Appeal dismissed; court ruled missing defendant's absence did not invalidate proceedings and appeal arguments were baseless.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by an insurance company against a traffic accident compensation judgment. The court noted that while the third defendant was absent, the proceedings were valid because the discussion was expedited by the present parties, satisfying procedural requirements. The appeal was rejected as unfounded because the lower court's award for mental anguish was not disproportionate or an abuse of discretion compared to similar cases, despite the deceased's 30% fault. Consequently, the appeal was declared inadmissible regarding the absent party and dismissed against the present defendants, with costs awarded to the winners.
Legislator headnote
AI generatedArticles 568(4) and 576(1)-(2) of the Code of Civil Procedure; If a party is absent during the discussion of an appeal, the court examines who expedites the discussion, and if the discussion is expedited by the present party, the court must verify the absent party's legal summons. Furthermore, a civil court's award for mental anguish is not arbitrary if it does not exceed the limits of its discretionary power and aligns with common practice and conscience regarding similar cases.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 552 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 552/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Μ. του Η., 2) Δ. συζ. Ι. Μ., το γένος Ε. Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Παρασκευόπουλο - Κόλλια και 3) Π.ς χας Ε. Π., το γένος Ε., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-2-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας και συνεκδικάστηκε με την από 1-11-2010 ανακοίνωση δίκη - προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" - ήδη αναιρεσείουσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 109/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 198/2014 μη οριστική και 2/2018 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-2-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ελένη Φραγκάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν κατά την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί κάποιος από τους διαδίκους, είτε αυτός είναι ο αναιρεσείων είτε ο αναιρεσίβλητος, εξετάζεται ποίος από αυτούς επισπεύδει την συζήτηση της υποθέσεως. Και αν μεν η συζήτηση επισπεύδεται από τον διάδικο που εμφανίσθηκε και δεν εμφανισθεί ο αντίδικός του, πρέπει να εξετάζεται αυτεπάγγελτα αν αυτός κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αν δε η συζήτηση επισπεύδεται από τον απολειπόμενο αντίδικο του διαδίκου που εμφανίσθηκε, πρέπει να συζητείται η υπόθεση σαν να είναι παρόντες οι διάδικοι. Αν δεν προκύπτει ποίος από τους διαδίκους επισπεύδει την συζήτηση, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση υπόκειται προς κρίση η από 28.2.2018 με αριθμ. καταθ. 10/2018 αίτηση για αναίρεση της 2/2018 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου προκύπτει, ότι κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης παραστάθηκαν η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία και οι πρώτος και δεύτερη αναιρεσίβλητοι, ενώ η τρίτη αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε, αλλά ούτε και κατέθεσε δήλωση ότι δε θα παραστεί κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα.με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 572 παρ. 1 ΚΠολΔ. Από το αντίγραφο δε της αιτήσεως αναιρέσεως που υπάρχει στη δικογραφία, σε συνδυασμό με την από 30.4.2018 συνημμένη βεβαίωση του δικαστικού Επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Ιωαννίνων Χ. Β., προκύπτει ότι με επίσπευση της αναιρεσείουσας ορίσθηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος για την συζήτηση της αιτήσεως, πλην όμως, όπως αποδεικνύεται, και ομολογείται και από την επισπεύδουσα τη συζήτηση ενώπιον του Αρείου Πάγου αναιρεσείουσα, με τις προτάσεις της ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, αντίγραφο της ένδικης αναίρεσης και κλήση με πράξη προσδιορισμού για τη σημερινή δικάσιμο δεν έχει επιδοθεί στην τρίτη αναιρεσίβλητη.
Συνεπώς πρέπει ως προς αυτήν να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως. Η κρινόμενη από 28.2.2018 με αριθμ. καταθ. 10/2018 αίτηση για αναίρεση της 2/2018 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των άρθρων 666, 667 και 670 έως 676 (681Α) ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν τότε, ήτοι πριν την κατάργησή τους με το άρθρο τέταρτο άρθρ. 1 του Ν. 4335/2015, έχει ασκηθεί νόμιμα, εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 300 του ΑΚ η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, συνεπώς και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις του άρθρου 914 επ. του ΑΚ, στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου (άρθρ 4 ν. ΓΠΝ/1911) προκύπτει ότι όταν στη γένεση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος το δικαστήριο της ουσίας, μπορεί κατά την ελεύθερη κρίση του αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να μην επιδικασθεί από το δικαστήριο αποζημίωση στο ζημιωθέντα ή για να μειωθεί το ποσό της, απαιτείται συντρέχον πταίσμα του και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του πταίσματος (υπαίτιας πράξης ή παράλειψης) και του επελθόντος αποτελέσματος. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 583/2014). Εξάλλου έλλειψη νομίμου βάσεως, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 1674/2009).
Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 532/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση Μονομελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την προσβαλλομένη 2/2018 απόφασή του, που εκδόθηκε μετά από την επανάληψη συζήτησης που διατάχτηκε με την με αριθμό 198/2014, συμπροσβαλλομένη κατ' ανάγκην (άρθρο 553 § 2 ΚΠολΔ), μη οριστική απόφασή του, η οποία διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), σχετικά με το ζήτημα των συνθηκών πρόκλησης του επίδικου τροχαίου ατυχήματος στο οποίο τραυματίστηκε θανάσιμα ο Η.
Μ., γιος των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων και εγγονός της τρίτης, ως προς την οποία, κατά τα εκτεθέντα, είναι απαράδεκτη η συζήτηση της αναίρεσης, ο οποίος επέβαινε στο ζημιογόνο αυτοκίνητο το οποίο οδηγούσε ο Σ. Ζ., μη διάδικος στην προκειμένη δίκη και το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 4-6-2009 και περί ώρα 04:00', ο πρώτος εναγόμενος της κύριας αγωγής και παρεμπιπτόντως εναγόμενος της παρεμπίπτουσας αγωγής Σ.
Ζ., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...81 Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο της ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του στη δεύτερη εναγομένη της κύριας αγωγής και παρεμπιπτόντως ενάγουσα της παρεμπίπτουσας αγωγής ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "Αγροτική Ασφαλιστική Α.Ε.", εκινείτο στην επαρχιακή οδό ..., με κατεύθυνση την 1.
Στο αυτοκίνητο επέβαινε επίσης στη θέση του συνοδηγού ο Η. Μ. του Ι. Π. της διασταύρωσης της ανωτέρω επαρχιακής οδού με την οδό που οδηγεί προς τις εγκαταστάσεις του Τ.Ε.Ι., ο Σ. Ζ. έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, το οποίο εκτράπηκε από την πορεία του προς τα δεξιά και αφού πλαγιολίσθησε περί τα 29 μέτρα, βγήκε έξω από το οδόστρωμα και το χωμάτινο έρεισμα, παρέσυρε με το εμπρόσθιο δεξιό μέρος του τη συρμάτινη περίφραξη παρόδιας ιδιοκτησίας και τελικά προσέκρουσε με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του και στη συνέχεια και με την αριστερή πλευρά του σε τσιμεντένιο τοιχίο περίφραξης ιδιοκτησίας της Ε.
Β.. Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι στο σημείο της εκτροπής η ανωτέρω οδός είναι ευθεία σε μεγάλη απόσταση, είναι διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, το οδόστρωμα έχει συνολικό πλάτος 9,10 μ. και το όριο ταχύτητας ορίζεται στα 90 χιλιόμετρα την ώρα. Από την πιο πάνω πρόσκρουση του αυτοκινήτου στο τσιμεντένιο τοιχίο, ο Σ.
Ζ. υπέστη κάκωση του αριστερού αγκώνα, εκδορές αριστερής άκρας χειρός, εκδορές αριστερής παρειάς και εκδορές αριστερής οπισθονωτιαίας χώρας, ενώ ο Η. Μ. υπέστη κάταγμα λεκάνης, υποκεφαλικό κάταγμα αριστερού ισχίου, κάταγμα ιερού, κάταγμα σπονδυλικής στήλης, συνθλιπτικό θλαστικό τραύμα αριστερού ωτός και κάταγμα δεξιάς κλείδας.
Λόγω του σοβαρού τραυματισμού του, ο Η. Μ., αφού απεγκλωβίστηκε από το αυτοκίνητο, διακομίστηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Άρτας, όπου εισήχθη στη Μονάδας Εντατικής Θεραπείας και μετά από νοσηλεία 40 ημερών, απεβίωσε στις 15-7-2009. Το ατύχημα αυτό και ο εξ αιτίας του θανάσιμος τραυματισμός του Η. Μ.
οφείλεται στην αμέλεια του Σ. Ζ., ο οποίος δεν κατέβαλε την προσοχή του μέσου συνετού οδηγού κάτω από παρόμοιες συνθήκες, με αποτέλεσμα να μην προβλέψει και να μην αποφύγει το ατύχημα. Ειδικότερα αυτός δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, δεν ασκούσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του σε τρόπο ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και δε ρύθμισε κατάλληλα την ταχύτητα του οχήματός του, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών που επικρατούσαν και συγκεκριμένα ότι ήταν νύκτα, καθώς εκινείτο με ταχύτητα τουλάχιστον 90 χιλιομέτρων την ώρα, όπως ο ίδιος κατέθεσε με την από 8-6-2009 προανακριτική του κατάθεση, ενώ επί πλέον οδηγούσε το αυτοκίνητό του υπό την επήρεια οινοπνεύματος, καθώς μετά από έλεγχο στον οποίο υποβλήθηκε με συσκευή αλκοολομετρου από τα αστυνομικά όργανα, ανιχνεύθηκε στο αίμα του ποσότητα οινοπνεύματος σε ποσοστό 0,30 gr/l κατά την πρώτη μέτρηση και 0,25 gr/l κατά τη δεύτερη (παράβ.
άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2 και 3 και 42 Ν. 2696/1999). Αποτέλεσμα των ανωτέρω παραλείψεών του και ενώ εκινείτο σε ευθύ δρόμο, ήταν να χάσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, το οποίο εκτράπηκε δεξιά ως προς την πορεία του και αφού πλαγιολίσθησε περί τα 29 μέτρα, συγκρούσθηκε σε τσιμεντένιο τοιχίο παρακείμενης ιδιοκτησίας.
Η εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία ισχυρίζεται (όπως ισχυρίστηκε και ο Σ. Ζ. με τις πρωτόδικες προτάσεις του) ότι οδηγός του αυτοκινήτου κατά τη στιγμή της σύγκρουσης ήταν ο θανών Η. Μ. και όχι ο Σ. Ζ., ο οποίος καθόταν στη θέση του συνοδηγού και ότι με τη σύγκρουση ο μεν Σ. Ζ. εκτινάχθηκε από την πόρτα του συνοδηγού έξω από το αυτοκίνητο, ο δε Η.
Μ. εκτινάχθηκε και αυτός από τη θέση του οδηγού και βρέθηκε στη θέση του συνοδηγού. Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός δεν αποδείχθηκε βάσιμος για τους εξής ειδικότερα λόγους...... Η αλήθεια, βέβαια, είναι ότι, όπως πλήρως αποδείχθηκε κατά τα ανωτέρω, οδηγός του αυτοκινήτου ήταν ο Σ. Ζ., ο οποίος, μετά το ατύχημα, βγήκε από το αυτοκίνητο όχι από την πόρτα του οδηγού, καθώς αυτή είχε σφηνώσει εξ αιτίας της σύγκρουσης και δεν άνοιγε, αλλά από την πόρτα του συνοδηγού, περνώντας πάνω από τον σχεδόν αναίσθητο και ανίκανο να κινηθεί λόγω του σοβαρού τραυματισμού του Η.
Μ.. Το γεγονός εξ άλλου ότι, όπως προαναφέρθηκε, το αυτοκίνητο προσέκρουσε στο τσιμεντένιο τοιχίο και με την αριστερή πλευρά του, δεν μπορεί να οδηγήσει, άνευ ετέρου, στο συμπέρασμα ότι ο Η. Μ. τραυματίστηκε βαρύτατα επειδή ακριβώς καθόταν αριστερά, δηλαδή στη θέση του οδηγού, ενώ ο Σ. Ζ., που καθόταν στη θέση του συνοδηγού τραυματίστηκε ελαφρά.
Και τούτο διότι, ο Σ. Ζ., από τη στιγμή που το αυτοκίνητο εκτράπηκε από την πορεία του και ευρισκόμενος από την άποψη της μέθης σε πολύ καλύτερη κατάσταση από τον Η. Μ., προφανέστατα μπόρεσε να κρατηθεί στη θέση του και να συγκρατηθεί από το τιμόνι του αυτοκινήτου, το οποίο μάλιστα παραμορφώθηκε λόγω της δύναμης που άσκησε σ' αυτό στην προσπάθεια του να προφυλαχθεί, σε συνδυασμό και με τη βίαιη σύγκρουση του αυτοκινήτου στο τοιχίο...
Έτσι, τραυματίστηκε ελαφρά, ενώ είναι αξιοσημείωτο ότι όλες οι σωματικές βλάβες που υπέστη, όπως αυτές εκτέθηκαν παραπάνω, εντοπίζονται στην αριστερή πλευρά του σώματός του. Ενώ, ο Η. Μ., που καθόταν στη θέση του συνοδηγού, τραυματίστηκε βαρύτατα, επειδή ακριβώς, λόγω της βαριάς μέθης στην οποία βρισκόταν, όπως θα αναφερθεί παρακάτω, δεν αντιλήφθηκε τον κίνδυνο από την εκτροπή του αυτοκινήτου και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν ήταν προσδεδεμένος με ζώνη ασφαλείας, δεν μπόρεσε να προφυλαχθεί...........το γεγονός ότι δέχθηκε τελικά να επιβιβαστεί στο αυτοκίνητου του Σ.
Ζ., δεν μπορεί να αποδοθεί σε αμέλειά του και συνακόλουθα η σχετική ένσταση, που πρότεινε πρωτοδίκως η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία και την οποία αυτή επαναφέρει με τις προτάσεις της και ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, περί συνυπαιτιότητας του θανόντος στο θανάσιμο τραυματισμό του, επειδή δέχθηκε να επιβιβαστεί σε αυτοκίνητο του οποίου ο οδηγός βρισκόταν σε κατάσταση μέθης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
Τούτο δε, αν επί πλέον ληφθεί υπόψη ότι, όπως προαναφέρθηκε, το επίδικο ατύχημα οφείλεται όχι μόνο στην κατάσταση μέθης στην οποία βρισκόταν ο Σ. Ζ., αλλά και επειδή αυτός οδηγούσε με υπερβολική για τις συγκεκριμένες συνθήκες ταχύτητα και επί πλέον επειδή δεν ασκούσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του. Περαιτέρω, όμως, ο θανών πρέπει να κηρυχθεί συνυπαίτιος του θανάσιμου τραυματισμού του, επειδή κατά τη στιγμή του ατυχήματος δεν φορούσε τη ζώνη ασφαλείας του αυτοκινήτου, όπως ήταν υποχρεωμένος προς τούτο σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 5 Ν. 2696/1999.
Και τούτο διότι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αν ήταν προσδεδεμένος με τη ζώνη ασφαλείας, τα τραύματά του από τη σύγκρουση του αυτοκινήτου θα ήταν ασφαλώς ελαφρύτερα και δεν θα προκαλούσαν το θάνατό του. Επομένως, η σχετική ένσταση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, την οποία αυτή πρότεινε πρωτοδίκως και επαναφέρει και ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού με τις προτάσεις της, πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να κηρυχθεί συνυπαίτιος του θανάσιμου τραυματισμού του ο Η.
Μ. σε ποσοστό 30%...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με τις πληττόμενες 2/2018 οριστική και την προηγηθείσα με αριθμό 198/2014 συμπροσβαλλομένη μη οριστική, αποφάσεις του δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την από 25.6.2013 και με αρ. κατάθ. 49/2013 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 8.8.2013 και με αρ.
κατάθ. 67/2013 επικουρική έφεση που άσκησε η ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία. Ακολούθως δικάζοντας επί της ένδικης με αρ. καταθ. 461/2010 αγωγής των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και της από 1.11.2010 και αριθμό κατάθεσης 1523/2010 (ασκηθείσας από την αναιρεσείουσα), παρεπίμπτουσας αγωγής, ύστερα από εξαφάνιση της εκκαλουμένης με αριθμό 109/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, το οποίο με την παραδοχή ότι οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου ήταν ο θανών, είχε απορρίψει αυτές ως ουσιαστικά αβάσιμες, έκρινε, ότι κυρίως υπαίτιος του ατυχήματος και του εξ αυτού προκληθέντος θανάσιμου τραυματισμού του Η.
Μ., γιου των δυο πρώτων αναιρεσιβλήτων, είναι ο μη διάδικος εν προκειμένω οδηγός του ασφαλισμένου στην δεύτερη εναγομένη ζημιογόνου αυτοκινήτου Σ. Ζ., δεχόμενο αυτές ως εν μέρει βάσιμες και κατ' ουσίαν. Ειδικότερα το Εφετείο, αφού έλαβε υπόψη τα περιστατικά που αποδείχθηκαν από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, τα έγγραφα που με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι μεταξύ δε αυτών και οι προσκομιζόμενες φωτογραφίες, εκτιμώμενα αυτοτελώς, αλλά και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ιατρού ορθοπεδικού Α.
Γ., η οποία διατάχθηκε με την ως άνω εν μέρει οριστική απόφαση του Εφετείου για την κατάθεση της οποίας συντάχθηκε η με αριθμό 24/2016 πράξη του Γραμματέα του Εφετείου Ιωαννίνων, αλλά και τις με αριθμό ….6/31-3-2014 και …8/1-4-2014 ένορκες βεβαιώσεις πράξεων της συμβολαιογράφου Α. Γ., νομίμως ληφθείσες κατόπιν κλητεύσεως των αντιδίκων τους στις οποίες περιέχονται οι καταθέσεις των Α.
Γ. του Δ. και Η. Μ. του Σ. αντίστοιχα, τις οποίες προσκόμισαν με επίκληση οι εκκαλούντες της κύριας έφεσης κατέληξε στην παραδοχή ότι οδηγός του ζημιογόνου, ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα αυτοκινήτου ήταν ο πρώτος εφεσίβλητος εναγόμενος και μη διάδικος στην ενώπιον του Αρείου Πάγου δίκη, Σ. Ζ. και όχι ο θανών, όπως υποστήριζε η εφεσίβλητη, ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, αλλά και ο εναγόμενος κατά τα άνω οδηγός Σ.
Ζ. ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (στο Εφετείο δεν παραστάθηκε). Επομένως ο από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι κατέληξε στην ως άνω παραδοχή χωρίς αποδείξεις είναι προεχόντως αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί, με την επισήμανση, ότι το δικαστήριο ουσίας δεν είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία και αξιολόγηση για καθένα από τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική αναφορά του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 1395/2014).
Οι ειδικότερες δε αιτιάσεις της αναιρεσείουσας που εντοπίζονται στο ότι από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψαν: α) η ενώπιον των αστυνομικών, το πρώτον επιληφθέντων του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, δήλωση του ως άνω οδηγού του ασφαλισμένου σ' αυτήν αυτοκινήτου ότι οδηγούσε ο ίδιος και β) ότι διασκέλισε το σώμα του ευρισκομένου στη θέση του συνοδηγού σε κατάσταση αναισθησίας Η.
Μ. για να εξέλθει από την δεξιά πόρτα του αυτοκινήτου, ενέργεια στην οποία δεν μπορούσε να προβεί ενόψει του μικρού μεγέθους του αυτοκινήτου, δεν αποτελούν "πράγματα" με την προεκτεθείσα έννοια της από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειας, αλλά συνιστούν επιχειρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου ουσίας από την αποδεικτική διαδικασία, με την οποία ενίσχυσε την κρίση του για τον κατά το χρόνο του ατυχήματος προσδιορισμό του προσώπου του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και επομένως είναι εκ του λόγου τούτου απαράδεκτες.
Σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος και ως εκ τούτου απορριπτέος, διότι υπό το πρόσχημα της παραπάνω πλημμέλειας επιχειρείται να πληγεί η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστή ουσίας (άρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ). Περαιτέρω με τους δεύτερο και τρίτο κατά σειρά λόγους αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλομένη οι από τους αριθμούς 1 και 19 πλημμέλειες του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σχετικά με την απόρριψη του ερειδομένου στο άρθρο 300 ΑΚ ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί ιδίας διακινδύνευσης του συνεπιβαίνοντος Η.
Μ., συνυπαίτιου και για το λόγο αυτό, (πλην του λόγου ότι δεν έφερε ζώνη), στον κατ' αποτέλεσμα του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος επελθόντα θάνατό του, επειδή, συναίνεσε να επιβιβασθεί στο αυτοκίνητο του Σ. Ζ. αν και γνώριζε ότι ο τελευταίος τελούσε σε κατάσταση μέθης. Το Εφετείο σχετικά με το ζήτημα αυτό δέχθηκε κατά την κυριαρχικώς ανέλεγκτη κρίση του ως αποδειχθεντα τα εξής ως άνω προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά:
α) ότι ο οδηγός του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα αυτοκινήτου οδηγούσε χωρίς σύνεση και χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και συγκεκριμένα, δεν ασκούσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του με τρόπο ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, ούτε είχε ρυθμίσει κατάλληλα την ταχύτητα του οχήματός του, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών που επικρατούσαν και συγκεκριμένα ότι ήταν νύκτα, αφού εκινείτο με ταχύτητα τουλάχιστον 90 χιλιομέτρων την ώρα, ενώ επί πλέον οδηγούσε το αυτοκίνητό του υπό την επήρεια οινοπνεύματος, καθώς μετά από έλεγχο στον οποίο υποβλήθηκε με συσκευή αλκοολομέτρου από τα αστυνομικά όργανα, ανιχνεύθηκε στο αίμα του ποσότητα οινοπνεύματος σε ποσοστό 0,30 gr/l κατά την πρώτη μέτρηση και 0,25 gr/l κατά τη δεύτερη, με αποτέλεσμα, παρά το ότι κινείτο σε ευθύ δρόμο, να χάσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, το οποίο εκτράπηκε δεξιά ως προς την πορεία του και αφού πλαγιολίσθησε περί τα 29 μέτρα, συγκρούσθηκε σε τσιμεντένιο τοιχίο παρακείμενης ιδιοκτησίας, β) ότι ο θανών συνεπιβάτης στο αυτοκίνητο Η.
Μ., έχοντας καταναλώσει, μεγάλη ποσότητα αλκοόλ και ευρισκόμενος σε βαρύτερη, εν σχέσει με τον Σ. Ζ. κατάσταση μέθης, δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί τον κίνδυνο που διέτρεχε επιβιβαζόμενος στο αυτοκίνητο του τελευταίου και γ) ότι σε κάθε περίπτωση το επίδικο ατύχημα δεν οφείλεται μόνο στην κατάσταση μέθης στην οποία βρισκόταν ο Σ.
Ζ., αλλά και επειδή αυτός οδηγούσε με υπερβολική για τις συγκεκριμένες συνθήκες ταχύτητα χωρίς να ασκεί τον έλεγχο του αυτοκινήτου του. Το Εφετείο συνεπώς που με τις ως άνω παραδοχές του απέρριψε τον, περί συντρέχοντος πταίσματος του συνεπιβαίνοντος στο ως άνω αυτοκίνητο, μοναδικού τέκνου των αναιρεσιβλήτων, στο αποτέλεσμα του θανάτου του, ισχυρισμό, επειδή δέχθηκε να επιβιβασθεί σε αυτοκίνητο του οποίου ο οδηγός βρισκόταν σε κατάσταση μέθης, δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, την οποία ορθώς κατά το μέρος αυτό του ως άνω ισχυρισμού δεν εφάρμοσε, ενώ διέλαβε στο αποδεικτικό του πόρισμα με σαφήνεια και πληρότητα περιστατικά και δη τις ειδικότερες συνθήκες και περιστάσεις κάτω από τις οποίες ο θανών επιβιβάστηκε στο ασφαλισμένο στην αναιρεσείουσα αυτοκίνητο, τα οποία απέκλεισαν τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας αυτού κατά το σκέλος που αφορά την επιβίβασή του σε αυτοκίνητο του οποίου ο οδηγός βρισκόταν σε κατάσταση μέθης.
Επομένως οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι είναι αβάσιμοι και πρέπει ν'απορριφθούν. Επιπλέον ο τρίτος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος και διότι η αιτίαση επί της οποίας εδράζεται, ότι η αυξημένη ταχύτητα και η έλλειψη ελέγχου σε αυτοκίνητο δεν αποκλείει την εφαρμογή του άρθρου 300 ΑΚ, για το λόγο ότι ο θανών επιβιβάστηκε σε αυτοκίνητο γνωρίζοντας ότι ο οδηγός του είχε καταναλώσει οινοπνευματώδη ποτά, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθώς στην προσβαλλομένη δεν διαλαμβάνεται η παραδοχή αυτή, αλλά επιχείρημα προς ενίσχυση της κρίσης του Δικαστηρίου ουσίας για την αμέλεια που ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ανεξάρτητα από την επίδραση της μέθης στην οδηγική του ικανότητα, επέδειξε, διότι εκινείτο με υπερβολική ταχύτητα, λόγω της οποίας δεν ήταν σε θέση να ελέγξει το αυτοκίνητό του, το οποίο, υπό συνθήκες κανονικές που επέτρεπαν την ασφαλή και άνευ εμποδίων οδήγηση εξετράπη.
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι και απαράδεκτος, διότι υπό το πρόσχημα των πλημμελειών του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ επιχειρείται να πληγεί η ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας από την εκτίμηση των αποδείξεων που προσκομίστηκαν.
Σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ, "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ. 9/2015, ΑΠ 1062/2017).
Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την προσβαλλόμενη 2/2018 απόφασή του, αναφορικά με το κεφάλαιο χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης των αναιρεσιβλήτων, δέχθηκε τα εξής: "Ο θανών Η. Μ., ηλικίας κατά το χρόνο του θανάτου του 27 ετών (γεννήθηκε το έτος 1982), μόλις είχε τελειώσει τις μεταπτυχιακές του σπουδές στη Μαθηματική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και επρόκειτο να εκπληρώσει τη στρατιωτική του θητεία.
Ζούσε με τους γονείς του δύο πρώτους των εναγόντων υπό την ίδια στέγη, οι οποίοι τον υπεραγαπούσαν, καθώς ήταν το μοναδικό τους παιδί. Διατηρούσε επίσης σχέσεις αγάπης και με την τρίτη των εναγόντων γιαγιά του από τη μητρική γραμμή, η οποία ζούσε μόνη της στην ... και την οποία επισκεπτόταν τακτικά. Ο θάνατός του προκάλεσε στους ενάγοντες ανείπωτο πόνο και θλίψη.
Υπέστησαν δηλαδή οι ενάγοντες ψυχική οδύνη και πρέπει για το λόγο αυτό να τους επιδικαστεί ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 100.000 ευρώ στον καθένα από τους δύο πρώτους ενάγοντες-γονείς του και το ποσό των 20.000 ευρώ στην τρίτη των εναγόντων, ποσά που κρίνονται εύλογα, αν ληφθούν υπόψη οι συνθήκες του ατυχήματος, η συνυπαιτιότητα του ίδιου του θανόντος στον προκληθέντα θάνατό του, η ηλικία του, ο βαθμός της συγγένειάς του με τον καθένα από τους ενάγοντες και η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των τελευταίων".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο επιδίκασε, σε καθένα των δυο πρώτων αναιρεσιβλήτων, ως προς τους οποίους ερευνάται η κρινόμενη αναίρεση, κατά τα ήδη εκτεθέντα, για το θάνατο του μοναδικού τους τέκνου το χρηματικό ποσό των 100.000 ευρώ για την προαναφερόμενη αιτία. Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση των τελευταίων, λόγω ψυχικής οδύνης για το θάνατο του ηλικίας μόλις 27 ετών μοναδικού τους τέκνου, το οποίο μόλις είχε ολοκληρώσει τις μεταπτυχιακές του σπουδές, στη Μαθηματική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, στα πιο πάνω ποσά, δεν παραβίασε ευθέως, αλλά ούτε εκ πλαγίου την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπορτερούν, και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης, λαμβανομένου υπόψη ότι με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση καταλογίστηκε στον θανόντα συντρέχον πταίσμα για τον τραυματισμό του σε ποσοστό 30%, επειδή δεν είχε προσδεθεί με ζώνη ασφαλείας.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο σχετικός τέταρτος (και τελευταίος), από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 25 παρ. 1 (εδάφ. δ') του Συντάγματος και 932 του ΑΚ, προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, αλλά και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των παραπάνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων, τους επιδίκασε, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, από τον θάνατο του τέκνου τους, τα ως άνω ποσά, το οποία, είναι αντίστοιχα εκείνων που με τις ίδιες συνθήκες του επισυμβάντος τροχαίου ατυχήματος, επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις.
Συνακολούθως των όσων εκτέθηκαν πρέπει ως προς την τριτη αναιρεσίβλητη να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της ένδικης αναίρεσης με την οποία συμπροσβάλλονται, κατά το αναφερόμενο στην ένδικη κύρια αγωγή μέρος τους, οι με αριθμό 2/2018 οριστική και 198/2014 μη οριστική αποφάσεις του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, να απορριφθεί αυτή ως αβάσιμη ως προς τους παρισταμένους πρώτο και δεύτερη αναιρεσιβλήτους και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων αυτών, κατά το νόμιμο και βάσιμο σχετικό αίτημά τους (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, λαμβάνοντας υπόψη ότι κατέθεσαν προτάσεις. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, λόγω της ήττας της, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1.1.2016).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη Π. χα Ε. Π., το γένος Ε., τη συζήτηση της από 28.2.2018 και με αριθμό κατάθεσης 10/2018 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της με αριθμό 2/2018 οριστικής απόφασης και της συμπροσβαλλομένης μ' αυτή 198/2014 μη οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Απορρίπτει την ως άνω αναίρεση ως προς τους πρώτο και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρισταμένων πρώτου και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Απριλίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Μαΐου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ