Legislator Case Law & Legislation
553/2010 AI generated

Employment contract termination declared void as abusive due to contradictory reasoning and lack of legal basis.

Case Number 553/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Court of First Instance's decision regarding an abusive termination of employment. The court found the lower court's reasoning contradictory and failed to establish a clear legal basis for declaring the dismissal void. Consequently, the appeal was allowed, and the case was remanded for retrial by a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648, 652, 656, 349-351 of the Civil Code; Article 559 No. 1 and 19 of the Code of Civil Procedure: A termination of employment is void as abusive only if the employer's reasons are proven false or if the employee proves the employer's right exceeds statutory limits; a decision is annulled if its reasoning is contradictory or lacks a legal basis.

Keywords

AI generated
abusive termination employment contract contradictory reasoning legal basis remand for retrial Code of Civil Procedure void dismissal

Cited Legislation

AI generated
Articles 648, 652, 656 and 349-351 of the Civil Code
Article 559 No. 1 and 19 of the Code of Civil Procedure
Article 580 No. 3 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 553 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Καταχρηστική απόλυση. Μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας. Πότε η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική. Δεν συντρέχει περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι΄αυτή κάποια αιτία. Για να θερωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους - που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος - εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ. Δεν θεωρείτια καταχρηστική η καταγγελία όταν έχει ως πραγματικό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του απολυομένου ή την από πλευράς του παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων. Λόγος αναιρέσεως εκ της ΚΠολΔ 559 αρ. 19 (έλλειψη νόμιμης βάσης). Πότε ιδρύεται ο προκείμενος αναιρετικός λόγος. Πότε η προηγηθείσα βλαπτική μεταβολή καθιστά καταχρηστική την επιγενόμενη καταγγελία. Δέχεται την αίτηση. Αναιρεί.

Αριθμός 553/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΘΥΡΩΡΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ" η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Παραστάθηκε ο πρόεδρος αυτού Θ και διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο τον Δημήτριο Βερβεσό, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Παυλάτο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-2-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 394/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 2360/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 3-12-2007 αίτησή του και τους από 20-11-2008 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Βασίλειος Λυκούδης ανέγνωσε την από 7-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως του κυρίως δικογράφου και ο έβδομος πρόσθετος αυτής λόγος, και να απορριφθούν οι λοιποί.

Ο πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των άρθρων 648, 652, 656 και 349 - 351 Α.Κ., 7 Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι στον εργοδότη ανήκει το δικαίωμα να εξειδικεύει τις υποχρεώσεις του μισθωτού και ειδικότερα να καθορίζει το είδος, τον τόπο, το χρόνο και τις άλλες συνθήκες παροχής της εργασίας του μισθωτού για την αρτιότερη οικονομοτεχνική οργάνωση της επιχειρήσεως προς επίτευξη των σκοπών της.

Έχει, δηλονότι, ο εργοδότης, ως διευθυντής της εκμετάλλευσης, την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του με βάση τα κρινόμενα από αυτόν ως πλέον αποτελεσματικά δι' αυτήν κριτήρια (Ολ.ΑΠ 25/2003). Δεν επιτρέπεται όμως κατά την ενάσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος να προκαλείται υλική ή ηθική βλάβη στο μισθωτό κατά παράβαση διατάξεως νόμου ή της ατομικής συμβάσεως εργασίας ή κατά καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπό την έννοια του άρθρου 281 Α.Κ., δηλ.

κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Στις περιπτώσεις αυτές υπάρχει μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, που παρέχει στο μισθωτό, αν δεν αποδέχεται τη μεταβολή, το δικαίωμα είτε να τη θεωρήσει ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως και να αξιώσει τη νόμιμη αποζημίωση είτε, εμμένοντας στη σύμβαση, να απαιτήσει από τον εργοδότη να αποδέχεται την προσφερόμενη εργασία υπό τους πριν από τη μεταβολή όρους, καθιστώντας αυτόν διαφορετικά υπερήμερο περί την αποδοχή της εργασίας αυτής .

Περαιτέρω, από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955, προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου.

Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.

Εξάλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη, είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου.

Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους - που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος - εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ.

Πολύ δε περισσότερο δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία όταν έχει ως πραγματικό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του απολυομένου ή την από πλευράς του παράβαση των συμβατικών των υποχρεώσεων . Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες της που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση, όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως απ' αυτή προκύπτει, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "....Η ενάγουσα είχε προσληφθεί από το εναγόμενο νομικό πρόσωπο με την επωνυμία ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΘΥΡΩΡΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ την 1-3-1995 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως υπάλληλος γραφείου, με αρμοδιότητες και καθήκοντα σχετιζόμενα με τρέχοντες δραστηριότητες και την εν γένει λειτουργία της εναγομένης και πιο συγκεκριμένα την έκδοση μισθολογίoυ, την είσπραξη εισφορών, την τήρηση μισθολογίου, τον υπολογισμό αποδοχών και αποζημιώσεων καθώς και το χειρισμό οποιουδήποτε διοικητικής φύσεως ζητήματος που αφορούσε την ομοσπονδία.

Από την πρόσληψη της και εντεύθεν η ενάγουσα εκτελούσε με ευσυνειδησία, ζήλο και υπευθυνότητα τα καθήκοντα της, χωρίς ποτέ να γίνει δέκτης οποιουδήποτε παραπόνου ή μομφής ή άλλης παρατήρησης εκ μέρους των εκπροσώπων της εναγομένης Ομοσπονδίας και συγκεκριμένα των εκάστοτε μελών του διοικητικού συμβουλίου της.

Και ενώ όλα κυλούσαν ομαλά και χωρίς να έχει προηγηθεί οποιοδήποτε συμβάν, εξαιτίας οποιασδήποτε παραβατικής συμπεριφοράς ως προς την εκτέλεση των καθηκόντων της, τον Οκτώβριο του 2004 παρατηρήθηκε αλλαγή συμπεριφοράς ορισμένων μελών της διοίκησης της εναγομένης και κυρίως του προέδρου της Θ, αφήνοντας υπονοούμενα για το πρόσωπο της ενάγουσας και για πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων της.

Η αρνητική και αδικαιολόγητη στάση εκδηλώθηκε με το γεγονός της 5-11-2004, ημέρα Παρασκευή, όταν προσερχόμενη η ενάγουσα στην εργασία της διαπίστωσε ότι είχε αλλαχθεί η κλειδαριά του γραφείου της, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να εισέλθει, μέχρις ότου να προσέλθει άλλο άτομο της εναγομένης και να ανοίξει. Την επόμενη εργάσιμη ημέρα (8-11-2004), που προσήλθε στην εργασία της, ενημερώθηκε από τον Πρόεδρο της εναγομένης ότι της είχε χορηγηθεί το υπόλοιπο αδείας της για το έτος 2004, την οποία, αν και η ενάγουσα δεν επιθυμούσε να τη λάβει κατά το χρόνο εκείνο, αλλά στα τέλη Νοεμβρίου, που θα προέβαινε ο σύζυγος της σε σοβαρή χειρουργική επέμβαση (η οποία και πραγματοποιήθηκε στις 22-11-2004), τελικά την αποδέχθηκε.

Όταν όμως επέστρεψε από την άδεια στην εργασία της στις 15-11-2004 διαπίστωσε ότι από το γραφείο της είχαν αφαιρεθεί από τον Πρόεδρο της Ομοσπονδίας οτιδήποτε είχε να κάνει με την εκτέλεση της εργασίας της, όπως έγγραφα, σφραγίδες, το μητρώο του σωματείου, το ευρετήριο, τα έντυπα καθηκόντων θυρωρών κ.α., με αποτέλεσμα να μη μπορεί να εργαστεί.

Εξαιτίας της ως άνω αρνητικής συμπεριφοράς προς το πρόσωπο της και της αφαίρεσης των καθηκόντων της, που προδήλως συνιστά μεταβολή των όρων της εργασιακής σχέσης και που κατά την ίδια αποσκοπούσε στον εξαναγκασμό της σε παραίτηση, η ενάγουσα προσέφυγε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας του Δυτικού Τομέα Αθηνών .

Κατά τη συζήτηση της προσφυγής στις 8-12-2004, συνταχθέντος του υπ' αριθμ. ... Δελτίου Εργατικής Διαφοράς, κατά την οποία η ενάγουσα υποστήριξε τις ως άνω καταγγελίες της, η εναγομένη Ομοσπονδία δια του εκπροσώπου της, αποκρύβοντας ότι με το 86/13-11-2004 πρακτικό του Δ.Σ είχε αποφασιστεί η απόλυση της ενάγουσας, κατέθεσε το από 6-12-2004 υπόμνημα όπου αιτιολογεί τη χορήγηση της υποχρεωτικής άδειας στην ενάγουσα με το σκεπτικό ότι δεν μπορούσε να της χορηγηθεί αυτή το μήνα Δεκέμβριο , λόγω όγκου εργασίας το μήνα αυτόν και ότι έπρεπε να της χορηγηθεί η άδεια κατά το παραπάνω διάστημα γιατί είχαν προκύψει και άλλα ζητήματα και έπρεπε να αποφασίσει το Δ.Σ για τη γενικότερη συμπεριφορά της εργαζομένης, χωρίς όμως στο ως άνω υπόμνημα να προσδιορίζονται τα ζητήματα που είχαν να κάνουν με τη συμπεριφορά της ενάγουσας, ούτε να δίνεται απάντηση στις καταγγελίες της ενάγουσας περί αλλαγής κλειδαριάς και περί βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας της.

Τελικά, στις 17-12-2004 η εναγόμενη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της ενάγουσας εγγράφως και με τη καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, την οποία, αρνηθείσα η ενάγουσα να εισπράξει, κατέθεσε η εναγομένη στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Πριν την καταγγελία και την απόλυση της δεν είχε προηγηθεί πλην της ως άνω προσφυγής της ενάγουσας στην Επιθεώρηση Εργασίας οποιαδήποτε ενημέρωση ή ειδοποίηση, έγγραφη ή προφορική, της ενάγουσας , ούτε είχε ασκηθεί εναντίον της οποιαδήποτε πειθαρχική διαδικασία για παραπτώματα κατά την υπηρεσία της, για αυτό κατά την επίδοση της ως άνω καταγγελίας η ενάγουσα θεωρώντας την άκυρη, αρνήθηκε να την παραλάβει και θυροκολλήθηκε και προσέφυγε αυθημερόν στην επιθεώρηση Εργασίας.

Βέβαια το διοικητικό συμβούλιο της εναγόμενης κατά τη συνεδρίαση της 13-11-2004, που λήφθηκε η απόφαση απόλυσης της ενάγουσας αιτιολογεί την απόφαση του στο 86° συνταχθέν πρακτικό ως εξής : " Θέμα υπαλλήλου Ομοσπονδίας. Ο πρόεδρος τοποθετήθηκε για το πρόβλημα που έχει προκύψει με την υπάλληλο της Ο.Θ.Ε. Η υπάλληλος Ψ ενέχεται για πλημμελή συμπεριφορά ως υπαλλήλου διότι δεν ακολούθησε το ωράριο εργασίας αλλά κυρίως διότι προέβαινε ως απεδείχθη εκ των υστέρων σε ενέργειες σε βάρος του σωματείου που ήταν εργοδότης της με διαρροή εγγράφων σε "σωματείο" παρεμφερές αποσχισθέν , καθυστερημένη γνωστοποίηση στο Δ.Σ του σωματείου και τον Πρόεδρο αναγκαίων εγγράφων της Γ.Σ.Σ.Ε όπως και ανάρμοστη συμπεριφορά στα μέλη του Δ.Σ και των μελών του Συλλόγου.

Ήδη πλέον απεδείχθη ότι την 5-8-2004 απέκρυψε την ύπαρξη FΑΧ από τη ΓΣΣΕ προς το σωματείο για το θέμα της 13-8-2004 όσον αφορά την αμοιβή της αργίας αυτής. Και αργότερα εμφάνισε έντυπο (ΔΕΝ) εργατικής νομοθεσίας με αντίθετη άποψη και σε χώρο εκτός γραφείων της Ο.Θ.Ε. ... επίσης τον εξουσιοδοτεί το Δ.Σ. εφόσον εξευρεθούν οικονομικοί πόροι να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας της υπαλλήλου αορίστου χρόνου Ψ για τους παρακάτω λόγους.

Πλημμελής παροχή εργασίας, την εφαρμογή δικού της ωραρίου. Την παράβαση της σχέσεως εμπιστοσύνης προς το Δ.Σ της Ομοσπονδίας μας με τη διαρροή ουσιαστικών εγγράφων κυρίως της Γ.Σ.Σ.Ε και με αποκορύφωμα το πρόσφατο γεγονός σε προσφιλές της άτομο εταίρου διασπαστικού σωματείου. Ψηφίζεται ομόφωνα". Οι ως άνω όμως αποδιδόμενες στην ενάγουσα παραβατικές υπηρεσιακές συμπεριφορές που απετέλεσαν, σύμφωνα με την παραπάνω απόφαση του Δ.Σ της εναγομένης, και την αιτία απόλυσης της, δεν αποδεικνύονται και τα όσα καταθέτουν σχετικά τόσο ο εξετασθείς ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μάρτυρας της εναγομένης, όσο και οι εξετασθέντες επιμελεία της μάρτυρες ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών και περιέχονται στις υπ' αριθμ. 10258 και 10259/05 ένορκες βεβαιώσεις, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και δεν παρέχουν καμία αξιοπιστία, δεδομένου μάλιστα ότι καταμαρτυρούν παραβατικές συμπεριφορές της ενάγουσας χωρίς να γνωρίζουν και να αναφέρουν συγκεκριμένα σχετικά περιστατικά.

Ως προς το κρίσιμο ζήτημα δε της αποδιδόμενης στην ενάγουσα κατηγορίας της απόκρυψης του αποσταλέντος στις 4-10-2004 από τη Γ.Σ.Σ.Ε του παραπάνω FΑΧ και της παράδοσης αυτού σε "αντίπαλο" σωματείο με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΘΥΡΩΡΩΝ ΑΘΗΝΩΝ-ΠΕΙΡΑΙΩΣ", θα πρέπει να σημειωθεί ότι η κατηγορία αυτή είναι ανυπόστατη, κατά κύριο λόγο διότι την ημέρα εκείνη (4/10) η ενάγουσα βρισκόταν σε άδεια και δεν είχε προσέλθει στα γραφεία της ομοσπονδίας.

Προσήλθε δε τη μεθεπόμενη 6/10 όπου κατά την εκεί για λίγο παραμονή της διαπίστωσε πρόβλημα με τη μελανοταινία του FΑΧ και το οποίο αποκατέστησε. Στο πρόβλημα δε αυτό οφείλεται προφανώς η μη αποτύπωση και λήψη του εγγράφου (εγκυκλίου) της Γ.Σ.Σ.Ε, που απεστάλη στην ενάγουσα στις 4-10-2004 και ώρα 16.34'. Σε κάθε δε περίπτωση, το γεγονός ότι η εν λόγω εγκύκλιος βρέθηκε και στην κατοχή του " αντιπάλου" της εναγομένης σωματείου "Σύλλογος Θυρωρών Αθηνών-Πειραιώς", σε καμία περίπτωση δεν συνεπάγεται ότι είναι αποτέλεσμα μεθόδευσης της ενάγουσας που της αποδίδει το Δ.Σ.

της εναγομένης, ούτε αποδεικνύεται κάτι τέτοιο . Μάλιστα, όπως αναφέρει η ΓΣΣΕ στο υπ' αριθμ. 185/8-2-2003 έγγραφο της προς την ενάγουσα, το γεγονός της αποστολής της άνω εγκυκλίου στην εναγομένη Ομοσπονδία στις 4-10-2004 και ώρα 16.34' δεν αποκλείει το σωματείο "Σύλλογος Αθηνών-Πειραιώς" να έλαβε γνώση την έκδοση της εγκυκλίου και να ζήτησε πιθανόν από τη Γ.Σ.Σ.Ε να του αποσταλεί.

Αντίθετα προς τις παραπάνω αποδιδόμενες στην ενάγουσα παραβατικές υπηρεσιακές συμπεριφορές, αποδεικνύεται ότι αυτή από την πρόσληψη της (1995) μέχρι και την απόλυση της εκτελούσε με ευσυνειδησία, ζήλο και υπευθυνότητα τα καθήκοντα της και ήταν πάντα ευγενική και εξυπηρετική με τα μέλη της Ομοσπονδίας, χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά μέλους της σε βάρος της για οποιοδήποτε παράπτωμα ή πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων της .

Αλλ' ούτε ποτέ η εκάστοτε διοίκηση της εναγομένης χρειάστηκε να της κάνει συστάσεις ή να την ελέγξει πειθαρχικά για οποιοδήποτε λόγο. Με βάση τα προκύψαντα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η ενάγουσα κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης, πράγμα που συνομολογείται και από την ίδια ( εναγομένη), αφού τρεις ημέρες από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας προσελήφθη στη θέση της με τις ίδιες αρμοδιότητες και καθήκοντα η Ζ και λαμβανομένων υπόψη των ειδικών προσωπικών περιστάσεων της ενάγουσας και δη της δεκαετούς περίπου προϋπηρεσίας της στην εναγομένη, της ηλικίας της (45 ετών), που είναι πλέον δύσκολο να ανεύρει νέα κατάλληλη και πρόσφορη των αναγκών της εργασία και των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει (καρδιακή ανεπάρκεια) , η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας από την εναγομένη είναι αναιτιολόγητη, άδικη και φέρει καταχρηστικό χαρακτήρα, υπερβαίνοντα προφανώς τα όρια της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, αλλά και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος και για αυτό είναι άκυρη. ......".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, έκρινε βάσιμη την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης, με την οποία ζητείτο η αναγνώριση της ανωτέρω γενόμενης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου τις πιο πάνω αναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αφού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, καθόσον δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της αποφάσεώς του τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ που εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα, δεν εκτίθενται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη απολύθηκε εκ λόγων εκδικήσεως ή εχθρότητας των εκπροσώπων της αναιρεσείουσας Ομοσπονδίας, συνεπεία προηγούμενης συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης, μη αρεστής στην εργοδότρια Ομοσπονδία. Αντίθετα, σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά στην απόφαση πραγματικά περιστατικά, η ενάγουσα αναιρεσίβλητη απολύθηκε χωρίς να υπάρχει εμφανής αιτία και χωρίς σπουδαίο λόγο.

Η απόλυση δε αυτή της αναιρεσίβλητης , αν και "κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης", χαρακτηρίζεται ως "αναιτιολόγητη" και "άδικη". Όμως, όπως προαναφέρθηκε, προκειμένου να κριθεί ότι η ένδικη καταγγελία ήταν καταχρηστική απαιτείται αυτή να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους που επικαλέστηκε η εργαζόμενη και έγιναν δεκτοί, ως αποδειχθέντες από το Δικαστήριο.

Όλα δε τα εκτιθέμενα στην απόφαση πιο πάνω περιστατικά αναφέρονται, είτε σε συμπεριφορές των εκπροσώπων της αναιρεσείουσας Ομοσπονδίας που συνιστούν , κατά τις παραδοχές της απόφασης, βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής σχέσης που προηγήθηκε της καταγγελίας, είτε αναφέρονται αποκλειστικώς στην μη απόδειξη των επικαλούμενων από την αναιρεσείουσα Ομοσπονδία λόγων απολύσεως της αναιρεσίβλητης.

Τα αναφερόμενα, όμως, περιστατικά , που κατά την απόφαση, συνιστούν βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής σχέσης, όπως προαναφέρθηκε, παρέχουν στο μισθωτό που δεν αποδέχεται τη μεταβολή, το δικαίωμα είτε να τη θεωρήσει ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως και να αξιώσει τη νόμιμη αποζημίωση είτε, εμμένοντας στη σύμβαση, να απαιτήσει από τον εργοδότη να αποδέχεται την προσφερόμενη εργασία υπό τους πριν από τη μεταβολή όρους, καθιστώντας αυτόν διαφορετικά υπερήμερο περί την αποδοχή της εργασίας αυτής.

Κατά τα γενόμενα δεκτά στην απόφαση η εργαζόμενη αναιρεσίβλητη επέλεξε το δεύτερο και αξίωσε από τον εργοδότη της να αποδέχεται την προσφερόμενη εργασία υπό τους πριν από τη μεταβολή όρους. Μετά την γενόμενη , ακολούθως, έγγραφη καταγγελία της συμβάσεως με την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, δεν τίθεται πλέον ζήτημα ασκήσεως δικαιωμάτων της εργαζόμενης από την προηγηθείσα βλαπτική μεταβολή.

Τα τελευταία αυτά περιστατικά ( της βλαπτικής μεταβολής), δύνανται να προσδώσουν στην επιγενόμενη νομότυπη καταγγελία της συμβάσεως καταχρηστικό χαρακτήρα, αν και εφόσον η καταγγελία οφείλεται στην προηγηθείσα βλαπτική συμπεριφορά των εκπροσώπων της αναιρεσείουσας κινουμένη από εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσης νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς της εργαζομένης.

Στην προσβαλλόμενη όμως απόφαση δεν διαλαμβάνονται ανάλογες παραδοχές, ότι, δηλαδή, η προσφυγή της εργαζόμενης στην Επιθεώρηση Εργασίας, λόγω της περιγραφόμενης στην απόφαση βλαπτικής μεταβολής των όρων της συμβάσεως , αποτέλεσε την αιτία της απολύσεώς της. Άλλωστε, κατά τα δεκτά γενόμενα από το Εφετείο, η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου για την καταγγελία είχε ήδη προηγηθεί (Η απόφαση του Δ.Σ είχε ληφθεί στις 13-11-2004, ενώ η προσφυγή στην Επιθεώρηση Εργασίας συζητήθηκε στις 8-12-2004).

Κατά τα λοιπά, τα εκτιθέμενα στην απόφαση πραγματικά περιστατικά αναφέρονται στην μη απόδειξη των επικαλούμενων από την αναιρεσείουσα Ομοσπονδία λόγων απολύσεως της αναιρεσίβλητης και ειδικότερα ότι δεν αποδείχθηκαν οι ισχυρισμοί της εργαζομένης ότι η καταγγελία της συμβάσεως έγινε για τους αναφερόμενους στο από 13-11-2004 πρακτικό του Διοικητικού αυτής Συμβουλίου λόγους και κυρίως για "παράβαση της σχέσεως εμπιστοσύνης προς το Δ.Σ της Ομοσπονδίας με τη διαρροή ουσιαστικών εγγράφων κυρίως της Γ.Σ.Σ.Ε και με αποκορύφωμα το πρόσφατο γεγονός σε προσφιλές της άτομο εταίρου διασπαστικού σωματείου".

Όμως, όπως προαναφέρθηκε, δεν αρκεί το ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε για την καταγγελία αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ,αφού αυτό δεν ασκεί οποιαδήποτε επιρροή στην ύπαρξη της επικαλούμενης από την εργαζόμενη καταχρηστικής απολύσεως, ενόψει του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας . Περαιτέρω, η αιτιολογία της απόφασης, ως προς την αβασιμότητα των επικαλουμένων από την αναιρεσείουσα λόγων απολύσεως της αναιρεσίβλητης, είναι ασαφείς και αντιφατικοί.

Ειδικότερα η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την παραδοχή της ότι "ως προς το κρίσιμο ζήτημα της αποδιδόμενης στην ενάγουσα κατηγορίας της απόκρυψης του αποσταλέντος στις 4-10-2004 από τη Γ.Σ.Σ.Ε του παραπάνω FΑΧ και της παράδοσης αυτού σε "αντίπαλο" σωματείο με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΘΥΡΩΡΩΝ ΑΘΗΝΩΝ-ΠΕΙΡΑΙΩΣ", θα πρέπει να σημειωθεί ότι η κατηγορία αυτή είναι ανυπόστατη, κατά κύριο λόγο διότι την ημέρα εκείνη (4/10) η ενάγουσα βρισκόταν σε άδεια και δεν είχε προσέλθει στα γραφεία της ομοσπονδίας.

Προσήλθε δε τη μεθεπόμενη 6/10...", διέλαβε ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, "ως προς κρίσιμο", όπως χαρακτηρίζεται από την ίδια την απόφαση, πιο πάνω ζήτημα, αφού "η αποδιδόμενη στην ενάγουσα κατηγορία" ήταν η απόκρυψη του αποσταλέντος FΑΧ από τη ΓΣΕΕ στις 5/8/2004, προς το σωματείο " για το θέμα της 13-8-2004 όσον αφορά την αμοιβή της αργίας αυτής", όπως αναφέρεται σε άλλο σημείο του σκεπτικού της αποφάσεως (5ο φύλλο), και όχι (η απόκρυψη) στις 4-10-2004, δηλαδή κατά το χρόνο της αδείας της αναιρεσίβλητης, χωρίς μάλιστα να διευκρινίζεται, στην τελευταία αυτή περίπτωση, αν το Δικαστήριο δεν δέχεται τον ισχυρισμό της ότι το επίμαχo Fax είχε αποσταλεί στις 5/8/2004.

Συνακόλουθα , για τους ίδιους λόγους ασαφής και αντιφατική είναι και η αιτιολογία της αποφάσεως επί του αυτού ζητήματος, κατά την οποία η μη λήψη του επίμαχου FAX οφείλεται στο αναφερόμενο στην απόφαση "πρόβλημα με τη μελανοταινία του FΑΧ", το οποίο αποκατέστησε η αναιρεσίβλητη, όταν επέστρεψε από την άδειά της (6/10), δεδομένου ότι, αν η αποστολή του επίμαχου FAX έγινε στις 5/8/2004, δεν είναι δυνατόν η μη λήψη του να οφείλεται στο αναφερόμενο στην απόφαση πρόβλημα με τη μελανοταινία, πρόβλημα που παρουσιάστηκε κατά το χρόνο που η εργαζόμενη είχε λάβει την άδειά της (4/10/2004).

Κατόπιν αυτών, οι σχετικοί, από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 του ΚΠολΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως του κυρίως δικογράφου και ο έβδομος πρόσθετος αυτής λόγος , είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών. Συνακόλουθα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, στο ίδιο δικαστήριο για περαιτέρω εκδίκαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη 2360/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 23 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ