Supreme Court dismisses appeal against insurance company but allows withdrawal regarding the first defendant.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the insurance company but permitted the withdrawal of the appeal regarding the first defendant. The appellant argued that the lower court failed to consider specific psychiatric reports and evidence, while the court found the appellate court had properly evaluated all submitted documents. Consequently, the appeal against the insurer was rejected as unfounded, while the appeal against the individual defendant was deemed withdrawn.
Legislator headnote
AI generatedArticles 294, 295, 297, 299, 573 of the Code of Civil Procedure; Withdrawal of appeal without consent before oral debate terminates proceedings; Articles 481, 482, 483 of the Code of Civil Procedure; Failure to consider evidence requires explicit or unambiguous reference in the judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 553 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 553/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. θυγ. Α. Γ., συζ. Φ. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Γραμματικόπουλο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι η από 30-12-2015 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 4393/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών δεν εισάγεται ως προς τον 1ο των αναιρεσιβλήτων Ά. Σ. του Σ..
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ά. Σ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ανώνυμης εταιρίας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαγιαννάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-10-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και του Φ. Μ. του Ι., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4467/2010 μη οριστική και 2512/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4393/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-12-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλεξάνδρα Κακκαβά διάβασε την από 22-1-2018 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη και των δύο λόγων της από 30-12-2015 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 4393/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 295 παρ. 1 297, 299 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η παραίτηση του αναιρεσείοντος από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, μπορεί να γίνει χωρίς τη συναίνεση του αναιρεσιβλήτου, πριν αυτός προχωρήσει στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υποθέσεως, και με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, είτε από τον ίδιο το διάδικο, είτε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, που αρκεί να έχει γενική πληρεξουσιότητα (άρθρ. 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 97, 98 ΚΠολΔ).
Η νομότυπη ως άνω παραίτηση έχει ως συνέπεια ότι η αίτηση αναιρέσεως θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και επιφέρει κατάργηση της δίκης, χωρίς να είναι αναγκαία η έκδοση σχετικής απόφασης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, πριν από την έναρξη της προφορικής συζητήσεως της υποθέσεως κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας Π.
Γ., ο οποίος την εκπροσώπησε στη δίκη αυτή δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../26-6-2015 πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου της περιφέρειας του Ειρηνοδικείου Καλαμάτας Α. Κ., παραιτήθηκε από το δικόγραφο της ένδικης από 30-12-2015 με αρ. καταθ. .../2015 αιτήσεώς της για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 4393/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (όπως εκτιμάται η δήλωσή του "δεν εισάγεται"), ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο Ά.
Σ.. Επομένως, ως προς αυτόν, ο οποίος, όπως προκύπτει από τα ίδια ως άνω πρακτικά, δεν εμφανίσθηκε κατά την ανωτέρω δικάσιμο και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, πρέπει να θεωρηθεί, ότι δεν ασκήθηκε η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να κηρυχθεί καταργημένη η δίκη ως προς αυτόν. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας, αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, διότι στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκείμενη περίπτωση, το δικάσαν Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 4393/2013 απόφασή του, κατόπιν εξαφανίσεως της πρωτοδίκου υπ’ αριθμ. 2512/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απέρριψε τους αγωγικούς ισχυρισμούς της ενάγουσας - αναιρεσείουσας περί ολικής ανικανότητάς της προς κάθε εργασία από το ένδικο ατύχημα και συνακόλουθα τις αξιώσεις της για δαπάνες προσλήψεως επί πλέον προσωπικού στην επιχείρησή της (οβελιστήριο) και για αυτοτελή αποζημίωσή της κατ’ άρθρο 931 ΑΚ.
Σχετικώς, το ως άνω δικαστήριο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η δεύτερη ενάγουσα αμέσως μετά το ατύχημα μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Καλαμάτας, όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί κάκωση Αυχενικής Μοίρας της Σπονδυλικής στήλης, νοσηλεύτηκε δε στο ως άνω Νοσοκομείο μέχρι την 20-8-2008, όπου υποβλήθηκε σε αξονική τομογραφία, εξήλθε δε απ’ αυτό οικεία βουλήσει (βλ.
το από 27-8-2008 πιστοποιητικό του ως άνω Νοσοκομείου.) Στις 8-9-2008 υποβλήθηκε σε ακτινογραφία αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης, όπου διαπιστώθηκε χρόνια εκφυλιστική βλάβη της Αυχενικής Μοίρας Σπονδυλικής στήλης. Η ανωτέρω, κατά διαστήματα επισκέπτετο ορθοπεδικούς ιατρούς, παραπονεμένη για πόνους στην Αυχενική μοίρα της σπονδυλικής στήλης και για μουδιάσματα στα χέρια της, επίσης δε, επισκεπτόταν ψυχίατρους νευρολόγους έως την 16-6-2011 λαμβάνοντας και φαρμακευτική αγωγή.
Στις 27-6-2011 η ενάγουσα εξετάστηκε από το διορισθέντα ως πραγματογνώμονα, Α. Π., χειρούργο ορθοπεδικό, παρουσία και του τεχνικού συμβούλου της Ασφαλιστικής εταιρείας, Α. Μ., αφού προηγουμένως έγινε και ακτινολογικός έλεγχος της Αυχενικής Μοίρας Σπονδυλικής στήλης. Ο ανωτέρω πραγματογνώμων στην συνταχθείσα με αριθμό ...2011 έκθεση πραγμ/σύνης, μετά από επισταμένη έρευνα σχετικά με την τότε κατάσταση της υγείας της ενάγουσας και σε απάντηση των τεθέντων με την παρεμπίπτουσα απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, απεφάνθη ότι η ανωτέρω, κατά το ένδικο ατύχημα, υπέστη κάκωση της Αυχενικής μοίρας της Σπονδυλικής στήλης, ότι η στένωση του Α5-Α6 διαστήματος Αυχενικής Μοίρας είναι απόρροια χρόνιας εκφυλιστικής βλάβης της Αυχενικής Μοίρας της Σπονδυλικής στήλης που δεν συνάδει με μόνιμη δυσλειτουργία του δεξιού χεριού και ώμου.
Επίσης, ότι από ορθοπεδικής πλευράς, λόγω της κάκωσης που υπέστη στην Αυχενική Μοίρα κατά το τροχαίο ατύχημα, δεν προκύπτει αναπηρία και, ως εκ τούτου, δεν υπάρχει αδυναμία άσκησης του επαγγέλματός της. Σημειώνεται ότι η ενάγουσα πριν το ένδικο ατύχημα διατηρούσε κατάστημα "οβελιστήριο", στην Καλαμάτα και σύμφωνα με το εκκαθαριστικό σημείωμα της ..., για το οικονομικό έτος 2008, η ενάγουσα δήλωσε ετήσια έσοδα από την επιχείρηση αυτή 15.918,42 ευρώ, φορολογήθηκε για εισόδημα ποσού 8.811,18 και, εν τέλει, είχε επιστροφή φόρου ποσού 607,07 ευρώ.
Μετά το ένδικο ατύχημα, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι έχει καταστεί πλήρως ανίκανη για εργασία η οποία και εξακολουθεί μέχρι την άσκηση της αγωγής. Από το προσκομισθέν αποδεικτικό υλικό δεν αποδεικνύεται ως ουσία βάσιμος ο ισχυρισμός αυτός, αφού όπως ήδη αναφέρθηκε, ο ιατρός πραγματογνώμων που την εξέτασε σε θέματα που άπτοντο της ειδικότητάς του (χειρούργος ορθοπεδικός) απεφάνθη σαφώς ότι δεν διέγνωσε καμμία αναπηρία από τον ως άνω τραυματισμό της ενάγουσας καθώς και ότι "δεν υπάρχει αδυναμία άσκησης του επαγγέλματός της".
Εξάλλου και η ενάγουσα δεν προσκομίζει, προς απόδειξη του ως άνω ισχυρισμού της για τον οποίο έχει το βάρος της απόδειξης, δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος των ετών 2009, 2010 και εντεύθεν, ώστε να διαπιστωθεί αν λειτουργούσε η επιχείρησή της και ποιά τα δηλωθέντα ετήσια εισοδήματα από την επιχείρηση αυτή, για να κριθεί η τυχόν ανικανότητά της προς άσκηση του επαγγέλματος αυτού.
Εξάλλου, από την προσκομιζόμενη υπ’ ...2012 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ψυχίατρου Ι. Ν., αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα πάσχει από "σοβαρότατου βαθμού διαταραχή μετά από τραυματικό στρες και από βαρεία χρονίσασα ψυχωσική κατάθλιψη" και ότι εξαιτίας των συνεχιζόμενων βαρέων συμπτωμάτων έχει καταστεί ολικά ανίκανη προς άσκηση του επαγγέλματος που ασκούσε πριν τον τραυματισμό της.
Λαμβάνοντας δε υπόψη, το είδος και τη φύση της προκληθείσας στην ενάγουσα σωματικής βλάβης (κάκωση αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης), το Δικαστήριο κρίνει ότι, και αληθών υποτιθεμένων των ως άνω διαπιστώσεων του πραγμ/να ψυχίατρου Ι. Ν., δεν συνδέονται αιτιωδώς οι διαπιστώσεις αυτές με το ένδικο τροχαίο ατύχημα, ήτοι η συγκεκριμένη σωματική κάκωση που προκλήθηκε στην ενάγουσα, δεν είναι ικανή, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να δημιουργήσει σ’ αυτήν "βαρεία χρονίσασα ψυχωσική κατάθλιψη", δεδομένου, μάλιστα, ότι ο ως άνω πραγμ/μων στηρίζεται, μεταξύ άλλων, για το συμπέρασμά του, στα όσα του είχε διηγηθεί η ίδια η παθούσα καθόσον ο ως άνω ιατρός δεν θα ηδύνατο να διαπιστώσει, από ψυχιατρικής πλευράς, αν η ανωτέρω έχει καταστεί ολικά ανίκανη να ασκήσει το επάγγελμα που είχε προ του τραυματισμού της (υπεύθυνη οβελιστηρίου).
Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα, κρίνεται, ότι οι ισχυρισμοί της ενάγουσας περί ολικής ανικανότητάς της προς κάθε εργασία είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι και, συνακόλουθα, οι αγωγικές αξιώσεις της για δαπάνες πρόσληψης επιπλέον προσωπικού στην επιχείρησή της και διαφυγόντα κέρδη λόγω μη λειτουργίας της επιχείρησής της για διάστημα 20 ημερών, κρίνονται αβάσιμες.
Επίσης, εφόσον δεν αποδείχθηκε αναπηρία της ενάγουσας που να συνδέεται αιτιωδώς με το ένδικο ατύχημα, ούτε και συνέτρεξαν εκ του ατυχήματος περιστατικά τέτοια εκ των οποίων να επήλθαν δυσμενείς συνέπειες στην οικονομική πλευρά της μελλοντικής ζωής της, το αιτούμενο κονδύλιο περί αυτοτελούς αποζημιώσεως κατ’ άρθρο 931 ΑΚ, είναι απορριπτέο ως αβάσιμο".
Επίσης το δικαστήριο, μετά από εξαφάνιση της πρωτοδίκου αποφάσεως που είχε επιδικάσει στην ενάγουσα - αναιρεσείουσα το ποσό των 3.000 ευρώ ως χρηματική της ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, της επιδίκασε για την ίδια αιτία, το ποσό των 5.000 ευρώ.
Από τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει, ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων, στην προκειμένη περίπτωση, κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 929, 930, 931 και 932 ΑΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί αρκούντως το αποδεικτικό της πόρισμα.
Οι περιεχόμενες στον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αιτιάσεις, ότι οι παραδοχές της αποφάσεως πάσχουν από αμφισημία, ενδοιαστικότητα και ασάφεια ως προς τις σωματικές βλάβες της ενάγουσας από το ένδικο ατύχημα, είναι αβάσιμες και απορριπτέες, διότι το δικαστήριο εξήτασε, όχι μόνο τις ορθοπεδικές βλάβες που υπέστη η ενάγουσα - αναιρεσείουσα κατά το ένδικο ατύχημα, αλλά και την επικαλούμενη αναπηρία και ανικανότητά της προς εργασία, συνεπεία σοβαρότατου βαθμού ψυχωσικής διαταραχής μετά από τραυματικό στρες, οφειλόμενη στο ένδικο ατύχημα και κατέληξε σε αρνητική κρίση.
Περαιτέρω δεν υφίσταται αντίφαση από την περικοπή της αποφάσεως "Εξ άλλου, από την προσκομιζόμενη υπ’ ...2012 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ψυχίατρου Ι. Ν., αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα πάσχει από "σοβαρότατου βαθμού διαταραχή μετά από τραυματικό στρες και από βαρεία χρονίσασα ψυχωσική κατάθλιψη" και ότι εξαιτίας των συνεχιζόμενων βαρέων συμπτωμάτων έχει καταστεί ολικά ανίκανη προς άσκηση του επαγγέλματος που ασκούσε πριν τον τραυματισμό της", διότι η ως άνω περικοπή αναφέρεται στις διαπιστώσεις του εν λόγω πραγματογνώμονος, όπως αυτές αποτυπώνονται στη συνταχθείσα έκθεσή του, ενώ στις επόμενες παραγράφους της αποφάσεως, που προεκτέθηκαν κατά την παράθεση των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικαστήριο αιτιολογεί πλήρως και σαφώς την περί του αντιθέτου κρίση του.
Κατόπιν αυτών, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη, τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικτικά μέσα εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο, ήτοι επίκληση από την οποία προκύπτει η ταυτότητα του αποδεικτικού μέσου (Ολ.ΑΠ 23/2008, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 179/2013). Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ’ άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 15/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 481/2013, ΑΠ 483/2013, ΑΠ 495/2013, ΑΠ 168/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, από τη ρητή βεβαίωση του Εφετείου ότι, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και εκτίμησε την κατάθεση του μάρτυρα Ι. Μ. (γιού του πρώτου ενάγοντος) που εξετάστηκε ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στα υπ’ αριθ. 4467/2010 πρακτικά συνεδριάσεως του ιδίου δικαστηρίου, τις υπ’ .../2011 και ...
ιατρικές πραγματογνωμοσύνες των ιατρών πραγματογνωμόνων Α. Π. και Ι. Ν., που διορίσθηκαν με την υπ’ αριθμ. 4467/2010 μη οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς και τις ομολογίες των διαδίκων που συνάγονται από τα δικόγραφά τους, προκύπτει, ότι έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και το από 6-3-2013 έγγραφο (Συμπληρωματική (διευκρινιστική) ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη όπως τιτλοφορείται), το οποίο, σημειωτέον, δεν αποτελεί συμπληρωματική ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη, αλλ’ απλό έγγραφο, διότι συνετάγη μετά την έκδοση της υπ’ αριθμ. 2512/2012 πρωτοδίκου οριστικής αποφάσεως (17-7-2012) του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και μετά την εκπνοή της ορισθείσης, με την υπ’ αριθμ. 4467/2010 μη οριστική απόφασή του, προθεσμίας προς εγχείριση της πραγματογνωμοσύνης, ενώ από την επιτρεπτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, δεν προκύπτει ότι διατάχθηκε επαναληπτική ή συμπληρωματική πραγματογνωμοσύνη.
Συνεπώς και ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή των παραβόλων που κατατέθηκαν για την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της δεύτερης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει καταργημένη τη δίκη επί της από 30-12-2015, με αριθμό καταθέσεως .../2015 αιτήσεως της Α. θυγ. Α. Γ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 4393/2013 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο Ά. Σ..
Απορρίπτει την ως άνω αίτηση αναιρέσεως ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ".
Διατάσσει την εισαγωγή των κατατεθέντων παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της ως άνω δεύτερης αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Μαρτίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ