Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of special compensation claim for remaining property after expropriation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Third Instance Court's dismissal of a claim for special compensation regarding the remaining portion of expropriated land. The appellant argued that the lower court incorrectly declared the claim time-barred, despite the law permitting direct filing after the six-month period following the temporary valuation decision. The court held that the lower court erred in applying the statute of limitations because the specific claim for special compensation could be filed directly at the appellate level once the initial temporary valuation was established.
Legislator headnote
AI generatedAccording to Article 13 paragraph 4 of Law 2882/2001 and Article 146 of Law 4070/2012, if a portion of land is expropriated causing significant value reduction, special compensation for the remaining part may be determined; the court must consider the condition of the property before and after expropriation. Consequently, a claim for special compensation filed after the six-month period following the temporary valuation decision is admissible if the valuation of the remaining portion was not the subject of the initial proceedings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 553 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 553/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Τ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Τσεβρένη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: ΟΤΑ (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΚΡΩΠΙΑΣ", που εδρεύει στο Κορωπί Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρίνα Μαρίνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 17-2-2022 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-7-2016 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 5099/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-10-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 29-10-2018 αίτηση που επισκοπείται παραδεκτά, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., διώκεται, όπως προκύπτει από την συνολική εκτίμηση του περιεχομένου της, η αναίρεση της 5099/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και όχι της 5099/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκ προφανούς παραδρομής αναγράφεται σ' αυτήν. Η αίτηση αυτή ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων λόγων της (άρθρα 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Κατά την διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 128 παρ. 2 του νόμου 4070/2012, που ισχύει και στην ένδικη εκκρεμή υπόθεση, κατ' άρθρο 146 του ν. 4070/2012 "Εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί σημαντικά σε σχέση με την κύρια ή αποδεδειγμένως υφιστάμενη δευτερεύουσα κατά προορισμό χρήση, μπορεί να προσδιορίζεται με την απόφαση καθορισμού της αποζημίωσης και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη και η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο.
Για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, ιδίως, η κατάσταση του ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, η σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της οικονομικής και εμπορικής εκμεταλλεύσεως αυτού, όπως επίσης ότι η ζημία του απομένοντος θα επέλθει μετά βεβαιότητας μετά την απότμηση του απαλλοτριούμενου τμήματος".
Από την διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, συνάγεται ότι, για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για την στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει, όχι μόνο την αξία του απαλλοτριούμενου τμήματος του ακινήτου, αλλά και την ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που του απομένει μετά την απαλλοτρίωση, γίνεται άχρηστο ή μειώνεται σημαντικά η αξία του.
Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το τμήμα που απομένει υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαίτερης αποζημιώσεως, είτε κατά την δίκη του προσωρινού καθορισμού, είτε κατ' αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε.
Κατά τις διατάξεις δε του άρθρου 20 παρ. 1, 2 και 4 του ν. 2882/2001, όπως οι παρ. 1 και 2 ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με την διάταξη του άρθρου 76 παρ. 13 του ν. 4146/2013 και έχουν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή, εφόσον η ένδικη αίτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, κατατέθηκε την 10-8-2016, ήτοι μετά την έναρξη ισχύος του ν. 4146/2013 (Φ.Ε.Κ.
Α' 90/18.4.2013), "Αρμόδιο να προσδιορίσει οριστικά την αποζημίωση είναι το εφετείο της παραγράφου 1 του άρθρου 19 με τριμελή σύνθεση (παρ. 1). Μέσα σε τριάντα ημέρες από την κοινοποίηση της απόφασης του μονομελούς εφετείου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης, κάθε ενδιαφερόμενος δικαιούται, και αν ακόμη δεν υπήρξε διάδικος στη δίκη για τον προσωρινό καθορισμό της αποζημίωσης, να ζητήσει τον οριστικό προσδιορισμό αυτής (παρ. 2 εδ.
α'). Εάν η προαναφερόμενη απόφαση δεν επεδόθη, η προθεσμία για την άσκηση της αίτησης περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης είναι σε κάθε περίπτωση έξι μήνες από τη δημοσίευση της απόφασης, με την επιφύλαξη εφαρμογής του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 9 (παρ. 2) εδ. β'). Εάν η προθεσμία για την άσκηση της αίτησης παρήλθε άπρακτη, η αποζημίωση που προσδιορίστηκε προσωρινά καθίσταται οριστική για τον ενδιαφερόμενο που δεν άσκησε αίτηση (παρ. 4)".
Κατά τη διάταξη δε του δευτέρου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 9 του ίδιου ως άνω νόμου 2882/2001 "Όποιος δεν κλητεύτηκε ούτε έλαβε μέρος στη δίκη για τον καθορισμό της αποζημίωσης δικαιούται να ασκήσει με αίτηση την αξίωσή του για καθορισμό μεγαλύτερης οριστικής αποζημίωσης, κατά το άρθρο 21 του παρόντος νόμου, μέσα σε πέντε έτη από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και, σε περίπτωση που αποδεδειγμένα έχει λάβει γνώση, μέσα σε έξι μήνες από τότε που αυτός έλαβε γνώση", ενώ κατά την διάταξη του άρθρου 21 παρ. 1 του ίδιου νόμου " Η αίτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης δύναται να ασκηθεί και απευθείας, εφόσον δεν εκκρεμεί αίτηση οποιουδήποτε ενδιαφερομένου για προσωρινό προσδιορισμό αυτής ή δεν έχει εκδοθεί απόφαση που να την προσδιορίζει προσωρινώς".
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 14 παρ. 1, 16 παρ. 1, 17 παρ. 1 και 19 του ίδιου νόμου συνάγονται τα ακόλουθα: 1) Για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για τη στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει, όχι μόνο την αξία του απαλλοτριουμένου τμήματος του ακινήτου, αλλά και τη ζημία που υφίσταται ο ιδιοκτήτης γιατί το τμήμα, που του απομένει μετά την απαλλοτρίωση, γίνεται άχρηστο ή μειώνεται η αξία του. 2) Στην περίπτωση αυτή (μειώσεως αξίας), ο ιδιοκτήτης της δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαίτερης αποζημιώσεως. 3) Αν ο ιδιοκτήτης δεν ζήτησε τον καθορισμό και την παροχή ιδιαίτερης αποζημιώσεως κατά τη δίκη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, που οφείλεται για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε, μπορεί να ζητήσει τον καθορισμό αυτής απευθείας από το Εφετείο, είτε με την αίτηση, με την οποία ζητεί τον οριστικό καθορισμό τιμής μονάδας αποζημιώσεως για το απαλλοτριωθέν τμήμα, είτε με ιδιαίτερη αίτηση, η οποία πρέπει να υποβληθεί σε τέτοιο χρόνο, ώστε να είναι δυνατός ο ενιαίος καθορισμός της ιδιαίτερης αποζημιώσεως για το απαλλοτριωθέν και για το τμήμα που απέμεινε, με την ίδια απόφαση και 4) Ο καθορισμός της ιδιαίτερης αποζημιώσεως μπορεί να επιδιωχθεί και με αίτηση απ' ευθείας στο Εφετείο και μετά την πάροδο της εξάμηνης προθεσμίας -όταν δεν έχει επιδοθεί η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, η οποία καθόρισε την προσωρινή τιμή μονάδας αποζημιώσεως, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε- εφόσον δεν υπήρχε αίτημα καθορισμού και για το τμήμα που απέμεινε μετά την απαλλοτρίωση, και ως εκ τούτου αυτό (αίτημα καθορισμού τιμής μονάδας για το εναπομείναν) δεν αποτέλεσε αντικείμενο της δίκης εκείνης (Α.Π. 522/2007, πρβλ.
και ΑΠ 501/2020, που αφορά αίτημα καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδας για επικείμενα). Τούτο, άλλωστε, συνάγεται και από την προεκτεθείσα διάταξη της παρ. 4 του ως άνω άρθρου 20 του ν. 2882/2001, σύμφωνα με την οποία η παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας για την άσκηση της αιτήσεως οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως έχει ως συνέπεια να καθίσταται οριστική η αποζημίωση που προσδιορίστηκε προσωρινά, πράγμα βέβαια, που προϋποθέτει, κατά λογική αναγκαιότητα, ότι έχει προσδιοριστεί προσωρινή αποζημίωση, προϋπόθεση όμως που δεν συντρέχει όταν δεν έχει υποβληθεί καν σχετικό αίτημα.
Εξ άλλου, οι προθεσμίες του άρθρου 20 παρ. 2 του ν. 2882/2001 είναι αποσβεστικές, με την έννοια του άρθρου 279 του Α.Κ., και λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως, κατά την διάταξη του άρθρου 280 του Α.Κ. (ΑΠ 501/2020, Α.Π. 61/2008, Α.Π. 597/2000). Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.ΑΠ 2/2001, 12/2000, ΑΠ 1419/2019, 1502/2018, 504/2018). Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, αυτό δηλαδή που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διατάξεως, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΑΠ 95/2020, ΑΠ 1650/2018), ενώ ως έκπτωση από το δικαίωμα νοείται η κύρωση σε βάρος του διαδίκου που επέρχεται από δικονομική διάταξη, σε περίπτωση παρόδου νόμιμης προθεσμίας για ενέργεια, αν από την διάταξη του νόμου και τον σκοπό της συνάγεται ο αποκλεισμός ύστερης ενέργειας.
Η διάταξη του άρθρου 20 του ν. 2882/2001, με την οποία καθορίζονται οι προθεσμίες ασκήσεως της αιτήσεως προσδιορισμού αποζημιώσεως για αναγκαστική απαλλοτρίωση, είναι από την φύση της δικονομική, η παραβίασή της δε από το δικαστήριο της ουσίας, ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 501/2020, Α.Π. 597/2000, Α.Π. 428/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., επισκόπηση των προσκομιζομένων διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Με την υπ' αριθμ. 181/2014 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του ήδη αναιρεσιβλήτου Δήμου Κρωπίας Αττικής, που μεταγράφηκε νομίμως, κηρύχθηκε υπέρ αυτού αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή της εισόδου της σήραγγας του αγωγού διάθεσης του Κέντρου Επεξεργασίας Λυμάτων (Κ.Ε.Λ.) Κορωπίου - Παιανίας για το έργο "Συλλογή, μεταφορά, επεξεργασία και διάθεση ακαθάρτων περιοχών Κορωπίου - Παιανίας", που αφορά αγροτικές εκτάσεις εκτός σχεδίου πόλεως και ιδιωτικές δασικές εκτάσεις που βρίσκονται στη θέση "ΒΛΑΧΘΙ" της κτηματικής περιφερείας του Δήμου Μαρκοπούλου Αττικής, συνολικού εμβαδού 13.199,85 τ.μ., μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η περιγραφόμενη ιδιοκτησία του ήδη αναιρεσείοντος.
Με την από 30.4.2015 και με αριθμό καταθέσεως 246/4.5.2015 αίτησή του, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ο ήδη αναιρεσίβλητος Δήμος Κρωπίας, ζήτησε τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεως για την απαλλοτριούμενη εδαφική έκταση και τα επικείμενα. Κατά την συζήτηση της αιτήσεως αυτής, στις 2.6.2015, ο καθ' ου η αίτηση και ήδη αναιρεσείων άσκησε παραδεκτά ανταίτηση, αιτηθείς τον καθορισμό, για το έδαφος της απαλλοτριούμενης ιδιοκτησίας του και τα επικείμενά της, προσωρινής τιμής μονάδας μεγαλύτερης από εκείνη που ζητούσε ο Δήμος Κρωπίας με την αίτησή του.
Επί της αιτήσεως αυτής, καθώς επίσης και επί της ανταιτήσεως, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 4129/2015 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου (Μονομελούς Εφετείου Αθηνών), που δημοσιεύθηκε στις 23.9.2015, με την οποία έγιναν αυτές εν μέρει δεκτές και προσδιορίστηκε προσωρινά η αποζημίωση των απαλλοτριουμένων και των επικειμένων τους.
Με την από 1.7.2016 και υπ' αριθμ. καταθέσεως 277/10.8.2016, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, αίτησή του, ο ήδη αναιρεσείων ζήτησε, για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους, να καθορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το εναπομείναν μετά την απαλλοτρίωση τμήμα της ιδιοκτησίας του, σε ποσοστό απομείωσης 80% επί της καθορισθείσας, με την υπ' αριθμ. 4129/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, προσωρινής τιμής μονάδας αποζημιώσεως.
Το ανωτέρω Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την αίτηση ως απαραδέκτως ασκηθείσα, δεχθέν, επί λέξει, τα ακόλουθα: ".......με την υπ' αριθμ. 4129/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που δημοσιεύθηκε στις 23-9-2015, ορίστηκε η τιμή μονάδας αποζημίωσης μεταξύ άλλων και για την απαλλοτριούμενη έκταση 7.078,59 τ.μ.
υπό στοιχεία Κ.Α. ΕΝΑ (1) εκ της συνολικής επιφανείας 8.268,85 τ.μ. (αγροτικής έκτασης), με εναπομείνουσα εκτός της απαλλοτρίωσης την έκταση επιφανείας 1.599,55 τ.μ. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι για την ως άνω απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ουδέποτε εχώρησε επίδοσή της και μετά την παρέλευση έξι μηνών από τη δημοσίευσή της, ήτοι στις 10-8-2016, ο αιτών άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου την κρινόμενη αίτηση.
Επομένως, και για όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαραδέκτως ασκηθείσα, εφόσον από τη δημοσίευση της άνω απόφασης, στις 23.9.2015, με την οποία προσδιορίστηκε προσωρινά η τιμή μονάδας αποζημίωσης, εκ της οποίας εδαφική έκταση επιφανείας 1.599,55 τ.μ. απέμεινε εκτός απαλλοτριώσεως, και για την οποία ο αιτών διώκει την επιδίκαση σε αυτόν ιδιαίτερης αποζημίωσης, έως την άσκηση της κρινόμενης αίτησης, στις 10-8-2016, παρήλθε χρονικό διάστημα πλέον των έξι μηνών, καθισταμένης έτσι οριστικής της ορισθείσας προσωρινά τιμής αποζημίωσης του απαλλοτριούμενου".
Το ως άνω δηλαδή Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παρότι δέχθηκε ότι οι υποβληθείσες ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αίτηση και ανταίτηση, επί των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 4129/2015 απόφαση, είχαν ως αντικείμενο μόνο τον καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδας αποζημιώσεως της εδαφικής εκτάσεως και των επ' αυτής επικειμένων και, ως εκ τούτου, δεν αποτέλεσε αντικείμενο της δίκης εκείνης το αίτημα περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως για το εναπομείναν τμήμα της ιδιοκτησίας του ήδη αναιρεσείοντος, έκρινε ότι η ένδικη αίτηση ασκήθηκε εκπρόθεσμα, μετά την παρέλευση της τασσόμενης από την διάταξη του άρθρου 20 παρ. 2 εδ.
γ' του ν. 2882/2001 εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας από την έκδοση της, μη κοινοποιηθείσας, ως άνω αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, και απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη. Με τις παραπάνω όμως παραδοχές το Εφετείο, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, αφού, όπως αναφέρεται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ο καθορισμός της ιδιαίτερης αποζημιώσεως μπορεί να επιδιωχθεί με αίτηση απ' ευθείας στο Εφετείο και μετά την πάροδο της εξάμηνης προθεσμίας (όταν δεν έχει επιδοθεί η απόφαση που καθόρισε την προσωρινή τιμή μονάδας αποζημιώσεως για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε), εφόσον το αίτημα καθορισμού τιμής μονάδας για το εναπομείναν τμήμα δεν αποτέλεσε αντικείμενο της δίκης, που καθόρισε την προσωρινή τιμή μονάδας αποζημιώσεως της απαλλοτριωθείσας εδαφικής εκτάσεως.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους Δικαστές εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, προκειμένου να ερευνηθεί εκ νέου (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο αναιρεσείοντα, ενόψει της νίκης του (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1.1.2016). Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται, λόγω μη υποβολής σχετικού αιτήματος εκ μέρους του αναιρεσείοντος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5099/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο αναιρεσείοντα. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2022.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ