Legislator Case Law & Legislation
553/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on public works contract validity, ruling no ministerial approval needed.

Case Number 553/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a public works contract. The State argued that the contract required ministerial approval under specific laws, but the lower courts held the contract did not qualify as a public work under the relevant statutes. The court rejected the appeal because the lower courts correctly applied the principle that a general law does not implicitly repeal a specific law unless the intent is clear.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 1 K.Pol.D.; Art. 2 A.K.; The principle that a newer general law does not implicitly repeal an older specific law applies only when the newer law's content clearly demonstrates an intent to abolish the older one.

Keywords

AI generated
public works contract ministerial approval statutory repeal specific vs general law contract validity administrative procedure legal hierarchy

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 1 K.Pol.D.
Art. 2 A.K.
Art. 158 A.K.
Art. 159 A.K.
Art. 180 A.K.
Law 1418/1984
Law 2229/1994
Law 2121/1993
Law 2190/1920

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 553 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 553/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στη Αθήνα το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Περικλή Αγγέλου, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτων: 1. Γ. Σ. του Ν., κατοίκου ... και 2. Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΡΧΙΤΕΧ" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Λαδά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-9-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9965/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 700/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 3-4-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου, ανέγνωσε την από 27-1-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 2 ΑΚ, ο νόμος διατηρεί την ισχύ του, εφόσον άλλος κανόνας δικαίου δεν τον καταργήσει ρητά ή σιωπηρά. Τούτο συμβαίνει όταν από την έννοια του περιεχομένου προκύπτει κατά τρόπο σαφή ότι ο νεότερος νόμος αποσκοπεί στην κατάργηση του παλαιού, γενικού ή ειδικού, και μάλιστα με ρύθμιση του ίδιου θέματος κατά τρόπο αντίθετο και ασυμβίβαστο προς αυτή του παλαιού.

Έτσι η αρχή της κατάργησης του προγενέστερου νόμου με νεότερο δεν εφαρμόζεται όταν ο νεότερος νόμος είναι γενικός και ο παλαιός ειδικός, εκτός αν από την έννοια του περιεχομένου του νεότερου νόμου προκύπτει ότι αυτός αποσκοπούσε στην κατάργηση και του ειδικού νόμου (Α.Π. 284/2014, Α.Π. 413/2003). Περαιτέρω, από τα άρθρα 158, 159 και 180 Α.

Κ. προκύπτει, ότι η τήρηση τύπου για την δικαιοπραξία απαιτείται μόνον όπου το ορίζει ο νόμος, στην περίπτωση δε αυτή, εάν δεν τηρήθηκε ο απαιτούμενος από τον νόμο τύπος, εφόσον δεν ορίζεται το αντίθετο, η δικαιοπραξία είναι άκυρη, δηλαδή θεωρείται σαν να μην έγινε. Με το άρθρο 75 Ν. 2121/4-3-1993, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 20 του Ν. 2196/22-3-1994, ιδρύθηκε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης-Θεσσαλονίκη 1997" και με έδρα τη Θεσσαλονίκη, στη θέση του οποίου υπεισήλθε χωρίς άλλη διατύπωση δυνάμει του άρθρου 46 του ν. 4049/2012 το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες, Ο ιδρυθείς Οργανισμός ορίσθηκε ότι θα έχει τη μορφή Ανώνυμης Εταιρίας και θα διέπεται από τις διατάξεις του κωδικοποιημένου νόμου 2190/1920 "Περί ανωνύμων εταιρειών", όπως ισχύουν κάθε φορά, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από τις διατάξεις αυτού του άρθρου και του διατάγματος, που προβλεπόταν από την παράγραφο 6 αυτού.

Κατά το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 75 παρ 1 Ν. 2121/1993, το οποίο προστέθηκε με το νόμο 2196/1994: "O Οργανισμός δεν υπάγεται στις διατάξεις που ισχύουν για το δημόσιο τομέα και ιδίως εκείνες που αναφέρονται. στις προσλήψεις προσωπικού οποιασδήποτε φύσης, αμοιβές, υπηρεσιακή κατάσταση, στις διατάξεις που αφορούν τις προμήθειες και εκτέλεση έργων, καθώς και στην τήρηση του δημόσιου λογιστικού".

Κατά την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου, το μετοχικό κεφάλαιο του Οργανισμού διαιρείτο σε ονομαστικές μετοχές ίσης αξίας, που αντιστοιχούσαν σε ισάριθμες ψήφους και ανήκαν στο Ελληνικό Δημόσιο, εκπροσωπούμενο από τον εποπτεύοντα Υπουργό. Κατά την παράγραφο 3, σκοπός του ιδρυόμενου Οργανισμού, ο οποίος θα λειτουργούσε χάριν του δημόσιου συμφέροντος σύμφωνα όμως με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, ήταν η προετοιμασία της πόλης της Θεσσαλονίκης, που είχε ορισθεί ως Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης για το έτος 1997, η κατασκευή των αναγκαίων έργων υποδομής και η οργάνωση των σχετικών πολιτιστικών εκδηλώσεων.

Τα έργα υποδομής θα εντάσσοντο σε μακροπρόθεσμο προγραμματισμό πολεοδομικής ανάπλασης και πολιτιστικής ανάπτυξης της Θεσσαλονίκης και της ευρύτερης περιοχής. Κατά την παράγραφο 4, ο Οργανισμός θα τελούσε υπό την εποπτεία Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης ή Υπουργού, που θα οριζόταν με απόφαση του Πρωθυπουργού.

Στην παράγραφο 5, ορίσθηκαν τα όργανα διοίκησης του Οργανισμού που ήταν το Διοικητικό του Συμβούλιο, ο Πρόεδρος και ο Διευθύνων Σύμβουλος του. Το Διοικητικό Συμβούλιο θα οριζόταν με απόφαση του Υπουργού, που επόπτευε τον Οργανισμό, η οποία θα δημοσιευόταν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και θα αποτελείτο από τα αναφερόμενα πρόσωπα, το συμβούλιο δε αυτό θα εξέλεγε και τον διευθύνοντα σύμβουλο.

Με το άρθρο 6, προβλέφθηκε ότι με απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, που θα εκδιδόταν μέσα σε δύο (2) μήνες από τη δημοσίευση του ως άνω νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μετά από εισήγηση του Διοικητικού Συμβουλίου του Οργανισμού, θα καταρτιζόταν το καταστατικό του, το οποίο θα δημοσιευόταν στην Εφημερίδα αυτή και με το οποίο θα καθορίζοντο η θητεία των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, οι αρμοδιότητες των οργάνων της διοίκησης και του Διευθύνοντος Συμβούλου, ο τρόπος και η διαδικασία αναπλήρωσής τους, η νόμιμη εκπροσώπηση, ο τρόπος λειτουργίας και διαχείρισης του Οργανισμού, τα όργανα που θα γνωμοδοτούσαν ή θα αποφάσιζαν σε θέματα έργων, προμηθειών, διαφημίσεων, οργανώσεων κ.λπ., οι πόροι του, εκτός των αναγραφομένων στην παρ. 7 του ίδιου άρθρου, η διάθεση των καθαρών κερδών, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την οργάνωση και λειτουργία του.

Κατά την παράγραφο 7, για την εκπλήρωση του σκοπού του ο Οργανισμός θα εχρηματοδοτείτο κάθε έτος από τον προϋπολογισμό δημοσίων επενδύσεων. Κατά την παρ. 8, ο ετήσιος έλεγχος της διαχείρισης των οικονομικών του Οργανισμού θα ενεργείται σύμφωνα με τα ισχύοντα περί οικονομικού ελέγχου των ν.π.ι.δ. δημοσίου συμφέροντος και των διατάξεων που ισχύουν κάθε φορά για τις ανώνυμες εταιρείες.

Κατά την παράγραφο 9, ο Οργανισμός Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης-Θεσσαλονίκη 1997 θα λυόταν την 1η Ιανουαρίου 1998 και θα ετίθετο υπό εκκαθάριση. Με την παράγραφο 10 προβλέφθηκε, ότι θα απαλλάσσοντο από κάθε άμεσο ή έμμεσο φόρο, τέλος, εισφορά υπέρ του Δημοσίου ή οποιουδήποτε τρίτου και από το τέλος χαρτοσήμου όλες οι πράξεις του Οργανισμού, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και όλες οι αναγκαίες πράξεις ιδρύσεώς του.

Τέλος, κατά την παράγραφο 11, στον τακτικό προϋπολογισμό του αρμοδίου για τον οργανισμό υπουργείου θα εγγραφόταν σχετικός κωδικός για την απαιτούμενη χρηματοδότηση του εγκεκριμένου προγράμματος έργων και πολιτιστικών εκδηλώσεων της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας 1997. Στη συνέχεια με την 32276/29-6-1994 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης εγκρίθηκε το καταστατικό του Οργανισμού, όπου στην παρ.

δ' του άρθρου 1 επαναλήφθηκε ότι ο Οργανισμός αυτός δεν υπαγόταν στις διατάξεις που ισχύουν για το δημόσιο τομέα και ιδίως εκείνες που αναφέρονται στις προσλήψεις προσωπικού, οποιασδήποτε φύσεως αμοιβές, υπηρεσιακή κατάσταση, στις διατάξεις που αφορούν τις προμήθειες και εκτέλεση έργων, καθώς και στην τήρηση του δημόσιου λογιστικού.

Το άρθρο 14 παρ 1 περ. η' Ν. 2190/3-3-1994 ορίζει, μεταξύ των άλλων, ότι στον Δημόσιο τομέα υπάγονται " Τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που ανήκουν στο Κράτος ή επιχορηγούνται τακτικώς, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από κρατικούς πόρους κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους". Ακολούθως, εξεδόθη ο Ν. 2229/29/31-8-1994, ο οποίος στο άρθρο 1 παρ. 2 αναφέρει, ότι αντικαθίσταται το άρθρο 2 παρ 1 Ν. 1418/1984 "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΡΓΑ" ως είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 96 παρ 7 Ν. 1892/1990 και ορίζεται: "1.

Ο νόμος αυτός εφαρμόζεται σε όλα τα έργα που προγραμματίζονται και εκτελούνται από τους φορείς, που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994 (ΦΕΚ 28Α'). Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων (ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε.) και του εκάστοτε αρμόδιου υπουργού, είναι δυνατόν έργα που προγραμματίζονται και εκτελούνται από νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου των ανωτέρω φορέων να εξαιρούνται διατάξεων του παρόντος".

Ο ίδιος νόμος, 2229/29/31-8-1994, ορίζει στο άρθρο 6 παρ 1: "1. Οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται στις συμβάσεις έργων ή μελετών που θα δημοπρατηθούν ή θα ανατεθούν με σχετικές αποφάσεις, από την δημοσίευση του παρόντος νόμου. 4. Κάθε γενική ή ειδική διάταξη που αντίκειται στις διατάξεις του παρόντος νόμου ή αναφέρεται σε θέματα που ρυθμίζονται από τον νόμο αυτό, καθώς και το π.

δ. 487/1991 (ΦΕΚ 177 Α") καταργούνται". Το άρθρο 6 παρ 8 Ν. 1418/1984 ορίζει: "Όταν πρόκειται να εκτελεσθούν δημόσια έργα, προβλεπομένου συνολικού κόστους μεγαλύτερου των 10 δισ. δραχμών είτε κατά το σύστημα της αντιπαροχής είτε κατά το σύστημα παροχής άλλων ανταλλαγμάτων είτε κατά οποιοδήποτε άλλο σύστημα προβλέπεται από την ισχύουσα νομοθεσία, επιτρέπεται η ανάθεση καθηκόντων συμβούλου οποιασδήποτε ειδικότητας (τεχνικού, οικονομικού συμβούλου οργανώσεως κ.λπ.) σε ημεδαπά ή αλλοδαπά, φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για να παράσχουν τις υπηρεσίες τους, που απαιτούνται για την υλοποίηση και εκτέλεση των έργων αυτών.

Η ανάθεση γίνεται με σύμβαση. Ο τρόπος ανάθεσης, οι παρεχόμενες από το σύνολο υπηρεσίες, οι όροι της σύμβασης και η αμοιβή καθορίζονται με απόφαση του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού χωρίς δέσμευση από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη. Η αμοιβή του συμβούλου θα βαρύνει το συγκεκριμένο προϋπολογισμό, που θα καθορίζεται εκάστοτε με απόφαση του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού.

Η αμοιβή του συμβούλου μπορεί επίσης να βαρύνει τον προϋπολογισμό του Ειδικού Ταμείου Εφαρμογής Ρυθμιστικών και Πολεοδομικών Σχεδίων (Ε.Τ.Ε.Ρ.Π.Σ.) ή τον προϋπολογισμό του Ταμείου Εθνικής Οδοποιίας (Τ.Ε.Ο.) κατόπιν αποφάσεως του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων, μετά από σύμφωνη γνώμη των διοικητικών τους συμβουλίων".

Τέλος εξεδόθη η υπ' αριθ. 76251/5202/25-8-1995 απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Μακεδονίας -Θράκης, Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και του Αναπληρωτού Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, η οποία στο άρθρο μόνον ορίζει: "1. Εξαιρούνται των διατάξεων του Ν. 1418/1984 (ΦΕΚ 23Α) όπως τροποποιήθηκε, συμπληρώθηκε με τον Ν. 2229/1994 (ΦΕΚ 138Α), όλα τα έργα που προγραμματίζονται και εκτελούνται από τον Οργανισμό Πολιτικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης Θεσσαλονίκης 1997 με την επιφύλαξη των διατάξεων της υπ' αριθ. 93/37 Κοινοτικής Οδηγίας και του Π.Δ. 23/93. 2.

Η ισχύς της παρούσας απόφασης αρχίζει από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως". Από το σύνολο των ως άνω διατάξεων και ιδίως από την αναφερθείσα στην αρχή διάταξη του άρθρου 75 Ν .2121/4-3-1993, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 20 Ν. 2196/22-3-1994, προκύπτει, ότι το Κράτος, θέλοντας να δημιουργήσει ένα Οργανισμό, ο οποίος θα ετοίμαζε την ευρύτερη περιοχή της Θεσ/νίκης, ώστε να διεξαχθούν οι σχετικές πολιτιστικές εκδηλώσεις, δημιούργησε τον εναγόμενο Οργανισμό, του οποίου το μετοχικό κεφάλαιο ανήκε εξ ολοκλήρου στο Ελληνικό Δημόσιο, ο ίδιος εξυπηρετούσε σκοπό δημοσίου συμφέροντος, εποπτεύετο από μέλος της Κυβερνήσεως, εχρηματοδοτείτο εξ ολοκλήρου από το Κράτος και τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του ορίζοντο επίσης από αυτό.

Όμως, προκειμένου ο Οργανισμός αυτός να καταστεί ταχύς, ευέλικτος και αποτελεσματικός, εν όψει του περιορισμένου χρόνου και του πλήθους των ποικίλων έργων τα οποία έπρεπε να εκτελέσει, ο Νομοθέτης προσέδωσε σε εκείνον την μορφή του Ν.Π.Ι.Δ και μάλιστα της ανώνυμης εταιρίας, η οποία θα διήπετο από τις διατάξεις του Ν. 2190/1920 "Περί .ανωνύμων εταιριών" και δεν υπήγαγε τον Οργανισμό στις διατάξεις του Ν. 1418/1984 "περί δημοσίων έργων" οι οποίες ρυθμίζουν την εκτέλεση των δημοσίων έργων από το Δημόσιο, ούτε στις διατάξεις του Ν. 716/1977 ("ΜΗΤΡΩΟ ΜΕΛΕΤΗΤΩΝ -ΑΝΑΘΕΣΗ -ΕΚΠΟΝΗΣΗ ΜΕΛΕΤΩΝ"), οι οποίες καθορίζουν τους όρους και την διαδικασία της αναθέσεως σε ιδιώτες και της εκπονήσεως από αυτούς μελετών για λογαριασμό του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ., των Ο.Τ.Α., των Δημοσίων Επιχειρήσεων και λοιπών Οργανισμών δημοσίου ενδιαφέροντος.

Επομένως, οι συμβάσεις, τις οποίες επρόκειτο να συνάψει και συνήψε εν τέλει ο Οργανισμός με τρίτους για την μελέτη και την κατασκευή των έργων προς πραγμάτωση του σκοπού του, δεν είχαν τον χαρακτήρα των δημοσίων έργων υπό την έννοια των ως άνω νόμων. Από αυτά συνάγεται περαιτέρω το συμπέρασμα, ότι οι αναφερθέντες νόμοι και ειδικότερα 1) η διάταξη του άρθρου 2 παρ 1 του Ν. 1418/1984 όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 παρ 2 Ν. 2229/29/31-8-1994 και 2) οι λοιπές διατάξεις του τελευταίου νόμου, καίτοι είναι νεότεροι του ιδρυτικού του αναιρεσείοντος Οργανισμού Ν. 2121/4-3-1993 ως και του τροποποιήσαντος αυτόν Ν. 2196/22-3-1994, εν τούτοις εκείνοι, ως γενικοί, δεν κατήργησαν τους τελευταίους και ούτε από την έννοια του περιεχομένου τους προκύπτει, ότι αποσκοπούσαν στην κατάργηση αυτών.

Η μεταγενεστέρως δε εκδοθείσα ως άνω κοινή Υπουργική απόφαση, με την οποία εξαιρέθηκαν από τις διατάξεις του Ν. 1418/1984 όλα τα έργα τα οποία προγραμματίζονται και εκτελούνται από τον αναιρεσείοντα Οργανισμό, είναι εν προκειμένω άνευ εννόμου επιρροής (Α.Π. 886 και 887/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, εκ των οποίων ο πρώτος είναι αρχιτέκτονας μηχανικός και η δεύτερη είναι ανώνυμη τεχνική εταιρία, εκθέτουν με την αγωγή τους τα ακόλουθα: "Ο εναγόμενος Οργανισμός, κατόπιν διαδικασίας επιλογής, ανέθεσε στους ενάγοντες, εκ των οποίων ο πρώτος είναι αρχιτέκτονας μηχανικός και η δεύτερη είναι ανώνυμη τεχνική εταιρία και αυτοί ανέλαβαν με την από 8-3-1995 έγγραφη σύμβαση, να παρέχουν ως προς τα αναφερόμενα στην αγωγή έργα τις υπηρεσίες α) διοίκησης των έργων, β) εφαρμογής χρονικού προγραμματισμού, γ) ελέγχου και παρακολούθησης μελετών και δ) επίβλεψης των έργων, καθώς και υπηρεσίες συναφείς με την υλοποίηση αυτών.

Οι ίδιοι εκπλήρωσαν τις σχετικές υποχρεώσεις τους και εκτέλεσαν τις εργασίες που τους ανατέθηκαν, για τις οποίες έλαβαν το μέρος της αμοιβής τους που αναφέρουν στην αγωγή τους. Ζητούν δε οι ενάγοντες να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στο Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος το υπόλοιπο από 731.239.875 δρχ.

ποσό της αμοιβής τους κατά την κύρια βάση της αγωγής τους άλλως το ποσό των 682.043.051 δρχ. κατά την επικουρική βάση της αγωγής τους, κατά τα εκτιθέμενα ειδικότερα στην αγωγή. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η επικαλούμενη από το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο ένσταση ακυρότητας της σύμβασης, για το λόγο ότι για το έγκυρο αυτής, ως συμβάσεως δημοσίου έργου, έπρεπε να είχε προηγηθεί η προβλεπόμενη από το άρθρο 6 παρ. 8 του ν. 1418/1984 έκδοση αποφάσεως του κατά περίπτωση αρμοδίου Υπουργού, με την οποία να καθορίζονται ο τρόπος ανάθεσης, οι παρεχόμενες από το σύμβουλο υπηρεσίες, οι όροι της σύμβασης και η αμοιβή του συμβούλου, προσκρούει στο δεδικασμένο που έχει παραχθεί από τις τελεσίδικες υπ' αριθ. 402/2004 και 1386/2009 τελεσίδικες αποφάσεις του Εφετείου Θεσσαλονίκης που έχουν εκδοθεί μεταξύ των εδώ διαδίκων, οι οποίες έκριναν επί ομοίας αγωγής και δέχθηκαν ότι η ένδικη σύμβαση δεν διέπεται από τις διατάξεις του ν. 1418/1984 και για το έγκυρο αυτής δεν χρειαζόταν η έκδοση Υπουργικής αποφάσεως".

Με επάλληλη αιτιολογία το Εφετείο έκρινε ότι δεν έχουν εφαρμογή στην ένδικη υπόθεση οι διατάξεις του Ν. 1418/1984 περί δημοσίων έργων, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το Ν. 2229/1994, που επιβάλλουν για την εγκυρότητα της συμβάσεως την έκδοση αποφάσεως του κατά περίπτωση αρμοδίου Υπουργού, διότι με τον ιδρυτικό του εναγομένου Ν. 2121/1993 ορίστηκε ότι ο ιδρυθείς Οργανισμός θα διέπεται από το Ν. 2190/1920 και εξαιρέθηκε από τις διατάξεις που ισχύουν στο δημόσιο τομέα, ο νεότερος δε νόμος 2229/31-8-1994, ως γενικός, δεν κατήργησε τον παλαιότερο ειδικό Ν. 2121/1993, όπως τροποποιήθηκε με τον Ν. 2196/22-3-1994, εντεύθεν δε η ένδικη σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων δεν είχε τον χαρακτήρα του δημοσίου έργου υπό την έννοια των ως άνω νόμων και δεν απαιτείτο για την εγκυρότητα αυτής η έκδοση αποφάσεως του αρμοδίου Υπουργού.

Με τον μοναδικό από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με την κρίση του ότι δεν έχουν εφαρμογή στην ένδικη υπόθεση οι διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 8 και 14 του ν. 1418/1984 και 1 παρ 2, 6 παρ. 1 Ν. 2229/1994 και δεν απαιτείτο για την εγκυρότητα της συμβάσεως η προηγούμενη έκδοση Υπουργικής αποφάσεως, παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, καθώς και εκείνες των άρθρων 2, 158, 159 παρ.

και 180 Α.Κ. Ο λόγος αυτός προβάλλεται αλυσιτελώς, διότι πλήττει την επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το διατακτικό της οποίας στηρίζεται αυτοτελώς στην κύρια αιτιολογία περί υπάρξεως για το αμφισβητούμενο θέμα δεδικασμένου, η οποία ουδόλως πλήττεται με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι η ένδικη σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων δεν είχε τον χαρακτήρα του δημοσίου έργου υπό την έννοια των ως άνω νόμων και δεν απαιτείτο για την εγκυρότητα αυτής η έκδοση αποφάσεως του αρμοδίου Υπουργού, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στα μειωμένα, κατ' άρθρο 22 του ν. 3693/1957, δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3 Απριλίου 2014 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθ. 700/2011 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Φεβρουαρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ