Legislator Case Law & Legislation
553/2020 AI generated

Supreme Court annuls insurance appeal decision due to improper dismissal of standing argument as a procedural defense.

Case Number 553/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the First Instance Court of Appeal's decision which had dismissed the appellant's claim for insurance coverage. The appellant argued the insured lacked standing, but the court found this was a substantive defense rather than a procedural bar. Consequently, the case was remanded for retrial with a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495 and 564 of the Code of Civil Procedure; An argument denying the plaintiff's standing based on subrogation rights constitutes a substantive defense, not a procedural ground for inadmissibility, requiring the case to be remanded if the defense is valid.

Keywords

AI generated
insurance contract standing admissibility subrogation rights code of civil procedure remand for retrial procedural defense substantive defense

Cited Legislation

AI generated
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 564 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 1 of paragraph 1 of Law 2496/1997
Article 1287 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 553 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 553/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή και Χρήστο Τζανερρίκο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Απριλίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών με την επωνυμία "Η ΕΘΝΙΚΗ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... και ΣΙΑ Ο.Ε.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κουτσουράκη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/5/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 234/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 51/2016 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/1/2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 51/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, η οποία απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και δέχθηκε και κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της 234/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει η από 4-8-2011 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατ' αυτής για καταβολή του συμφωνηθέντος ασφαλίσματος με τη μεταξύ τους σύμβαση ασφαλίσεως, λόγω επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, Μετά δε, την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δικάζοντας επί της αγωγής δέχθηκε αυτήν εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσίαν επιδικάζοντας το αναφερόμενο στο διατακτικό της ποσό. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 1 παρ.1 του Ν. 2496/1997, με την ασφαλιστική σύμβαση, η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στον συμβαλλόμενό της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτο, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφ' όσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή του (ασφαλιστική περίπτωση).

Ασφαλισμένος στη σύμβαση ασφαλίσεως ζημιών (όπως είναι η ασφάλιση πυρκαγιάς και κεραυνού κατ' άρθρο 19 του άνω νόμου), είναι το πρόσωπο που έχει συμφέρον στη διατήρηση του πράγματος, αυτός δηλαδή του οποίου η οικονομική σχέση με το πράγμα θα θιγεί με την επέλευση του κινδύνου και χάριν του οποίου συνάπτεται η σύμβαση ασφάλισης.

Κατά κανόνα, οι ιδιότητες του ασφαλισμένου και του λήπτη της ασφάλισης συμπίπτουν στο ίδιο πρόσωπο (ΑΠ 11/2006). Εξάλλου, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 1257, 1258, 1265, 1268, 1291, 1292, 1294, 1295 του ΑΚ, 977 παρ. 2, 993 παρ. 1 εδ. β' και 1007 παρ. 1 του ΚΠολΔ, το δικαίωμα της υποθήκης παρέχει στον ενυπόθηκο δανειστή, παράλληλα με την ενοχική αγωγή κατά του προσωπικού οφειλέτη του, και εμπράγματη αγωγή.

Με αυτή την υποθηκική αγωγή, στην οποία υπόκειται όχι μόνο ο οφειλέτης αλλά και ο τρίτος κύριος που παραχώρησε την υποθήκη, καθώς και κάθε τρίτος που απέκτησε κυριότητα μετά την εγγραφή της υποθήκης ή που νέμεται με νόμιμο τίτλο το ενυπόθηκο ακίνητο, ο ενυπόθηκος δανειστής έχει τη δυνατότητα να επισπεύσει την αναγκαστική εκποίηση του υπεγγύου ακινήτου, αφού πρώτα κοινοποιήσει την επιταγή προς εκτέλεση στον οφειλέτη και στον τρίτο.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1287 εδ. α' και β' ΑΚ, όταν το ενυπόθηκο είναι ασφαλισμένο, το δικαίωμα της υποθήκης ασκείται στην οφειλόμενη ασφαλιστική αποζημίωση. Ο δανειστής έχει υποχρέωση να καταθέσει το ποσό της αποζημίωσης δημόσια για να γίνει η διαδικασία της κατάταξης. Από τη διάταξη αυτή, της οποίας η εφαρμογή δεν προϋποθέτει την ύπαρξη εξουσίας διάθεσης εκ μέρους του ασφαλισμένου οφειλέτη της ασφαλιστικής αποζημίωσης, κατά το χρόνο επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, προκύπτει ότι δικαιούχος της ασφαλιστικής αποζημίωσης, μέχρι του ύψους της απαίτησής του που είναι ασφαλισμένη με την υποθήκη, είναι αποκλειστικά ο ενυπόθηκος δανειστής και, επομένως, σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου η αξίωση κατά του ασφαλιστή προς καταβολή του ασφαλίσματος ανήκει όχι στον κύριο του ενυπόθηκου (οφειλέτη ή τρίτο), αλλά στον ενυπόθηκο δανειστή, ο οποίος και μόνος νομιμοποιείται να εγείρει τη σχετική αγωγή κατά του ασφαλιστή, όχι δυνάμει σχέσεως εκχώρησης, αλλά ως υποκατάστατος του ασφαλισμένου ενυπόθηκου οφειλέτη του (ΑΠ 1725/2014, ΑΠ 1356/2012, ΑΠ 1772/2005).

Έτσι, αν ο ασφαλισμένος κύριος του ακινήτου ασκήσει αγωγή κατά του ασφαλιστή, χωρίς να αναφέρει στο δικόγραφο αυτής ότι στο ακίνητο έχει εγγραφεί υποθήκη και κατά την εκδίκαση της αποδειχθεί το γεγονός αυτό, και ότι το ποσό της παραχωρηθείσας υποθήκης καλύπτει το δικαιούμενο ασφάλισμα, η αγωγή θα απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, αφού ο ενάγων δεν είναι πλέον δικαιούχος της ασφαλιστικής αποζημίωσης.

Αν, όμως, στην αγωγή του ασφαλισμένου κυρίου κατά του ασφαλιστή αναφέρεται η παραχώρηση υποθήκης επί του ασφαλισμένου, καθώς και το ποσό της υποθήκης, τότε η αγωγή είναι ενεργητικά ανομιμοποίητη, μόνο ως προς το ποσό του ασφαλίσματος που καλύπτει το ποσό της υποθήκης. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1276, 1277, 1278, Α.Κ.

και 41 ΕισΝΚΠολΔ, συνάγεται ότι η προσημείωση υποθήκης, αποτελεί εμπράγματο δικαίωμα υποθήκης, το οποίο έχει την ίδια φύση με το πλήρες δικαίωμα υποθήκης, έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα και είναι αδιαίρετο, τελεί, όμως, υπό αναβλητική αίρεση, πληρούμενη με την τελεσίδικη επιδίκαση της απαίτησης με αναδρομικά αποτελέσματα από την ημέρα της εγγραφής της προσημείωσης, με αντίστοιχη προτεραιότητα στην υποθηκική τάξη.

Συνεπώς εξομοιώνεται πλήρως ο ενυπόθηκος με τον προσημειούχο δανειστή, με μόνη την ως άνω διαφορά ως προς τον τρόπο (οριστικής ή τυχαίας, αντίστοιχα) κατάταξης, και επομένως ο τελευταίος μπορεί, κατ' εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, και εκείνης του άρθρου 993 παρ. 1 περ. β' ΚΠολΔ, να ασκήσει την εμπράγματη υποθηκική αγωγή, εφόσον διαθέτει τίτλο εκτελεστό (κατά του ενοχικά υπόχρεου οφειλέτη του), που αφορά την αξίωση, η οποία είναι εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης, και να επισπεύσει, ακόμη και πριν από την τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη, αναγκαστική εκτέλεση του προσημειωμένου ακινήτου είτε κατά του οφειλέτη είτε κατά του τρίτου κυρίου, είτε κατ' εκείνου, που νέμεται, με νόμιμο τίτλο, το ενυπόθηκο κτήμα, αφού πρώτα κοινοποιήσει την επιταγή προς εκτέλεση στον οφειλέτη και στον τρίτο (ΟλΑΠ 14/2006, ΑΠ 1543/2007, ΑΠ 1462/2013).

Ταυτόσημη ασφάλεια προς εκείνη του ενυπόθηκου δανειστή αποκτά και ο προσημειούχος δανειστής και επομένως η ρύθμιση του άρθρου 1287 α' και β' ΑΚ για τον ενυπόθηκο δανειστή αρμόζει και στον προσημειούχο. Με βάση τη φύση της προσημείωσης ως δικαιώματος προσδοκίας, δεν συντρέχει λόγος αποκλεισμού από την ασφαλιστική αποζημίωση εκείνου, που, εφόσον ακόμη συντρέχουν οι προϋποθέσεις της τροπής της προσημείωσης σε υποθήκη, έχει τη νόμιμη δυνατότητα να καταστεί ενυπόθηκος, δηλαδή να αποκτήσει πλήρες το σχετικό δικαίωμα.

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 41 ΕισΝΚΠολΔ, οι σχετικές με την υποθήκη διατάξεις του ΚΠολΔ εφαρμόζονται και στην προσημείωση, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά, με την έννοια ότι στην αναγκαστική εκτέλεση η προσημείωση υπόκειται στους ίδιους για την υποθήκη κανόνες. Διαφορετικά, όμως, ορίζεται μόνο στο άρθρο 1007 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά το οποίο "η απαίτηση υπέρ της οποίας έχει εγγραφεί προσημείωση υποθήκης κατατάσσεται τυχαία, ενώ η απαίτηση του ενυπόθηκου δανειστή κατατάσσεται οριστικά".

Συνεπώς, ισχύουν και στην περίπτωση της προσημείωσης υποθήκης, αναλογικώς, τα ανωτέρω που ισχύουν επί υποθήκης, ήτοι δεν απαιτείται τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη, όταν στην θέση του υπεγγύου πράγματος υπεισέρχεται (για την ικανοποίηση των πιστωτών) χρηματική αξία, όχι λόγω αναγκαστικής εκποίησης του ακινήτου, αλλά λόγω καταστροφής του, που συνιστά συγχρόνως και επέλευση ασφαλιστικής περίπτωσης, οπότε οι πιστωτές κατατάσσονται όχι επί του πλειστηριάσματος αλλά επί του ασφαλίσματος.

Έτσι, σε περίπτωση πλειστηριασμού ή καταστροφής του υπεγγύου και ασφαλισμένου ακινήτου, η μόνη διαφορά μεταξύ ενυπόθηκων και προσημειούχων πιστωτών συνίσταται στον τρόπο της κατάταξής τους στο πλειστηρίασμα ή στο ασφάλισμα, αφού οι μεν πρώτοι κατατάσσονται οριστικώς, οι δε δεύτεροι "τυχαίως" (ΑΠ 1543/2007).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις (ΑΠ 1223/2015, ΑΠ 659/2015). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998). Ο έλεγχος συνίσταται στο αν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτή διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπονοείται ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές στη μείζονα πρόταση.

Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο (ΟλΑΠ 25/2008). Ποιά πρόσωπα είναι οι φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής. Εκείνος που εμφανίζεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο δικαιούχος, νομιμοποιείται κατ' αρχήν ως ενάγων (ΑΠ 723/2014).

Επειδή, λοιπόν, το ουσιαστικό δίκαιο καθορίζει το αντικείμενο της έννομης σχέσης αλλά και τους φορείς, η νομιμοποίηση του διαδίκου αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας, η τυχόν δε εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ζήτημα νομιμοποίησης κάποιου διαδίκου σημαίνει ότι το σφάλμα αυτό οφείλεται σε παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και συνεπώς ο αναιρετικός έλεγχος της κατά κανόνα νομιμοποίησης, γίνεται με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 18/2005, ΑΠ 1958/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αναιρεσίβλητη ομόρρυθμη εταιρεία άσκησε σε βάρος της αναιρεσείουσας την από 4-8-2011 αγωγή της με την οποία ιστορούσε ότι μεταξύ αυτής και εκείνης καταρτίστηκε ασφαλιστική σύμβαση με την οποία η αναιρεσείουσα ασφάλισε την περιγραφόμενη οικοδομή της, στην οποία αυτή λειτουργούσε επιχείρηση ελαιοτριβείου, καθώς και τον περιεχόμενο σ' αυτήν εξοπλισμό.

Η ασφάλιση αφορούσε, εκτός των άλλων, και τις ζημίες από την πτώση κεραυνού. Επικαλούμενη, δε, την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης, ζητούσε να της καταβάλει η άνω ασφαλιστική εταιρεία, το συμφωνηθέν ασφάλισμα, λόγω της καταστροφής των αναλυτικά αναφερόμενων μηχανημάτων του εξοπλισμού του ελαιοτριβείου.

Επί της αγωγής εκδόθηκε η 234/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση η αναιρεσείουσα και η αναιρεσίβλητη, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση 51/2016 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Με την τελευταία απόφαση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση της αναιρεσείουσας, έγινε δεκτή η έφεση της αναιρεσίβλητης και το Εφετείο, δικάζοντας την αγωγή, μετά την εξαφάνιση της οριστικής απόφασης, έκανε αυτήν δεκτή εν μέρει, κατά τις διατάξεις του διατακτικού της.

Η αναιρεσείουσα, τόσο ενώπιον του πρωτοδίκως δικάσαντος Δικαστηρίου, όσο και στο Εφετείο, είχε προβάλει, εκτός των άλλων ισχυρισμών της, ότι η αγωγή είναι ενεργητικά ανομιμοποίητη, καθόσον η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) δεν είναι δικαιούχος του ασφαλίσματος. Ισχυρίζονταν ειδικότερα ότι, σύμφωνα με την ασφαλιστική σύμβαση το ασφαλισμένο αντικείμενο είναι ενυπόθηκο υπέρ της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε., η οποία δικαιούται, κατά το άρθρο 1287 ΑΚ, να αξιώσει την καταβολή του ασφαλίσματος.

Το Εφετείο, αναφορικά με τον ισχυρισμό αυτό, που ενδιαφέρει τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, δέχθηκε τα εξής: "Περαιτέρω, απορριπτέος ως μη νόμιμος είναι και ο έτερος ισχυρισμός της εναγομένης ότι δικαιούχος είσπραξης της ασφαλιστικής αποζημίωσης είναι η ως άνω Τράπεζα (και όχι η ενάγουσα) και για το λόγο ότι αυτή (η Τράπεζα) έχει εγγράψει προσημείωση υποθήκης επί του ακινήτου της ενάγουσας στο οποίο αφορά η ασφαλιστική σύμβαση με την υπ' αριθ. 521/ΑΣΦ/533/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης, διότι η διάταξη του άρθρου 1287 του ΑΚ, σύμφωνα με την οποία "όταν το ενυπόθηκο είναι ασφαλισμένο, το δικαίωμα της υποθήκης ασκείται και στην οφειλόμενη ασφαλιστική αποζημίωση", δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση της προσημείωσης υποθήκης.

Σύμφωνα με τα παραπάνω η ενάγουσα εταιρεία νομιμοποιείται να εγείρει την ένδικη αγωγή σε βάρος της εναγομένης ασφαλιστικής και να εισπράξει την ασφαλιστική αποζημίωση ως δικαιούχος αυτής, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της εναγομένης". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1276, 1287 ΑΚ και 41 ΕισΝΚΠολΔ.

Τούτο διότι, ενώ δέχεται ότι η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι είναι προσημειούχος δανείστρια της αναιρεσίβλητης, ότι επήλθε ασφαλιστική περίπτωση και καταστράφηκαν τα ασφαλισμένα με την υποθήκη αντικείμενα, καθώς και ότι οφείλεται το ασφάλισμα γιαυτά, απορρίπτει ως μη νόμιμο τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης της αναιρεσίβλητης, στηριζόμενο στο ότι η τελευταία δεν είναι δικαιούχος του ασφαλίσματος, με την παραδοχή ότι η διάταξη του άρθρου 1287 ΑΚ, δεν έχει εφαρμογή επί προσημειώσεως υποθήκης, αλλά μόνο επί υποθήκης.

Η κρίση, όμως, αυτή, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν ανωτέρω, είναι εσφαλμένη. Στην παρούσα περίπτωση που στο δικόγραφο της κρινόμενης αγωγής εκτίθενται τα στοιχεία με βάση τα οποία παρέχεται στην αναιρεσίβλητη η αιτούμενη ένδικη προστασία, αφού, σύμφωνα με το περιεχόμενο της αγωγής, αποτελεί φορέα του ασκούμενου από την ένδικη σχέση της ασφαλιστικής σύμβασης δικαιώματος, δεν τίθεται ζήτημα απαράδεκτου της αγωγής για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης.

Ο ανωτέρω ισχυρισμός της εναγόμενης αναιρεσείουσας περί ελλείψεως νομιμοποίησης χαρακτηρίζεται ως δικονομικός και δη ως μη αυτοτελής ισχυρισμός, που αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής. Έτσι, αν αποδεικνύεται η αναλήθεια των αγωγικών ισχυρισμών, που εμφανίζουν την αναιρεσίβλητη ως δικαιούχο της ασφαλιστικής αποζημίωσης, τότε η αγωγή θα απορριφθεί όχι για έλλειψη νομιμοποίησης, αλλά ως αβάσιμη για ανυπαρξία του επίδικου δικαιώματος.

Στην προκείμενη περίπτωση ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί της έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης για το λόγο ότι στην αξίωση της ασφαλιστικής αποζημίωσης υπεισήλθε ως υποκατάστατος του ασφαλισμένου ενυπόθηκου οφειλέτη του η προσημειούχος Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, καταλύει την ενεργητική νομιμοποίηση της αναιρεσίβλητης, αφού, εάν τούτο είναι αληθές, η αξίωση δεν ανήκει στην ασφαλισμένη αναιρεσίβλητη, αλλά στην προσημειούχο Τράπεζα, η οποία και νομιμοποιείται να ασκήσει τη σχετική αγωγή κατά της αναιρεσείουσας ασφαλίστριας εταιρείας και η ένδικη αγωγή θα απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Τούτο διότι, και στην αναιρεσείουσα, ως προσημειούχο δανείστρια, εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 1287 ΑΚ, και αν δεν έχει τραπεί η προσημείωση σε υποθήκη. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγω της με την ανωτέρω αιτιολογία απόρριψη του ισχυρισμού της περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης της αναιρεσίβλητης, είναι βάσιμος.

Επομένως, με την παραδοχή του άνω αναιρετικού λόγου που γίνεται δεκτός, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο, που την εξέδωσε και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο Δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 51/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε.

Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στην καταθέσασα αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 1 Απριλίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Μαΐου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ