Supreme Court dismisses State's appeal against final appeal judgment regarding property ownership and forest land status.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the State's appeal against the final judgment of the First Instance Court of Piraeus regarding property ownership and forest land status. The State argued that the lower court failed to consider specific documents proving the property's forest character, but the Court found these documents had been reviewed and weighed. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the State was ordered to pay reduced legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564 para. 3 and 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal is inadmissible if the second-instance court has properly considered and weighed all evidence presented by the appellant, even if it reached a different conclusion on the evidentiary weight.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 552 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 552/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη-Εισηγητή, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Όλγα Παπαχρήστου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Κ. του Α. και της Α., κατοίκου ..., 2) Θ. Ξ. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χαριτίνη Σωτηριάδη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-10-2015 αγωγή του ήδη αποβιώσαντος Α. Κ. και του ήδη β' αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4219/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 387/2021 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-11-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 05-11-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 387/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και με την οποία απορρίφθηκε η από 14-10-2019 έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 4219/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Με την τελευταία αυτή απόφαση έγινε δεκτή η από 30-10-2015 αγωγή του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων και του Α. Κ., ο οποίος απεβίωσε μετά την άσκηση της έφεσης και τη δίκη συνέχισε στο Εφετείο η μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος του πρώτη των αναιρεσιβλήτων. Με την ως άνω αγωγή, οι ενάγοντες είχαν ζητήσει να αναγνωρισθεί η (συγ)κυριότητά τους σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας επί ενός αγροτεμαχίου εμβαδού 228 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Κ, τέως Δήμου Π, εκτός σχεδίου, το οποίο οι ενάγοντες απέκτησαν παραγώγως και πρωτοτύπως.
Είχαν, επίσης, ζητήσει με την αγωγή τους να διορθωθεί η ανακριβής πρώτη εγγραφή στο κτηματολογικό βιβλίο του Κτηματολογικού Γραφείου Πειραιά, ώστε το επίδικο ακίνητο, με τον αναφερόμενο ΚΑΕΚ, να εμφανίζεται ως ανήκον στους ίδιους κατά το ανωτέρω ποσοστό (συγ)κυριότητας ο καθένας, αντί της εσφαλμένης πρώτης εγγραφής ότι ανήκει στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι έγιναν δεκτά από το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη περί τις αποδείξεις κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο, που βρίσκεται στη θέση "..." της Δημοτικής Ενότητας Κερατσινίου του Δήμου Κ.-Δ.
με ΚΑΕΚ …./0/0, εκτός σχεδίου πόλης και εκτός ζώνης, μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, εμφαίνεται στο από Σεπτεμβρίου 2014 διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Θ. Γ. με τους αριθμούς 1, 2, 3, 4, 1 και συνορεύει ανατολικά με ανώνυμο δρόμο, δυτικά με ιδιοκτησία με ιδιοκτησία με ΚΑΕΚ….., βόρεια με ιδιοκτησία αγνώστων, εν μέρει με ιδιοκτησία με ΚΑΕΚ … και εν μέρει με ιδιοκτησία με ΚΑΕΚ … και νότια με ιδιοκτησία αγνώστων, εν μέρει με ιδιοκτησία με ΚΑΕΚ … και εν μέρει με ιδιοκτησία με ΚΑΕΚ … Με το υπ' αριθμ.
…/17-11-1965 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιά Σταματίου Ευαγγέλου Βλαχάκου, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πειραιά στον τόμο … και με α.α. …, μεταβιβάστηκε, λόγω πωλήσεως από τον Α. Μ. στους 1) Α. Κ. (καθολική διάδοχος του οποίου είναι η Π. Κ.) και 2) Σ.
συζ. Σ. Ξ., θυγ. του Ο. Α. και της Ε. (μητέρα του δεύτερου ενάγοντα - κληρονόμου εκ διαθήκης) και κατά ποσοστό 50% εξ αδαιρέτου στον καθένα, η νομή και κατοχή του επίδικου αγροτεμαχίου με αριθμό .. του με αριθμ. .. τετραγώνου, εκτάσεως μ.τ. 228, συνορευόμενο "Ανατολικώς με δρόμο επί προσώπου μέτρων 12 (δώδεκα), Δυτικώς με το υπ' αριθμ. ..
του ίδιου τετραγώνου αγροτεμάχιο επί πλευράς μέτρων 12 (δώδεκα), Βορείως με τα υπ' αριθμούς … και … αγροτεμάχια του αυτού τετραγώνου επί συνολικής πλευράς μέτρων 19 (δέκα εννέα) και Νοτίως με τα υπ' αριθμούς … και … αγροτεμάχια του ίδιου τετραγώνου επί συνολικής πλευράς μέτρων 19 (δέκα εννέα)", όπως εμφαίνεται "υπό τα ψηφία Α.Β.Γ.Δ.Α.στο από Αυγούστου 1964 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Π.
Τ., συνημμένου στο υπ' αριθμ. …/1964 συμβόλαιο" του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου Πειραιά. Στον πωλητή και άμεσο δικαιοπάροχο των εναγόντων Α. Μ., περιήλθε κατά κυριότητα, νομή και κατοχή με το υπ' αριθμ. …/24-7-1965 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιά Σταματίου Ευάγγελου Βλαχάκου, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Π στον τόμο … και με α.α.
…, "από το τμήμα της ιδιοκτησίας του Συνεταιρισμού της εκτάσεως των 28.900 τετραγωνικών μέτρων ένα τεμάχιο τούτου εμφαινόμενο από τα ελφαβητικά στοιχεία Α.Β.Γ.Δ.Α. στο από Αυγούστου 1964 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Π. Τ., συνημμένο στο υπ' αριθμ. …/1964 προσύμφωνο συμβόλαιο, έκτασης μέτρων τετραγωνικών 15.005, κείμενη στη θέση "..." της Κτηματικής Περιφέρειας του Δήμου Κ και συνορευόμενη Ανατολικά με ιδιοκτησία του πωλητή Συνεταιρισμού επί πλευράς μέτρων 60, Δυτικά με ρέμα ...
επί πλευράς μέτρων 60, Α με Εθνικής Γεπί πλευράς μέτρων 241,50 και Μεσημβρινώς με ιδιοκτησία του αυτού πωλητού επί πλευράς μέτρων 258,50". Την αγροτική τούτη ως άνω εδαφική έκταση εκ μέτρων τετραγωνικών 15.005 την διαίρεσε (πωλητής Α. Μ.) σε μικρότερα αγροτεμάχια, "εκ των αγροτεμαχίων τούτων το μέρος του αριθμ. .. του υπ' αριθμ. ..
τετραγώνου, εκτάσεως μέτρων τετραγωνικών 228", μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στους ενάγοντες ήδη εφεσίβλητους με το προαναφερόμενο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο. Στον πωλητή - απώτερο δικαιοπάροχο "Οικοδομικό Συνεταιρισμό ... 1940 - 1941 και εντεύθεν Πειραιώς και Περιχώρων" περιήλθε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή με το υπ' αριθμ. 4188/1958 Παραχωρητήριο του Υπουργείου Οικονομικών, νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Π στον τόμο … και με α.α.
…, δημόσια οικοπεδική έκταση "εκ μέτρων τετραγωνικών 95.060,30 κείμενη στη θέση "..." της Κτηματικής Περιφέρειας του Δ. Κ. τέως Δ Π, συνορευόμενη Ανατολικά με ιδιοκτησία Συνεταιρισμού Αστυνομικών Υπαλλήλων, Δυτικώς με ρέμα ..., Α με Εθνικές Γ και Μεσημβρινώς , αρχικώς μεν, προ της γενόμενης ανταλλαγής τμήματος, ως κατωτέρω …/16-9-1964 προσύμφωνο πωλήσεως ακινήτου), με την εγκεκριμένη οδό Γ., μετά δε την ανταλλαγή εν μέρει με την οδό Γ.
και εν μέρει με ιδιοκτησία κληρονόμων Σ. Π., με σταθερό μεσημβρινό όριο κατ' ευθεία γραμμή οριζοντίως το υφιστάμενο Παλαιό Λατομείο εμφαινόμενης της εκτάσεως αυτής στα από 15-10-1957 και 7-9-1957 κτηματολογικά διαγράμματα του παρά τη Διεύθυνση ΕΑ/4 της Υπηρεσίας Οικισμού του Υπουργείου Δημοσίων Έργων Νομομηχανικού Δημ.
Παπαμιχαλόπουλου, θεωρηθέντα την 19-10-1957 και 25-9-1957 υπό του Διευθυντού της Διευθύνσεως αυτής κ. Ι. Ιουλίου και καταχωρηθέντα στο Αρχείο σχεδίων Δημοσίων Κτημάτων της αυτής Διευθύνσεως, υπ' αύξ. Αριθμό αντιστοίχως 1826/Β.6.9. και 1826Α/Β.6.9., σε μεν το πρώτο κατά το τμήμα αυτής υπό λατινικούς αριθμούς Ι,
ΙΙ,
ΙΙΙ, IV, σε δε το δεύτερο κατά το "έτερον τμήμα αυτής (προ της ανταλλαγής) υπό τον λατινικό αριθμό VI". Στο τμήμα ιδιοκτησίας του Συνεταιρισμού που εμφαίνεται στο υπ' αριθμ. …/Β.6.9 διάγραμμα υπό τον αριθμό εκτάσεως μ.τ. 48.200 "όταν κατά το μήνα Φεβρουάριο του έτους 1958 άρχισε ο Συνεταιρισμός να το οροσημαίνει και να το διαχωρίζει σε οικόπεδα - αγροτεμάχια, εμφανίστηκαν οι κληρονόμοι Σ.
Π. αξιούντες δικαιώματα κυρίου, νομέα και κατόχου και ήγειραν αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων ενώπιον του Ειρηνοδικείου κατά του Συνεταιρισμού, μετά δε την έκδοση της υπ' αριθμ. 37/1958 απόφασης του Ειρηνοδικείου άσκησαν έφεση εκδοθείσας της υπ' αριθμ. 1819/1958 αποφάσεως του Πρωτοδικείου Πειραιά - δικάζοντος ως Εφετείου - με την οποία οι κληρονόμοι αναγνωρίστηκαν προσωρινά νομείς και κάτοχοι επί της επιδίκου εκτάσεως που φτάνει προς βορρά, κατ' ευθεία οριζόντια γραμμή μέχρι του υφιστάμενου παλαιού λατομείου.
Μετά την έκδοση της ανωτέρω αποφάσεως του Πρωτοδικείου Πειραιά, το δικαιοπάροχο του Συνεταιρισμού Ελληνικό Δημόσιο, του αντάλλαξε έκταση μ.τ. 19.300 εκ του άνω τμήματος της ιδιοκτησίας του των 48.200 τ.μ., με άλλη δική του, κείμενη στην ίδια περιοχή και θέση, δυνάμει του υπ' αριθμ. …/1961 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιά Γ.
Καστάνη, νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Π στον τόμο … και α.α. … και έτσι απέμεινε στον Συνεταιρισμό από το τμήμα αυτό της ιδιοκτησίας του (μετά την αραίρεση της ανταλλαγείσας έκτασης) μ.τ. 28.900", τμήμα της οποίας, όπως προαναφέρθηκε εκτάσεως μ.τ. 15.005, μεταβιβάστηκε λόγω πωλήσεως στον Α.
Μ., ο οποίος την διαίρεσε σε μικρότερα αγροτεμάχια, ένα εκ των οποίων (αριθμ. …του υπ' αριθμ. .. τετραγώνου) μεταβίβασε, λόγω πωλήσεως, στους ενάγοντες. Η ανταλλαγείσα στο Συνεταιρισμό έκταση των 19.300 τ.μ. με άλλη έκταση, δυνάμει του υπ' αριθμ. …/1962 συμβολαίου, βρίσκεται στην αυτή θέση "..." της περιφέρειας του Δ.
Κ., εμφαίνεται δε στο από 10 Νοεμβρίου 1959 σχεδιάγραμμα του Νομομηχανικού Δ.. Π. υπό τον αριθμό 1…/Β.5.6, κατατεθειμένο στο Αρχείο Σχεδίων Δημοσίων Κτημάτων της Υπηρεσίας Οικισμού του Υπουργείου Δημοσίων Έργων. Περαιτέρω, το Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται ότι έχει την κυριότητα έκτασης 1.396 στρεμμάτων (τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο ακίνητο) στην περιοχή "..." , η οποία έκταση αποτελεί το με Α.Β.Κ. 83 καταγεγραμμένο Δημόσιο Κτήμα, το οποίο (δημόσιο κτήμα εμβαδού 1.396 στρ.) αποτελεί τμήμα ευρύτερης εκτάσεως με εμβαδόν 10.000 στρέμματα γνωστό υπό το όνομα "Ε.
Λ." ή "..." και επί πλέον το επίδικο γεωτεμάχιο εμφανίζεται με ΚΑΕΚ … να εμπίπτει σε ευρύτερη δασική έκταση με κωδικό ΔΔ 5014 και αποτελεί τμήμα του ορεινού όγκου που υπέρκειται του πολεοδομικού ιστού του Κ που περιλήφθηκε στη με αριθμό …/19-9-2002 δήλωση ιδιοκτησίας που υποβλήθηκε για τις δασικές εκτάσεις του Ο.Τ.Α.
Κ. Ωστόσο, α) στο προαναφερόμενο υπ' αριθμ. …/1958 παραχωρητήριο του Υπουργείου Οικονομικών, αναφέρεται η παραχώρηση δημόσιας οικοπεδικής έκτασης για τη στέγαση των αναπήρων και θυμάτων πολέμου 1940 - 1941 και επίσης αναφέρεται η καταχώρηση της παραχωρηθείσας κατά κυριότητα, νομή και κατοχή (τμήμα της οποίας αποτελεί και το επίδικο ακίνητο) στο "Αρχείο Σχεδίων Δημοσίων Κτημάτων", β) στο υπ' αριθμ. 2643/2016 έγγραφο της Περιφερειακής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας Αττικής, του Τμήματος Δημοσίων και Ανταλλάξιμων Κτημάτων, αναφέρεται ότι "το δημόσιο κτήμα με Α.Β.Κ. 83 έκτασης 1.396 στρεμμάτων είναι τμήμα εθνικού λιβαδιού ή "...", εκτάσεως 10.000 στρεμμάτων, αλλά εντός αυτού έχουν δοθεί από το Ελληνικό Δημόσιο Παραχωρητήριο", γ) στην από Ιανουαρίου 2018 Μελέτη φωτοερμηνείας για το επίδικο αγροτεμάχιο, που συνέταξε κατ' εντολή των εναγόντων ο Δασολόγος - Περιβαλλοντολόγος Ε.
Σ., αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι "Σύμφωνα με τους διαθέσιμους για τη μελετώμενη έκταση Ορθοφωτοχάρτες των ετών 1945 και 2007 και τις αεροφωτογραφίες του 1960, καταλήγουμε... στο συμπέρασμα ότι μέσα στο επίδικο τμήμα δεν εμφανίζεται σε καμία χρονολογία δασική βλάστηση ικανή ώστε να χαρακτηρίζεται το τμήμα ως δασικού χαρακτήρα...
Σε όλες τις χρονολογίες θέασης παρατηρούμε ότι η έκταση του κτήματος είναι πάντοτε μη δασικού χαρακτήρα... Το επίδικο τμήμα δεν χαρακτηρίζεται ως "Δασική έκταση...". Τα πλήρως αιτιολογημένα συμπεράσματα της άνω φωτοερμηνείας δεν δύναται να αμφισβητηθούν από το υπ' αριθμ. 8190/286 έγγραφο του Δασάρχη Δασαρχείου Πειραιά, στο οποίο αορίστως και ασαφώς αναφέρεται ότι "η έκταση είναι τμήμα ευρύτερης με όμοια χαρακτηριστικά, έχει δασικό χαρακτήρα και διέπεται από τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας", δ) τα ακίνητα με ΚΑΕΚ …και ΚΑΕΚ…, που είναι όμορα με το επίδικο ακίνητο, έχουν καταχωρηθεί στο κτηματολόγιο με κύριους φυσικά πρόσωπα - ιδιώτες.
Από την εκτίμηση των ανωτέρω πραγματικών γεγονότων, σε συνδυασμό με όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, προκύπτει με βεβαιότητα και ασφαλώς ότι το επίδικο ακίνητο δεν είναι δάσος με την έννοια που δίνει πρώτα ο νόμος ΑΧΝ/1888, ούτε ότι το Ελληνικό Δημόσιο νεμήθηκε την επίδικη εδαφική έκταση με διάνοια κυρίου και καλή πίστη συνεχώς και αδιαλείπτως από της απελευθερώσεως της Αττικής μέχρι της εγέρσεως της αγωγής (4-12-2015), αφού καμία πράξη νομής δεν αποδείχθηκε εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου.
Περαιτέρω, από την εκτίμηση του όλου αποδεικτικού υλικού δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο, ως τμήμα της ευρύτερης έκτασης του δημοσίου κτήματος με Α.Β.Κ. 83 κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα ήταν δασική έκταση, ούτε ότι το έτος 1836 κατά το χρόνο. δηλαδή, ισχύος του Β/Δτος της 17-11/1-12-1836 "περί ιδιωτικών δασών", ήταν δάσος, ώστε να υπάρχει υποχρέωση του ιδιοκτήτη αυτού να δηλώσει τους τίτλους ιδιοκτησίας του, προκειμένου να αναγνωρισθεί ως ιδιοκτήτης ιδιωτικού δάσους, ώστε να μην περιληφθεί στην ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου, όπως ισχυρίζεται το εναγόμενο, ενώ κανένα στοιχείο δεν προσκομίζεται για θεμελίωση του ισχυρισμού του περί του χαρακτήρα του επιδίκου ακινήτου ως δασικής έκτασης.
Ομοίως, από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία, δεν προέκυψε ότι το επίδικο ακίνητο κατά το έτος 1833, υπό την ισχύ δηλαδή του ΒΔ της 13/15-12-1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834" είχε χαρακτήρα βοσκοτόπου ή λιβαδιού. Ομοίως, από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων δεν αποδείχθηκαν οι ισχυρισμοί του εκκαλούντος - εναγομένου ότι, α) το επίδικο ακίνητο περιήλθε στην κυριότητά του ως "αείποτε αδέσποτο", ήτοι ότι ουδέποτε πριν κατά την ισχύ του προϊσχύσαντος άρθρου 16 του από 21-6/10-7-1837 νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων", όπως και του ισχύοντος δικαίου, δυνάμει του άρθρου 972 ΑΚ, υπήρξε επ' αυτού οποιοδήποτε δικαίωμα φυσικού ή νομικού προσώπου, β) ότι το ίδιο είναι κύριο του επιδίκου ακινήτου (ως τμήμα της έκτασης του δημοσίου κτήματος Α.Β.Κ. 83) διότι αυτό (επίδικο) κατά το έτος 1836 ήταν δασική έκταση και περιήλθε σ' αυτό, επειδή δεν προσκομίστηκαν τίτλοι ιδιοκτησίας του μέσα στην προβλεπόμενη από το ΒΔ της 16-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών", ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους, ή διότι ήταν βοσκότοπος ή λιβάδι για την επικαρπία του οποίου δεν παρουσίασε έγγραφο "ταπί", το οποίο είχε εκδοθεί από την τουρκική εξουσία, ή διότι το νεμόταν συνεχώς από την επελευθέρωση του Ελληνικού Κράτους ως "αείποτε αδέσποτο" και επομένως όλοι οι ανωτέρω ισχυρισμοί και η ένσταση ιδίως κυριότητας που πρόβαλε το Ελληνικό Δημόσιο και επαναφέρει με τους σχετικούς λόγους της υπό κρίση έφεσης, είναι κατ' ουσία αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Κατά συνέπεια, η επίδικη εδαφική έκταση, ενταγμένη στο με Α.Β.Κ. .. δημόσιο κτήμα, αποτελούσε τμήμα της παραχωρηθείσας κατά κυριότητα, νομή και κατοχή από το Ελληνικό Δημόσιο δημόσιας οικοπεδικής έκτασης στον ως άνω Συνεταιρισμό και ειδικότερα του τμήματος 1826α/Β.6.9 εκτάσεως αρχική μ.τ. 48.200 και μετά τη αφαίρεση της ανταλλαγείσας έκτασης, εκτάσεως μ.τ. 28.900, από την οποία (τμήμα παραχωρηθείσας έκτασης) περιήλθε (το επίδικο αγροτεμάχιο) από τους αληθείς κυρίους στους ενάγοντες το έτος 1965, κατά κυριότητα, νομή και κατοχή με το προαναφερόμενο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, και ειδικότερα: 1) στον Α.
Κ. κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, καθολική διάδοχος του οποίου, ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος του, είναι η Π. Κ., η οποία συνεχίζει νομίμως τη δίκη και 2) στην Σ. συζ. Σ. Ξ., το γένος Α. και Ε. Ο., κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, η οποία απεβίωσε την 7-12-2003 και περιήλθε το ως άνω ποσοστό συγκυριότητάς της στον υιό της, δεύτερο ενάγοντα, δυνάμει της από 6-10-1… ιδιόγραφης διαθήκης της, που δημοσιεύθηκε νόμιμα την 7-4-2014 με το υπ' αριθμ.
…/2014 Πρακτικό Δημοσίευσης Ιδιόγραφης Διαθήκης του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, την οποία (κληρονομία εκ διαθήκης) αποδέχθηκε νόμιμα με την υπ' αριθμ. …/2015 πράξη αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Παύλου Κίτνη, νομίμως καταχωρηθείσας στο κτηματολογικό φύλλο του επιδίκου με αριθμό καταχώρησης 2229/15-12-2015 και έτσι οι ενάγοντες με αδιάκοπη σειρά τίτλων από το έτος 1958 απέκτησαν τη νομή και κατοχή του επιδίκου ακινήτου από τους αληθείς κυρίους, νομείς και κατόχους με συνέπεια να καταστούν κύριοι, νομείς και κάτοιχοι κατά τα άνω ποσοστά συγκυριότητας με τον προαναφερόμενο παράγωγο τρόπο, η οποία (κυριότητα) είχε αποκτηθεί πολύ πριν την έναρξη ισχύος του κτηματολογίου στην περιοχή του Δ.
Κ. που έλαβε χώρα την 11-6-2007". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε εκφέρει όμοια κρίση, κάνοντας δεκτή την αγωγή των αναιρεσιβλήτων. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του ιδίου Κώδικα, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (Ολ ΑΠ 23/2008).
Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων. Δεν αποκλείεται, βεβαία, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ ΑΠ 8/2016).
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1520/2021, ΑΠ 410/2021, ΑΠ 573/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία το αναιρεσείον επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιόν του προκειμένου να αποδείξει τον ισχυρισμό του περί του δασικού χαρακτήρα του επιδίκου ακινήτου: 1) το με αριθμό πρωτ.
…/19-04-2016 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Πειραιά, του Τμήματος Δασικών Χαρτογραφήσεων, 2) το απόσπασμα προσωρινού δασικού χάρτη του Δ. Κ, 3) τη δήλωση του Δημοσίου του Ν. 2308/1995 για τις δασικές εκτάσεις του Ο.Τ.Α. Κ (αρ. πρωτ. 2758/14-07-2002 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Πειραιά), 4) αντίγραφο της υποβληθείσας δήλωσης στο Εθνικό Κτηματολόγιο και 5) το με αριθμό πρωτ.
…/286/31-01-2018 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Πειραιά. Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα για το γεγονός ότι, αφενός μεν το επίδικο ακίνητο δεν αποτελεί δασική έκταση, αφετέρου δε ότι οι αναιρεσίβλητοι απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου με παράγωγο τρόπο, ύστερα από την εκτίμηση των εκεί αναφερομένων αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα "Από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης Π.
Κ. και Α. Φ. αντίστοιχα, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως, είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τις φωτογραφίες, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται..., οι οποίες θεωρούνται ιδιωτικά έγγραφα...".
Από την κατηγορηματική αυτή διαβεβαίωση, αλλά και από το σύνολο των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτές εκτέθηκαν ανωτέρω, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη και τα ανωτέρω έγγραφα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του, αναφέροντας μάλιστα ρητά στις παραδοχές του δύο από αυτά και συγκεκριμένα την 2758/2002 δήλωση και το 8190/286/2018 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Πειραιά.
Πλην όμως, το δικαστήριο της ουσίας, κατά την ελεύθερη κρίση του, εκτίμησε διαφορετικά και όχι σύμφωνα με τις απόψεις του αναιρεσείοντος την αποδεικτική τους δύναμη και δεν δέχθηκε τη βασιμότητα των ισχυρισμών του.
Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία ωστόσο, θα καταλογιστούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957, σε συνδυασμό με την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 05-11-2021 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 387/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Απριλίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ