Supreme Court allows appeal against appellate court's dismissal of product liability claim based on new evidence of fraud.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the Lamia Court of Appeal's decision dismissing a product liability claim. The appellant argued the defendant knew of the machine's defects and concealed this fact, citing a prior acquittal of the defendant's sales manager for fraud. The court found the appellate court had failed to consider this specific evidence regarding the defendant's knowledge and intent when rejecting the claim. Consequently, the decision was annulled and the case remitted for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 580, 176, 183 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible when the appellate court fails to consider relevant evidence or facts that have a decisive impact on the outcome, such as evidence proving the defendant's knowledge of defects and intent to defraud.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 553 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 553/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:.... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιo δικηγόρο Γεώργιο Κρανιώτη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου:Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΣΗΜΕΝΣ ΑΕ ΗΛΕΚΤΡΟΤΕΧΝΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ" που εδρεύει στον Παράδεισο Αμαρουσίου Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ευθύμιο Καραΐσκου με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Φεβρουαρίου 2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 144/200 μη οριστική, 106/2005 οριστική του Ιδίου Δικαστηρίου και 98/2007 οριστική του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10 Οκτωβρίου 2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός , ανέγνωσε την από 7 Οκτωβρίου 2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου λόγου κατά το πρώτο μέρος του της από 10.10.2007 αίτησης αναίρεσης και την αναίρεση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 98/2007 απόφασης του Εφετείου Λαμίας κατά το μέρος της που απέρριψε τον πρώτο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997).
Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 1072/2005).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 513,522 και 535 και 540 του Α.Κ. όπως ίσχυαν πριν την αντικατάστασή τους με το άρθ. 1 του Ν. 3043/2002, και διαχρονικά έχουν εφαρμογή στην προκειμένη υπόθεση, προκύπτει ότι ο αγοραστής κατά τις περιπτώσεις που υφίσταται ευθύνη του πωλητή για έλλειψη συνομολογηθεισών ιδιοτήτων, δικαιούται ν'απαιτήσει είτε την αναστροφή της σύμβασης, είτε τη μείωση του τιμήματος, αντί δε τούτων, κατ' αρθ. 543 του ίδιου Κώδικα, όπως επίσης ίσχυε προ της τροποποιήσεώς του με το άρθρο 1 του Ν. 3043/2002, το εκ της μη εκτέλεσης της σύμβασης διαφέρον, αν κατά τη σύναψη της σύμβασης το πωληθέν δεν είχε τη συμφωνηθείσα ιδιότητα.
Ως προς την έκταση της οφειλόμενης αποζημίωσης ακόμη και αν το πράγμα για τον αγοραστή είναι άχρηστο λόγω της έλλειψης της συμφωνημένης ιδιότητας, περιλαμβάνεται σ'αυτήν η θετική ζημία π.χ. η επί πλέον διαφορά από τη σύμβαση κάλυψης με τρίτο, που αναγκάσθηκε να συνάψει ο αγοραστής, το καταβληθέν μέρος του τιμήματος που δεν επιστράφηκε από τον πωλητή, τα έξοδα μεταφοράς κ.λ.π.
και το διαφυγόν κέρδος από τη στέρηση του πράγματος, όχι όμως και η δαπάνη στο σύνολό της για την αγορά του πράγματος που είχε συμφωνηθεί από άλλο τρίτο πωλητή. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 554 του ΑΚ όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 1 του Ν. 3043/2002, οι αγωγές για αποζημίωση λόγω της έλλειψης συμφωνημένης ιδιότητας παραγράφονται μετά πάροδο δύο ετών για τα ακίνητα και έξι μηνών για τα κινητά.
Κατά δε το άρθρο 557 του ίδιου Κώδικα ο πωλητής δεν μπορεί να επικαλεσθεί την παραγραφή των δύο ετών ή των έξι μηνών, αν απέκρυψε με δόλο την έλλειψη της συμφωνημένης ιδιότητας. Ενώ, κατά το άρθρο 249 του Α.Κ., εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά οι αξιώσεις παραγράφονται σε είκοσι χρόνια. Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις συνάγεται ότι:
α) επί δόλιας απόκρυψης της έλλειψης συμφωνημένης ιδιότητας η παραγραφή της σχετικής περί αποζημίωσης αγωγής, η οποία επί κινητών αρχίζει από την εγχείριση του πράγματος στον αγοραστή (άρθρ. 555 του ΑΚ) είναι εικοσαετής και β) δόλια απόκρυψη υπάρχει όταν ο πωλητής, κατά το χρόνο μετάθεσης του κινδύνου στον αγοραστή, καίτοι γνώριζε την έλλειψη της συμφωνημένης ιδιότητας, δεν το γνωστοποίησε στον αγνοούντα αυτό αγοραστή, παρά την υποχρέωσή του προς τούτο από τη συναλλακτική καλή πίστη.
Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του το λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος, που αφορούσε την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο μέρους της κύριας αγωγικής βάσης της ένδικης αγωγής του, που είχε σχέση με τη δόλια απόκρυψη σε μέρους της αναιρεσίβλητης πωλήτριας του γεγονότος ότι ήδη από την κατάρτιση της ένδικης πώλησης το ιατρικό μηχάνημα δεν διέθετε από κατασκευής του τη συνομολογηθείσα ιδιότητα της ύπαρξης συστήματος πλήρους επανεισπνοής κατά τη διαδικασία χορήγησης αναισθησίας, για αποτέλεσμα λόγω του ότι το μηχάνημα ήταν άχρηστο να ζημιωθεί ο αναιρεσείων-ενάγων και κατά το ποσό εκείνο που θα δαπανούσε να αγοράσει άλλο μηχάνημα.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, γιατί το Εφετείο το λόγο αυτό της έφεσης τον απέρριψε με ειδική αιτιολογία, κρίνοντας ότι στην επιδικαστέα αποζημίωση δεν περιλαμβάνεται το πιο πάνω αγωγικό κονδύλιο αποζημίωσης που κρίθηκε μη νόμιμο. Με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου κατά το πρώτο μέρος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.
γ' του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα δύο έγγραφα κείμενα "Γενικών Προδιαγραφών" (προσπέκτους) του επίμαχου μηχανήματος από τα οποία αμέσως προκύπτει ότι αυτό δεν διέθετε δυνατότητα πλήρους επανεισπνοής ως συνομολογηθείσα ιδιότητα, γεγονός που οδηγούσε σε γνώση των οργάνων της αναιρεσίβλητης ως προς την έλλειψη της πιο πάνω ιδιότητας, τα αποδεικτικά δε αυτά στοιχεία είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις του στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ο αναιρεσείων.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων πραγματικά περιστατικά: "Μεταξύ των διαδίκων στις 10-9-1998 στη Λαμία, καταρτίσθηκε σύμβαση πωλήσεως, σύμφωνα με την οποία η εναγομένη, η οποία διατηρεί στην Αθήνα κατάστημα εμπορίας ηλεκτρονικών έργων και προϊόντων, ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει και παραδώσει στον ενάγοντα, ιατρό, ο οποίος διατηρεί κλινική στη Λαμία, ένα μηχάνημα αναισθησίας, τύπου SERVO VENTILATOR 900 C, κατασκευής της εταιρείας SIEMENS, που θα αποτελείτο 1) από έναν αναπνευστήρα SY 900 C2 2) μεικτή 02/αέρα, Ο2/Ν20 3) Output junction box 4) τροχήλατη βάση 5) ράφι τοποθέτησης μόνιτορ 6) εξαερωτή αλοθανίου 7) διάταξη χειροκίνητου αεριστού 8) κύκλωμα επανεισπνοής 9) βαλβίδα μπάυ-πας και 10) κύκλωμα ασθενούς, κατάλληλο για δύο λειτουργίες, ήτοι για χορήγηση γενικής αναισθησίας με ημίκλειστο και ανοικτό σύστημα για το χειρουργείο και για υποβοήθηση ελαττωματικών αναπνοών για την μονάδα εντατικής θεραπείας, αντί συμφωνηθέντος τιμήματος, συμπεριλαμβανομένου και του ΦΠΑ, 10.148.000 δρχ.
Το ως άνω μηχάνημα, δεν ήταν κατασκευής της εναγομένης, αλλά της εδρεύουσας στη Σουηδία εταιρείας SIEMENS - Elema AB Electromedical Systems Division, της οποίας η εναγομένη είχε την αντιπροσωπεία στην Ελλάδα. Εν συνεχεία, ο ενάγων, έναντι του ως άνω τιμήματος, κατέβαλε στην εναγομένη στις 15-9-1998 ως προκαταβολή το ποσό των 3.148.000 δρχ.
και συμφώνησε την καταβολή του υπολοίπου των 7.000.000 δρχ., σε 5 ισόποσες δόσεις, ποσού 1.400.000 δρχ. εκάστη, αυτή δε, (η εναγομένη), σε εκτέλεση της ανωτέρω συμβάσεως πωλήσεως παρέδωσε στον ενάγοντα, αρχές Ιανουαρίου του 1999, το ως άνω μηχάνημα, που της απεστάλη από την προαναφερθείσα εδρεύουσα στη Σουηδία, κατασκευάστρια εταιρεία.
Ακολούθως, μετά την παραλαβή του μηχανήματος, ο ενάγων κατέβαλε στις 25-1-1999 το ποσό του 1.400.000 δρχ. και την 3-5-1999 το ποσό του 1.400.000 δρχ. και απέμεινε ανεξόφλητο υπόλοιπο τιμήματος, ποσού 4.200.000 δρχ. Αποδεικνύεται περαιτέρω, ότι την 25-2-1999, το ως άνω ιατρικό μηχάνημα παρουσίασε δυσλειτουργία και συγκεκριμένα παρουσίασε ηλεκτρονικό πρόβλημα στο υπ' αρθμ.
SAC 985 εξάρτημα του, με την προσθήκη του οποίου, λειτουργούσε το κύκλωμα επανεισπνοής του μηχανήματος. Η εναγομένη, μετά τη διαμαρτυρία του ενάγοντα, δια του υπευθύνου πωλήσεων της, Π1 παρέλαβε προς έλεγχο, αυθημερόν το ως άνω εξάρτημα, το οποίο επεστράφη επισκευασμένο τον Απρίλιο του 1999, ο ειδικός δε, τεχνικός της εναγομένης, Μ1 το τοποθέτησε και έθεσε αυτό (το μηχάνημα) σε λειτουργία.
Την 13-5-1999, ενόψει προγραμματισμένης εγχειρήσεως, ο ενάγων έθεσε δοκιμαστικά σε λειτουργία το ανωτέρω μηχάνημα και κατά τους ισχυρισμούς του, διαπίστωσε ότι από αυτό εξέλιπε μία εκ των κυρίων λειτουργιών του, ήτοι η λειτουργία της επανεισπνοής, ειδοποίησε δε προς τούτο άμεσα την εναγομένη, αρχικά προφορικά και μεταγενέστερα εγγράφως με την από 7-7-1999 επιστολή του, μετά δε, από μία αποτυχημένη προσπάθεια εξεύρεσης συμβιβαστικής λύσης με την εναγομένη, την 23-3-2000 κατέθεσε την υπό κρίση αγωγή του, την οποία επέδωσε σ' αυτήν, (εναγομένη), την 29-3-2000.
Η τελευταία, προς απόκρουση της αγωγής, ισχυρίζεται ότι η περί αποζημίωσης αξίωση του ενάγοντα έχει υποπέσει στην εξάμηνη παραγραφή του άρθρου 554 ΑΚ, δεδομένου ότι από τον χρόνο εγχειρίσεως του μηχανήματος στον τελευταίο, τον Ιανουάριο του 1999, έως τον χρόνο επιδόσεως της κρινομένης αγωγής (29-3-2000), έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των έξι μηνών.
Ο ενάγων, προς απόκρουση της προαναφερομένης ενστάσεως παραγραφής, προτείνει την αντένσταση του άρθρου 556 ΑΚ περί χορηγήσεως προθεσμίας εγγύησης ενός έτους, η οποία όμως πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, δεδομένου, ότι από τον χρόνο που εκδηλώθηκε η έλλειψη της συνομολογηθείσας ιδιότητας του μηχανήματος, ήτοι όπως ομολογεί και ο ίδιος ο ενάγων από τις 13-5-1999, άρχισε να τρέχει η εξάμηνη παραγραφή του άρθρου 554 ΑΚ και συνεπώς μέχρι την 29-3-2000, ημερομηνία που επιδόθηκε η κρινομένη αγωγή του αποζημιώσεως στην εναγομένη, είχε παρέλθει η προβλεπόμενη εξάμηνη παραγραφή.
Προσέτι, ο ενάγων προς απόκρουση της προαναφερομένης ενστάσεως παραγραφής, προτείνει και την αντένσταση του άρθρου 557 ΑΚ, ισχυριζόμενος ότι, η εναγομένη δολίως απέκρυψε από αυτόν κατά τον χρόνο συνάψεως της σχετικής πωλήσεως και μέχρι την παράδοση του πωληθέντος μηχανήματος την έλλειψη της συνομολογηθείσας ιδιότητας.
Η ως άνω αντένσταση, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και τούτο διότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι η εναγομένη γνώριζε κατά τον χρόνο σύναψης της πωλήσεως και μέχρι την παράδοση του πράγματος, ότι το προαναφερόμενο ιατρικό μηχάνημα στερείτο της συνομολογηθείσας ιδιότητας, ήτοι της λειτουργίας επανεισπνοής και το αποσιώπησε από τον ενάγοντα, ακόμη δε περισσότερο ότι προέβη σε οποιεσδήποτε ενέργειες που αποσκοπούσαν στη συγκάλυψη αυτής έλλειψης.
Συγκεκριμένα, οι ισχυρισμοί του ενάγοντα περί γνώσεως και αποκρύψεως της συνομολογηθείσας ιδιότητας από την εναγομένη, (που επιβεβαιώνονται μόνο από την κατάθεση της μάρτυρος, συζύγου του, ...) και ειδικότερα ότι η εναγομένη προέβη στις εξής ενέργειες: α) προ της καταρτίσεως της πωλήσεως προσπάθησε να, του πουλήσει άλλο από το ζητούμενο από αυτόν μηχάνημα, το επονομαζόμενο "ΚΙΟΝ", το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς της εναγομένης, ήταν ανώτερης τεχνολογίας και άμεσα διαθέσιμο, β) κατά την υπογραφή του σχετικού δελτίου παραγγελίας του μηχανήματος η εναγομένη δεν συμπλήρωσε τον τόπο υπογραφής της σύμβασης, γ) κατά την παράδοση του μηχανήματος, (Ιανουάριο 1999), η οποία έγινε με καθυστέρηση 2 μηνών, το μηχάνημα δεν συνοδευόταν από σχετικό δελτίο αποστολής, αλλά από ένα δελτίο με παραλήπτη το Ωνάσειο Νοσοκομείο, το δε δελτίο αποστολής του επίδικου μηχανήματος εξεδόθη ένα μήνα προ της πραγματικής σ' αυτόν παράδοσης, ήτοι το Δεκέμβριο του 1998 και το σχετικό τιμολόγιο καθυστερημένα και υπερτιμολογημένο 4 μήνες από αυτήν, (την παράδοση), ήτοι τον Μάΐο 1999, δ) μετά την "αποκάλυψη" της έλλειψης της ιδιότητας, η εναγομένη του δήλωσε ότι το πωληθέν δεν μπορεί να αντικατασταθεί με άλλο διότι αυτό ήταν το τελευταίο του είδους του, (η κατασκευάστρια εταιρία έπαψε να το παράγει) και προσπάθησε πάλι να της προμηθεύσει το μηχάνημα "ΚΙΟΝ", ουδόλως αποδεικνύουν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου γνώση αυτής, (της εναγομένης), περί της ελλείψεως της συνομολογηθείσας ιδιότητας του μηχανήματος και την πρόθεση της μ' αυτές να προβεί στην απόκρυψη της ελλείψεως από τον ενάγοντα, αφού ως αποδεικνύεται, α) πράγματι το προτεινόμενο από την εναγομένη μηχάνημα (ΚΙΟΝ), ήταν πιο σύγχρονης τεχνολογίας από το επίδικο και υπήρχε άμεσα στην διάθεση της εναγομένης προς πώληση, αντίθετα με το πωλούμενο που δεν υπήρχε στις αποθήκες της εναγομένης και έπρεπε να αποσταλεί σ' αυτήν από την κατασκευάστρια εταιρεία στη Σουηδία, η παράλειψη συμπλήρωσης του τόπου υπογραφής της συμβάσεως στο σχετικό δελτίο παραγγελίας, οφείλεται προφανώς σε παραδρομή, δεδομένου ότι ούτε η σχετική ημερομηνία υπογραφής της συμβάσεως είναι συμπληρωμένη, το δε έτος δεν έχει καν διορθωθεί από τα έντυπο αυτού "198" στο έτος υπογραφής "1998" γ) το γεγονός της προγενέστερης, της ημερομηνίας παραδόσεως του επιδίκου μηχανήματος, εκδόσεως του δελτίου αποστολής και της μεταγενέστερης εκδόσεως του σχετικού τιμολογίου, είναι κάτι που δεν εκφεύγει της συνηθισμένης στην αγορά πρακτικής εκδόσεων των σχετικών παραστατικών, ενώ η υπερτιμολόγηση του σχετικού τιμολογίου, οφειλόταν σε μη ενημέρωση του λογιστηρίου της εναγομένης, περί της σχετικής εκπτώσεως που είχε χορηγηθεί στον ενάγοντα από τον πωλητή αυτής, Π1 διορθώθηκε δε άμεσα, μόλις έγινε αντιληπτό με την έκδοση από την εναγομένη σχετικού πιστωτικού τιμολογίου.
Στην ανωτέρω κρίση, συνηγορεί και το γεγονός ότι, αφενός η εναγομένη, ως προανεφέρθη, δεν ήταν η κατασκευάστρια εταιρία του μηχανήματος, δεν το είχε εμπορευθεί άλλη φορά, (ο μάρτυράς της, Μ1 καταθέτει ότι το επίδικο μηχάνημα, είναι παλαιάς τεχνολογίας, κατασκευής του 1960-1970 και μόνο μία ακόμη ίσως φορά, πουλήθηκε παρόμοιο στην Ελλάδα) και αφετέρου χορήγησε στον ενάγοντα προθεσμία εγγύησης καλής λειτουργίας ενός έτους, ενώ στην αντίθετη περίπτωση θα προσπαθούσε να αποφύγει την επιπρόσθετη αυτή ανάληψη ευθύνης.
Επίσης η, μετά τη διαπίστωση αδυναμίας αντικατάστασης του πωλούμενου μηχανήματος, συμπεριφορά της εναγομένης ήταν κατά την κρίση του Δικαστηρίου η προσήκουσα, ήτοι πρότεινε στον ενάγοντα είτε να του προμηθεύσει με το ίδιο τίμημα, το ακριβότερο και νεότερης τεχνολογίας, ιατρικό μηχάνημα "ΚΙΟΝ", είτε να της επιστρέψει το πωληθέν και αντίστοιχα αυτή να του επιστρέψει το μέχρι τότε υπ' αυτού καταβληθέν ποσό.
Τέλος, η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το γεγονός ότι, με την υπ' αρθμ. 46733/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ο οικονομικός διευθυντής της εναγομένης .... και ο υπεύθυνος πωλήσεων αυτής Π1 κηρύχθηκαν αθώοι της πράξεως της απάτης, εις βάρος του ενάγοντα, με την αιτιολογία ότι ο πρώτος εξ αυτών δεν είχε καμία συμμετοχή στην επίδικη πώληση, ενώ ο δεύτερος, δεν γνώριζε κατά την σύναψη αυτής "τη μη σωστή λειτουργία" του μηχανήματος." Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο απορριπτικό αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, όπως παρατίθεται ανωτέρω, με την οποία απορρίφθηκε ρητά ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι "η αναιρεσίβλητη μέσω των αρμοδίων οργάνων της γνώριζε την έλλειψη της πιο πάνω συνομολογηθείσας ιδιότητας και δολίως την απέκρυψε" δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα πιο πάνω έγγραφα (κείμενα Γενικών Προδιαγραφών-προσπέκτους) για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και στη συνέχεια στην απόρριψη της αγωγής ως παραγεγραμμένης, ο δε σχετικός λόγος αναίρεσης κρίνεται βάσιμος, και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της που απέρριψε την κύρια αγωγική βάση για καταβολή αποζημίωσης όσο κρίθηκε νόμιμη από το Εφετείο.
Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την αριθ. 98/2007 απόφαση του Εφετείου Λαμίας κατά τα εις στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος που δεν κατέθεσε προτάσεις, και που ορίζει σε χίλια τριακόσια (1300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ