Supreme Court dismisses appeal against Land Court decision regarding compensation unit valuation for expropriation. The court corrects a procedural omission in the lower court's judgment. The appeal is rejected as the lower court properly addressed the legal issues despite the clerical error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Greek State against the Land Court's decision regarding the valuation of compensation units for expropriation. The lower court had omitted several property numbers in its reasoning but correctly identified the error and corrected the judgment without violating the principle of res judicata. Consequently, the Supreme Court rejected the appeal as unfounded and ordered the State to pay the legal costs of the appellants.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 563 of the Code of Civil Procedure; The court may correct a clear drafting error in a judgment if the correction does not alter the substantive ruling or violate the principle of res judicata, and such correction is permitted even if the lower court initially failed to address specific items.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 552 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 552/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Παναγιώτα Παρασκευοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. …51. Εκπροσωπήθηκαν όλοι, πλην των 7ης, 21ου και 25ης των αναιρεσιβλήτων, που δεν παραστάθηκαν, από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ειρήνη Βαρδάκου, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι: α) η 7η των αναιρεσιβλήτων Ε. συζ. Κ. Γ., το γένος Κ. Ρ., απεβίωσε στις 12-1-2018 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της i. Δ. Γ. του Κ., κάτοικος ... και ii. Α. συζ. Ν. Τ., το γένος Κ. Γ., κάτοικος ..., οι οποίες εκπροσωπούνται από αυτήν και β) ο 21ος των αναιρεσιβλήτων Ι. Τ. του Δ., απεβίωσε στις 11-7-2017 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει η εκ διαθήκης κληρονόμος του Γ. Τ. του Ι., κάτοικος ..., εκπροσωπούμενη από αυτήν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-6-2005 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσείοντος (μετά την έκδοση της 47/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Λαμίας και συνεκδικάστηκε με τις αυτοτελείς αιτήσεις προσώπων, μεταξύ των οποίων και των ήδη αναιρεσιβλήτων, καθώς και με τις ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1/2007 μη οριστική και 10/2008 οριστική του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 18-6-2008 αίτησή του.
Εκδόθηκε αρχικά η 1206/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε την συζήτηση της υπόθεσης απαράδεκτη και στη συνέχεια η 1323/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 13/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας και ύστερα από αίτηση των Σ. συζ. Π. Κ., το γένος Ν. Π. κ.λπ. (συν. 36) για διόρθωση αυτής, η 58/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 23-7-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 23.7.2019 με ειδικό αριθμό καταθέσεως 12/2019 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, υπ' αριθμ. 58/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, με την οποία διορθώθηκε - συμπληρώθηκε η υπ' αριθμ. 13/2018 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου.
Κατά την διάταξη του άρθρου 62 εδ. α' του Κ.Πολ.Δικ., όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, η οποία ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται κατά το άρθρο 73 του Κ.Πολ.Δικ. αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για τα φυσικά πρόσωπα με τον θάνατό τους (άρθρο 35 του Α.Κ.).
Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 558 εδ. α' του Κ.Πολ.Δικ., η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στην δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι σε περίπτωση θανάτου του αντιδίκου του αναιρεσείοντος, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απευθύνεται, σύμφωνα με την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 558 του Κ.Πολ.Δικ., κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενη δε κατ' αυτού είναι άκυρη, υπό την προϋπόθεση ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του με οποιονδήποτε τρόπο, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση.
Επομένως, η αναίρεση που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει τον θάνατό του ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και η συζήτησή της χωρεί νομίμως με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, εάν αυτοί εμφανίζονται κατά την συζήτηση με την ιδιότητα αυτήν, στην θέση του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (ολ.Α.Π. 27/1987 και Α.Π. 1493/1998, Α.Π. 1258/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, που έγινε με επίσπευση των αναιρεσιβλήτων (βλ. την υπ' αριθμ. 10070Β/15.9.2020 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Δ.
Κ.), κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (4.12.2020), δεν εμφανίστηκαν οι εκ των αναιρεσιβλήτων, με αύξ. αριθμούς αναιρετηρίου 7, 21 και 25, ήτοι οι Ε. συζ. Κ. Γ., Ι. Τ. του Δ. και Ε. συζ. Ν. Μ., το γένος Σ. Σ., αντίστοιχα, εμφανίστηκε όμως η νομίμως διορισθείσα από τους λοιπούς παρισταμένους αναιρεσίβλητους πληρεξουσία δικηγόρος αυτών Ειρήνη Βαρδάκου, η οποία δήλωσε ότι οι δύο πρώτοι εκ των ανωτέρω απολειπομένων αναιρεσιβλήτων, ήτοι οι:
α) Ε. συζ. Κ. Γ. (7η) και β) Ι. Τ. του Δ. (21ος) απεβίωσαν πριν από την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία, όπως προκύπτει από την επί του δικογράφου αυτής καταχωρημένη έκθεση καταθέσεως δικογράφου με αριθμό 12/2019 του γραμματέα του Εφετείου Λαμίας, ασκήθηκε στις 23.7.2019. Από τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα προκύπτουν ειδικότερα τα εξής: 1] Η με αύξ.
αριθμό αναιρετηρίου 7, Ε. συζ. Κ. Γ. απεβίωσε στα ..., στις 12.1.2018. Μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής είναι οι θυγατέρες της Δ. Γ. του Κ. και Α. συζ. Ν. Τ., το γένος Κ. και Ε. Γ. και 2] Ο με αυξ. αριθμό αναιρετηρίου 21, Ι. Τ. του Δ. απεβίωσε στην Αθήνα, στις 11.7.2017. Μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμος του είναι η θυγατέρα του Γ.
Τ. του Ι.. Οι ανωτέρω κληρονόμοι των ως άνω αποβιωσάντων, με δήλωση της εκπροσωπούσας και τους λοιπούς παρισταμένους αναιρεσιβλήτους ως άνω πληρεξουσίας δικηγόρου τους Ειρήνης Βαρδάκου, που έγινε στο ακροατήριο και καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά γνωστοποίησαν το γεγονός του θανάτου των ανωτέρω αρχικών αναιρεσιβλήτων και ταυτόχρονα δήλωσαν ότι συνεχίζουν τη δίκη ως κληρονόμοι αυτών.
Οι, κατά τις 12.1.2018 και 11.7.2017, θάνατοι των 7ης και 21ου των αναιρεσιβλήτων έλαβαν μεν χώρα πριν από την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, πλην όμως από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι το αναιρεσείον κατά την άσκηση της αναιρέσεως γνώριζε το θάνατο αυτών, οι ως άνω δε κληρονόμοι τους παρίστανται νομίμως στη θέση τους, δηλώνουν, κατά τα προεκτεθέντα, δια της νομίμως παρισταμένης και εκπροσωπούσας αυτούς ως άνω πληρεξουσίας δικηγόρου τους τη συνέχιση της δίκης στο όνομά τους, υπό τις προεκτεθείσες ιδιότητές τους, οι οποίες ουδόλως αμφισβητούνται από το αναιρεσείον, και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της υποθέσεως.
Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι έγκυρη και κατά το μέρος που στρέφεται κατά των ως άνω 7ης και 21ου των αναιρεσιβλήτων, που είχαν αποβιώσει πριν από την άσκησή της και, συνεπώς, παραδεκτώς χωρεί η συζήτησή της με τους προαναφερομένους κληρονόμους τους. Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3 και 104 του Κ.Πολ.Δικ.
ορίζεται, μεταξύ άλλων, και ότι: Στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο (94 παρ. 1). Η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση (96 παρ. 1 εδ. α'). Κατά την διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου και στις περιπτώσεις του άρθρου 98 η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή την έκθεση (96 παρ. 3, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 2 του ν. 3994/2011).
Για την συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας...... (104). Περαιτέρω στο άρθρο 576 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει την συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος στην συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, δηλαδή με πληρεξούσιο δικηγόρο, που να αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής, κατά ένα από τους προαναφερόμενους τρόπους, πληρεξουσιότητας, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Εξάλλου, με την παρ. 3 εδ. β' του ίδιου άρθρου 576, όπως το εδάφιο τούτο προστέθηκε με το άρθρο 62 του νόμου 4139/2013, και ισχύει από τις 23-3-2013, ενώ (σύμφωνα με το άρθρο 98 του αυτού νόμου) καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, ορίζεται "Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς".
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως έχει εκτεθεί ήδη, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως, δεν εμφανίστηκε η αναιρεσίβλητη, με αύξ. αριθμό αναιρετηρίου 25, Ε. συζ. Ν. Μ., το γένος Σ. Σ.. Από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία και συγκεκριμένα από την επισκόπηση των προσκομιζομένων πληρεξουσίων, δεν προκύπτει ότι η ανωτέρω αναιρεσίβλητη είχε επισπεύσει και η ίδια έγκυρα τη συζήτηση, καθ' όσον δεν αποδεικνύεται ότι είχε χορηγήσει στην φερόμενη ως πληρεξούσια δικηγόρο της πληρεξουσιότητα, με έναν από τους προαναφερόμενους συστατικούς τύπους του άρθρου 96 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.
Εξ άλλου, από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία δεν προκύπτει ότι η ίδια πιο πάνω αναιρεσίβλητη έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα από τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, που επισπεύδουν έγκυρα τη συζήτηση ή από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με αποτέλεσμα να είναι δικονομικά απούσα.
Συνεπώς, πρέπει, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, προκειμένης απλής ομοδικίας, να χωριστεί η υπόθεση ως προς τη μη κλητευθείσα ως άνω 25η αναιρεσίβλητη και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως ως προς αυτήν. Από τις διατάξεις των άρθρων 319 του Κ.Πολ.Δικ. και 18 παρ.1 εδ.
β' και 22 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) προκύπτει ότι η απόφαση του Εφετείου, που εκδίδεται επί αιτήσεως διορθώσεως, κατά τις διατάξεις των άρθρων 315 επ. του Κ.Πολ.Δικ., αποφάσεως του ίδιου δικαστηρίου, η οποία είχε εκδοθεί κατά το άρθρο 20 του Κ.Α.Α.Α. επί αιτήσεως για οριστικό προσδιορισμό αποζημιώσεως από αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου, υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως.
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 315 του Κ.Πολ.Δικ., αν από παραδρομή κατά τη σύνταξη της αποφάσεως περιέχονται λάθη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό της διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος ή και αυτεπαγγέλτως, να τη διορθώσει με νέα απόφασή του.
Από τη διάταξη αυτή, η οποία ως εξαιρετική, υπηρετεί, στα πλαίσια της επιταγής για ασφάλεια δικαίου, τον κύριο σκοπό της δίκης, ο οποίος είναι η δικαιοσύνη, προκύπτει ότι αντικείμενο διορθώσεως δεν αποτελούν διαγνωστικά σφάλματα του δικαστηρίου, που αναφέρονται στην ερμηνεία ή στην εφαρμογή ουσιαστικής διατάξεως, καθώς και στην εκτίμηση των αποδείξεων, τα οποία αίρονται μόνο με την οδό των ενδίκων μέσων, αλλά ακούσιες πλημμέλειες, που παρεισφρέουν κατά τη σύνταξη ή την καθαρογραφή της αποφάσεως.
Τα σφάλματα αυτά πρέπει να είναι πρόδηλα, δηλαδή να προκύπτουν από το κείμενο της αποφάσεως και τα στοιχεία που ορίζουν το περιεχόμενό της ή από τα πρακτικά ή από τις προτάσεις ή τα δικόγραφα των διαδίκων, έτσι ώστε να αποκλείεται η διόρθωση με βάση νέα στοιχεία. Περαιτέρω, από την ίδια διάταξη προκύπτει ότι επιτρεπτή διόρθωση της αποφάσεως που μπορεί να αφορά και το διατακτικό της, χωρίς να παραβιάζονται οι αρχές του δεδικασμένου, υφίσταται όταν τα προς διόρθωση σφάλματα της αποφάσεως οφείλονται σε ασυμφωνία αυτών που ήθελε το δικαστήριο και αυτών που είχαν διατυπωθεί, αρκεί, η μεν παραδρομή, στην οποία οφείλονται τα λάθη, να προκύπτει από την όλη διάρθρωση της αποφάσεως και εκείνα που συνέβησαν κατά τη σύνταξή της, η δε διόρθωση να μη σχετίζεται με την ουσία της υποθέσεως, ούτε να αλλοιώνει την έννοια της αποφάσεως και να μεταβάλει ή να ανακαλεί το περιεχόμενό της (Α.Π. 359/2017 Α.Π. 1/2015).
Η διαδικασία της διορθώσεως κινείται, είτε ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, που εξέδωσε την απόφαση (Α.Π. 43/2007, Α.Π. 962/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση από 23.7.2019 με ειδικό αριθμό καταθέσεως 12/2019 αίτηση, με την οποία και για τον αναφερόμενο σ' αυτήν λόγο ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 58/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, με την οποία έγινε δεκτή η υπ' αριθμ.
Β.Α.Β. 45/6.9.2018 αίτηση - πράξη της Προέδρου Εφετών Λαμίας για αυτεπάγγελτη διόρθωση - συμπλήρωση της υπ' αριθμ. 13/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία του ανωτέρω άρθρου 20 του Κ.Α.Α.Α., επί αιτήσεως του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και αυτοτελών αιτήσεων των ήδη αναιρεσιβλήτων, περί της υπάρξεως ή μη ωφέλειας (εκτός άλλων) των αναφερομένων ιδιοκτησιών των τελευταίων, είναι παραδεκτή, ως στρεφομένη κατά αποφάσεως που υπόκειται σε αναίρεση, εφ' όσον δε έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο του λόγου της (άρθρο 577 του Κ.Πολ.Δικ.).
Από την παραδεκτή επισκόπηση των κατωτέρω σημειουμένων διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Στις 14.2.2017 συζητήθηκαν ενώπιον του Εφετείου Λαμίας, συνεκδικαζόμενες με την από 16-10-2013 κλήση του Ελληνικού Δημοσίου, για προσδιορισμό νέας δικασίμου προς συζήτηση της αρχικής από 15.6.2005 αιτήσεώς του περί καθορισμού της οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως, 26 αιτήσεις ιδιοκτητών των ακινήτων, τα οποία απαλλοτριώθηκαν με την υπ' αριθ.
πρωτ. 1051527/4823/0010/26-6-2003 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων (ΦΕΚ 673/Δ72-7-2003), περί καθορισμού επίσης οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως των απαλλοτριωθεισών εδαφικών εκτάσεών τους, προσδιορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως για τα εναπομείναντα εδαφικά τμήματα και άρσεως της υποχρεώσεως αυτοαποζημιώσεως, μεταξύ των οποίων και οι κάτωθι των ήδη αναιρεσιβλήτων: 1] Η από 10-8-2005 και με αριθμό ΒΑΒ 51/2005 και αριθμό βιβλίου εφέσεων 267/2005 αίτηση των Σ.
Κ. και λοιπών, και όπως αυτή παραδεκτώς συμπληρώθηκε και διορθώθηκε με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου των αιτούντων προφορικώς ενώπιον του άνω Δικαστηρίου και με σχετική μνεία στις έγγραφες προτάσεις τους, περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως απαλλοτριωμένων ακινήτων και των επικειμένων αυτών, ιδιοκτησίας τους, καθώς και προσδιορισμού αποζημιώσεως, εξαιτίας μειώσεως της αξίας των μετά την απαλλοτρίωση εναπομενόντων εδαφικών τμημάτων, της ιδίας ως άνω απαλλοτριώσεως και ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας των ιδιοκτησιών τους από την άνω απαλλοτρίωση αναφορικά με τις ιδιοκτησίες 38Β, 38Ε, 58, 63, 78, 95, 97, 97Β, 126, 134, 137, 141, 166, 168, 198, 198&199, 226, 235, 294, 313Α, 337Β, 341, 354, 354Α, 354Β, 375, 383, 383Α, 387, 389Β, 389Δ, 421, 422, 459, 461Α, 478, 479.
Η άνω αίτηση επαναφέρθηκε προς συζήτηση ενώπιον του άνω Δικαστηρίου, μετά την έκδοση των υπ' αριθ. 1206/2011, 1323/2013, 1483/2014 και 328/2015 αποφάσεων του Αρείου Πάγου, με τις οποίες αναιρέθηκε η υπ' αριθ. 10/2008 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, με α) την από 3-11-2014 με αριθ. ΒΑΒ τριμελούς 105/2014 και αριθ. βιβλ. 352/2014 κλήση των Σ. Κ. και λοιπών αιτούντων ενώπιον του άνω Δικαστηρίου, β) την από 24-7-2015 με αριθ.
ΒΑΒ τριμελούς 84/2015 και αριθ. βιβλ. εφέσεων 232/2015 κλήση των Ε. Α. και λοιπών ενώπιον του άνω Δικαστηρίου (αναφορικά μόνο με την ιδιοκτησία υπ' αριθ. 294 στον κτηματολογικό πίνακα). 2] Η από 20-9-2005 και με αριθμό ΒΑΒ 59/2005 και αριθ. βιβλ. εφέσεων 320/2005 αίτηση των Θ. Ν. και λοιπών, μεταξύ των οποίων και η Ε. Δ. του Ι., όσον αφορά την ιδιοκτησία υπ' αριθ.
… στον κτηματολογικό πίνακα, και όπως αυτή παραδεκτώς συμπληρώθηκε και διορθώθηκε με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της άνω αιτούσας προφορικώς ενώπιον του άνω Δικαστηρίου και με σχετική μνεία στις έγγραφες προτάσεις της, περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως απαλλοτριωμένων ακινήτων και των επικειμένων αυτών ιδιοκτησίας της, καθώς και προσδιορισμού αποζημιώσεως εξαιτίας μειώσεως της αξίας των μετά την απαλλοτρίωση εναπομενόντων εδαφικών τμημάτων, της ιδίας ως άνω απαλλοτρίωσης και ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας της ιδιοκτησίας της υπ' αριθ. 60.
Η προαναφερόμενη αίτηση επαναφέρθηκε προς συζήτηση ενώπιον του άνω Δικαστηρίου μετά την έκδοση των υπ' αριθ. 1206/2011 και 1323/2013 αποφάσεων του Αρείου Πάγου, με τις οποίες αναιρέθηκε η υπ' αριθ. 10/2008 απόφαση του Εφετείου Λαμίας με την από 3-11-2014 με αριθ. ΒΑΒ τριμελούς 105/2014 και αριθ. βιβλ. 352/2014 κλήση των Σ. Κ. και λοιπών αιτούντων, μεταξύ των οποίων και η άνω Ε.
Δ.. 3] Η από 6-11-2014 με αριθ. ΒΑΒ τριμελούς 103/2014 και αριθ. βιβλ. 350/2014 αίτηση των Α. Λ., Α. - Μ. και Ε. Μ. και Μ. Κ., και όπως αυτή παραδεκτώς συμπληρώθηκε και διορθώθηκε με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου των άνω αιτούντων προφορικώς ενώπιον του άνω Δικαστηρίου και με σχετική μνεία στις έγγραφες προτάσεις τους, περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως απαλλοτριωμένων ακινήτων και των επικειμένων αυτών ιδιοκτησίας τους, καθώς και προσδιορισμού αποζημιώσεως εξαιτίας μειώσεως της αξίας των μετά την απαλλοτρίωση εναπομενόντων εδαφικών τμημάτων, της ιδίας ως άνω απαλλοτρίωσης και ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας των ιδιοκτησιών τους από την άνω απαλλοτρίωση αναφορικά με τις ιδιοκτησίες 38Ε. 95. 341.
Τα άνω αιτήματα οι άνω αιτούντες είχαν υποβάλει αρχικά με την προμνησθείσα από 10-8-2005 αίτησή τους, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκαν και επανέφεραν με την ανωτέρω από 6-11-2014 αίτησή τους, μετά την έκδοση των υπ' αριθ. 1206/2011 και 1323/2013 αποφάσεων του Αρείου Πάγου, με τις οποίες αναιρέθηκε η υπ' αριθ. 10/2008 απόφαση του Εφετείου Λαμίας. 4] Η από 4-11-2014 με αριθ.
ΒΑΒ τριμελούς 104/2014 και αριθ. βιβλ. 351/2014 αίτηση των Ε. Α., Ν. και Δ. Π. και Γ. και Ε. Κ., και όπως αυτή παραδεκτώς συμπληρώθηκε και διορθώθηκε με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου των άνω αιτούντων προφορικώς ενώπιον του άνω Δικαστηρίου και με σχετική μνεία στις έγγραφες προτάσεις τους, περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως απαλλοτριωμένων ακινήτων και των επικειμένων αυτών ιδιοκτησίας τους, καθώς και προσδιορισμού αποζημιώσεως εξαιτίας μειώσεως της αξίας των μετά την απαλλοτρίωση εναπομενόντων εδαφικών τμημάτων, της ιδίας ως άνω απαλλοτρίωσης και ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας των ιδιοκτησιών τους από την άνω απαλλοτρίωση αναφορικά με τις ιδιοκτησίες 129, 208, 1121, μετά την έκδοση των υπ' αριθ. 1206/2011 και 1323/2013 αποφάσεων του Αρείου Πάγου, με τις οποίες αναιρέθηκε η υπ' αριθ. 10/2008 απόφαση του Εφετείου Λαμίας. 5] Η από 7-4-2005 αίτηση των Δ.
Π. και λοιπών, μεταξύ των οποίων και η Δ. Λ. του Ι. προς το Ελληνικό Δημόσιο, ως φορέα του έργου, η οποία (αίτηση) διαβιβάστηκε στο Εφετείο Λαμίας (αριθ. BAB 112/2006 και αριθμό βιβλίου εφέσεων 410/2006) με τη σχετική έκθεση της Επιτροπής και τα στοιχεία της απαλλοτρίωσης και με την οποία η άνω Δ. Λ. αιτείται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 33 του ν. 2971/2001, να ανατραπεί το τεκμήριο ωφέλειας για την υπ' αριθ.Κ.Π. 98 ιδιοκτησία της.
Η άνω αίτηση επαναφέρθηκε προς συζήτηση με την από 3-11-2014 με αριθ. ΒΑΒ τριμελούς 106/2014 και αριθ. βιβλ. 353/2014 κλήση της άνω Δ. Λ. μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 688/2011 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η υπ' αριθ. 94/2007 απόφαση του Εφετείου Λαμίας. Επ' αυτών εκδόθηκε η 13/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, με την οποία καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως, προσδιορίστηκε ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα τμήματα των ειδικότερα αναφερομένων σ' αυτή ιδιοκτησιών και κρίθηκε ότι δεν συντρέχει το τεκμήριο ωφέλειας για τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της ακίνητα, ούτε υποχρέωση για αυτοαποζημίωση ως προς τα τμήματα των ιδιοκτησιών που απαλλοτριώνονται, λόγος για τον οποίο και διατάχθηκε η διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα της ως άνω απαλλοτριώσεως.
Ειδικότερα και καθ' όσον αφορά στο κεφάλαιο του τεκμηρίου ωφελείας στο 112ο φύλλο, οπισθία σελίδα και στην παράγραφο 6 της ως άνω αποφάσεως (13/2018) διαλαμβάνονται επί λέξει τα ακόλουθα: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με την κατασκευή του έργου δεν επέρχεται υπεραξία στα εναπομένοντα τμήματα των άνω ακινήτων, για τους εξής λόγους:
α) Δεν υπάρχει άμεση προσπέλαση των ακινήτων αυτών προς το νέο έργο, λόγω περιφράξεως της οδού (κλειστός αυτοκινητόδρομος) και επειδή κατά μήκος του έργου και λόγω του αναγλύφου της περιοχής έχουμε είτε ορύγματα είτε επιχώματα κυμαινόμενου ύψους από 2 έως 25 μέτρα και β) λόγω της ιδιότητας του έργου ως αυτοκινητοδρόμου ταχείας κυκλοφορίας, όλα τα ακίνητα σε ακτίνα 200 μέτρων από τον άξονα του έργου επιβαρύνονται από την ηχορύπανση καθώς και τη χημική ρύπανση από τα καυσαέρια των διερχόμενων οχημάτων.
Συνεπώς, δεν ισχύει το τεκμήριο της ωφέλειας οπότε δεν συντρέχουν λόγοι αυταποζημίωσης, ούτε υποχρέωσης αποζημίωσης γειτονικών - παρόδιων ιδιοκτησιών για κανένα ακίνητο από τα με αριθμούς κτηματολογικού πίνακα 19Α, 52, 54, 78Α, 213, 218, 241, 335Α, 438, 439, 508Β, 545, 563, 1108, 1117, 41Η, 50Α, 50Β, 299, 53, 41, 31, 43, 46, 524, 531, 532, 538, 539, 540, 543, 553, 554, 554Α, 554Β, 560, 561, 529, 528, 134Α, 145Α, 477Α, 530, 537, 548, 569, για τα οποία υποβάλλονται αιτήματα για την ανατροπή του τεκμηρίου ωφελείας τους από την κρινόμενη απαλλοτρίωση, με τις κρινόμενες αιτήσεις, όπως αυτές διορθώθηκαν και συμπληρώθηκαν παραδεκτώς με δήλωση των πληρεξουσίων δικηγόρων των αιτούντων προφορικώς ενώπιον του δικαστηρίου τούτου (βλ.
τα ταυτάριθμα της παρούσας πρακτικά) και με σχετική μνεία στις έγγραφες προτάσεις τους)". Με την από 5.9.2018 αίτησή τους, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, οι ήδη αναιρεσίβλητοι ζήτησαν την, κατά τις διατάξεις των άρθρων 315 επ. του Κ.Πολ.Δικ., διόρθωση της ως άνω (13/2018) αποφάσεώς του (Τριμελούς Εφετείου Λαμίας), ώστε στο 112ο φύλλο, οπισθία σελίδα και στην παράγραφο 6 αυτής να προστεθούν οι υπ' αριθμ.
Κ.Π. 38Β, 38Ε, 58, 60, 63, 78, 95, 97, 97Β, 98, 126, 129, 134, 137, 141, 166, 168, 198, 198&199, 208, 226, 235, 294, 313Α, 337Β, 341, 354, 354Α, 354Β, 375, 383,'383Α, 387, 389Β, 389Δ, 421, 422, 459, 461Λ, 478, 479 και 1121 ιδιοκτησίες τους, για τις οποίες είχαν υποβληθεί αιτήματα για την ανατροπή του τεκμηρίου ωφελείας τους από την απαλλοτρίωση και οι οποίες από παραδρομή δεν περιελήφθησαν μεταξύ των εκεί (112ο φύλλο, οπισθία σελίδα, παράγραφος 6) αναφερομένων λοιπών ιδιοκτησιών.
Ακολούθως εκδόθηκε η υπ' αριθμ. Β.Α.Β. 45/6.9.2018 αίτηση - πράξη της Προέδρου Εφετών Λαμίας, με την οποία ορίστηκε αυτεπαγγέλτως δικάσιμος για τη διόρθωση - συμπλήρωση της 13/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, επί της οποίας εκδόθηκε η ήδη προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 58/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας.
Με την απόφασή του αυτή το ως άνω Δικαστήριο (Τριμελές Εφετείο Λαμίας), αφού έκρινε ότι πράγματι από παραδρομή στο σκεπτικό της 13/2018 αποφάσεώς του και δη στο 112ο φύλλο, οπισθία σελίδα, 6 παράγραφο αυτής, δεν συμπεριελήφθησαν οι ως άνω ιδιοκτησίες (για τις οποίες υπεβλήθη, κατά τα προεκτεθέντα, η από 5.9.2018 αίτηση των ιδιοκτητών αυτών ήδη αναιρεσιβλήτων) και για τις οποίες δεν ισχύει το τεκμήριο ωφέλειας, οπότε δεν συντρέχουν γι' αυτές λόγοι αυτοαποζημιώσεως, ούτε υποχρεώσεως αποζημιώσεως γειτονικών - παρόδιων ιδιοκτησιών, διέταξε τη διόρθωση - συμπλήρωση της παραπάνω αποφάσεως, ως προς το σκεπτικό της και δη στο 112ο φύλλο, οπισθία σελίδα, 6 παράγραφο αυτής, μετά την αναγραφή του ακινήτου με Κ.Π. 569, δια της προσθήκης των με Κ.Π. 38Β, 38Ε, 58, 60, 63, 78, 95, 97, 97Β, 98, 126, 129, 134, 137, 141, 166, 168, 198, 198&199, 208, 226, 235, 294, 313Α, 337Β, 341, 354, 354Α, 354Β, 375, 383, 383Α, 387, 389Β, 389Δ, 421, 422, 459, 461Α, 478, 479 και 1121 ιδιοκτησιών.
Από το περιεχόμενο της διορθούμενης αποφάσεως σε συνδυασμό με τα παραπάνω αναφερόμενα διαδικαστικά έγγραφα (αιτήσεις και κλήσεις), με τις οποίες ζητήθηκε, εκτός άλλων, η ανατροπή του τεκμηρίου ωφελείας των ιδιοκτησιών των ήδη αναιρεσιβλήτων, προκύπτει ότι η μη αναγραφή των με Κ.Π. 38Β, 38Ε, 58, 60, 63, 78, 95, 97, 97Β, 98, 126, 129, 134, 137, 141, 166, 168, 198, 198&199, 208, 226, 235, 294, 313Α, 337Β, 341, 354, 354Α, 354Β, 375, 383, 383Α, 387, 389Β, 389Δ, 421, 422, 459, 461Α, 478, 479 και 1121 ιδιοκτησιών των ήδη αναιρεσιβλήτων στο 112ο φύλλο, οπισθία σελίδα, 6 παράγραφο αυτής, μαζί με τις εκεί αναφερόμενες λοιπές ιδιοκτησίες οφείλεται σε προφανή παραδρομή και ευρίσκεται σε αναντιστοιχία προς εκείνα που πράγματι θέλησε το Δικαστήριο.
Τούτο δε για τους κάτωθι λόγους: Στο φύλλο 57ο της 13/2018 αποφάσεως διαλαμβάνονται τα εξής: "Κατά τη διάταξη του άρθρου 20 παρ.5 του Ν. 2882/2001 εκείνος κατά του οποίου απευθύνεται η αίτηση μπορεί με τις προτάσεις που κατατίθενται με ποινή απαραδέκτου πέντε (5) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση να ασκήσει αντίθετη αίτηση (ανταίτηση) σχετική με τα κεφάλαια της αιτήσεως.
Με τις παρακάτω αναφερόμενες ανταιτήσεις, οι ανταιτούντες ζητούν την απόρριψη της αιτήσεως και την παραδοχή αυτών (ανταιτήσεων) για τις αναφερόμενες σε καθεμία οριστικές τιμές μονάδος για το έδαφος, τα επικείμενα και τις αποζημιώσεις εξαιτίας της μειώσεως της αξίας των εναπομενόντων τμημάτων των ιδιοκτησιών τους, καθώς και την μη ύπαρξη τεκμηρίου ωφέλειας για τις ιδιοκτησίες τους εκ της απαλλοτριώσεως".
Στη συνέχεια ακολουθεί η παράθεση όλων των ανταιτήσεων και παρεμβάσεων που ασκήθηκαν από τους διαδίκους στο πλαίσιο της δίκης καθορισμού οριστικής τιμής και λοιπών ζητημάτων που άπτονται της επίδικης αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι παραπάνω αναφερόμενες, ασκηθείσες από τους ήδη αναιρεσείοντες.
Περαιτέρω, στο φύλλο 98ο, οπίσθια σελίδα αυτού, της εν λόγω αποφάσεως διαλαμβάνεται ότι "Όλες οι παραπάνω ανταιτήσεις, κύριες παρεμβάσεις και δηλώσεις συνεχίσεως διακοπείσης δίκης είναι παραδεκτές (άρθρο 19,20,21 Ν. 2882/2001) και νόμιμες, στηριζόμενες στις ίδιες με την κύρια αίτηση διατάξεις και πρέπει να συνεκδικασθούν με την κύρια αίτηση και να εξετασθούν στην ουσία τους".
Στη συνέχεια στο σκεπτικό της άνω αποφάσεως (στο φύλλο 99° οπίσθια σελίδα) μνημονεύονται οι ασκηθείσες ανταιτήσεις-παρεμβάσεις με τους αριθμούς πινακίου κατά τη δικάσιμο ενώπιον του Εφετείου. Μεταξύ των μνημονευομένων στο σκεπτικό της διορθούμενης αποφάσεως ανταιτήσεων-παρεμβάσεων είναι και οι ασκηθείσες από τους ήδη αναιρεσιβλήτους, οι οποίες είχαν λάβει τους αριθμούς πινακίου 38, 39, 47, 50 και 51:
Αναφέρεται δε περαιτέρω στην απόφαση ότι "Ήδη η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με τις παραπάνω αναφερόμενες κλήσεις του αιτούντος Ελληνικού Δημοσίου και των αιτούντων ιδιοκτητών των απαλλοτριουμένων ακινήτων. Ειδικότερα με τις αριθμ. πινακίου 22, 23, 24, 25, 26, 27, 28, 29, 30, 31, 32, 33, 37, 38, 39, 40, 41, 42, 44, 45, 46, 47, 48, 49, 50, 51, 52, 55 και 59 κλήσεις του αιτούντος Ελληνικού Δημοσίου, των αιτούντων- ιδιοκτητών και των αυτοτελώς αιτούντων, φέρονται σε περαιτέρω συζήτηση οι αντίστοιχες αιτήσεις τους, με τις οποίες ζητούν να καθοριστεί η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για τα απαλλοτριούμενα ακίνητα, τα επικείμενα αυτών και η ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα τμήματα των ιδιοκτησιών τους, καθώς και η ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας των ιδιοκτησιών τους, για όσες ιδιοκτησίες υποβάλλονται τα δυο τελευταία αιτήματα, μετά την έκδοση της αριθμ.1/2007 μη οριστικής απόφασης του δικαστηρίου αυτού με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης".
Εξ άλλου, στο 112ο φύλλο, οπισθία σελίδα, 6 παράγραφο της διορθούμενης αποφάσεως, η οποία (6η παράγραφος) έπεται αμέσως προηγούμενης αριθμητικής αναφοράς και κατατάξεως όλων των απαλλοτριούμενων ακινήτων σε ζώνες, διαλαμβάνονται, πέραν των προεκτεθέντων, και τα εξής: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με την κατασκευή του έργου δεν επέρχεται υπεραξία στα εναπομένοντα τμήματα των άνω ακινήτων, για τους εξής λόγους:
α) Δεν υπάρχει άμεση προσπέλαση των ακινήτων αυτών προς το νέο έργο, λόγω περιφράξεως της οδού (κλειστός αυτοκινητόδρομος) και επειδή κατά μήκος του έργου και λόγω του αναγλύφου της περιοχής υπάρχουν είτε ορύγματα είτε επιχώματα κυμαινόμενου ύψους από 2 έως 25 μέτρα και β) λόγω της ιδιότητας του έργου ως αυτοκινητοδρόμου ταχείας κυκλοφορίας, όλα τα ακίνητα σε ακτίνα 200 μέτρων από τον άξονα του έργου επιβαρύνονται από την ηχορύπανση, καθώς και τη χημική ρύπανση από τα καυσαέρια των διερχόμενων οχημάτων".
Από την προαναφερόμενη αναφορά "στα εναπομένοντα τμήματα των άνω ακινήτων", συνδυαζόμενη και με τις ως άνω αιτιολογίες της διορθούμενης αποφάσεως σχετικώς με την ανατροπή του τεκμηρίου ωφελείας, κατά τις οποίες (αιτιολογίες) κανένα ακίνητο δεν αποκτά πρόσβαση, διότι πρόκειται για κλειστό αυτοκινητόδρομο, καθώς επίσης και ότι όλα τα ακίνητα επιβαρύνονται με ηχορύπανση και με χημική ρύπανση, προκύπτει ότι το δικάσαν δικαστήριο έκρινε ότι για όλα τα εναπομείναντα τμήματα των απαλλοτριουμένων ακινήτων, για τα οποία βεβαίως είχε υποβληθεί αίτημα ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας, δεν επέρχεται υπεραξία.
Ενώ, δηλαδή, από το περιεχόμενο του σκεπτικού της διορθούμενης αποφάσεως σε συνδυασμό προς το αιτητικό των παραπάνω αναφερομένων αναλυτικά αιτήσεων παροχής δικαστικής προστασίας, προκύπτει ότι το δικάσαν δικαστήριο πράγματι έκρινε ότι όλα τα εναπομένοντα τμήματα των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά (για τα οποία είχε υποβληθεί αίτημα ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας), δεν αποκτούν ωφέλεια, εν τούτοις από προφανή παραδρομή στο σκεπτικό της 13/2018 αποφάσεώς του και δη στο 112ο φύλλο, οπισθία σελίδα, 6 παράγραφο αυτής διέλαβε μόνον τις με Κ.Π 19Α, 52, 54, 78Α, 213, 218, 241, 335Α, 438, 439, 508Β, 545, 563, 1108, 1117, 41Η, 50Α, 50Β, 299, 53, 41, 31, 43, 46, 524, 531, 532, 538, 539, 540, 543, 553, 554, 554Α, 554Β, 560, 561, 529, 528, 134Α, 145Α, 477Α, 530, 537, 548, 569, χωρίς να συμπεριλάβει και τις με Κ.Π. 38Β, 38Ε, 58, 60, 63, 78, 95, 97, 97Β, 98, 126, 129, 134, 137, 141, 166, 168, 198, 198&199, 208, 226, 235, 294, 313Α, 337Β, 341, 354, 354Α, 354Β, 375, 383, 383Α, 387, 389Β, 389Δ, 421, 422, 459, 461Α, 478, 479 και 1121 ιδιοκτησίες.
Επομένως, συνέτρεχε νόμιμη περίπτωση διορθώσεως της 13/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, εφ' όσον, κατά τα προεκτεθέντα, το σφάλμα της αποφάσεως οφείλεται σε ασυμφωνία αυτών που ήθελε το δικαστήριο και εκείνων που διατυπώθηκαν στην απόφασή του, η επερχόμενη δε μεταβολή στο διατακτικό της διορθούμενης αποφάσεως, η οποία επιτρέπεται, σύμφωνα και με όσα έχουν εκτεθεί στη οικεία νομική σκέψη, δεν ανατρέπει, αλλά ορθώς διατυπώνει την αληθινή δικαιοδοτική βούληση και δεν αποτελεί παραβίαση του δεδικασμένου (ολ.
Α.Π. 29/2004, ολ. ΑΠ. 30/2004, Α.Π. 1765/2013, Α.Π. 1305/2007). Το Εφετείο, συνεπώς, ορθώς έκρινε ότι υφίσταται έδαφος εφαρμογής των προαναφερθεισών διατάξεων, εφ' όσον όντως επρόκειτο για προφανή παραδρομή κατά τη διατύπωση της αποφάσεως και, ωσαύτως ορθώς, προέβη στη διόρθωση - συμπλήρωση αυτής, μη υφισταμένης, εν προκειμένω, περιπτώσεως σιγή απορρίψεως των υποβληθέντων σχετικών αιτημάτων των ήδη αναιρεσιβλήτων, όπως αβασίμως ισχυρίζεται το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ο συναφής μοναδικός λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται τα αντίθετα και προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στην δικαστική δαπάνη των παρασταθέντων αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), μειωμένων όμως, κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, ενώ δεν γίνεται λόγος για δικαστικά έξοδα ως προς την εικοστή πέμπτη αναιρεσίβλητη Ε.
συζ. Ν. Μ., το γένος Σ. Σ., η οποία ερημοδίκησε και, συνεπώς, δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 23.7.2019 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 12/2019 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 58/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας ως προς την 25η αναιρεσίβλητη (Ε. συζ. Ν. Μ., το γένος Σ. Σ.).
Απορρίπτει ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους την από 23.7.2019 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 12/2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 58/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας.
Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ