Legislator Case Law & Legislation
553/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal claiming lower court ignored evidence regarding land ownership and cultivation status.

Case Number 553/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Court of Appeal's decision regarding a property dispute. The appellants argued that the lower court failed to consider specific aerial photographs, expert reports, and tax documents proving the land was uncultivated and free from human intervention. The court ruled that the lower court's explicit statement of considering all submitted evidence, combined with the decision's content, definitively proved these documents were evaluated, rendering the appeal inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1033, 1045 A.C.; Art. 559(11)(c) C.P.D.: An appeal based on the failure to consider specific evidence is inadmissible if the lower court's decision explicitly states it considered all submitted documents, creating an indisputable certainty that the evidence was evaluated.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evidence consideration property ownership agricultural land burden of proof lower court review indisputable certainty

Cited Legislation

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 553 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 553/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Γ. Τ. του Ε. , κατοίκου ... , 2. Ι. Τ. του Ε. , κατοίκου ... και 3. Τ. Τ. του Ε. , κατοίκου ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Τσώκο.

Των αναιρεσίβλητων: 1. W. G. (Γ. Τ. ) S. (Σ. ) του G. (Τ. ), και της G. (Γ. ), κατοίκου ... , 2. S. (Σ. ) συζύγου W. G. (Γ. Τ. ) S. (Σ. ), το γένος W. (Γ. ) P. (Φ. ) R. (Ρ. ), κατοίκου ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ε. Φουρφουλάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, 3. Μ. χας Χ. Κ. , το γένος Ι. Β. ή Β. , 4. Α. Κ. του Χ. και 5. Χ. συζ. Ι. Χ. , το γένος Χ. Κ. , κατοίκων ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παντελή Φουρφουλάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ κατοίκου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε :α) με την από 16-12-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, β) με την από 17-2-2003 προσεπίκληση των ήδη δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων και γ) με την από 23-3-2003 πρόσθετη παρέμβαση των ήδη 3ης 4ου και 5ης αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 56/2143, 356ΜΤ/118, 25/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 391/2009 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-12-2009 αίτησή τους και με τους από 31-12-2010 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 14-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων αυτής λόγων.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 1033 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Για τη μεταβίβαση με τον παράγωγο αυτό τρόπο της κυριότητας του ακινήτου, αποτελεί προϋπόθεση να ήταν κύριος εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβαση της.

Συνακόλουθα επί διεκδικητικής αγωγής που είχε ως βάση τον παράγωγο αυτό τρόπο κτήσεως της κυριότητας, πρέπει το επίδικο να ταυτίζεται με το ακίνητο που περιγράφεται στο μεταβιβαστικό τίτλο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδεσπόζει να συνυπολογίσει το χρόνο της δικής του νομής και την όμοια νομή του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051/ΑΚ), εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.

Νομέας δε, κατά το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Άσκηση της νομής επί ακινήτου αποτελούν οι εμφανείς υλικές πράξεις επ' αυτού που είναι δηλωτικές της βούλησης του νομέα να εξουσιάζει τούτο και οι οποίες ποικίλουν ανάλογα με τον κατά τη βούληση του νομέα προορισμό του πράγματος.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνηση της.

Ειδικότερα το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όταν, μολονότι διαπιστώνει, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, συνακόλουθα δε, την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχεται, επίσης, ανέλεγκτα, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ως στοιχεία προσδιοριστικά της καλής πίστης.

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογική της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.

ΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο απώτερος δικαιοπάροχος των εναγόντων Ι. Α. Τ. , ιατρός, με το υπ' αριθμόν ... /1.7.1891 πωλητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Ρεθύμνης Κωνσταντίνο υ Ανδρουλιδάκη αγόρασε από τον Ι.

Τ. , γεωργοκτηματία, το εξής ακίνητο, κείμενο στην περιφέρεια του χωρίου Σπήλι του Δήμου Λάμπης της επαρχίας Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνης εντός του ρηθέντος χωρίου εις συνοικία επονομαζόμενη "του Τσιρινδάνη το χάνι", ήτοι "μίαν οικίαν συνισταμένην από τέσσερα δωμάτια κατώγεια, τέσσερα ανώγεια, τρία ερείπια, αυλήν και φρέαρ και προς ανατολάς αυτής άμπελον ημίσεος εργάτου και πέριξ αυτής ένα χάνδακα, συνορευομένων απάντων με κτήματα Μ.

Σ. , Οθωμανικού Νεκροταφείου και δημοσίαν οδόν". Το παραπάνω ακίνητο ο Ι. Α. Τ. το εισέφερε σε εταιρεία την οποίαν είχε συστήσει με τον παππού των εναγόντων Ι. Τ. του Ε. , υποτελώνη, δυνάμει του υπ' αριθμόν ... /3.8.1890 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Κοσμά Τριπολιτάκη με έδρα το χωριό Σπήλι. Με το υπ' αριθμόν ... /6.9.1907 συμβόλαιο του γραμματέα του Ειρηνοδικείου Ρεθύμνης Ευαγγέλου Παπαδάκη, αναπληρούντος τον κωλυόμενο Συμβολαιογράφο Ρεθύμνης Βασίλειο Δρανδάκη, το οποίο μεταγράφτηκε έκτοτε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σπηλίου στον τόμο 7 και υπ' αύξοντα αριθμό μεταγραφής ...

οι συνεταίροι Ι. Α. Τ. και Ι. Ε. Τ. έλυσαν την μεταξύ τους εταιρεία και προέβησαν σε εκκαθάριση των μεταξύ τους δοσοληψιών, στο πλαίσιο δε της εκκαθάρισης αυτής ο πρώτος μεταβίβασε στον δεύτερο το παραπάνω ακίνητο κατά πλήρη κυριότητα. Στο παραπάνω συμβόλαιο το μεταβιβασθέν ακίνητο περιγράφεται: στη σελίδα 2 ως "μία ομάδα σπήθια, ήτοι εξ οντάδες με τα κατώγειά των, με αυλήν, με φρέαρ και ανατολάς αυτών άμπελον ημίσεως εργάτου, πλησιαζόμενα γύρωθεν κτήμασι Μ.

Σ. , Οθωμανικού Νεκροταφείου και δημοσίαν οδόν και στη σελίδα 3 ως "μία οικία συνισταμένη από εξ οντάδες με τα κατώγειά των, με αυλήν, με φρέαρ και συνεχομένην προς ανατολάς άμπελον ημίσεως εργάτου, πλησιαζομένην με κτήματα Μ. Σ. , Οθωμανικού Νεκροταφείου και δημοσίαν οδόν". Ο παππούς των εναγόντων Ι. Τ. του Ε.

απεβίωσε το έτος 1933 άνευ διαθήκης και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από την σύζυγό του Χ. το γένος Ζ. Β. κατά το 1/4 ή 5/20 εξ αδιαιρέτου και από τα πέντε παιδιά του Ε. , Ι., Μ., Ε. και Σ. Τ. του Ι. κατά τα 3/20 εξ αδιαιρέτου από το καθένα τους, οι οποίοι υπεισήλθαν έκτοτε στην κληρονομιά του και αναμίχθηκαν σε αυτήν. Ακολούθως εκ των παραπάνω κληρονόμων του Ι.

Τ. του Ε. η σύζυγος του Χ. και τα τέκνα του Ι., Μ., Ε. και Σ. μεταβίβασαν με άτυπες δωρεές τα επί του παραπάνω ακινήτου μερίδια τους στον πατέρα των εναγόντων Ε. Τ. του Ι. , ο οποίος έτσι απέκτησε έκτοτε νομή σε ολόκληρο το ακίνητο. Την 25.7.1970 απεβίωσε ο πατέρας των εναγόντων Ε. Τ. του Ι. και με την από 28.1.1970 ιδιόγραφη διαθήκη του που δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμόν 316/1971 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθμόν 193/1971 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου κατέλιπε το παραπάνω ακίνητο κατ' ισομοιρίαν, ήτοι κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου στους τρεις ενάγοντες υιούς του.

Οι τελευταίοι με την υπ' αριθμόν ... /15.11.2002 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Διπλούδη, που μεταγράφηκε έκτοτε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του (Δήμου Σπηλίου στον τόμο 415 και υπ' αύξοντα αριθμό μεταγραφής ... , αποδέχθηκαν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομιά του πατέρα τους, στην οποίαν ανήκε και το παραπάνω ακίνητο.

Στη δήλωση αυτή αποδοχής κληρονομιάς οι ενάγοντες περιγράφουν το παραπάνω ακίνητο τους ως ένα οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο με τα πέντε κτίσματα που υπάρχουν σε αυτό, κείμενο εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως Σπηλίου του Δήμου Λάμπης του Νομού Ρεθύμνου στην περιοχή "Πανωχώρι" και επί της Δημοτικής οδού Πανωχωρίου, εκτάσεως 3.355,18 τετ.

μέτρων, εμφαινόμενο περιμετρικά υπό τους αριθμούς 1 - 2 - 3 -27 - 28 - 1 στο από 8.10.2002 τοπογραφικό διάγραμμα της αρχιτέκτονα μηχανικού Δ. Δ. , που επισυνάπτεται σε αυτήν, και οριζόμενο δυτικά με τη Δημοτική οδό Πανωχωρίου και από τα λοιπά σημεία του ορίζοντα με ιδιοκτησίες αγνώστων. Στην ίδια πιο πάνω συμβολαιογραφική δήλωση και στο συνημμένο τοπογραφικό διάγραμμα περιγράφονται και αποτυπώνονται και τα πέντε κτίσματα υπό στοιχεία Α, Β, Γ, Δ και Ε.

Εξ αυτών το Α κείται δυτικά και έχει πρόσοψη στη Δημοτική οδό Παναχωρίου, τα Β, Γ και Δ κείνται ανατολικά και είναι συνεχόμενα μεταξύ τους και το Ε κείται νοτιότερα των υπολοίπων. Το κτίσμα Α συνδέεται με τοίχο με το κτίσμα Β και μαζί με τα άλλα δύο Γ και Δ σχηματίζουν σχήμα ανισοσκελούς πι. Το έτος 1982 το πιο πάνω συγκρότημα οικιών των εναγόντων κηρύχθηκε διατηρητέο μνημείο με την υπ' αριθμόν Γ/1236/30318/ 29.4.1982 απόφαση της Υπουργού Πολιτισμού (ΦΕΚ Β 320).

Στην απόφαση αυτή αναφέρονται τα ακόλουθα: "Χαρακτηρίζουμε ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο το συγκρότημα οικιών της οικογένειας των Τ. στο χωριό Σπήλι Επαρχίας Αγίου Βασιλείου Ν. Ρεθύμνης, γιατί αποτελεί ένα χαρακτηριστικό κτιριακό σύνολο, οργανωμένο σε κλειστό σχήμα γύρω από μία ορθογώνια αυλή, που κτίστηκε μεταξύ των ετών 1847 και 1866.

Αποτελείται από μία διώροφη οικία και πολλούς βοηθητικούς χώρους (σταύλο, αποθήκες, κατοικία επιστατών κ.λ.π.) και παρουσιάζει σημαντικό ιστορικό ενδιαφέρον για ολόκληρη την περιοχή, γιατί συνδέεται με την οικογένεια των Τσουδερών , συνέχεια της βυζαντινής οικογένειας των Καλλέργηδων, που διαδραμάτισε σπουδαίο ρόλο στην ιστορία της Κρήτης".

Στις 15.3.2000 ο δεύτερος ενάγων, ο οποίος είναι διπλωματούχος αρχιτέκτων μηχανικός, υπέβαλε στον Δήμο Λάμπης την από 15.3.2000 αίτηση του, καταχωρηθείσα υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου 1366, στην οποίαν επισυνήψε το από Οκτωβρίου 1999 τοπογραφικό διάγραμμα του παραπάνω ακινήτου, και ζήτησε να του βεβαιώσει ο Δήμος ότι είναι σε θέση να παρέχει στο ακίνητο του από το δημοτικό δίκτυο ύδρευσης 11 κυβικά μέτρα νερού ημερησίως και ότι είναι δυνατή η σύνδεσή του με το δημοτικό δίκτυο αποχέτευσης, προκειμένου να χρησιμοποιήσει τη βεβαίωση ως στοιχείο της μελέτης αποκατάστασης και ανακατασκευής του διατηρητέου συγκροτήματος.

Στο τοπογραφικό αυτό διάγραμμα, το οποίο ο ίδιος ο δεύτερος ενάγων έχει συντάξει, το όλο οικόπεδο φέρεται ως έχον έκταση 1.288 τετ. μέτρων, αντί των 3.355,18 τετ. μέτρων που αναγράφεται στην προαναφερθείσα μεταγενέστερη συμβολαιογραφική δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, ενώ προς βορρά οριοθετείται από τον τοίχο που συνδέει τα κτίσματα Α και Β και δεν περιλαμβάνει εδαφική έκταση εκτεινόμενη βορειότερα του τοίχου αυτού, όπως αντίθετα συμβαίνει με την προαναφερόμενη μεταγενέστερη συμβολαιογραφική δήλωση αποδοχής κληρονομιάς και το συνημμένο σε αυτήν τοπογραφικό διάγραμμα, στα οποία οι ενάγοντες εμφανίζουν το οικόπεδό τους εκτεινόμενο βορειότερα του πιο πάνω τοίχου.

Το επίδικο εδαφικό τμήμα, εμβαδού 965,02 τετ. μέτρων κείται βορείως του πιο πάνω τοίχου που συνδέει τα κτίσματα Α και Β, εκ των οποίων το μεν Α ευρίσκεται στο βορειοδυτικό άκρο του τοίχου, το δε Β στο βορειοανατολικό του άκρο, πουλήθηκε δε και μεταβιβάστηκε στους εναγομένους, ως τμήμα μείζονος εκτάσεως εμβαδού 990,50 τετ.

μέτρων, από τους προσθέτως παρεμβαίνοντες Μ. χήρα Χ. Κ. το γένος Ι. Β. , Α. Κ. του Χ. και Χ. σύζυγο Ι. Χ. το γένος Χ. Κ. με το υπ' αριθμόν ... /6.11.2001 πωλητήριο συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Σπηλίου Αλεξάνδρας Αρχοντάκη που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφής του Δήμου Σπηλίου στον τόμο 6108 και υπ' αύξοντα αριθμό μεταγραφής ... .

Μετά την αγορά του επιδίκου οι εναγόμενοι άρχισαν να ανεγείρουν σε αυτό, με βάση την 78/2003 αρχική και τη μεταγενέστερη 68/2007 αναθεωρητική άδειες της Πολεοδομίας Ρεθύμνου, οικοδομή συνολικής επιφάνειας 159,62 τετ. μέτρων, η κατασκευή της οποίας έχει φθάσει μέχρι και τον εξ οπλισμένου σκυροδέματος σκελετό (μπετά).

Ο βορεινός τοίχος που συνδέει τα κτίσματα Α και Β, σύμφωνα με όλες τις μαρτυρικές καταθέσεις, τις προσκομιζόμενες εκατέρωθεν φωτογραφίες και τις ομολογίες των διαδίκων είναι παμπάλαιος και υφίσταται εκ κατασκευής του όλου συγκροτήματος των οικιών, παραλλήλως δε αυτού και από την εξωτερική του πλευρά υπήρχε και εξακολουθεί να υπάρχει χαντάκι εκ χαλικοριπής, αμφότερα δε προστατεύουν το συγκρότημα από τα όμβρια ύδατα, τη διάβρωση και τις κατολισθήσεις, διότι το επίδικο εδαφικό τμήμα κείται σε υψηλότερο επίπεδο από εκείνο του συγκροτήματος.

Στους αρχικούς τίτλους των εναγόντων, δηλαδή στα προαναφερόμενα υπ' αριθμούς ... /1891 και ... /1907 συμβόλαια των απώτερων δικαιοπαρόχων τους Ι. Α. Τ. και Ι. Ε. Τ. , το μεταβιβαζόμενο ακίνητο περιγράφεται πρώτα ως προς το συγκρότημα των οικιών (ομάδα οικιών με ανώγεια και κατώγεια, αυλή και φρέαρ) και ακολούθως ιδιαιτέρως ως προς τη συνεχόμενη έκταση, η οποία προσδιορίζεται και ως προς το σημείο του ορίζοντα και ως προς το εμβαδόν της (ανατολικώς αυτών συνεχόμενη άμπελος ημίσεως εργάτου).

Αντιθέτως σε κανένα από τα παραπάνω συμβόλαια δεν περιγράφεται οποιαδήποτε συνεχόμενη προς βορρά του συγκροτήματος των οικιών έκταση, δηλαδή έκταση κείμενη βορείως του και τότε υφιστάμενου βορεινού τοίχου που συνέδεε τα κτίσματα Α και Β και προστάτευε την ομάδα των σπιτιών. Αν οι απώτεροι δύο πιο πάνω δικαιοπάροχοι των εναγόντων είχαν με τα παραπάνω συμβόλαια αγοράσει, πλην του συγκροτήματος των οικιών και της ανατολικώς αυτού συνεχόμενης αμπέλου ημίσεως εργάτου, και συνεχόμενη έκταση βορείως του συγκροτήματος αυτού, δηλαδή και το νυν επίδικο, θα γινόταν μνεία στα παραπάνω συμβόλαια αντίστοιχη με εκείνη που έγινε για την άμπελο.

Όπως δηλαδή αυτοί περιέγραψαν λεπτομερώς στους τίτλους των την προς ανατολάς του συγκροτήματος συνεχόμενη άμπελο που αγόρασαν μαζί με το κτιριακό συγκρότημα, το ίδιο λεπτομερώς θα είχαν περιγράψει και την προς βορρά αυτού συνεχόμενη έκταση, αν πράγματι την είχαν αγοράσει, περιγραφή την οποίαν όμως ολοσχερώς παρέλειψαν.

Συνεπώς το επίδικο δεν περιλαμβάνεται στους τίτλους των απώτερων δικαιοπαρόχων των εναγόντων Ι. Α. Τ. και Ι. Ε. Τ. και δεν περιήλθε κατά παράγωγο τρόπο από εκείνους στον πατέρα των εναγόντων και από τον τελευταίο στους ίδιους τους ενάγοντες. Τούτο άλλωστε ενισχύεται και από το ότι οι ενάγοντες δεν συμπεριέλαβαν το επίδικο στο από Οκτωβρίου 1999 τοπογραφικό διάγραμμα του όλου ακινήτου τους που ο δεύτερος εξ αυτών σε ανύποπτο χρόνο, προτού δηλαδή οι εναγόμενοι αγοράσουν το επίδικο από τους προσθέτως παρεμβαίνοντες, συνέταξε και υπέβαλε στο Δήμο Λάμπης ως στοιχείο της μελέτης αναστηλώσεως των κτισμάτων τους, το δε εμβαδό του ακινήτου τους στο ίδιο πιο πάνω τοπογραφικό διάγραμμα το προσδιόρισαν σε 1.288 τετ.

μέτρα αντί των 3.355 τετ. μέτρων που ανέγραψαν στη μεταγενέστερη συμβολαιογραφική δήλωση αποδοχής της κληρονομιάς του πατέρα τους. Εξάλλου δεν αληθεύει ο ισχυρισμός των εναγόντων περί υπάρξεως παλαιά στο επίδικο και έκτου (ΣΤ) κτίσματος, επιπλέον των άλλων πέντε κτισμάτων που περιέγραψαν στην προαναφερόμενη συμβολαιογραφική δήλωση αποδοχής της κληρονομιάς του πατέρα τους, το οποίο κατεδαφίστηκε κατά την ασφαλτόστρωση της Δημοτικής οδού Πανωχωρίου.

Αν υπήρχε τέτοιο κτίσμα στο επίδικο οι ενάγοντες θα το περιέγραφαν λεπτομερώς στην προαναφερόμενη δήλωση αποδοχής της κληρονομιάς του πατέρα τους, όπως έκαναν και με τα άλλα πέντε που ευρίσκονται στο μη αμφισβητούμενο τμήμα της ιδιοκτησίας των. Εξάλλου, τα υποδεικνυόμενα από τους ενάγοντες ως ανήκοντα στο κτίσμα ΣΤ ερείπια κάθετου προς τη Δημοτική οδό Πανωχωρίου τοίχου, τα οποία εμφαίνονται στην επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από αυτούς φωτογραφία του έτους 1975, δεν περιλαμβάνονται στο επίδικο, αλλά στην προς βορράν αυτού κείμενη και μη αμφισβητούμενη ιδιοκτησία Κ.

Π. . Τούτο προκύπτει ιδίως από την αντιπαραβολή της παραπάνω φωτογραφίας του έτους 1975 με τις από 15.2.2008 αντίστοιχες τέσσερις νεώτερες φωτογραφίες του ίδιου σημείου που οι εναγόμενοι και οι προσθέτως παρεμβαίνοντες επικαλούνται και προσκομίζουν, Στις φωτογραφίες αυτές στη θέση των ερειπίων του πιο πάνω κάθετου τοίχου έχει ανεγερθεί ισόγειο κτίσμα ιδιοκτησίας του Κ.

Π. , σε επαφή δε με το βορεινό τοίχο του κτίσματος αυτού, δηλαδή εντός της ιδιοκτησίας του Κ. Π. , διακρίνονται υφιστάμενα ακόμη τα ερείπια του προαναφερόμενου κάθετου τοίχου, τον οποίον οι ενάγοντες στην προγενέστερη φωτογραφία του 1975 υποδεικνύουν ως ανήκοντα δήθεν στο προαναφερόμενο πάλαι ποτέ ανεγερθέν από τους δικαιοπαρόχους των επί του επιδίκου ΣΤ κτίσμα.

Το επίδικο αποτελούσε τμήμα μείζονος αγροτικού ακινήτου εκτάσεως 3 περίπου στρεμμάτων και είχε περιέλθει στους προσθέτως παρεμβαίνοντες από κληρονομιά του άνευ διαθήκης αποβιώσαντος την 2.6.1991 συζύγου της πρώτης εξ αυτών και πατέρα των άλλων δύο Χ. Κ. του Α. , στην μεν πρώτη κατά τα2/8 εξ αδιαιρέτου μερίδια στους άλλους δυο δε κατά τα 3/8 εξ αδιαιρέτου ατού καθένα τους, την οποίαν αυτοί αποδέχθηκαν ρητά με την υπ' αριθμόν ... /6.11.2001 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Σπηλίου Αλεξάνδρας Αρχοντάκη που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφής του Δήμου Σπηλίου στον τόμο 408 και υπ' αύξοντα αριθμό μεταγραφής ... .

Στον Χ. Κ. του Α. , ο οποίος ασκούσε το επάγγελμα του γωργοκτηνοτρόφου, το όλο ακίνητο είχε περιέλθει από το έτος 1945 με άτυπη δωρεά από την πεθερά του και μητέρα της πρώτης προσθέτως παρεμβαίνουσας Ε. χήρα Ι. Β. ενόψει του γάμου του με την πιο πάνω θυγατέρα της, στην δε Ε. χήρα Ι. Β. αυτό είχε περιέλθει από κληρονομιά του συζύγου της Ι.

Β. , ο οποίος απεβίωσε το έτος 1924 σε ηλικία μόλις 31 ετών. Το ότι ο Ι. Β. είχε στη νομή του γειτονική όμορη με το ακίνητο των εναγόντων ιδιοκτησία προκύπτει: α) από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από τους εναγομένους και τους προσθέτως παρεμβαίνοντες υπ' αριθμόν ... /3-4.1920 πωλητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Ρεθύμνου Γεωργίου Λουκάκη, με το οποίο ο Ι.

Β. , γεωργοκτηματιάς, αγόρασε από κοινού με τους Κ. και Ε. Τ. παρά του Μ. Α. εννέα αγροτικά ακίνητα, μεταξύ των οποίων και τον αναφερόμενο στο παραπάνω συμβόλαιο υπό τον αριθμό 5 αγρό δεκαπέντε οκάδων με 14 ελαιόδενδρα και ό,τι άλλο εμπεριείχε, κείμενο εις θέση "Χάνι Τσουδερού " και συνορευόμενο με κτήματα Σ.

Σ. , Ι. Τ. και δρόμο, και β) από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από τους εναγομένους και τους προσθέτως παρεμβαίνοντες αντίγραφο του από 26.9.1963 τοπογραφικού διαγράμματος του υπαλλήλου της ΔΑΠ Χανίων Γ. Γ. για το υπό τον κωδικό αριθμό 6038/1458 ανταλλάξιμο κτήμα, το επονομαζόμενο και "Στάδιο" ή "Υπαίθριο Θέατρο", το οποίο συνέχεται προς νότον με το ακίνητο των εναγόντων και το οποίο στο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα, σε ανύποπτο χρόνο, φέρεται οριζόμενο βορείως με περιοχή οικίας Ι.

Τ. , δυτικώς με κοινοτικό δρόμο και ανατολικώς με ιδιοκτησία Ι. Μ. . Τμήμα του μείζονος αυτού ακινήτου εκτάσεως τριών στρεμμάτων, το οποίο ο άμεσος δικαιοπάροχος των προσθέτως παρεμβαινόντων Χ. Κ. παρέλαβε στη νομή του το έτος 1945 με άτυπη δωρεά από την πεθερά του Ε. χήρα Ι. Β. , αποτελεί το επίδικο, το οποίο κείται δυτικώς του μείζονος ακινήτου, είναι επικλινές με κλίση, μετρηθείσα προ της ανοικοδομήσεως του από τους εναγομένους, 30% (σχετ.

η από Σεπτεμβρίου 2003 έκθεση φωτοερμηνείας του Επίκουρου Καθηγητή του Ε.Μ.Π., Χ. Ι. ) και με φορά από ανατολάς προς δυσμάς και καταλήγει κατωφερικώς στη Δημοτική οδό Πανωχωρίου, του υπολοίπου τμήματος του όλου ακινήτου συνεχιζόμενου ανατολικομεσημβρινώς, από το πάνω (ανατολικό) μέρος του ακινήτου των εναγόντων, όπως το βλέπει κανείς από τη Δημοτική οδό Πανωχωρίου, Στη διαδρομή του χρόνου το επίδικο δεν είχε την ίδια μορφολογία.

Ειδικότερα, όπως αμφότεροι οι Χ. Ι. και Ε. Κ. στις από Σεπτεμβρίου 2003 και Φεβρουαρίου 2008 εκθέσεις φωτοερμηνείας διαπιστώνουν, το επίδικο στις αεροφωτογραφίες των ετών 1960 και 1968 εμφανίζεται ως χέρσος αγρός με ελάχιστη χαμηλή χορτολιβαδική και θαμνώδη βλάστηση, ενώ στις αμέσως επόμενες αεροφωτογραφίες των ετών 1983 και 1994 η θαμνώδεις βλάστηση βαθμιαία αυξάνει.

Η ιδιότητα όμως του επιδίκου ως χέρσου ενέχει αναγκαίως και την ιδιότητα του καλλιεργήσιμου. Στο διάστημα από το έτος 1945 έως τουλάχιστον και το έτος 1975 ο άμεσος δικαιοπάροχος των εναγόντων Χ. Κ. , ο οποίος ασκούσε το επάγγελμα του γεωργοκτηνοτρόφου, καλλιεργούσε το επίδικο μαζί με το υπόλοιπο προς ανατολάς ακίνητο του με δημητριακά προοριζόμενα για ζωοτροφή, κυρίως κριθάρι, είχε ανεγείρει εκτός μεν του επιδίκου αλλά πλησίον αυτού και εντός της λοιπής προς ανατολάς ιδιοκτησίας του κτίσμα εμβαδού 20 τετ.

μέτρων, σωζόμενο και σήμερα, το οποίο χρησιμοποιούσε για τον σταυλισμό των ζώων του και ως αποθήκη των γεωργικών εργαλείων του και είχε συνδέσει το όλο ακίνητο του με το δημοτικό δίκτυο ύδρευσης του Δήμου Λάμπης, όπως προκύπτει από τη σχετική υπ' αριθμόν 1447/2003 βεβαίωση του παραπάνω Δήμου. Οι σωληνώσεις του δικτύου ύδρευσης διέρχονταν μέσα από το επίδικο, ενώ ο υδρομετρητής της παροχής ήταν εγκατεστημένος στην επί της Δημοτικής οδού Πανωχωρίου πρόσοψη του επιδίκου, όπως ο ίδιος ο μάρτυρας των εναγόντων Π.

Π. βεβαιώνει στην ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατάθεση του. Από το έτος 1975 και μετά η μονοετής καλλιέργεια του επιδίκου με δημητριακά βαθμιαία ατόνησε με αποτέλεσμα να αναπτυχθεί σε αυτό η εμφαινόμενη στις αεροφωτογραφίες των ετών 1983 και 19,.94~θαμνώδης βλάστηση. Έκτοτε οι εκ μέρους του Χ. Κ. μέχρι το θάνατο του το έτος 1991 και εν συνεχεία των προσθέτως παρεμβαινόντων κληρονόμων του καλλιεργητικές πράξεις στο επίδικο περιορίστηκαν στην περιποίηση των λίγων ελαιοδένδρων που υπήρχαν στο νοτιοανατολικό μέρος του, στη συλλογή του ελαιοκάρπου και στη γενικότερη εποπτεία και επιτήρηση του, ενώ συστηματικότερη εξακολούθησε η καλλιέργεια του υπολοίπου, πέραν του επιδίκου, τμήματος του ακινήτου τους, το οποίο ήταν ομαλότερο και προσφορότερο για μονοετείς καλλιέργειες.

Από όλα τα παραπάνω, συνδυαζόμενα, δεν απεδείχθη ότι οι ενάγοντες άσκησαν ποτέ νομή στο επίδικο και συνεπώς αυτοί δεν απέκτησαν την κυριότητά του, όχι μόνο κατά παράγωγο τρόπο, όπως ανωτέρω ήδη εκτίθεται αλλά ούτε και πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία. Αντιθέτως, πλήρως απεδείχθη ότι ο άμεσος δικαιοπάροχος των προσθέτως παρεμβαινόντων Χ.

Κ. άσκησε τη νομή του επιδίκου συνεχώς από το έτος 1945 έως και τον θάνατο του το έτος 1991, ήτοι επί χρονικό 46 ετών, και συνεπώς κατά το χρόνο του θανάτου του είχε γίνει ήδη κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, το δικαίωμα δε κυριότητας επ' αυτού εγκύρως αποκτήθηκε περαιτέρω από τους προσθέτως παρεμβαίνοντες εξ αδιαθέτου κληρονόμους του με συμβολαιογραφική δήλωση αποδοχής της κληρονομιάς του και μεταγραφή και εγκύρως οι τελευταίοι το μεταβίβασαν περαιτέρω στους εναγομένους με πώληση που καταρτίστηκε συμβολαιογραφικά και μεταγραφή, κατά τα ειδικότερον ανωτέρω εκτιθέμενα.

Ακολούθως, το Εφετείο, απορρίπτοντας την έφεση των αναιρεσειόντων, επικύρωσε την εκκαλουμένη απόφαση, η οποία απέρριψε την ένδικη διεκδικητική αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, και κατά παραδοχή ως βασίμου ένστασης ιδίας κυριότητας των δύο πρώτων εναγομένων-αναιρεσιβλήτων και των προσθέτως υπέρ αυτών παρεμβασάντων λοιπών αναιρεσιβλήτων Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις ότι το Εφετείο, αν και διαπίστωσε κενό στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων στα ... /1891 και ... /1907 συμβόλαια του συμ/φου Κοσμά Τριπολιτάκη και του γραμματέα του Ειρηνοδικείου Ρεθύμνης Ευαγγέλου Παπαδάκη, αντίστοιχα, αναφορικά ως προς την έκταση και τα όρια της ιδιοκτησίας των αναιρεσειόντων, παρέλειψε να προσφύγει για τη συμπλήρωση και ερμηνεία τους στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και, έτσι, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις αυτές, αλλά και εκ πλαγίου, αφού το Εφετείο δεν διευκρινίζει αν υπάρχει ασάφεια ή κενό στα ως άνω συμβόλαια.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει, ότι το Εφετείο δεν διαπίστωσε κενό και αμφίβολο σημείο στις δηλώσεις των συμβαλλομένων στα ως άνω συμβόλαια αναφορικά με την έκταση και τα όρια της ιδιοκτησίας των αναιρεσειόντων, ώστε να έπρεπε το Εφετείο να προσφύγει, για τη συμπλήρωση και ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως των σ' αυτά συμβόλαια συμβαλλομένων στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Με το δεύτερο, μέρος πρώτο, λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο διέλαβε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία, με το να δεχθεί ότι το επίδικο είναι χέρσο πράγμα που σημαίνει ότι είναι άγονο ή ότι δεν έχει καλλιεργηθεί ποτέ, ενώ, στη συνέχεια, δέχεται, ότι ο Χ. Κ. καλλιεργούσε δημητριακά στο επίδικο από το έτος 1945 έως το 1975. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί με αυτόν πλήττεται η ελεύθερη εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) ως προς την παραδοχή του, ότι το ενέχον αναγκαίως και στην ιδιότητα του καλλιεργήσιμου χέρσο επίδικο ακίνητο.

Με το δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο διέλαβε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ασαφή και ανεπαρκή αιτιολογία, με το να δεχτεί ότι η ιδιοκτησία των αναιρεσειόντων δεν εκτείνεται προς βορράν πέραν του συνδέοντος τα κτίσματα Α και Β τοίχου, αν και κατά τις παραδοχές του Εφετείου ο τοίχος αυτός κτίστηκε για να προστατεύσει το συγκρότημα των οικιών από τα όμβρια ύδατα, τη διάβρωση και τις κατολισθήσεις.

Επιπλέον το Εφετείο, προκειμένου να στηρίξει την κρίση του, ότι το επίδικο δεν περιλαμβάνεται στην αναφερόμενη στα παραπάνω συμβόλαια ιδιοκτησία των αναιρεσειόντων, δέχθηκε ότι, το σχετικό συμπέρασμα του "ενισχύεται και από το ότι οι ενάγοντες δεν συμπεριέλαβαν το επίδικο στο από Οκτωβρίου 1999 τοπογραφικό διάγραμμα, που ο δεύτερος εξ αυτών συνέταξε και υπέβαλε στο Δήμο Λάμπης, ως στοιχείο της μελέτης αναστηλώσεως των κτισμάτων τους", πλην όμως αφού η σχετική μελέτη αφορούσε μόνο την ανάγκη ύδρευσης και αποχέτευσης του συγκροτήματος των οικιών, ότι δεν συνέτρεχε λόγος να περιληφθεί στο τοπογραφικό αυτό διάγραμμα και το έτερο στοιχείο της ιδιοκτησίας τους, δηλαδή η άμπελος.

Πέραν αυτών, οι υποθετικές και ενδοιαστικές εκφράσεις της απόφασης ("αν είχαν αγοράσει και συνεχόμενη του συγκροτήματος βορείως έκταση, θα γινόταν μνεία στα συμβόλαια", "Θα είχαν περιγράψει και την προς βορράν συνεχόμενη έκταση", "αν πράγματι την είχαν αγοράσει", "τούτο ενισχύεται.."), έχουν την έννοια, ότι το πόρισμα στο οποίο κατέληξε το Εφετείο από την εκτίμηση των αποδείξεων, σε σχέση με το άνω ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ότι δηλαδή το επίδικο δεν περιλαμβάνεται στην ιδιοκτησία των αναιρεσειόντων, δεν είναι αναμφίβολο.

Δεν διατυπώνεται δηλαδή με βεβαιότητα, αλλά έχει απλώς τη μεγαλύτερη πιθανότητα ορθότητας, αφού δεν αποκλείει και την αντίθετη άποψη. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο, ως προς το κρίσιμο ζήτημα, αν το επίδικο ακίνητο περιέχεται στους ως άνω τίτλους που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, περιέλαβε πλήρη και σαφή αιτιολογία, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, το πόρισμα δει που έχει εξαχθεί από την ανάλυση και στάθμιση των αποδείξεων εκτίθεται σαφώς και δεν κλονίζεται από την αναφορά των ως άνω υποθετικών εκφράσεων, που ανάγονται σε επιχειρηματολογία του Εφετείου.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1033, 1045, 1051 ΑΚ και 262 §1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο κατά της διεκδικητικής αγωγής ακινήτου προβαλλόμενος από τον εναγόμενο ισχυρισμός ότι απέκτησε αυτός την κυριότητα του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, αποτελεί ένσταση μεν, αν η αγωγή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας ή και σε πρωτότυπο τρόπο, εφόσον, όμως, τα περιστατικά που προτείνονται, αληθινά υποτιθέμενα, προσπορίζουν στον προτείνοντα την κυριότητα και είναι μεταγενέστερα αυτών της αγωγής ή ο χρόνος της νομής που περιέχεται σ' αυτή είναι επαρκής για τη συμπλήρωση διπλής χρησικτησίας, άρνηση δε της αγωγής αν τα περιστατικά αυτά συμπίπτουν ή είναι προγενέστερα εκείνων που περιέχονται στην αγωγή .Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι από τους αριθμούς 1, 19 και 8α του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, διότι το Εφετείο με το να δεχτεί, ότι ορθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την ένδικη διεκδικητική αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, κατά παραδοχή ως βάσιμης της ένστασης ιδίας κυριότητας των αναιρεσιβλήτων στο επίδικο ακίνητο, επικυρώνοντας .έτσι την πρωτόδικη απόφαση, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1045 και 1051 ΑΚ ευθέως, αφού ψευδώς τις ερμήνευσε και εκ πλαγίου, αφού στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για, την ορθή εφαρμογή των ως άνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, ενόψει τω ότι, από τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται ασαφές, αν η αγωγή απορρίφθηκε ως αναπόδεικτη ή κατά παραδοχή ένστασης ιδίας κυριότητας, τα περιστατικά της οποίας όμως στην προκειμένη περίπτωση ως σύγχρονα εκείνων που αναφερόταν στην αγωγή ως προς τον τρόπο κτήσης της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από τους ενάγοντες με χρησικτησία, δεν συνιστούσαν ένσταση και έτσι το Εφετείο, απορρίπτοντας την αγωγή, κατά παραδοχή ένστασης ιδίας κυριότητας έλαβε υπόψη του περιστατικά, που αποτελούσαν άρνηση της ένδικης αγωγής και δεν συνιστούσαν πράγματα, υποπίπτοντας στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 8α του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων των αναιρεσιβλήτων, ενώπιον του Εφετείου κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αυτοί πρότειναν περιστατικά, που προσπορίζουν σ' αυτούς κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία, που είναι σύγχρονα με τα επικαλούμενα στην αγωγή, τα οποία όμως είναι επαρκή για τη συμπλήρωση διπλής χρησικτησίας και επομένως, ο σχετικός ισχυρισμός τους αποτελούσε ένσταση ιδίας κυριότητάς τους στο επίδικο ακίνητο και, έτσι, το Εφετείο, απορρίπτοντας την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, κατά παραδοχή της ως άνω ένστασης και ως βάσιμος κατ' ουσίαν δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 8α του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Εξάλλου, το Εφετείο, όπως προκύπτει από το ως άνω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, απορρίπτοντας την ένδικη αγωγή και ως αβάσιμη κατ' ουσίαν και κατά τη βάση της, που στηριζόταν στον πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, αφού δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες, άσκησαν ποτέ νομή στο επίδικο ακίνητο, περιέλαβε πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών δικαίου διατάξεων των άρθρων 1045 και 1051 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου ασχολούμενο ως εκ περισσού με την ένσταση ιδίας κυριότητας των αναιρεσιβλήτων και, έτσι, ουδεμία ασάφεια δημιούργησε ως προς την απόρριψη της ένδικης αγωγής επομένως το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες και ο ερευνώμενος (τρίτος) πρόσθετος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ. 8, 106, 335, 338 και 341 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι "πράγματα", κατά την έννοια της πρώτης απ' αυτές, η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν τη βάση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι δε τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, ούτε και ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Εξάλλου, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.

Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο, και τρίτο λόγους αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη σειρά ουσιωδών ισχυρισμών των αναιρεσειόντων, που πρόβαλαν αυτοί με τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου, κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και οι οποίοι αφορούν τη μη διενέργεια πράξεων νομής από τους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων στο επίδικο ακίνητο και συνεπώς την αδυναμία θεμελίωσης χρησικτησίας στο πρόσωπο τους, δεν έλαβε εχούσης, υπόψη τον με τον πέμπτο λόγο έφεσης προβληθέντα ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη το από Σεπτεμβρίου 2000 τοπογραφικό διάγραμμα της ιδιοκτησίας των που συντάχθηκε από τον Τοπογράφο Μηχανικό Δ.

Γ. και, τέλος δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των ιδίων, ότι αντίκειται στα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, ότι το ακίνητό τους σταματάει στο βόρειο άκρο του Α' κτίσματος, διότι η πόρτα και τα παράθυρα του κτίσματος αυτού έχουν κατασκευαστεί ήδη από το έτος 1850 προς την πλευρά του επιδίκου και δεν είναι λογικό το συγκρότημα των οικιών, που αποτελούν σήμερα το Ιστορικό Μνημείο, να κτίστηκε εν έτη1850 σε επαφή με όμορη ιδιοκτησία ούτε να κατασκευάσθηκαν οι πόρτες και τα παράθυρα του κτιρίου προς την πλευρά ξένης ιδιοκτησίας.

Η κατασκευή και μόνο των κτισμάτων στο ακίνητό τους αποδεικνύει ότι στην ιδιοκτησία τους συμπεριλαμβανόταν και το επίδικο, ως προαύλιος χώρος των κτιρίων προς βορρά. Οι εξεταζόμενοι ως άνω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι οι δύο πρώτοι ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων, αναφερόμενοι κατά σειρά σε άρνηση της ένστασης ιδίας κυριότητας των αναιρεσιβλήτων, αποδεικτικά μέσα και σε επιχειρηματολογία των αναίρεσε όντων, δεν συνιστούν "πράγματα" , κατά την προεκτεθείσα έννοια και, συνεπώς.

δεν ιδρύεται ο σχετικός από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως.

Η αιτίαση, επίσης ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα διδάγματα της κοινής πείρας όπως αναφέρονται παραπάνω, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτα, αφού τα διαλαμβανόμενα στο αναιρετήριο ως διδάγματα κοινής πείρας, δεν έχουν το χαρακτήρα αυτόν.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και, προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο.

Όμως δεν γεννάται ο λόγος αυτό, αν και από τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος έστω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 11 γ' του Κ.Πολ.Δ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης. Στην προκείμενη περίπτωση, με τους δεύτερο, μέρος δεύτερο, και τρίτο λόγους αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αεροφωτογραφίες των ετών 1960, 1968, 1983 και 1994, την έκθεση φωτομετρίας του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου και την έκθεση αυτοψίας του Γεωτεχνικού Επιμελητηρίου Κρήτης καθώς και τη φωτογραφία του έτους 1975 από τις οποίες αποδεικνυόνταν ότι ήταν ακαλλιέργητο και δεν είχε γίνει καμία ανθρώπινη παρέμβαση στο επίδικο ακίνητο, το από Σεπτέμβριο 2000 τοπογραφικό διάγραμμα της ιδιοκτησίας των αναιρεσειόντων του Τοπογράφου Μηχανικού Δ.

Γ. , τρία εξώδικα στους δύο πρώτους των αναιρεσίβλητων τον Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του έτους 2002, τρεις καταγγελίες προς το αστυνομικό τμήμα Σπηλίου, στις 26.6.2002, 5.11.2002 και 25.11.2002 και το έντυπο Ε9 της φορολογικής δηλώσεως του έτους 1995 των αναιρεσειόντων, έγγραφα τα οποία επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες με τις προτάσεις των ενώπιον του Εφετείου, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και προσκόμισαν για την απόδειξη των αγωγικών τους ισχυρισμών.

Από τη βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη "όλα ανεξαιρέτως τα, με επίκληση, προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα" και από όλο το παραπάνω περιεχόμενο της απόφασης δεν καταλείπεται καμμία αμφιβολία ότι τούτο, για το σχηματισμό της κρίσης του, στην οποία τελικώς κατέληξε, κατά τα προεκτιθέμενα, έλαβε υπ' όψη του και συνεκτίμησε μαζί με όλες τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα προαναφερόμενα έγγραφα και, επομένως, οι εξεταζόμενοι ως άνω λόγοι, αναίρεσης είναι αβάσιμοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-12-2009 αίτηση των Γ. Τ. κ.λ.π. για αναίρεση της 391/2009 απόφασης του Εφετείου Κρήτης, καθώς και τους από 31-12-2010 πρόσθετους λόγους της αναίρεσης αυτής. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ επιμεριζόμενα αναλόγως λόγω της χωριστής τους υπεράσπισης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ