Legislator Case Law & Legislation
552/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and substantive error regarding application of tenancy law provisions.

Case Number 552/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding a tenancy dispute. The appellant argued that the lower court incorrectly applied tenancy law provisions instead of partnership rules, but the court found the lower court's application correct based on the specific facts. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the second respondent.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 574 of the Civil Code; The Supreme Court reviews appeals for substantive errors in applying tenancy law provisions, rejecting appeals where the lower court correctly applied specific statutory rules over general partnership provisions based on the case's actual circumstances.

Keywords

AI generated
tenancy law application partnership provisions substantive error review civil code articles legal costs award appeal dismissal statutory interpretation

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 574 of the Civil Code
Articles 787, 794, and 1113 of the Civil Code
Article 479 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180, 189 paragraph 1 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 item 3b letter d of the Code of Civil Procedure
Article 3 of Law 4335/2015

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 7/2006
Supreme Court 4/2005

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 552 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 552/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Μ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Καραλή, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Δ. του Δ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Κούρτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-2015 κύρια παρέμβαση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης.

Εκδόθηκε η 276/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-7-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της 2ης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ., εάν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως την συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή αν την συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για την συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στην συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. 2195Ε'/9-12-2020 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης Α.

Β., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως.

Επομένως, εφόσον αυτός δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε έγγραφη δήλωση μη παραστάσεως, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., που εφαρμόζεται, κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στην διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του.

Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων λόγων της (άρθρα 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 276/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων άσκησε κατά της δευτέρας τούτων, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, την από 20-4-2011 (αριθμ.

κατ. Γ.Α. 2794/ΜΘ/118/2011) αγωγή του, με την οποία, επικαλούμενος την μεταξύ τους σύμβαση μισθώσεως, δυνάμει της οποίας εκμίσθωσε σ' αυτή το περιγραφόμενο ακίνητο, έναντι του αναφερομένου μηνιαίου μισθώματος, ζήτησε να υποχρεωθεί η τελευταία να του καταβάλει α) το ποσό των 13.770 ευρώ για οφειλόμενα μισθώματα, β) το ποσό των 180.000 ευρώ, που του έχει επιβληθεί ως πρόστιμο ανέγερσης και διατήρησης αυθαιρέτου, λόγω των αυθαίρετων και παράνομων εγκαταστάσεων στις οποίες αυτή, ως μισθώτρια, προέβη επί του μισθίου ακινήτου, γ) το ποσό των 12.703,27 ευρώ, ως αποζημίωση για την αποκατάσταση των ζημιών που υπέστη το μίσθιο, μετά την αποξήλωση των παράνομων και αυθαίρετων εγκαταστάσεων, δ) το ποσό των 2.160,63 ευρώ για οφειλόμενη δαπάνη κοινοχρήστων, μισθωτικών ετών 2004 έως 2011 και 5) το ποσό των 500 ευρώ για έξοδα σύνταξης και επίδοσης εξωδίκου.

Επί τη αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 452/2012 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκε η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων να καταβάλει στον πρώτο τούτων το ποσό των 192.101,34 ευρώ. Κατά της αποφάσεως αυτής η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης την από 19-9-2012 έφεση, με την οποία ζητούσε την εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως και την απόρριψη της κατ' αυτής αγωγής.

Ενώπιον του τελευταίου αυτού Δικαστηρίου η αναιρεσείουσα άσκησε την υπό κρίση από 21-12-2015 κύρια παρέμβασή της, με την οποία -ισχυριζόμενη ότι η ίδια είναι συγκυρία του μισθίου ακινήτου κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου (δυνάμει του υπ' αριθμ. 5390/1983 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ηρακλείου Δημητρίου Μουτσάκη, νομίμως μεταγραφέντος) και συνακόλουθα τυγχάνει συνδικαιούχος των ωφελημάτων αυτού, μεταξύ των οποίων και των με την ανωτέρω αγωγή αιτηθέντων μισθωμάτων και αποζημίωσης, καθώς και ότι ο συγκύριος αυτού, πρώτος των καθ' ων η κύρια παρέμβαση, εκμίσθωσε το ακίνητο τούτο στην δεύτερη των καθ' ων, εμφανιζόμενος ως μόνος κύριος αυτού- ζήτησε, αντιποιούμενη, κατά τους ισχυρισμούς της, μέρος του αντικειμένου της κύριας δίκης, που ανοίχθηκε μεταξύ των καθ' ων η κύρια παρέμβαση με την έγερση της άνω αγωγής, να αναγνωρισθεί ότι είναι υποχρεωμένοι οι καθ' ων, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, να της καταβάλλουν το ποσό των 95.050,66 ευρώ, που αντιστοιχεί στο 1/2 του με την κύρια αγωγή αιτηθέντος συνολικού ποσού, νομιμοτόκως μέχρις εξοφλήσεως.

Με το από 2-3-2017 δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του ως άνω πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την 2-3-2017, ο ενάγων της κύριας αγωγής και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος, παραιτήθηκε, τόσο από το δικόγραφο της από 20-4-2011 (αριθμ. κατ. Γ.Α. 2794/ΜΘ/118/2011) αγωγής του, όσο και από το δικαίωμα αυτής, κατ' άρθρο 297 Κ.Πολ.Δ. Το ανωτέρω δικόγραφο της παραιτήσεως επιδόθηκε στην εναγομένη- εκκαλούσα και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, την 27-3-2017, η οποία δεν προέβαλε αντιρρήσεις, με επακόλουθο να θεωρηθεί ότι δεν ασκήθηκε η προαναφερθείσα αγωγή.

Κατόπιν τούτου, το άνω Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού έκρινε ότι η κυρία παρέμβαση έχει ασκηθεί παραδεκτώς ενώπιόν του, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 71 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε κατά το χρόνο ασκήσεώς της (21-12-2015), μετά την άσκηση παραδεκτής εφέσεως και την συνεπεία αυτής αναβίωση της εκκρεμοδικίας, ερεύνησε χωριστά την κύρια παρέμβαση και απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη, ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης της κυρίως παρεμβαίνουσας.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και εάν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ.Α.Π. 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά.

Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 12/1997), ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.

Α.Π. 11/1996) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 2/1989, Α.Π. 559/2020, 99/2019, 282/2012). Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 330 και 331 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο σε μεταγενέστερη δίκη, μεταξύ των ιδίων προσώπων, που παρίστανται με την ίδια ιδιότητα, για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία.

Ως ιστορική αιτία νοείται το σύνολο των περιστατικών που δέχθηκε το δικαστήριο σε προηγούμενη δίκη ότι υπήρξαν ή ότι δεν υπήρξαν, ως ιστορικό συμβάν, και τα οποία είναι, σύμφωνα με το νόμο, αναγκαία για να θεμελιώσουν το διατακτικό της αποφάσεως, δηλαδή την έννομη συνέπεια που γίνεται δεκτή, ως υπάρχουσα ή μη υπάρχουσα.

Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει, όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διατάξεως που εφαρμόστηκε σε προηγούμενη δίκη είναι τα ίδια με εκείνα που συγκροτούν το πραγματικό της εφαρμοστέας και στη νέα δίκη νομικής διατάξεως. Εξάλλου, ως νομική αιτία, που επίσης καλύπτεται από το δεδικασμένο, νοείται ο νομικός κανόνας που διέπει την έννομη σχέση από την οποία απορρέει το προβαλλόμενο (και επιδικασθέν) δικαίωμα, υπάρχει δε ταυτότητα νομικής αιτίας όταν σε μεταγενέστερη δίκη ανακύπτει, ως νομικό γεγονός, παραγωγικό, τροποποιητικό ή καταργητικό της επίδικης έννομης σχέσεως, αυτό που στηρίζει η τελεσίδικη απόφαση, δηλαδή ταυτότητα της διατάξεως που συγκρότησε τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της τελεσίδικης αποφάσεως, προς τη διάταξη που επικαλείται, ρητά ή σιωπηρά, ο ενάγων, προκειμένου να στηρίξει τη νέα του αγωγή (ΑΠ 877/2018, 34/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα επικαλείται πλημμέλεια από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν έλαβε υπόψη τον νομίμως προταθέντα ενώπιόν του, θεμελιωτικό της ένδικης κύριας παρεμβάσεώς της, ισχυρισμό, ότι η κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου συγκυριότητά της επί του μισθίου ακινήτου έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου, με τις υπ' αριθμ. 75/2003 και 42/2008 τελεσίδικες αποφάσεις, του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου και του (Τριμελούς) Εφετείου Κρήτης αντιστοίχως, με τις οποίες ο δεύτερος αναιρεσίβλητος υποχρεώθηκε να της καταβάλει υπεξαιρεθέντα εκ μέρους του μισθώματα του εν λόγω ακινήτου.

Ο ισχυρισμός όμως αυτός αλυσιτελώς προβλήθηκε ενώπιον του Εφετείου, ενόψει του ότι οι επικαλούμενες αποφάσεις, έχουσες ως ιστορική αιτία την εκ μέρους του πρώτου αναιρεσιβλήτου υπεξαίρεση των οφειλομένων στην αναιρεσείουσα μισθωμάτων και ως νομική αιτία τις περί αδικοπραξιών διατάξεις του Α.Κ., δεν παράγουν δεδικασμένο επί της προκειμένης (μεταξύ των αρχικών διαδίκων της δίκης, στην οποία παρενέβη κυρίως η αναιρεσείουσα, αντιποιούμενη μέρος του αντικειμένου αυτής) διαφοράς, που έχει ως ιστορική αιτία την καταρτισθείσα μεταξύ του πρώτου και της δευτέρας των αναιρεσιβλήτων σύμβαση μισθώσεως και ως νομική αιτία τη διάταξη του άρθρου 574 του Α.Κ.

Συνεπώς, η παράλειψη του Εφετείου να λάβει υπόψη τον ως άνω, αλυσιτελώς προβληθέντα, ισχυρισμό, δεν ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενόψει του ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν απέρριψε την κύρια παρέμβαση της αναιρεσείουσας, λόγω ελλείψεως κυριότητας αυτής επί του μισθίου ακινήτου (ώστε να τίθεται ζήτημα μη λήψης υπόψη δεδικασμένου από προγενέστερη απόφαση που αναγνώριζε την κυριότητά της επ' αυτού), αλλά ως απαράδεκτη ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης, λόγω του ότι, μόνη η ιδιότητά της ως συγκυρίας του ακινήτου, χωρίς να είναι και συνεκμισθώτρια αυτού, δεν την νομιμοποιεί να ασκήσει τα από τη σύμβαση μισθώσεως δικαιώματα του εκμισθωτή.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ο λόγος αυτός ιδρύεται, μόνο όταν το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, όχι δε και όταν αυτό απέρριψε την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση ως απαράδεκτη, αόριστη ή μη νόμιμη (Ολ.Α.Π. 9/2011, 1/2009, ΑΠ 216/2018). Εξ άλλου, κατά τον αρ. 11 του ίδιου άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εισήλθε στην ουσιαστική έρευνα της αγωγής κλπ., όχι δε και αν την απέρριψε ως απαράδεκτη, αόριστη ή μη νόμιμη (ΑΠ 925/2017, 149/2016, 53/2015 και 143/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, και το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα επικαλείται πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 19 και 11 του Κ.Πολ.Δ.

αντιστοίχως, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του 1) απέρριψε την κύρια παρέμβαση χωρίς αιτιολογία, άλλως με ανεπαρκή αιτιολογία (559 αρ. 19) και 2) παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν από τους καθ' ων η κύρια παρέμβαση- αναιρεσιβλήτους και δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που η ίδια επικαλέστηκε και προσκόμισε (559 αρ. 11).

Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, ενόψει του ότι το Εφετείο δεν εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως, αλλά απέρριψε την ένδικη κύρια παρέμβαση ως απαράδεκτη, ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης.

Από τη διάταξη του άρθρου 574 του Α.Κ., που ορίζει ότι "με τη σύμβαση της μίσθωσης πράγματος ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση και ο μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα", σαφώς προκύπτει ότι η εκμίσθωση αλλοτρίου πράγματος (κινητού ή ακινήτου) είναι καθ' όλα έγκυρη, διότι η μίσθωση είναι ενοχική σχέση και δεν ασκεί επιρροή στην ισχύ και λειτουργία της συμβάσεως αυτής η κυριότητα ή οποιοδήποτε άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί του μισθίου.

Η σχετικότητα της μισθωτικής σχέσεως έχει ως αποτέλεσμα να ανήκουν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις από αυτή μόνο στα συμβαλλόμενα μέρη, δηλαδή στον εκμισθωτή και τον μισθωτή, οι οποίοι και νομιμοποιούνται, αντιστοίχως, στις σχετικές (μισθωτικές) δίκες. Από αυτά παρέπεται ότι ο εκμισθωτής, καίτοι δεν είναι κύριος του μισθίου, έχει το δικαίωμα, μόνο αυτός, να αξιώσει το μίσθωμα ή να ασκήσει τις συναφείς αγωγές που πηγάζουν από τη μισθωτική σχέση και ότι ο κύριος (πλήρης ή ψιλός) ή ο επικαρπωτής του μισθίου, δεν δικαιούνται, αν δεν είναι και εκμισθωτές, να ασκήσουν οποιαδήποτε αγωγή από τη μίσθωση για καταβολή μισθωμάτων, απόδοση του μισθίου κ.λ.π., ακόμη κι αν έληξε η μίσθωση, αλλά μόνο τις αγωγές από την κυριότητα ή την νομή (ΑΠ 578/2019, 1086/2014) ή να αναζητήσουν την αναλογούσα στο επικαλούμενο ποσοστό της συγκυριότητάς τους μερίδα από τους καρπούς- μισθώματα και λοιπά ωφελήματα του κοινού μισθίου ακινήτου, αξιώνοντας την απόδοσή τους από τον κοινωνό συγκύριο- εκμισθωτή, κατά τις περί κοινωνίας ή περί αδικοπραξιών διατάξεις και όχι δυνάμει της μισθωτικής σχέσεως.

Τα παραπάνω ισχύουν και στην επαγγελματική μίσθωση, κατ' άρθρο 44 του π.δ/τος 34/1995 (Κωδικοποίηση νόμων περί εμπορικών μισθώσεων), με μόνες τις αναφερόμενες στο άρθρο 14 του παραπάνω π.δ/τος (αρθρ. 7 παρ. 2 ν. 813/1978) παρεκκλίσεις, κατά τις οποίες, επί εκμισθώσεως αλλοτρίου ακινήτου, η μίσθωση δεσμεύει τον κύριο ή νομέα του μισθίου, εφόσον, ο μεν μισθωτής είναι καλής πίστεως (δηλαδή αγνοεί τα δικαιώματα τρίτων στο μίσθιο), ο δε κύριος δεν διαμαρτυρήθηκε εγγράφως στο μισθωτή μέσα σε τρεις μήνες αφότου έλαβε γνώση της εκμισθώσεως.

Η κατά τη διάταξη αυτή "δέσμευση" του κυρίου δεν σημαίνει την υπεισέλευσή του στη μίσθωση, αλλά ότι δεν μπορεί αυτός να λάβει, κατά τη διάρκεια της μισθώσεως, μέτρα που εμποδίζουν τη χρήση του μισθίου από το μισθωτή (Α.Π. 1764/2012, Α.Π. 866/2011, ΑΠ 1052/2011). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, όπως ίσχυε προ της τροποποιήσεώς της με την παράγραφο 2 του άρθρου πρώτου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, με έναρξη ισχύος από 1-1-2016 και εφαρμόζεται εν προκειμένω ως εκ του χρόνου ασκήσεως της ένδικης από 21-12-2015 κύριας παρεμβάσεως κατά την οποία "αν τρίτος αντιποιείται ολόκληρο ή ένα μέρος από το αντικείμενο δίκης που εκκρεμεί ανάμεσα σε άλλους, έχει δικαίωμα να παρέμβει κυρίως σε κάθε στάση της πρωτοβάθμιας ή της δευτεροβάθμιας διαδικασίας", σαφώς προκύπτει ότι ο κυρίως παρεμβαίνων, ο οποίος γίνεται αντίδικος αμφοτέρων των αρχικών διαδίκων, ως επιδιώκων την υπέρ αυτού έκβαση της δίκης, δεν μπορεί να επιζητεί με την παρέμβασή του την επιδίκαση σ' αυτόν αντικειμένου διαφόρου εκείνου για το οποίο ερίζουν οι αρχικοί διάδικοι της δίκης, στην οποία παρενέβη, ή πλέον του αντικειμένου αυτού (ΑΠ 7/2017).

Συνεπώς, σε δίκη μισθωτικής διαφοράς, με την οποία ζητείται η επιδίκαση οφειλομένων μισθωμάτων και αποζημιώσεως λόγω κακής χρήσεως του μισθίου, ο κυρίως παρεμβαίνων, που δεν είναι εκμισθωτής, δεν μπορεί να αναζητήσει την αναλογούσα στο επικαλούμενο ποσοστό της συγκυριότητάς του μερίδα από τους καρπούς - μισθώματα και λοιπά ωφελήματα του κοινού μισθίου ακινήτου από τη μίσθωση, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν.

Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα επικαλείται παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 574 του Α.Κ., της οποίας δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, και δεν εφάρμοσε τις περί κοινωνίας διατάξεις (787 επ., 794 και 1113 του Α.Κ.), σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 479 του Κ.Πολ.Δ., που είχαν εν προκειμένω εφαρμογή.

Αφού όμως, σύμφωνα με όσα αναφέρονται παραπάνω, αντικείμενο της κύριας δίκης, μέρος του οποίου αντιποιούμενη η αναιρεσείουσα άσκησε την υπό κρίση κύρια παρέμβαση, ήταν η κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης αξίωση του πρώτου αναιρεσίβλητου, για καταβολή μισθωμάτων και αποζημιώσεως λόγω κακής χρήσεως του μισθίου ακινήτου, ορθά το Εφετείο εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 574 του Α.Κ., και όχι τις περί κοινωνίας και συγκυριότητας διατάξεις του ίδιου κώδικα, για την εφαρμογή των οποίων δεν συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της παρούσας κατά τη συζήτηση δευτέρας των αναιρεσιβλήτων, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 180, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης σε βάρος της αναιρεσείουσας και υπέρ του πρώτου των αναιρεσιβλήτων δεν ορίζεται, ελλείψει σχετικού αιτήματος, λόγω της απουσίας του τελευταίου. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Γ'β' εδ. δ' του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28.7.2020 και με αριθμό καταθέσεως 30/2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 276/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της δευτέρας των αναιρεσίβλητων, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Και Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 1η Απριλίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ