΦΑΡΜΕΞ Ανώνυμη Τεχνική, Τουριστική, Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρία" και με διακριτικό τίτλο "ΦΑΡΜΕΞ ΑΕ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Ρουμανιά.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Τραπέζης της Ελλάδος που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ) Β' Καλλιθέας, που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν, η 1η από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Κοντοβαζαινίτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., οι 2ος και 3ο από την Βασιλική Δούσκα - Κυπραίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-10-2000 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5190/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 6186/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 21-7-2002 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σταύρος Γαβαλάς ανέγνωσε την από 22-2-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' αποδοχή του δεύτερου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Eπειδή, με την 1574/1/22-8-1970 απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής καθορίστηκε από 1-1-1971 ειδικό εξαγωγικό μειωμένο επιτόκιο για τις πάσης φύσεως χορηγήσεις των τραπεζών προς επιχειρήσεις που εξάγουν βιομηχανικά, βιοτεχνικά και μεταλλουργικά προϊόντα παραγόμενα στην Ελλάδα, έναντι ελευθέρου συναλλάγματος και ανεξαρτήτως χώρας προορισμού.

Η εφαρμογή του εν λόγω ειδικού επιτοκίου πραγματοποιείται με την εκ των υστέρων καταβολή, από τις μεσολαβούσες στην εξαγωγή τράπεζες προς τους εξαγωγείς, της διαφοράς τόκου που προκύπτει από την εφαρμογή του χαμηλότερου ειδικού εξαγωγικού επιτοκίου, αντί του γενικού επιτοκίου χρηματοδότησης. Η διαδικασία καταβολής της διαφοράς τόκων στους εξαγωγείς καθορίστηκε αρχικά με την 1858/26/1971 απόφαση της Υποεπιτροπής Πίστεως (που εκδόθηκε μετά από μετά από εξουσιοδότηση από την πιο πάνω απόφασης της Ν.Ε.), η οποία αργότερα τροποποιήθηκε με την 4448/Γ' 752/9-12-1982 κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, οι οποίοι, μετά την κατάργηση της Νομισματικής Επιτροπής, με το άρθρο 1 του ν. 1266/1982, υποκατέστησαν τη Νομισματική Επιτροπή στην έκδοση αποφάσεων κατά το άρθρο 1 του ν. 128/1975.

Οι λεπτομέρειες δε εφαρμογής της κοινής αυτής Υπουργικής Απόφασης διαλαμβάνονται στην ... εγκύκλιο της Τράπεζας της Ελλάδος. Με την απόφαση αυτή ορίστηκε ότι η καταβολή της διαφοράς τόκων στους εξαγωγείς θα γίνεται σε δύο φάσεις. Στην πρώτη φάση καταβάλλεται από τη μεσολαβούσα τράπεζα μέρος της διαφοράς των τόκων, αμέσως μόλις ολοκληρωθεί η συναλλαγματική τακτοποίηση της εξαγωγής και εκδοθεί το σχετικό πιστοποιητικό εξαγωγικής δραστηριότητας (Π.Ε.Δ.).

Για την πραγματοποίηση της καταβολής των διαφορών τόκων από τις μεσολαβούσες τράπεζες πρέπει να υπάρχει, εκτός από το ως άνω εκδιδόμενο Π.Ε.Δ. και ειδική βεβαίωση της Τράπεζας της Ελλάδος (Τμήμα σχέσεων με τις εξαγωγικές επιχειρήσεις), εκδιδόμενη εφάπαξ, αλλά υποκείμενη σε αναθεώρηση κατά την κρίση της Τράπεζας της Ελλάδος.

Ο εξαγωγέας, κατά την πρώτη προσέλευσή του στη μεσολαβούσα τράπεζα για την είσπραξη της δικαιούμενης διαφοράς της πρώτης φάσης οφείλει να καταθέσει σ' αυτήν υπεύθυνη δήλωση με την οποία αναλαμβάνει την υποχρέωση να επιστρέψει εντόκως (με το εκάστοτε ισχύον γενικό επιτόκιο χορηγήσεων για κεφάλαιο κινήσεως) κάθε ποσό που από το μεταγενέστερο έλεγχο θα διαπιστωθεί ότι έλαβε καθ' υπέρβαση εκείνου που δικαιούται να λάβει συνολικά.

Με την ίδια δήλωση συναποδέχεται και ποινική ρήτρα υπέρ του Δημοσίου ίση με το 50% του ποσού που εισέπραξε καθ' υπέρβαση του δικαιουμένου, για την περίπτωση που δεν θα το επιστρέψει σε είκοσι μέρες από τη σχετική ειδοποίηση του. Σε δεύτερη φάση γίνεται η καταβολή του υπολοίπου της διαφοράς από την Τράπεζα της Ελλάδος, μετά από εκτίμηση της συνολικής εξαγωγικής δραστηριότητας ενός ημερολογιακού έτους και σύμφωνα με τα υποβληθέντα από τον εξαγωγέα και αποστελλόμενα από τις μεσολαβούσες τράπεζες αντίτυπα των πιστοποιητικών εξαγωγικής δραστηριότητας (Π.Ε.Δ.).

Στην ίδια απόφαση και στην παράγραφο 3 του κεφαλαίου Β' αυτής ορίζεται ότι σε περιπτώσεις επιστροφών συναλλάγματος στους ξένους αγοραστές ή και σε άλλες περιπτώσεις που μεταβάλλονται οι προϋποθέσεις πάνω στις οποίες στηρίχθηκε η καταβολή της διαφοράς τόκων, οι μεσολαβούσες Τράπεζες υποχρεούνται να στέλνουν σχετική ειδοποίηση στην Τράπεζα της Ελλάδος (Τμήμα σχέσεων με τις εξαγωγικές επιχειρήσεις), η οποία θα επιμελείται για την επανείσπράξη των αδικαιολόγητα καταβληθέντων ποσών εντόκως με το εκάστοτε ισχύον γενικό επιτόκιο χορηγήσεων για κεφάλαιο κίνησης.

Η είσπραξη του οφειλόμενου λόγω επιστροφής ποσού γίνεται μέσω των δημόσιων ταμείων, σύμφωνα με το νόμο περί εισπράξεως δημόσιων εσόδων. Με την 131/27-9-1976 απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής, η οποία εγκρίθηκε με την 131/1-11-1976 Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου (ΦΕΚ Α' 298), τροποποιήθηκε το εδάφ. α' της παρ. 4 του Κεφ.

Α' της ως άνω 1574/1970 απόφασής της και ορίσθηκε ότι τα στοιχεία που απαιτούνται για τον προσδιορισμό της βασικής προστιθέμενης αξίας πρέπει να προκύπτουν από υπεύθυνες δηλώσεις των παραγωγών επιχειρήσεων, ο τύπος των οποίων καθορίζεται με αποφάσεις της Υποεπιτροπής Πιστώσεων, τα δε σχετικά στοιχεία και δικαιολογητικά για την επιστροφή τόκων θα υποβάλλονται στην αρμόδια υπηρεσία της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία θα αποφαίνεται για την καταρχήν παραδοχή τους μέσα σε δύο ημέρες.

Τα στοιχεία αυτά θα διαβιβάζονται στη συνέχεια στο Υπουργείο Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας (ΥΒΕΤ) για να γίνει ο έλεγχος από τεχνικής απόψεως, ο οποίος πρέπει να συμπληρωθεί "εντός διαστήματος ουχί μείζονος των 24 μηνών από της υποβολής των ανωτέρω στοιχείων και δικαιολογητικών, άλλως το δικαίωμα ελέγχου παραγράφεται ...".

Με την τελευταία διάταξη τάσσεται, δηλαδή, αποσβεστική προθεσμία είκοσι τεσσάρων μηνών προς διενέργεια ελέγχου από τη διοίκηση (ήδη Υπουργείο Ανάπτυξης), μετά την πάροδο της οποίας επέρχεται απόσβεση του σχετικού δικαιώματος, και η προθεσμία αυτή προϋποθέτει την εκ μέρους των εξαγωγέων υποβολή των κατά τις άνω διατάξεις δικαιολογητικών και, προεχόντως, υπεύθυνων δηλώσεων των παραγωγών από τις οποίες προκύπτουν τα στοιχεία που απαιτούνται για τον προσδιορισμό της βασικής προστιθέμενης αξίας.

Όπως δε ορίζεται περαιτέρω με το εδαφ. β' της παραγρ. 4 της 1574/1970 απόφασης της Νομισματικής Επιτροπής, όταν το εξαγόμενο βιομηχανικό είδος δεν είναι παραγωγής του εξαγωγέα ή για την κατασκευή του χρησιμοποιήθηκαν προϊόντα που επεξεργάσθηκαν άλλες βιομηχανικές ή βιοτεχνικές επιχειρήσεις, πρέπει να προσκομίζονται υπεύθυνες δηλώσεις των ενδιαμέσων αυτών επιχειρήσεων για τα στοιχεία κόστους των προϊόντων που επεξεργάσθηκαν.

Σε περίπτωση που η παροχή των ανωτέρω στοιχείων αποτελεί αποκάλυψη απόρρητων στοιχείων των επιχειρήσεων αυτών, οι υπεύθυνες δηλώσεις των ενδιαφερόμενων επιχειρήσεων μπορεί να υποβάλλονται με το χαρακτηρισμό "απόρρητο", απευθείας στην αρμόδια υπηρεσία της Τράπεζας της Ελλάδος. Η άρνηση των ενδιάμεσων επιχειρήσεων να αποκαλύψουν τα στοιχεία κόστους των προϊόντων τους οδήγησε στην έκδοση της 128/30-7-1976 απόφασης της Υποεπιτροπής Δανείων και Συναλλάγματος της Νομισματικής Επιτροπής, η οποία όρισε ότι στις περιπτώσεις αυτές θα λαμβάνεται υπόψη η βασική προστιθέμενη αξία "του αυτού είδους του παραχθέντος, κατά το αυτό χρονικό διάστημα, παρ' ετέρων ομοειδών επιχειρήσεων ...".

Και αν έτσι καλύπτεται το απαιτούμενο ποσοστό 25%, γίνεται επιστροφή τόκων στους εξαγωγείς. Από τα προεκτιθέμενα προκύπτει ότι με την 1574/22-8-1970 απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής καθιερώνεται ταχεία διαδικασία προσδιορισμού της καταβολής σε πρώτη φάση των ενισχύσεων των εξαγωγικών επιχειρήσεων, χωρίς δικαιολογητικά.

Η ρύθμιση όμως αυτή είναι προσωρινή, στηριζόμενη σε πλασματικά στοιχεία όσον αφορά την προστιθέμενη αξία, και ολοκληρώνεται με την υποβολή των δικαιολογητικών, ώστε, με βάση πλέον τα πραγματικά στοιχεία, να καθορίζεται το ακριβές ποσό της χρηματοδότησης την οποία δικαιούται να λάβει ο εξαγωγέας. Στην προκειμένη περίπτωση, η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα, με την από 30-10-2000 ανακοπή της, για την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ζήτησε ακύρωση α) της ...

Πράξης της Τράπεζας της Ελλάδος, με την οποία καταλογίσθηκαν στην αναιρεσείουσα, λόγω αχρεώστητης είσπραξης διαφοράς τόκων, δραχμές 4.808.283, για την επιστροφή του ποσού που εισέπραξε λόγω εξαγωγής φαρμάκων κατά τα έτη 1983, 1984 και 1985, διότι δεν υπέβαλε εμπρόθεσμα πλήρη και αναλυτικά στοιχεία και δικαιολογητικά των εξαγωγών της, δραχμές 3.386.868, λόγω τόκων καθυστέρησης και δραχμές 2.404.142, λόγω ποινικής ρήτρας 50%, δηλαδή συνολικά 10.599.293 δραχμές, β) της ...

βεβαίωσης του ανωτέρω χρέους από τη Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε.Ε. ... και γ) της 2457/1999 ατομικής ειδοποίησης της ανωτέρω ΔΟΥ. Ειδικότερα, με τον όγδοο λόγο της ανακοπής, η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα ζήτησε την ακύρωση των προσβαλλόμενων ως άνω πράξεων, διότι σύμφωνα με την 131/27-7-1976 απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής το δικαίωμα του ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου προς διενέργεια ελέγχου των στοιχείων και δικαιολογητικών που αναφέρονται στην 1574/22-8-1970 απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής έχει υποπέσει στην εικοσιτετράμηνη αποσβεστική προθεσμία που αρχίζει από τον χρόνο υποβολής των δικαιολογητικών.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το λόγο αυτό της ανακοπής, κρίνοντας ότι από τα έγγραφα που με επίκληση είχαν προσκομισθεί, αποδεικνύεται ότι η ήδη αναιρεσείουσα υπέβαλε με στην πρώτη αναιρεσίβλητη υπεύθυνες δηλώσεις, με τις οποίες δηλωνόταν η ονομασία των πωληθέντων φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων και η παραγωγός τούτων επιχείρηση, με παραπομπή στους πίνακες βασικής προστιθέμενης αξίας, που υπήρχαν στους αντίστοιχους φακέλους των παραγωγών επιχειρήσεων, αλλά χωρίς κανένα άλλο στοιχείο, ώστε, ένεκα της παράλειψής της να υποβάλει προς το Υπουργείο Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας πλήρη τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, δεν άρχισε η εικοσιτετράμηνη σχετική προθεσμία και εντεύθεν το δικαίωμα ελέγχου από το ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο δεν αποσβέσθηκε.

Με την κρίση του όμως αυτή το Εφετείο παραβίασε τους ουσιαστικούς δικαίου κανόνες για την ως άνω αποκλειστική προθεσμία της παρ. 4 εδάφ. α' του Κεφαλαίου Α' της 1574/1970 απόφασης της Νομισματικής Επιτροπής, όπως τροποποιήθηκε με την 131/27-9-1976 απόφασή της, διότι, κατά την αληθινή έννοια της ως άνω ουσιαστικού δικαίου ρύθμισης, η Διοίκηση δεν μπορεί να προβεί σε έλεγχο των υποβληθέντων ως άνω δικαιολογητικών μετά την πάροδο 24 μηνών από την υποβολή αρμοδίως από τον εξαγωγέα των οικείων δικαιολογητικών, ασχέτως του αν αυτά είναι πλήρη (αλλ' όχι πειστικά κατ' ουσίαν) ή ελλιπή, αξιώνοντας την μετά την πάροδό της προθεσμίας επιστροφή της σχετικής διαφοράς τόκων (ΑΠ 582/2003, 85/2004).

Συνεπώς είναι βάσιμος ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν η αναιρεσείουσα, αποδίδοντας την πλημμέλεια αυτή στην προσβαλλόμενη απόφαση, προβάλλει αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. Ακολούθως πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η εξέταση των υπόλοιπων λόγων της οποίας παρέλκει, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο Αθηνών, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν. ΟΙ αναιρεσίβλητοι πρέπει να καταδικαστούν στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 6186/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει. Και

Καταδικάζει του αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει για μεν την Τράπεζα της Ελλάδος στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ, για δε το Ελληνικό Δημόσιο στο ποσό των διακοσίων ενενήντα τριών (293) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαρτίου 2006.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Μαρτίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ