Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding inadmissible facts and lack of independent legal claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a property dispute based on adverse possession. The appellant argued the lower court erred by considering facts not presented by the defendants, specifically regarding land distribution and title transfers. The court ruled these points were not independent legal claims but rather continuations of the appellant's own objections or mere arguments, rendering the appeal inadmissible under Article 559 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 111(2), 118(4), 216(1)(a), and 559(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the lower court considering facts not proposed by the opposing party is inadmissible if those facts do not constitute independent legal claims that historically found the main claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 552 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 552/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Μ. του Ν. και Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Καραγιαννίδη.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ε. χας Χ. Τ., το γένος Κ. Φ., 2. Θ. Τ. του Χ. και 3. Κ. Τ. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Παναγούλα Παπαθανασοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-4-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22.../2001 μη οριστική, 26837/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 563/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-7-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 7-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ.2, 118 αρ.4 και 216 παρ.1 εδ.α' του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που απαιτούνται για τη νομική της θεμελίωση, η έλλειψη δε ή η ανεπαρκής ή η ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα, δηλαδή η αοριστία της αγωγής, συνιστά έλλειψη της με ποινή απαραδέκτου επιβαλλόμενης προδικασίας, η οποία ως αναγόμενη στη δημόσια τάξη, εξετάζεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως.
Ειδικότερα, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντίθετα αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.
Εξάλλου, για τη με έκτακτη χρησικτησία απόκτηση της κυριότητας ακινήτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1045 επ. ΑΚ, αρκεί η επί εικοσαετία νομή του πράγματος. Νόμιμος τίτλος και καλή πίστη δεν χρειάζονται. Έτσι, είναι αδιάφορος ο τρόπος με τον οποίο ο νομέας απέκτησε τη νομή. Εκ τούτων παρέπεται ότι επί διεκδικητικής αγωγής ακινήτου με βάση την έκτακτη χρησικτησία αρκεί ο ενάγων να διαλαμβάνει σ' αυτήν (αγωγή), ότι νέμεται το πράγμα επί είκοσι έτη, χωρίς να παρίσταται ανάγκη να αναφέρει και τον τρόπο περιέλευσης σ' αυτόν της νομής.
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσίβλητοι με την από 20.4.2000 αγωγή τους, το περιεχόμενο της οποίας παραδεκτά ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ),ισχυρίστηκαν ότι είναι συγκύριοι κατά τα αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου ο καθένας του περιγραφόμενου κατά θέση, έκταση και όρια οικοπέδου με έκτακτη χρησικτησία, ως έχοντας νεμηθεί αυτό αυτοί και ο δικαιοπάροχός τους Χ.
Τ., σύζυγος της πρώτης και πατέρας των λοιπών, από το 1966 και έκτοτε συνεχώς μέχρι τις αρχές Απριλίου 2000, ασκώντας σ' αυτό τις αναφερόμενες προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής, δηλαδή με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ζήτησαν δε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, ο οποίος στις αρχές Απριλίου 2000 αυθαίρετα το κατέλαβε, να τους το αποδώσει.
Υπό τα προεκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, η αγωγή περιέχει όλα τα απαιτούμενα από τις ως άνω διατάξεις για τη νομική της θεμελίωση στοιχεία και είναι, επομένως, επαρκώς ορισμένη. Τα επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα στοιχεία: ότι το επίδικο "είναι μέρος αγροτικού κλήρου - του με αριθμό 44 κληροοικοπέδου του 7ου οικοδομικού τετραγώνου της Κοινότητας Περαίας Θεσσαλονίκης, ήδη δ.δ.
Περαίας του Δήμου Θερμαϊκού Θεσσαλονίκης που παραχωρήθηκα από την Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων κατά τις διατάξεις της εποικιστικής νομοθεσίας, στην κληρούχο Α. Π. του Δ.. Ότι η οριστική διανομή των οικοπέδων της εποικισθείσας περιοχής του Συνοικισμού ΠΕΡΑΙΑ του Νομού Θεσσαλονίκης κυρώθηκε με απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης και ότι έχει εκδοθεί στο όνομα του κληρούχου Α.
Π. ο με αριθμό 136986/8.12.1970 τίτλος κυριότητας του Διοικητή της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος και ότι ο τίτλος αυτός έχει μεταγραφεί, στις 9.1.1971 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στον τόμο ... με αριθμό 441" δεν είναι αναγκαία για τη νομική θεμελίωση της ένδικης αγωγής η οποία κατά την προεκτιθέμενη μείζονα σκέψη, υπό τα κατά τα άνω επικαλούμενα σ' αυτήν αγωγή στοιχεία είναι, όπως προεκτέθηκε, επαρκώς ορισμένη γι' αυτό και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 974 ΑΚ όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν, στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει.
Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε μεταξύ άλλων που δεν ενδιαφέρουν τη συγκεκριμένη περίπτωση και τα εξής: "... Οι ενάγοντες νόμιμα επελήφθησαν της νομής και της κατοχής του επίδικου τμήματος ακινήτου, από 15.4.1970 και μετά, ασκώντας επ' αυτού εμφανείς πράξεις νομής και κατοχής, προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του, δηλωτικές της βουλήσεώς τους να το εξουσιάζουν, ως κύριοι ... .
Ειδικότερα οι ενάγοντες, μετά το θάνατο του δικαιοπαρόχου τους, το έτος 1970 υπέβαλαν στη φορολογία κληρονομιών Θεσσαλονίκης, την από 23.6.1972 δήλωση φόρου κληρονομιάς, αναφορικά με το επίδικο ακίνητο, ενώ κατά διάφορα χρονικά διαστήματα επισκέπτονταν και επέβλεπαν αυτό, κατόπιν δε εντολής τους, συνετάγη μετά από καταμέτρηση αυτού (ακινήτου) το από μήνα Μάρτιο του έτους 1991 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου - μηχανικού Γ.
Ι. ... Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, οι ενάγοντες από το έτος 1970 και μετά και μέχρι την άσκηση της αγωγής (19.7.2000), για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, ασκούσαν συνεχώς και αδιαλείπτως εμφανείς διακατοχικές πράξεις επί του επίδικου τμήματος ακινήτου με διάνοια κυρίου, οι οποίες ήταν νομικώς ικανές να προσπορίσουν σ' αυτούς την κυριότητα τούτου (επιδίκου) με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Έτσι, οι ενάγοντες έγιναν συγκύριοι του επίδικου ακινήτου και μάλιστα κατά ποσοστόν 4/16 εξ αδιαιρέτου η πρώτη ενάγουσα και από 6/16 εξ αδιαιρέτου ο καθένας από τους δεύτερο και τρίτο από αυτούς (ενάγοντες) ...". Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε την ένδικη αγωγή ως και κατ' ουσίαν, βάσιμη, εξαφανίζοντας την εκκαλούμενη απόφαση που είχε εκφέρει αντίθετη κρίση.
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία που επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο και την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 974 και 1045 ΑΚ που αναφέρθηκαν. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, το Εφετείο, με σαφήνεια δέχτηκε, ότι οι πράξεις νομής που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση ενεργήθηκαν αδιακρίτως από όλους τους αναιρεσιβλήτους.
Συνεπώς, ο δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Η περιλαμβανόμενη στο ίδιο αναιρετικό λόγο αιτίαση, επίσης, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την οποία ο αναιρεσείων ψέγεται το Εφετείο, γιατί ως προς τους δεύτερο και τρίτο από τους αναιρεσιβλήτους (Θ. και Κ. Τ.) που ήσαν ανήλικοι κατά το έτος 1970 (7 και 5 ετών, αντίστοιχα) δεν περιέλαβε ειδική αιτιολογία ως προς τις πράξεις νομής που ενεργήθηκαν από καθένα απ' αυτούς και δέχτηκε εν τέλει ότι και οι τελευταίοι απέκτησαν συγκυριότητα στο επίδικο με έκτακτη χρησικτησία, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως ως αόριστη, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο περί ανηλικότητας ισχυρισμός, που στηρίζει την αιτίαση αυτή, είχε προταθεί νόμιμα από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο (άρθρο 552 παρ.2 ΚΠολΔ), σε κάθε δε περίπτωση ως απαράδεκτος, γιατί όπως προκύπτει από τις από 21.1.2009 προτάσεις του αναιρεσείοντος στο Εφετείο, της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, πράγματι, ο περί ανηλικότητας ισχυρισμός δεν προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο.
ΙΙΙ. Στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, με την αναίρεση δε πλήττονται μεν όλες ή μία απ' αυτές, η προσβολή όμως μιας απ' αυτές δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (Ολ.ΑΠ 25/2003).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο, γιατί, με το να δεχθεί, ότι "κατόπιν δε της από 16.10.2007 αιτήσεώς του -των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων - εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2425/208 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, που μεταγράφηκε νόμιμα, οπότε και κυρώθηκε η ανωτέρω ανώμαλη δικαιοπραξία πώλησης για το επίδικο ακίνητο και έκτοτε από τον χρόνο της δικαιοπραξίας που επικυρώθηκε, μεταβιβάστηκε σ' αυτούς (ενάγοντες), η κυριότητα της έκτασης αυτής των 362,5 τμ, που με την κύρωση της ανώμαλης δικαιοπραξίας απέκτησε αυτοτέλεια", υπέπεσε στην πλημμέλεια του εδαφίου 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον η κρίση του (Εφετείου), ότι η μεταβίβαση της κυριότητας της έκτασης των 362,5 τμ, στους ενάγοντες (ήδη αναιρεσιβλήτους) επήλθε από το χρόνο της δικαιοπραξίας που κυρώθηκε δεν εδράζεται σε νόμιμη βάση και είναι πλημμελής ως προς τη συνδρομή των διατάξεων του άρθρου 15 του ν.δ. 3958/1959 σε συνδυασμό προς τα άρθρα 1192 και 1198 ΑΚ, διότι απ' αυτές προκύπτει, ότι η κυριότητα εποικιστικού κλήρου μεταβιβάζεται στον από την ανώμαλη δικαιοπραξία αγοραστή, από την τελεσιδικία της επικυρωτικής απόφασης του Ειρηνοδικείου και της μεταγραφής αυτής και όχι από το χρόνο της δικαιοπραξίας που επικυρώθηκε, όπως εσφαλμένα δέχτηκε το Εφετείο και η παραδοχή του περιστατικού αυτού οδήγησε στην τελική έκβαση και δικανική του κρίση.
Όμως, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, ότι οι ενάγοντες, κατά την έκδοση ως άνω της 2425/2008 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, είχαν ήδη γίνει συγκύριοι του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, και ειδικότερα, ότι "οι ενάγοντες νόμιμα επιλήφθηκαν της νομής και κατοχής του επίδικου τμήματος ακινήτου, από 15.4.1970 και μετά, ασκώντας επ' αυτού εμφανείς πράξεις νομής και κατοχής, προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του, δηλωτικές της βουλήσεώς τους, να το εξουσιάζουν ως κύριοι, αφού ...
αυτό (επίδικο) από το έτος 1969 και μετά, οπότε και έλαβε χώρα η κύρωση της οριστικής διανομής του άνω επίδικου κλήρου, η κυριότης τούτου, κειμένου σε μη παραμεθόρια περιοχή (νομής Θεσσαλονίκης) περιήλθε αυτοδικαίως στον αναγεγραμμένο στους κτηματολογικούς πίνακες της οριστικής διανομής, δικαιούχο αυτού (απώτερο δικαιοπάροχο του εναγομένου) και έκτοτε ήταν δεχτικός χρησικτησίας από τρίτο και μάλιστα σε διαιρετό τμήμα αυτού (επιδίκου) ...
ενόψει της φύσεώς του ως οικοπεδικού κλήρου κατ' άρθρο 1 παρ.2 περ.Α' υποπερ. δ' του α.ν. 431/1968 ... (και εν τέλει, ότι) οι ενάγοντες (εφόσον) από το έτος 1970 και μετά και μέχρι την άσκηση της αγωγής (19.7.2000), για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της 20ετίας, ασκούσαν συνεχώς και αδιαλείπτως εμφανείς διακατοχικές πράξεις, επί του επίδικου τμήματος ακινήτου, με διάνοια κυρίου, οι οποίες ήταν νομικώς ικανές να προσπορίσουν σ' αυτούς την κυριότητα τούτου (επιδίκου) με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας ...
έγιναν συγκύριοι του επίδικου ακινήτου και μάλιστα κατά ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου η πρώτη ενάγουσα και από 6/16 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, από τους δεύτερο και τρίτο από αυτούς (ενάγοντες) ...". Η επάλληλη αυτή αιτιολογία του Εφετείου στηρίζει αυτοτελώς στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και δεν πλήττεται επιτυχώς με βάσιμο λόγο αναίρεσης.
Επομένως, ο υπό εξέταση λόγος της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής.
ΙV. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, ο αναιρεσείων ψέγεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο έλαβε παρά το νόμο υπόψη πραγματικά περιστατικά, τα οποία δεν προτάθηκαν από τους αντιδίκους του ενάγοντες (και ήδη αναιρεσιβλήτους) και αφορούν, α) τη βάση περί έκτακτης χρησικτησίας της ένδικης αγωγής, ως προς την οποία δέχτηκε συγκεκριμένα: "Κατά την οριστική διανομή των οικοπεδικών κλήρων στην εποικισθείσα περιοχή συνοικισμού ΠΕΡΑΙΑ, Νομού Θεσσαλονίκης, του έτους 1969, που κυρώθηκε το ίδιο έτος, παραχωρήθηκε στον Α.
Π., το υπ' αριθμ. 44 οικόπεδο, εμβαδού 828 τμ για το οποίο (οικόπεδο) εκδόθηκε αργότερο ο υπ' αριθμ. 136986/1970 τίτλος κυριότητας του Διοικητή της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, που μεταγράφηκε νόμιμα, ενώ ο κληρούχος είχε εγκατασταθεί σ' αυτό (οικόπεδο) πολύ πριν από το έτος 1969. Στις 31.8.1946 απεβίωσε ο προαναφερόμενος κληρούχος ..." και β) τη μεταβίβαση στους ενάγοντες, της στην αγωγή τους έκτασης των 362,5 τμ, με βάση την κύρωση ανώμαλης δικαιοπραξίας, ως προς την οποία δέχτηκε "...
κατόπιν δε της από 16.10.2007 αιτήσεώς τους εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2425/2008 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης που μεταγράφηκε νόμιμα, οπότε και κυρώθηκε η ανωτέρω ανώμαλη δικαιοπραξία πώλησης, για το άνω επίδικο ακίνητο και έκτοτε από το χρόνο της δικαιοπραξίας που επικυρώθηκε, μεταβιβάστηκε σ' αυτούς (ενάγοντες) η κυριότητα της έκτασης αυτής, των 362,5 τμ που με την κύρωση της ανώμαλης δικαιοπραξίας απέκτησε αυτοτέλεια".
Ο αναιρετικός αυτός λόγος, ως προς το με το στοιχείο (α) πιο πάνω μέρος του, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι δεν αφορά αυτοτελή ισχυρισμό, με την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αφού συνέχεται με τις ενστάσεις του αναιρεσείοντος περί ιδίας κυριότητας και καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος της συγκυριότητας επί του επιδίκου των αντιδίκων του εναγόντων (και ήδη αναιρεσιβλήτων) και δεν θεμελιώνει ιστορικώς το αίτημα της αγωγής.
Ως προς δε το με το στοιχείο (β) πιο πάνω μέρος του, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής για τον προεκτεθέντα στη με στοιχεία (ΙΙΙ) σκέψη της παρούσας λόγο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16.7.2010 αίτηση του Α. Μ. του Ν. και της Ε. για αναίρεση της 563/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ