Supreme Court overturns first instance dismissal, ruling compensation for unauthorized public land use requires proof of actual benefit derived.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court overturned the First Instance Court's dismissal of the appellants' appeal regarding compensation for unauthorized use of public land. The appellants argued they had held and utilized the property since 1932, enriching themselves at the state's expense without paying the required compensation. The court held that the lower court erred by only considering possession without assessing whether the appellants actually derived profit or benefit from the land, which is a statutory requirement for compensation. Consequently, the case was remanded for a new trial where the court must determine if the appellants' possession constituted a form of use yielding benefits.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1 and 2 of the Law on the Administration of Public Property; The court established that compensation for unauthorized use of public property is due only when the user has derived actual benefit or profit from the property, and mere possession without exploitation does not constitute a compensable use.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 553 / 2006 (Ζ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 553/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Στυλιανό Πατεράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Στέφανο Γαβρά, Δημήτριο Λοβέρδο, Ρένα Ασημακοπούλου και Σταύρο Γαβαλά, Αρεοπαγίτες
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) ......... και 2) ............, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Καββαδία, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου και 2) Κτηματικής Υπηρεσίας Ανατολικής Αττικής (Τμήματος Δημοσίων Κτημάτων), τα οποία εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευφροσύνη Μπερνικόλα Πάρεδρο του Ν.Σ.Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-8-1999 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 244/2000 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 18 Ιουνίου 2003 αίτησή τους επί της οποίας εκδόθηκε η 276/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 10/10/2005 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σταύρος Γαβαλάς ανέγνωσε την από 29 Ιανουαρίου 2004 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Βαρδαβάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τις παραγράφους 1 και 2 του από 11/12.11.1929 δ/τος «περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων», το οποίο εκδόθηκε κατ΄ εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν.42666/1929 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν.5895/1933, όπως περαιτέρω τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τα άρθρα 20 α.ν. 1540/1938, 19 α.ν. 1919/1939, 2 α.ν. 1925/1951 και 5 παρ. 4 του α.ν. 263/1968 «εις βάρος των οπωσδήποτε άνευ συμβατικής σχέσεως καρπουμένων ή ποιουμένων χρήσιν δημοσίων κτημάτων ή τοιούτων, των οποίων την νομήν ή την χρήσιν έχει δια συμβάσεως οπωσδήποτε το Δημόσιον ή η Δ.Δ.Κ., βεβαιούται αποζημίωσις δι΄ ο χρονικόν διάστημα εποιήσαντο χρήσιν.
Η αποζημίωσις ορίζεται…κατά την κρίσιν ανδρός αγαθού δια πρωτοκόλλου, όπερ…κοινοποιείται δια δημοσίου οργάνου εις τον κατά τα άνω καρπούμενον ή χρησιμοποιούντα το ακίνητον, όστις θεωρείται αποδεχθείς την καθορισθείσαν αποζημίωσιν αν εντός προθεσμίας ενός μηνός (άρθρο 10 α.ν. 1919/1939) από της κοινοποιήσεως του πρωτοκόλλου δεν ασκήσει ανακοπήν…».
Περαιτέρω ορίζεται με τις ανωτέρω διατάξεις ότι η ανακοπή ασκείται ανάλογα με το ποσό της αποζημίωσης, ενώπιον του Ειρηνοδίκη ή του Προέδρου Πρωτοδικών, οι αποφάσεις των οποίων δεν προσβάλλονται με κανένα ένδικο μέσον, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά (άρθρο 115 παρ. 2 του δ/τος). Ήδη, μετά την εισαγωγή του Κ.Πολ.Δ., αρμοδιότητα για την εκδίκαση της ανακοπής έχει, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 του ΕισΝ.Κ.Πολ.Δ., το Μονομελές Πρωτοδικείο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.
Η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου τέμνει οριστικά τη διαφορά, σε σχέση με την οφειλή της αποζημίωσης και το ύψος της και, παρά την ακολουθούμενη διαδικασία, δεν αφορά τη λήψη ασφαλιστικού ή ρυθμιστικού της κατάστασης μέτρου. Για το λόγο αυτό υπόκειται στα προβλεπόμενα από τον Κ.Πολ.Δ. (άρθρα 511 και 552 Κ.Πολ.Δ.) ένδικα μέσα της έφεσης και της αναίρεσης και δεν ισχύει γι΄ αυτήν η απαγόρευση του άρθρου 699 του Κ.Πολ.Δ., ενώ και η διάταξη του άρθρου 115 του από 11/12.11.1929 δ/τος που απαγόρευε την άσκηση ένδικων μέσων, θεωρείται ότι έχει καταργηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ.1 του ΕισΝ.Κ.Πολ.Δ. (Ολ.ΑΠ 21-22/2002 και 38/2002).
Εξάλλου, με το άρθρο 2 παρ. 1 του α.ν. 263/1968 «περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των διατάξεων περί δημοσίων κτημάτων», ορίζεται ότι «Κατά του αυτογνωμόνωνος επιλαμβανομένου οιουδήποτε δημοσίου κτήματος συντάσσεται παρά του αρμοδίου Οικονομικού Εφόρου Πρωτόκολλον Διοικητικής Αποβολής, κοινοιποιούμενονν προς τον καθ΄ου απευθύνεται».
Πρωτόκολλον Διοικητικής Αποβολής συντάσσεται, κατά την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου «και κατά παντός επιλαμβανομένου οιουδήποτε κτήματος ανήκοντος εις την δημοσίαν περιουσίαν του Κράτους (κοινοχρήστων χώρων, αιγιαλού, παραλίας, οδών κ.λ.π.)». Από την αντιπαραβολή των πιο πάνω διατάξεων, του άρθρου 115 του από 11/12.11.1929 δ/τος αφενός και του άρθρου 2 του α.ν. 263/1968 αφετέρου, προκύπτει ότι ο νομοθέτης κάνει διάκριση μεταξύ της κατάληψης και κατοχής δημόσιου κτήματος, προς το σκοπό απόκτησης δικαιώματος σ΄αυτό, έστω και αν η πρόθεση εξουσίασής του δεν εκδηλώνεται με την κάρπωση και γενικότερα την απόληψη των ωφελειών από αυτό και της απλής, με χωρίς προηγούμενη συμφωνία με το δημόσιο, συλλογής των καρπών του δημόσιου κτήματος και της προς όφελός του χρήσης του από τρίτον.
Πρωτόκολλο αποζημίωσης συντάσσεται μόνο στη δεύτερη περίπτωση, προς απόδοση της ωφέλειας που χωρίς νόμιμη αιτία ο τρίτος αποκόμισε από την κάρπωση και χρήση του δημόσιου κτήματος. Αντίθετα, όταν η κατοχή του κτήματος περιορίζεται σε γυμνή εξουσίασή του, χωρίς να περιλαμβάνει και κάρπωσή του ή χρήση του, με την έννοια όχι απλώς της απαγόρευσης επενέργειας άλλου στο ακίνητο, αλλά και της λήψης των ωφελειών του, οπότε δεν υφίσταται αξίωση προς απόδοση του πλουτισμού, μόνο Πρωτόκολλο Διοικητικής Αποβολής μπορεί να συνταχθεί κατά του αυθαίρετου κατόχου.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία έχει γίνει τελεσίδικη, με αυτήν το Μονομελές Πρωτοδικείο, δικάζοντας την από 5.8.1999 ανακοπή των αναιρεσειόντων κατά του 28/1999 πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημίωσης, για αυθαίρετη από αυτούς χρήση του δημόσιου κτήματος .......
δέχτηκε ανελέγκτως, κατά συνοπτική παράθεσή τους, τα ακόλουθα: Το ανωτέρω δημόσιο κτήμα κατείχε αυθαιρέτως και καλλιεργούσε συνεχώς από το 1932 έως το θάνατό του, το 1988, ο πατέρας των αναιρεσειόντων ..........., ο οποίος και επιδίωξε ανεπιτυχώς την εξαγορά του, με την από 17.10.1978 αίτησή του. Μετά το θάνατό του η κατοχή του κτήματος περιήλθε στους αναιρεσείοντες κληρονόμους του και πιθανολογήθηκε τοπική σχέση τους με το κτήμα αυτό.
Ο πρώτος από αυτούς με την από 18.10.1988 αίτησή του προς την Οικονομική Εφορία ........., επανέφερε το αίτημα μεταβίβασης της κυριότητας σ'αυτούς. Έτσι καθ΄ όλο το επίμαχο διάστημα οι ανακόπτοντες κατέστησαν αδικαιολογήτως πλουσιότεροι σε βάρος της περιουσίας του Δημοσίου, με την αποφυγή της δαπάνης την οποίαν θα κατέβαλαν αν αποκτούσαν με σχετική σύμβαση την κατοχή του κτήματος, ποσό κατά το οποίο αντίστοιχα ζημιώθηκε το Δημόσιο με τη μη λήψη ανταλλάγματος από την προς οιοδήποτε τρίτο παραχώρηση της κατοχής του.
Το ποσό αυτό συνιστά την αιτούμενη με το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο αποζημίωση αυθαίρετης χρήσης. Και ναι μεν δεν πιθανολογήθηκε οποιαδήποτε καλλιέργεια του κτήματος, τούτο όμως δεν ασκεί καμιά επιρροή στην έκβαση της δίκης και δεν αναιρεί τη χρήση αυτού εκ μέρους τους, εφόσον η κατοχή του, που τους παρέχει τη δυνατότητα πλήρους κάρπωσης ανά πλήρους κάρπωσης ανά πάσα στιγμή, αποτελεί μορφή χρήσης του επιδίκου.
Με τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του την ανακοπή. Έτσι κρίνοντας το Μονομελές Πρωτοδικείο, παραβίασε, με εσφαλμένη εφαρμογή, τις ανωτέρω, για την οφειλή αποζημίωσης χρήσης, διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, για την εφαρμογή των οποίων αρκέσθηκε σε λιγότερα από όσα από αυτές απαιτούνται στοιχεία και ειδικότερα αρκέσθηκε σε κατοχή του δημόσιου κτήματος από τους αναιρεσείοντες, χωρίς κάρπωση ή χρήση του, με την έννοια της απόληψης ωφελειών από αυτό.
Επομένως, είναι βάσιμοι οι πρώτος και τρίτος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις από το άρθρο 559 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., για παραβίαση των εν λόγω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων. Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ΄ αποδοχή των βάσιμων αυτών λόγων της κρινόμενης αίτησης, η εξέταση των υπόλοιπων λόγων της οποίας παρέλκει, και να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο δικαστή.
Το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 244/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Μονομελές Πρωτοδικείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που την είχε δικάσει. Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων ενενήντα τριών (293) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαρτίου 2006.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 22 Μαρτίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ