Legislator Case Law & Legislation
553/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal due to failure to consider prior acquittal verdict in civil liability case.

Case Number 553/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the first ground of the appeal against the Athens Court of First Instance's final decision. The appellants argued that the Court of Appeal failed to consider a prior final criminal acquittal verdict regarding the same facts, which was crucial for establishing civil liability. The Court ruled that this omission created a significant doubt regarding the evidence assessment and thus the lower court's decision was flawed. Consequently, the appeal was granted, the case was remitted to a different judge at the Court of Appeal for retrial, and the appellants were awarded court costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The failure of a Court of Appeal to consider a final prior criminal acquittal verdict on the same facts constitutes a ground for appeal, as it undermines the proper assessment of evidence and liability.

Keywords

AI generated
Civil Liability Prior Acquittal Evidence Assessment Remittal for Retrial Court of Appeal Finality of Judgment Procedural Error

Cited Legislation

AI generated
Article 286(1)(a) and 290 of the Code of Civil Procedure
Article 573(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 1846 and 1847 of the Civil Code
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 553 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 553/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σταύρο Μάλαινο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Φ. Δ. του Α., κατοίκου … και 2) ανώνυμης εταιρείας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "P. I. Α.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα - Δημήτριο Σίδερη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Χ. του Χ., που δεν παραστάθηκε, 2) Γ. Κ. του Ε., κατοίκου ... και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Ε. Α." και τον τίτλο "Α. Μ." και ήδη "Μ. Α. Α. Ε.", που εδρεύει στη ….Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Αρνέλλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην ως άνω από 23-2-2023 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε: α) ότι η Χ. Χ. του Χ. (1η) απεβίωσε στις 20-9-2020 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει ο μοναδικός κληρονόμος της Ε. Κ. του Α., κάτοικος ..., εκπροσωπούμενος από τον ίδιο και β) την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-5-2014 αγωγή της 2ης των ήδη αναιρεσιβλήτων και της ήδη αποβιωσάσης Χ. Χ. του Χ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 23-6-2014 αγωγή της 1ης αναιρεσείουσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2455/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1010/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 4-3-2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 παρ. 1 στοιχ. α' και 290 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, συνδυαζόμενες και προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 του Α.Κ., προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξεως. Η δίκη που διακόπηκε, μπορεί να επαναληφθεί εκουσίως, ρητώς με δήλωση των κληρονόμων του θανόντος στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως προς συζήτηση, ακόμα και ταυτοχρόνως με τη δήλωση διακοπής, εφόσον παρίσταται ο αντίδικος, είτε με την επίδοση ιδιαιτέρου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση, αλλά και σιωπηρώς με την κοινοποίηση κλήσεως για συζήτηση της υποθέσεως (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 895/2020, Α.Π. 1257/2019, Α.Π. 392/2019, Α.Π. 1045/2017, ΑΠ 711/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα και, ειδικότερα: 1) την υπ' αριθμ. πρωτ. …/22-9-2020 ληξιαρχική πράξη θανάτου που συντάχθηκε από τον ληξίαρχο του Δ. Π. Φ., 2) το υπ' αριθμ. πρωτ. …/1-10-2020 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών που εκδόθηκε από τον Δ. Κ. Αττικής, 3) το από 17-9-2021 πιστοποιητικό οικογενειακής καταστάσεως του Δ.

Κ. Αττικής, 4) το υπ' αριθμ. …/19-7-2021 πιστοποιητικό του Ειρηνοδικείου Κ., 5) το υπ' αριθμ…./18-5-2021 πρακτικό δημοσιεύσεως της από 24-2-2020 ιδιόγραφης διαθήκης της πρώτης αναιρεσίβλητης και 6) τις υπ' αριθμ. ../22-7-2021, …/22-7-2021, …/22-7-2021, …/22-7-2021 και …/27-6-2021 εκθέσεις αποποιήσεως κληρονομίας του Ειρηνοδικείου Κ., προκύπτει ότι στις 20-9-2022, δηλαδή μετά την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, απεβίωσε στην Αθήνα η αρχικώς πρώτη αναιρεσίβλητη Χ.

Χ., κάτοικος εν ζωή Κ Αττικής, μοναδικός δε κληρονόμος της κατέστη ο σύζυγός της Ε. Κ., ο οποίος, με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως αυτού, γνωστοποίησε στις αναιρεσείουσες το γεγονός του θανάτου της πρώτης αναιρεσίβλητης και, ταυτοχρόνως, δήλωσε ότι συνεχίζει εκουσίως στο όνομά του την βιαίως διακοπείσα δίκη, υπό την προεκτεθείσα ιδιότητά του, η οποία ουδόλως αμφισβητείται από τις αναιρεσείουσες και, συνεπώς, παραδεκτώς χωρεί η συζήτηση της υποθέσεως ως προς αυτόν.

Η κρινόμενη, από 4-3-2020 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 2295/234/6-3-2020), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 1010/2020 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 παρ. 6, 591 επ. παρ. 6 του Κ.Πολ.Δ.), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 27-5-2014 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 69478/2904/17-6-2014) αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες ισχυρίσθηκαν ότι η πρώτη εναγόμενη και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα Φ.

Δ., την 1-11-2013, οδηγώντας Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητό της, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων αστική του ευθύνη τη δεύτερη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "P. I. Α.Ε.Γ.Α.", από αποκλειστική της υπαιτιότητα και κάτω από τις συνθήκες που εκτίθενται στο δικόγραφο, συγκρούσθηκε με Ι.Χ.Ε.

αυτοκίνητο, που οδηγούσε η πρώτη, ιδιοκτησίας της δεύτερης αυτών (εναγουσών ήδη αναιρεσιβλήτων), με αποτέλεσμα να υποστεί σωματικές βλάβες η πρώτη και υλικές ζημίες το όχημα της δεύτερης. Με βάση τα περιστατικά αυτά, ζήτησαν, μετά από νόμιμο περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής τους σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν, εις ολόκληρον η καθεμία, στην μεν πρώτη αυτών:

α) το ποσό των 15.099,48 ευρώ ως αποζημίωση για τις αναφερόμενες στην αγωγή αιτίες και β) το ποσό των 40.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, στη δε δεύτερη αυτών: α) το ποσό των 5.295,20 ευρώ ως αποζημίωση για, τις αναφερόμενες στο δικόγραφο της αγωγής, ζημίες λόγω της ολικής καταστροφής του αυτοκινήτου της και β) το ποσό των 1.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, όλα δε τα ανωτέρω ποσά, με το νόμιμο τόκο επιδικίας, άλλως με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφλησή.

Περαιτέρω, με την από 23-6-2014 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 7…/3373/2-7-2014) αγωγή της, ενώπιον του ίδιου, ως άνω, Δικαστηρίου, η ήδη πρώτη αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε ότι αποκλειστικώς υπαίτια για την προαναφερθείσα σύγκρουση ήταν η ήδη αποβιώσασα πρώτη αναιρεσίβλητη Χ. Χ., συνεπεία της οποίας υπέστη υλικές ζημίες το αυτοκίνητό της.

Ζήτησε δε, να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, η τρίτη αυτών ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "Α. Μ.", ως ασφαλίσασα το αυτοκίνητο της πρώτης αναιρεσίβλητης για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη, να της καταβάλουν, εις ολόκληρον η καθεμία: α) το ποσό των 1.151,28 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στη δαπάνη αγοράς ανταλλακτικών, εργασίας τοποθετήσεως αυτών, επισκευής και βαφής προς αποκατάσταση των βλαβέντων τμημάτων του αυτοκινήτου της, β) το ποσό των 200 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στη μείωση της εμπορικής αξίας του οχήματος της, γ) το ποσό των 300 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη συνεπεία της ζημίας του οχήματος της και δ) το ποσό των 500 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω του τραυματισμού της, όλα δε τα ποσά, με το νόμιμο τόκο επιδικίας, άλλως υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε τις ως άνω αγωγές, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, με την υπ' αριθμ. 2455/2015 οριστική απόφασή του, έκρινε ότι αποκλειστικώς υπαίτια της συγκρούσεως και των εντεύθεν ζημιών ήταν η ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη Χ. Χ. και στη συνέχεια, απέρριψε την από 27-5-2014 αγωγή της τελευταίας ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, δέχθηκε την από 23-6-2014 αγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσείουσας (Φ.

Δ.) εν μέρει ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και υποχρέωσε τις σε αυτήν εναγόμενες να καταβάλουν στην ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα, εις ολόκληρον η καθεμία, το ποσό των 1.851,28 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Οι ηττηθείσες εναγόμενες άσκησαν κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως την από 27-9-2017 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 580359/505030/4-10-20217) έφεσή τους, με την οποία παραπονούνταν κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων.

Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία, αφού έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν, η έφεση εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη, υπ' αριθμ. 2455/2015, απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αφού δε διακρατήθηκαν οι αντίθετες αγωγές, και ερευνήθηκαν κατ' ουσία, απορρίφθηκε η από 23-6-2014 αγωγή της πρώτης αναιρεσείουσας ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, έγινε εν μέρει δεκτή η από 27-5-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων κατ' ουσίαν και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειουσών να καταβάλουν, εις ολόκληρον η καθεμία, για τις προαναφερθείσες αιτίες:

α) στην πρώτη ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη το χρηματικό ποσό των έντεκα χιλιάδων εκατόν εβδομήντα εννέα ευρώ και σαράντα οκτώ λεπτών (11.179,48€) και β) στη δεύτερη ενάγουσα και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη το χρηματικό ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων ενενήντα πέντε ευρώ και είκοσι λεπτών (3.595,20), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής τους και μέχρι την εξόφληση.

Με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974, ορίζεται ότι "1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως... 2.

Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι, τεκμαίρεται αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του", το οποίο σε ενωσιακό επίπεδο ισχύει βάσει του άρθρου 6 παρ. 2 Σ.Ε.Ε., σύμφωνα με το οποίο "Η Ένωση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών".

Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 2462/1997, κατά το οποίο "Κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο, εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο", αλλά και του άρθρου 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., που ορίζει ότι "Κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του σύμφωνα με το νόμο".

Με τις ως άνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, το οποίο αποτελεί, κατ' αρχήν, τη δικονομική έκφανση του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, συνδεόμενο αμέσως με την αρχή της ενοχής (άρθρα 7.1 του Συντ. και 14 του Π.Κ.). Συνιστά ταυτοχρόνως έκφραση της συνταγματικής αρχής του Κράτους Δικαίου, με την έννοια ότι καθιερώνει υποχρέωση της Πολιτείας και αντίστοιχο δικαίωμα του κάθε εμπλεκομένου στην ποινική διαδικασία προσώπου να αξιώνει την ποιότητα της μεταχειρίσεως, που θα επιφυλασσόταν σε έναν αθώο, μέχρις ότου να κηρυχθεί η ενοχή του.

Η προαναφερθείσα διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. προκρίνει την κατοχύρωση της γενικής αρχής της δίκαιης δίκης, η οποία αξιώνει να τύχει εφαρμογής τόσο στην ποινική, όσο και στην αστική δίκη. Η τυποποίηση του τεκμηρίου αθωότητας ακολουθεί αμέσως μετά, στην παράγραφο 2 αυτού, ενώ έπονται οι λοιπές διαδικαστικές εγγυήσεις υπέρ του κατηγορουμένου.

Η τοιαύτη νομική θεμελίωση του τεκμηρίου συνεπιφέρει τη δικαιοδοσία του Ε.Δ.Δ.Α. επί της αυθεντικής ερμηνείας του άρθρου 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α., με σειρά δε αποφάσεών του (το Ε.Δ.Δ.Α.) παγιώνει τη νομολογία του προς την κατεύθυνση μιας διασταλτικής ερμηνείας της προαναφερθείσας διατάξεως και, συνεπώς, μιας διευρυμένης λειτουργίας του τεκμηρίου αθωότητας.

Έτσι, το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο δεν αποτελεί μόνον ένα θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορουμένου να τεκμαίρεται αθώος μέχρι τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του, αλλά, ταυτοχρόνως, είναι μία ανεξάρτητη υποχρέωση της Πολιτείας, αφού διαθέτει αυτόνομη εγγυητική λειτουργία, με την έννοια ότι, σε περίπτωση προσβολής του, αναιρείται ο δίκαιος χαρακτήρας της δίκης, ακόμη και αν έχουν γίνει σεβαστές όλες οι υπόλοιπες, προβλεπόμενες από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., αρχές και εγγυήσεις, δηλαδή η δημοσιότητα της δίκης, η εκδίκαση της υποθέσεως σε εύλογο χρόνο, η ανεξαρτησία και αμεροληψία του δικαστηρίου, δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες, στις οποίες ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου, που επιλαμβάνεται μεταγενεστέρως είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος, είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσεως, όταν αυτό, για τις ανάγκες της δίκης, ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά, με εκείνα που εισάγονται ενώπιον του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου.

Το τεκμήριο αθωότητας, δηλαδή, πέραν της παραδοσιακής διαδικαστικής - δικονομικής εγγυήσεως που παρέχει, παραλλήλως, κατοχυρώνει τον σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του κατηγορουμένου, επεκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως και εκτός του στενού πλαισίου της ποινικής δίκης, θεωρώντας ότι η μη διακρίβωση της ποινικής ευθύνης ή, πολύ περισσότερο, η αθώωση του κατηγορουμένου αποτελεί αυτοτελές στοιχείο της προσωπικότητάς του, που τον συνοδεύει εσαεί και πρέπει να γίνεται σεβαστό από τις Κρατικές Αρχές πέρα από τα στενά όρια της ποινικής δίκης, δηλαδή και σε κάθε άλλο δικαστήριο, είτε ποινικό, είτε πολιτικό.

Αθωωτική δε ποινική απόφαση είναι κάθε απόφαση που εκδίδεται επί ποινικής υποθέσεως και δεν επιβάλλει στον κατηγορούμενο ποινή, όπως εκείνη που διαπιστώνει πανηγυρικά τη μη τέλεση του εγκλήματος, π.χ. λόγω ελλείψεως στοιχείων της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υποστάσεως ή απόφαση που απαλλάσσει τον κατηγορούμενο "λόγω αμφιβολιών" ή απόφαση που αναστέλλει την ποινική διαδικασία ή που παύει την ποινική δίωξη με οποιοδήποτε τρόπο και εξ αιτίας θανάτου ή ανακαλεί την εις βάρος του έγκληση ή, ακόμα και αντίστοιχου περιεχομένου βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου, δηλαδή κάθε περίπτωση "μη διαπιστωμένης ενοχής".

Απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας σε μεταγενέστερες, μη ποινικές διαδικασίες, αποτελεί η ύπαρξη συνάφειας - ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ της ποινικής δίκης και της μεταγενέστερης μη ποινικής δίκης, όπως τούτο συμβαίνει, όταν ασκείται αγωγή αποζημιώσεως λόγω αδικοπραξίας, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.

του Α.Κ., η άσκηση της οποίας (αποζημιωτικής αγωγής) δεν ισοδυναμεί με τη διατύπωση μιας άλλης επί πλέον "ποινικής κατηγορίας" κατά του κατηγορουμένου μετά την αθώωσή του και, επομένως, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, ενόψει και του ότι η, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις (των άρθρων 914 επ.

του Α.Κ.), αποζημίωση, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, δεν έχει το χαρακτήρα ποινής, αλλά, σε αντίθεση με την ποινική δίκη, της οποίας σκοπός είναι η διάγνωση της αλήθειας και η τιμωρία του δράστη, ο σκοπός της επιδικάσεως αποζημιώσεως είναι η ικανοποίηση της ζημίας, που ο αδικοπραγήσας προξένησε στον παθόντα - ενάγοντα.

Επομένως, ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν αποκλείει τις αστικές διεκδικήσεις. Η απαλλαγή, δηλαδή, από την ποινική ευθύνη δεν συνεπάγεται αυτομάτως την απαλλαγή από την αστική ευθύνη, ακόμη και στην περίπτωση της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών, ανεξαρτήτως, μάλιστα, από το εάν έληξε ή όχι η ποινική διαδικασία με αθώωση ή παύση της ποινικής διώξεως, δοθέντος ότι μόνο το γεγονός ότι τα αποδεικτικά στοιχεία της ποινικής διαδικασίας θα χρησιμοποιηθούν στην αστική δίκη, καθώς και ότι βάση της αστικής αξιώσεως για αποζημίωση είναι τα συστατικά στοιχεία του ποινικού αδικήματος, δεν είναι αρκετά για να χαρακτηρισθεί η συναφής (πολιτική) δίκη ως (δεύτερη) ποινική διαδικασία, που απαγορεύεται, βάσει της αρχής ne bis in idem.

Το πολιτικό δικαστήριο, το μεν δεν έχει λόγο να αμφισβητήσει την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, αναγράφοντας στο αιτιολογικό της αποφάσεώς του ότι αυτό έσφαλε ως προς την κρίση του ή ότι δεν εκτιμήθηκαν ορθά τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, το δε δεν εξετάζει την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, ούτε τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το ποινικό δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του, πολύ δε περισσότερο διότι ο εναγόμενος, κατά τα προεκτεθέντα, δεν δικάζεται δις για την ίδια πράξη.

Το πολιτικό, δηλαδή, δικαστήριο πρέπει να παραμείνει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις, που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα, εφόσον δεν άπτονται του αντικειμένου της συναφούς πολιτικής δίκης, ώστε να μην δίνεται η εντύπωση ότι ασχολείται όχι μόνο με τις αστικές αξιώσεις, αλλά διερευνά και την τέλεση του ποινικού αδικήματος, διαλαμβάνοντας δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα, με αναφορά ότι αυτός έχει διαπράξει τα αδικήματα, κατά τον τρόπο που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και για τα οποία έχει αθωωθεί ή έχει παύσει γι' αυτόν η ποινική δίωξη, προσέτι δε λέξεις και εκφράσεις, ιδίως σε περιπτώσεις, που ορισμένοι όροι δεν έχουν αποκλειστικώς ποινικό χαρακτήρα, πρέπει να χρησιμοποιούνται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην τίθεται σε αμφισβήτηση η ορθότητα της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, ενώ η τυχόν διενέργεια προσθέτων αποδείξεων, δηλαδή, η εκτίμηση από το πολιτικό δικαστήριο και νέων αποδείξεων, που δεν είχαν τεθεί υπόψη του ποινικού δικαστηρίου, καθιστά το διαφορετικό αποτέλεσμα, στο οποίο αυτό (πολιτικό δικαστήριο) καταλήγει, περισσότερο δικαιολογημένο.

Τελικώς, η παραβίαση του ως άνω τεκμηρίου θα πρέπει να κρίνεται πάντα in concreto, εν όψει των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υποθέσεως και του τρόπου διατυπώσεως των αιτιολογιών, που θέτουν, ενδεχομένως, σε αμφιβολία το διατακτικό της αθωωτικής αποφάσεως του ποινικού δικαστηρίου και υφίσταται, εντεύθεν, θέμα παραβιάσεως του τεκμηρίου αθωότητας (Ολ.

Α.Π. 4/2020, Α.Π. 1381/2022, Α.Π. 1252/2022, Α.Π. 855/2022, Α.Π. 263/2022, Α.Π. 7/2022). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.

Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 5/2020, Ολ. Α.Π. 3/2020). Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

Α.Π. 2/2022, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόστηκε.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ.

Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006, Α.Π. 671/2020). Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως, για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 736/2021). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.

Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 15/2006). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 551/2021, Α.Π. 162/2020, Α.Π. 169/2019, Α.Π. 1339/2017).

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8, εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δ., ο αναιρετικός λόγος από τη διάταξη αυτή ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός, για μη λήψη υπόψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη (Ολ.

Α.Π. 2/2001, Α.Π. 20/2023). Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι παραδεκτώς προβαλλόμενοι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.

Α.Π. 22/2005), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή, αναλόγως, ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως (Ολ. Α.Π. 14/2011, Ολ. Α.Π. 2/1989, Α.Π. 20/2023, Α.Π. 523/2018, Α.Π. 793/2015), όχι, όμως και οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και που δεν έχουν αυτοτέλεια (Ολ.

Α.Π. 14/2011, Α.Π. 20/2023, Α.Π. 150/2015). Σε περίπτωση, δηλαδή, παραλείψεως του δικαστηρίου να λάβει υπ' όψιν κάποιον πραγματικό ισχυρισμό, για την ίδρυση του ως άνω αναιρετικού λόγου πρέπει ο αγνοηθείς ισχυρισμός να είναι ουσιώδης και πρόσφορος να επηρεάσει ευνοϊκώς για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Συνεπώς, εάν ο προβληθείς ισχυρισμός είναι μη νόμιμος ή αόριστος, δηλαδή επουσιώδης, δεν ιδρύεται ο προβλεπόμενος από την ανωτέρω διάταξη λόγος αναιρέσεως (Α.Π. 20/2023, Α.Π. 246/2020, Α.Π. 447/2020, Α.Π. 558/2018, Α.Π. 1447/2017). Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1, 8 και 19 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο: α) παραβίασε ευθέως το τεκμήριο αθωότητας και την αρχή της δίκαιης δίκης, που απορρέουν από την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, διότι από τις παραδοχές του περί αποκλειστικής υπαιτιότητας της πρώτης αναιρεσείουσας στην πρόκληση του δυστυχήματος δημιουργούνται υπόνοιες ή αμφιβολίες περί της ορθότητας της κρίσεως της προηγούμενης, υπ' αριθμ. 370ΖΜ/2018, ποινικής αθωωτικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτή (πρώτη αναιρεσείουσα), ως κατηγορουμένη για τις σωματικές βλάβες εις βάρος της πρώτης αναιρεσίβλητης, κηρύχθηκε αθώα της αποδιδομένης σε αυτήν κατηγορίας (αριθμ. 1), β) δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα από αυτές ισχυρισμό, περί της αθωωτικής κρίσεως της άνω ποινικής αποφάσεως (αριθμ. 8) και γ) παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες διατάξεις, επειδή στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραθέτει καμία αιτιολογία για τους λόγους, που επέβαλαν την απόκλιση από την αθωωτική κρίση του ποινικού Δικαστηρίου (αριθμ. 19).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφασή του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, αναφορικώς με το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της αποκλειστικής υπαιτιότητας της πρώτης αναιρεσείουσας στην επέλευση της συγκρούσεως, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 1.11.2013 και περί ώρα 13:30' η πρώτη ενάγουσα-εναγόμενη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη Χ.

Χ., οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας …-1019 Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, μάρκας P., χρώματος μπλε, ιδιοκτησίας της δεύτερης ενάγουσας-εναγόμενης δεύτερης αναιρεσίβλητης Γ. Κ., το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων ζημίες στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Ε. Ε. Α.Ε.Ε.Γ.Α-Α. Μ.", κινούμενη στη περιοχή ..., επί της διπλής κατεύθυνσης Ε.Ο Α.- Σ., με κατεύθυνση από Αθήνα προς …και στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας.

Κατά τον ίδιο χρόνο η ενάγουσα-πρώτη εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα Φ. Δ. οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας …-4292 Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, μάρκας …χρώματος μαύρου, ιδιοκτησίας της, χωρίς εν ισχύ την άδεια ικανότητας οδήγησης, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων αστική του ευθύνη, στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "P. I.

Α.Ε.Γ.Α", εκινείτο παράλληλα και ομόρροπα, ελαφρώς πίσω από το IBP-… Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και στο ίδιο ρεύμα κυκλοφορίας της ανωτέρω Ε.Ο, προς…, εγγίζοντας το 37,7° χιλιόμετρο. Η ανωτέρω Ε.Ο Α.-Σ., ως προαναφέρεται, είναι διπλής κατεύθυνσης, με δύο λωρίδες κυκλοφορίες ανά κατεύθυνση, συνολικού πλάτους οδοστρώματος 13,00 μέτρων, ενώ τα δύο αντίθετα ρεύματα κυκλοφορίας καθορίζονται μεταξύ τους με συνεχόμενη διπλή διαχωριστική γραμμή και στο παραπάνω σημείο, είναι ευθεία, οριζόντια και η ορατότητα δεν περιορίζεται από σταθερά εμπόδια.

Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας της παραπάνω Ε.Ο., ανέρχεται σε 50 χλμ/ώρα, που καθορίζεται από ρυθμιστική πινακίδα Ρ-32 και κατά τον ένδικο χρόνο η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αραιή, υπήρχε φως ημέρας, η κατάσταση του οδοστρώματος ήταν ξηρά και ο καιρός αίθριος. Όταν τα δύο οχήματα έφθασαν στην 37,7 χ/θ, στο ύψος του οικοδομικού αριθμού 213, η οδηγός (Φ.

Δ.) του με αριθμό κυκλοφορίας …-4292 Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου, έχοντας πρόθεση να εισέλθει στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και στη συνέχεια παραβιάζοντας τη διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή, να διασχίσει κάθετα το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας προς Αθήνα, προκειμένου να σταματήσει σε παρακείμενο κατάστημα αρτοποιίας- ζαχαροπλαστικής, πραγματοποίησε χωρίς καμία προειδοποίηση, αιφνίδια και ανέλεγκτα, από τη δεξιά λωρίδα που κινούνταν, ελιγμό προς τα αριστερά τη στιγμή που κινούνταν πλάι της, στην αριστερή λωρίδα, προπορευόμενο μερικά μέτρα, το με αριθμό κυκλοφορίας ΙΒΡ-… Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο.

Αποτέλεσμα της ενέργειά της αυτής ήταν να προσκρούσει με το εμπρόσθιο αριστερό πλαϊνό τμήμα του οχήματος της, στην οπίσθια δεξιά πλαϊνή πλευρά του …-1019 Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου, στο ύψος του οπίσθιου δεξιού τροχού του, με συνέπεια λόγω της δυνατής ωθήσεως που δέχθηκε το τελευταίο, να αλλάξει η ροπή του, να περιστραφεί προς τα δεξιά με το εμπρόσθιο τμήμα του, να εκτραπεί της αρχικής του πορείας και να κατευθυνθεί ακυβέρνητο προς το δεξιό έρεισμα της Ε.Ο, πλάτους 2 μέτρων, όπου, αφού πρώτα προσέκρουσε με το εμπρόσθιο τμήμα του σε στύλους φωτισμού, στη συνέχεια επέπεσε με την αριστερά πλευρά του στο οπίσθιο τμήμα του σταθμευμένου με αριθμό κυκλοφορίας …- Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου, το οποίο με τη σειρά του επέπεσε στο έμπροσθεν αυτού σταθμευμένο όχημα, με αριθμό κυκλοφορίας …- και τελικώς ακινητοποιήθηκε σε απόσταση 6,30 μέτρα μετά το έρεισμα, σε παρακείμενη χημική τουαλέτα, ενώ το με αριθμό κυκλοφορίας … Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, μετά τη σύγκρουση, ακινητοποιήθηκε πάνω στη συνεχόμενη διπλή διαχωριστική γραμμή της Ε.Ο Α.-Σ..

Οι προαναφερόμενες συνθήκες του ατυχήματος προκύπτουν σαφώς από τις συγκρουσθείσες επιφάνειες των εμπλεκομένων οχημάτων, από τη θέση των οχημάτων μετά τη σύγκρουση, όπως αυτά αποτυπώνονται στην έκθεση αυτοψίας, σε συνδυασμό με το πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος, που συνέταξε το Τμήμα Τροχαίας Ελληνικού και τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες των εμπλεκόμενων (4) οχημάτων.

Το τροχαίο αυτό ατύχημα με τα προαναφερθέντα αποτελέσματα οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα της οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας … Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου, ενάγουσας της υπό στοιχείο Β' αγωγής και πρώτης εναγόμενης της υπό στοιχείο Α' αγωγή, Φ. Δ., η οποία δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατ' αντικειμενική κρίση, επιμέλεια και προσοχή, την οποία θα κατέβαλλε κάθε μέσος συνετός οδηγός αυτοκινήτου, αν βρισκόταν στην ίδια κατάσταση, με βάση τους νομικούς κανόνες και την κοινή λογική και πείρα και την οποία (επιμέλεια και προσοχή), αν επεδείκνυε, δεν θα συνέβαινε.

Ειδικότερα, αυτή αν και όφειλε, καταβάλλοντας την επιμέλεια και προσοχή του μέσου συνετού οδηγού, προκειμένου να αλλάξει λωρίδα κυκλοφορίας προς τα αριστερά, να αναμείνει την διέλευση των κινούμενων σ' αυτή οχημάτων και σε κάθε περίπτωση πριν πραγματοποιήσει τον ελιγμό προς τα αριστερά, να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνται πλάι της, λαμβάνοντας υπόψη του τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους (άρθρ. 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 21 παρ. 1 και 2 του Κ.Ο.Κ), αυτή δεν προέβη σε καμία των ανωτέρω ενεργειών, αλλά αντίθετα οδηγούσε το όχημά της, χωρίς να έχει τεταμένη την προσοχή της στην οδήγηση και χωρίς να ασκεί τον πλήρη έλεγχο αυτού, ώστε να μπορεί, ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, επιχείρησε τον ελιγμό προς τα αριστερά, ανέλεγκτα και αιφνίδια ήτοι χωρίς προειδοποίηση και από την δεξιά λωρίδα στην οποία αρχικά εκινείτο, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί πλαγίως με το κινούμενο στο ίδιο, προς … ρεύμα κυκλοφορίας της Ε.Ο Α.-Σ.

και ευρισκόμενο ήδη σε μικρή απόσταση, μπροστά και πλάι της, στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, όχημα με αριθμό κυκλοφορίας … και να προκαλέσει το ένδικο ατύχημα. Η ανωτέρω δε αμελής συμπεριφορά της οδηγού του ζημιογόνου οχήματος συνδέεται αιτιωδώς με την επελθούσα σύγκρουση και το εξ αυτής αποτέλεσμα, καθόσον εάν αυτή, πριν πραγματοποιήσει τον προς αριστερά ελιγμό, ήλεγχε τη κυκλοφορία των κινούμενων πλάι και έμπροσθεν οχημάτων, θα είχε, μετά πιθανότητας και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αντιληφθεί το ομορρόπως κινούμενο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, …Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, διότι δεν περιορίζονταν η ορατότητά της και μετά ταύτα θα ανέβαλλε την εκτέλεση του ελιγμού, μετά τη διέλευση αυτού.

Αντιθέτως, κανένα πταίσμα δεν βαρύνει την πρώτη ενάγουσα-εναγόμενη Χ. Χ., η οποία κινείτο στην αριστερή λωρίδα του ρεύματος πορείας της, με ταχύτητα, που δεν αποδείχθηκε υπερβολική κατά τις περιστάσεις, ενώ δεν μπορούσε να προβεί σε κάποιον ελιγμό, προκειμένου να αποφύγει τη σύγκρουση με το ζημιογόνο αυτοκίνητο, καθώς η κίνησή του τελευταίου δεν μπορούσε να γίνει αντιληπτή από αυτή, αφού προπορεύονταν αυτού.

Ως προς τη θέση των δύο οχημάτων επί του ρεύματος κυκλοφορίας προς…, πριν το ατύχημα, η οποία δεν προκύπτει από το πρόχειρο σχεδιάγραμμα που συνοδεύει την έκθεση αυτοψίας/τροχαίου ατυχήματος του Τμήματος Τροχαίας Ελληνικού, η ως άνω κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται από τις σαφείς και πειστικές για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνέβη το ένδικο ατύχημα, ένορκες καταθέσεις αφενός του μάρτυρα Ε.

Μ., που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο οποίος κατέθεσε ότι: "...Είδα το ατύχημα. Ερχόμουν στην Ε.Ο Α.-Σ., από …προς Αθήνα. Το αμάξι το μπλε, ήταν στην αντίθετη κατεύθυνση από εμένα, στην αριστερή λωρίδα. Το μαύρο αμάξι πήγαινε στη δεξιά λωρίδα, σχεδόν παράλληλα. Το μπλε ήταν λίγο πιο μπροστά από το μαύρο.

Το μαύρο αμάξι έκανε έναν ξαφνικό ελιγμό αριστερά, για να μπει προφανώς, σ' έναν φούρνο που βρίσκεται στο αντίθετο ρεύμα. Το μαύρο αμάξι χτύπησε τον πίσω τροχό του μπλε αυτ/του και έπεσε τελικά σένα παρκαρισμένο αυτ/το, λίγο πιο κάτω..." και αφετέρου της προαναφερθείσας μάρτυρας Κ. Ι., οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας …Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου, η οποία κατά την ώρα του ατυχήματος, κινούνταν επίσης στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας προς Αθήνα, στο ύψος της χ/θ 37,7 της Ε.Ο Α.-Σ.

και αναφερόμενη στην ως άνω ένορκη βεβαίωση της, στις συνθήκες του ατυχήματος περιγράφει τα ίδια ως άνω πραγματικά περιστατικά. Η μαρτυρία των παραπάνω διερχόμενων οδηγών, που σταμάτησαν μετά το ατύχημα προκειμένου να βοηθήσουν την τραυματισθείσα πρώτη ενάγουσα-εναγόμενη Χ. Χ., δίνοντας τα στοιχεία τους σ' αυτή, είναι κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αξιόπιστη καθώς δεν αναιρείται από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο και επιβεβαιώνεται και από άλλα αντικειμενικά ευρήματα, όπως οι πληγείσες επιφάνειες των συγκρουσθέντων οχημάτων, που περιγράφονται στην έκθεση αυτοψίας του Τ.Τ.

Ελληνικού και εμφαίνονται στις προσκομιζόμενες από τους διαδίκους, φωτογραφίες και των δύο οχημάτων, έχουν δε προταθεί από αυτή (ενάγουσα-πρώτη εκκαλούσα), ως μάρτυρες ήδη κατά το στάδιο της προανάκρισης (βλ. το από 20.2.2014 απολογητικό της υπόμνημα), πλην όμως δεν έχουν καταγραφεί ως αυτόπτες μάρτυρες στην έκθεση αυτοψίας, καθόσον οι τελευταίοι είχαν αποχωρήσει από το τόπο του ατυχήματος κατά την άφιξη της τροχαίας, 50' μετά το ατύχημα.

Επίσης, ο αγωγικός ισχυρισμός της ενάγουσας-εφεσίβλητης της υπό στοιχείο Β' αγωγής, Φ. Δ., που ταυτίζεται με τον αρνητικό των εναγόμενων-εφεσίβλητων της υπό στοιχείο Α' αγωγής σε βάρος τους, ο οποίος επαναφέρεται με τις προτάσεις τους ως εφεσίβλητων ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, προς αντίκρουση της έφεσης και υποστήριξης του διατακτικού της εκκαλούμενης, περί μιας εντελώς αντίθετης εκδοχής του επίδικου ατυχήματος, ήτοι ότι η πρώτη εναγόμενη-εκκαλούσα (Χ.

Χ.) της υπό στοιχείο Β' αγωγής, οδηγώντας το ανωτέρω όχημά της, κινούνταν όπισθεν αυτής, στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, πλησιάζοντάς της με αυξημένη ταχύτητα και ότι κατά τη διενέργεια προσπέραση της αυτοκινήτου της από αριστερά, παραβιάζοντας τη διπλή συνεχόμενη επί του οδοστρώματος διαχωριστική γραμμή και πριν ολοκληρώσει αυτή, ενήργησε αιφνίδιο δεξιό ελιγμό, με αποτέλεσμα να επιπέσει με το οπίσθιο δεξιό τμήμα του οχήματος της, στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του ομορρόπως και προπορευόμενου …Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου, ουδόλως αποδείχθηκε, καθότι και ο ισχυρισμός αυτός, πλην της σχετικής αναφοράς στην επ' ακροατηρίω κατάθεση του μάρτυρα Σ.

Μ., ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία δεν κρίνεται πειστική, αφού αυτός δεν δικαιολογεί τη φυσική του παρουσία στο τόπο του ατυχήματος, ούτε γιατί αν και ισχυρίζεται ότι έδωσε τα στοιχεία του μετά από μισή ώρα, που επανήλθε στον τόπο του ατυχήματος (αναφέρει ότι τα έδωσε στον κ. Μάκη χωρίς άλλα στοιχεία), δεν προτάθηκε ως αυτόπτης μάρτυρας από την ενάγουσα-πρώτη εναγόμενη, Φ.

Δ. κατά την προανάκριση, με το από 7.2.2014 απολογητικό της υπόμνημα προς το Τμήμα Τροχαίας Ελληνικού και δεν επιβεβαιώνεται από κάποιο αντικειμενικό εύρημα και δεν δύναται να άγει το Δικαστήριο σε διαφορετική κρίση περί των συνθηκών του επίδικου ατυχήματος. Και τούτο διότι σε περίπτωση που το όχημα της ενάγουσας-πρώτης εναγόμενης, Φ.

Δ. δέχονταν δυνατή ώθηση προς τα δεξιά, από το δεξιό οπίσθιο μέρους του οχήματος της πρώτης ενάγουσας-εναγόμενης, Χ. Χ., τότε αυτό δεν θα ακινητοποιούνταν μετά τη σύγκρουση, πάνω στην διπλή διαχωριστική γραμμή, αλλά θα παρασύρονταν προς τα δεξιά μαζί με το όχημα της πρώτης ενάγουσας-εναγόμενης, αντίκειται δε στα διδάγματα της κοινής λογικής, σε ένα δρόμο με δύο λωρίδες κυκλοφορίας και αραιή κίνηση, να επιχειρήσει κάποιος οδηγός προσπέραση οχήματος, εισερχόμενος στο αντίθετο ρεύμα πορείας αντί να χρησιμοποιήσει την δεύτερη λωρίδα κυκλοφορίας.

Έτσι, η εκδοχή αυτή περί των συνθηκών πρόκλησης του τροχαίου δεν μπορεί να θεωρηθεί αποδειχθείσα προκύπτουσα μόνο από τα ανωτέρω μη αξιόπιστα στοιχεία, που δεν επιβεβαιώνονται από τα αντικειμενικά ευρήματα και τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής.

Συνεπώς, εφόσον δεν προέκυψαν από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, οι περιστάσεις που επικαλείται η ενάγουσα με την από 23.6.2014 υπό στοιχείο Β αγωγή της, πρέπει αυτή να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθμ. 2455/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη η από 23-6-2014 αγωγή της πρώτης αναιρεσείουσας (Φ.

Δ.), ενώ η από 27.5.2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων απερρίφθη κατ' ουσίαν. Πλην όμως, από τη γενική βεβαίωση, που παρατίθεται στο προοίμιο της ελάσσονος προτάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, σε συνδυασμό με τις ανωτέρω παραδοχές αυτής, δημιουργείται αμφιβολία σχετικώς με το αν το Εφετείο, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, την προαναφερθείσα, υπ' αριθμ. 370ΖΜ/2018, ποινική αθωωτική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία η πρώτη αναιρεσείουσα απηλλάγη αμετακλήτως του πλημμελήματος της σωματικής βλάβης εξ αμελείας εις βάρος της πρώτης αναιρεσίβλητης, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία ερείδεται η επίδικη υπόθεση.

Και τούτο, διότι το Εφετείο, στην προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε αναφορά ή σχολιασμό της ως άνω αμετακλήτου ποινικής αποφάσεως, παρά την ιδιαίτερη αποδεικτική της σπουδαιότητα, ανεξαρτήτως του ότι δεν δεσμεύεται από το περιεχόμενό της και μπορούσε να καταλήξει (όπως και κατέληξε) σε πόρισμα αντίθετο της ως άνω ποινικής αποφάσεως.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολ.Δ είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας τούτου, παρέλκει η εξέταση του ιδίου λόγου κατά τα λοιπά σκέλη του. Στη συνέχεια δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 του Κ.Πολ.Δ., για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από Δικαστή διαφορετικό από τον εκδόσαντα την απόφαση αυτή.

Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 του ίδιου Κώδικα, η απόδοση στις αναιρεσείουσες του καταβληθέντος από αυτές, για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως, παραβόλου (άρθρ. 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν εις βάρος των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχήν του σχετικού αιτήματός τους (άρθρα 176 και 183 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας αποφάσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1010/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου, που καταβλήθηκε, στις αναιρεσείουσες. Και

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων ευρώ (3.000€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Σεπτεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ