Legislator Case Law & Legislation
553/2007 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor dispute, ruling new collective agreement prevails over old terms for death benefits.

Case Number 553/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the First Instance Court's decision in a labor dispute regarding death benefits. The appellants argued that an older collective agreement with more favorable terms should apply to their deceased employee's heirs, while the appellees contended that the newer agreement superseded the old one. The Court ruled that the newer collective agreement legally replaced the older one, rejecting the principle of favoring employees and ordering a retrial.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1 of Law 2112/20; Art. 3 of Collective Agreement 3/1999; Art. 5 of Collective Agreement 10/2000; Art. 7 of Law 1876/90: A newer collective agreement supersedes an older one of the same scope, regardless of whether it contains less favorable terms for employees, as the principle of succession applies rather than the principle of favorability.

Keywords

AI generated
collective agreement succession labor law principle of favorability death benefit calculation supreme court labor dispute collective agreement validity

Cited Legislation

AI generated
Law 1876/90
Law 2112/20
Law 3198/55
Law 435/76

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 553 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 553/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Κοινό Ταμείο Εισπράξεως Λεωφορείων (Κ.Τ.Ε.Λ.) Νομού Λακωνίας - Ανώνυμος Εταιρεία" και τον διακριτικό τίτλο "ΚΤΕΛ Λακωνίας Α.Ε.", που εδρεύει στην Σπάρτη και εκπροσωπείται νόμιμα, καθολικής διαδόχου του Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Κοινό Ταμείο Εισπράξεων Λεωφορείων (Κ.Τ.Ε.Λ.) Νομού Λακωνίας, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Κοκκονό.

Των αναιρεσίβλητων: 1).... , 2)..... , 3)..... , 4)..... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Σαρρή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/1/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 240/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 14/2004 οριστική του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26/10/2004 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας ανέγνωσε την από 7/1/2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Αναστασίου-Φιλητά Περίδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το σύνολο των διατάξεων του ν.1876/90 " Ελεύθερες Συλλογικές Διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις" συνάγεται, ότι οι όροι εργασίας, που ρυθμίζει ΣΣΕ ή ΔΑ, μπορούν να τροποποιηθούν με νεώτερη συλλογική σύμβαση ή διαιτητική απόφαση ήτοι, σε περίπτωση διαδοχής ΣΣΕ, που υπάρχει, όταν νεώτερη χρονικά ΣΣΕ αντικαθιστά προγενέστερη του αυτού είδους και πεδίου ισχύος.

Κατά τη διαδοχή δε ΣΣΕ, η νεώτερη μπορεί να τροποποιεί τους όρους εργασίας της παλαιότερης τόσο υπέρ όσο και εις βάρος των εργαζομένων, διότι κατά τη διαδοχή ΣΣΕ δεν ισχύει η αρχή της εύνοιας υπέρ των μισθωτών, αλλά η αρχή της τάξεως, δηλαδή της διαδοχής των ρυθμίσεων. Κατά συνέπεια, νεώτερη ΣΣΕ καταργεί την προηγουμένη του αυτού είδους και πεδίου ισχύος, έστω και αν περιέχει δυσμενέστερες για τους μισθωτούς διατάξεις και δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ανωτέρω νόμου, κατά την οποία οι όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας, που αποκλίνουν από τους κανονιστικούς όρους των συλλογικών συμβάσεων, είναι επικρατέστεροι εφ' όσον παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στους εργαζομένους.

Εκτός αν με την ατομική σύμβαση εργασίας έχει γίνει παραπομπή στους κανονιστικούς όρους της ΣΣΕ, οπότε οι όροι αυτοί καθίστανται περιεχόμενο της ατομικής συμβάσεως και εφ' όσον είναι ευνοϊκότεροι για το μισθωτό δεν μπορούν να μεταβληθούν με μεταγενέστερη ΣΣΕ, που περιέχει δυσμενέστερους γι' αυτόν όρους.

Στην περίπτωση αυτή ο μισθωτός πρέπει να επικαλείται στη σχετική αγωγή του ότι οι όροι της προηγούμενης ΣΣΕ κατέστησαν με κοινή συμφωνία όροι της ατομικής συμβάσεως και σ' αυτή να στηρίξει την αγωγή του και όχι στην καταργηθείσα ή τροποποιηθείσα προγενέστερη. Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 αριθ. 5 του ν. 1876/90, η ΣΣΕ μπορεί να ρυθμίζει και ζητήματα που αφορούν την ερμηνεία των κανονιστικών όρων ΣΣΕ.

Τότε, η ερμηνευτική ΣΣΕ μπορεί να έχει και αναδρομική ισχύ και να ανατρέχει στο χρόνο ισχύος της ερμηνευομένης, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι η τελευταία περιέχει πράγματι ασαφείς κανονιστικούς όρους. Αν οι συμβαλλόμενες οργανώσεις υπό την επίκληση ερμηνείας θεσπίζουν νέες διατάξεις, τότε η ερμηνευομένη ΣΣΕ, δεν έχει μεν αναδρομική ισχύ αλλά ισχύει ως νέα ΣΣΕ.

Περαιτέρω, με το άρθρο 3 της υπ' αριθμ. 3/1999 ΔΑ, "για τη ρύθμιση των όρων αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων που απασχολούνται στα Αστικά και Υπεραστικά Λεωφορεία όλης της χώρας", ορίζεται ότι "στους εργαζομένους που υπάγονται στη σύμβαση αυτή καταβάλλεται η αποζημίωση απόλυσης του ν. 2112/20 και του βδ της 18-7-20, όπως εξειδικεύθηκε για τους εργαζομένους στα Αστικά και Υπεραστικά ΚΤΕΛ με το άρθρο 30 του ν. 2556/97 και με τους όρους και τις προϋποθέσεις που τίθενται σ' αυτόν, εφ' όσον η σύμβαση εργασίας λύεται λόγω θανάτου ή μερικής ανικανότητας προς εργασία....Η αποζημίωση αυτή καταβάλλεται ανεξάρτητα από οποιεσδήποτε άλλες αξιώσεις αποζημίωσης των εργαζομένων από άλλες διατάξεις λόγω της αιτίας που προκάλεσε τη λύση της εργασιακής σχέσης.

Σε περίπτωση θανάτου δικαιούχοι της ανωτέρω αποζημιώσεως είναι οι κληρονόμοι κατά το ποσοστό των κληρονομικών τους δικαιωμάτων, όπως αυτά αποδεικνύονται από σχετικό κληρονομητήριο".Με την επακολουθήσασα υπ' αριθμ. 10/2000 ΔΑ ορίστηκαν με το άρθρο 3 τα εξής: "διευκρινίζεται ότι, η αποζημίωση απόλυσης του άρθρου 3 της ΔΑ 3/1999, αφότου ίσχυσε καταβάλλεται στους δικαιούχους, που προβλέπονται στο άρθρο αυτό στο νόμιμο ποσό και ποσοστό σύμφωνα με την ισχύουσα εργατική νομοθεσία ( ν.2112/20 και βδ 18-7-20 σε συνδυασμό με το άρθρο 30 του ν. 2556/1997 ).

Συγκεκριμένα η αποζημίωση λύσης της σύμβασης εργασίας λόγω θανάτου ή συνταξιοδότησης προσδιορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 8 εδ δεύτερο, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 παρ.1 του ν 435/1976 και ανέρχεται σε ποσοστό 40% της αποζημίωσης απόλυσης". Η τελευταία αυτή ΔΑ, ανεξάρτητα αν είναι ή όχι ψευδοερμηνευτική, ως προς την προαναφερθείσα διάταξή της, ισχύει ως νέα ΔΑ της οποίας η ρύθμιση καταλαμβάνει όλες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες το προς αποζημίωση δικαίωμα γεννάται κατά τη διάρκεια της ισχύος της.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι, ως κληρονόμοι του .... υπαλλήλου της εναγομένης εταιρείας, ο οποίος απασχολήθηκε με την ειδικότητα του εισπράκτορα λεωφορείων αμειβόμενος με τις αποδοχές που προβλέπονταν από τις εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ και ΔΑ του κλάδου του και απεβίωσε στις 25-8-2001, εδικαιούντο της προβλεπόμενης από την υπ' αριθμ. 3/1999 ΔΑ αποζημιώσεως ανερχόμενης στο 50% της αποζημιώσεως απολύσεως και όχι στο 40% αυτής, όπως ορίστηκε με το άρθρο 3 της νεώτερης υπ' αριθμ. 10/2000 ΔΑ, κρίνοντας ότι η τελευταία, ως ψευδοερμηνευτική δεν είχε αναδρομική ισχύ και δεν κατελάμβανε και την περίπτωση των κληρονόμων του ανωτέρω αποβιώσαντος υπαλλήλου της εναγομένης, διότι αυτός είχε εδραιώσει δικαίωμα αποζημιώσεως απολύσεως σε ποσοστό 50% βάσει της υπ' αριθμ. 3/1999 ΔΑ, της οποίας οι όροι, ως ευνοϊκότεροι εκείνων της ατομικής συμβάσεως εργασίας, επεκράτησαν και κατέστησαν περιεχόμενο αυτής, οπότε δεν μπορούσαν σύμφωνα με την αρχή της εύνοιας των μισθωτών να τροποποιηθούν εις βάρος του με τη νεώτερη υπ' αριθμ. 10/2000 ΔΑ.

Ακολούθως, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά παραδοχή σχετικού λόγου εφέσεως της αναιρεσείουσας, επιδίκασε στους αναιρεσίβλητους το αντίστοιχο με το 50% της αποζημιώσεως απολύσεως του δικαιοπαρόχου τους, ποσό. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 3 της υπ' αριθμ. 3/1999 ΔΑ καθώς και αυτές των άρθρων 1 ν. 2112/20, 8 ν. 3198/55 και 5 παρ. 1 ν. 435/76 στους οποίους αυτή ( η ΔΑ) παραπέμπει, διότι, ενώ με βάση το χρόνο γενέσεως του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων για λήψη της αποζημιώσεως λόγω θανάτου του από αυτούς κληρονομηθέντος ..... ( 25-8-2001), είχε εφαρμογή η υπ' αριθμ. 10/2000 ΔΑ, το Εφετείο εφάρμοσε την προηγούμενη υπ' αριθμ. 3/1999, θεωρώντας εσφαλμένα ότι οι όροι αυτής, ως ευνοϊκότεροι εκείνων της ατομικής συμβάσεως εργασίας του αποβιώσαντος, ενσωματώθηκαν σ' αυτήν αυτοδικαίως ήτοι και χωρίς αντίστοιχη ρητή συμφωνία μεταξύ αυτού και της εναγομένης και συνακόλουθα δε μπορούσαν να τροποποιηθούν εις βάρος του με μεταγενέστερη ΔΑ, βάσει της αρχής της εύνοιας των μισθωτών.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο παραβίασε τους παραπάνω κανόνες, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές ( άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 14/2004 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο με σύνθεση από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ