Legislator Case Law & Legislation
552/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against heirs but allows it against wife due to contradictory judgments.

Case Number 552/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the second, third, fourth, and fifth defendants, who are heirs of the original plaintiff. The court found the appeal inadmissible against them because they entered the legal position of the original defendant without proper standing. Conversely, the appeal was allowed against the first defendant, the wife, because the lower court's judgment contained a contradiction between the main claim regarding marital property and the separate claim regarding breach of contract.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 1, 559 no. 19, 559 no. 17 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible against parties who lack standing, but allowed where the lower court judgment contradicts itself regarding the scope of claims against different defendants.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal standing of heirs contradictory judgment separate claims remittal to court

Cited Legislation

AI generated
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 939 et seq. of the Civil Code
Article 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 17 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 183 and 178 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 552 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 552/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 14 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Θ. θυγ. Σ. Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Καλαντζή, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: Α. Π. Ε. Χ., κατοίκου ... και Β. Κληρονόμων του Μ. Λ. του Α.: 1.Σ. Μ. Λ., κατοίκου ..., 2. Μ. Μ. Λ., κατοίκου ..., 3.Ν. Σ. Π., κατοίκου ... και 4. Π. Σ. Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σταύρο Δήμα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26 Νοεμβρίου 1990 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτων η οποία κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2510/1992 προδικαστική, 4481/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 4674/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 14 Απριλίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου, δεύτερου, τρίτου και πέμπτου κατά σειρά λόγου και την απόρριψη του τέταρτου κατά σειρά λόγου της 1507/23-12-2008 αιτήσεως για αναίρεση της 4674/9-7-2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών κατά την κατεύθυνσή της κατά της πρώτης των αναιρεσιβλήτων και την απόρριψή της κατά την απεύθυνσή της κατά των λοιπών αναιρεσιβλήτων. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 1507/23.12.2008 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 4674/9.7.2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Ειδικότερα, με την 11588/30-11-1990 δικόγραφο αγωγών με ενάγουσα την Π. Ε. Χ. και εναγομένους (i) τον Μ. Α. Λ. και (ii) την Θ. θυγ. Σ. Α., εφέρετο προς διάγνωση αξιώσεις της δι' αυτής ενάγουσας (α) κατά την απεύθυνσή της κατά του πρώτου των εναγομένων, από τη συμβολή της στα κατά την διάρκεια του μετ' αυτού γάμου τους αποκτήματα του τελευταίου και (β) κατά την κατεύθυνσή της κατ' αμφοτέρων διαρρήξεως, κατά την έννοια των άρθρων 939 επ.

ΑΚ, της διατυπούμενης στο .../8-7-1986 συμβόλαιο της συμ/φου Αθηνών Μαρίας Πιπιλή συμβάσεως πωλήσεως και μεταβιβάσεως κατά κυριότητα του περιγραφομένου στο εν λόγω συμβόλαιο διαμερίσματος από τον πρώτο των εναγομένων στη συνεναγομένη του. Επί των εν λόγω παραδεκτώς αντικειμενικώς σωρευομένων (ΚΠολΔ 218 παρ. 1) και με στοιχ. (α) και (β) χαρακτηριζομένων αγωγών εκδόθηκε η 2510/1992 πράξη του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία τάχθηκε το οικείο σε βάρος των διαδίκων θέμα αποδείξεως, κατά την διεξαγωγή των οποίων απεβίωσε στις 16-8-1998 ο πρώτος των εναγομένων και στη δικονομική αυτού θέση υπεισήλθαν ως μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, μετά εκουσία επανάληψη της διακοπείσης για τον λόγο αυτό δίκης, οι (α) Σ.

Λ., (2) Μ. Λ., τέκνα του, από τον γάμο του με την ενάγουσα, (3) Ν. Σ. Π. και (4) Π. Σ. Π., τέκνα της αποποιηθείσης την κληρονομία θυγατέρας του Μ. Λ., κληρονομία την οποία ομοίως αποποιήθηκε και η σε δεύτερο γάμο σύζυγός του δεύτερη των εναγομένων στην με στοιχ. (β) αγωγή. Μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων εκδόθηκε, κατά μερική παραδοχή των με στοιχ. (α) και (β) αγωγών, η 4481/2005 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 10677/12-12-2005 έφεση της δεύτερης των εναγομένων στη με στοιχ. (β) αγωγή, η 4674/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση, την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της.

Ειδικότερα, διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της, "Η πρώτη εφεσίβλητη - ενάγουσα. τέλεσε νόμιμο γάμο με τον -αποβιώσαντα ήδη- εναγόμενο στην Αθήνα, στη 1 Ιουνίου 1975 και συμβίωσαν μέχρι τις 17 Ιουλίου 1975, οπότε δημοσιεύθηκε η 8125/1975 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία -εκδοθείσα επί αιτήσεως της ενάγουσας- διέταξε την μετοίκηση του εναγομένου από τη συζυγική στέγη.

Τον Αύγουστο του έτους 1952, η ενάγουσα, που είχε γεννηθεί και διέμενε πριν από το γάμο της στο Μόντρεαλ του Καναδά, μετέβη εκεί και λίγο αργότερα ακολούθησε και ο εναγόμενος με σκοπό να οργανώσουν τη μόνιμη εγκατάστασή τους στη χώρα αυτή. Η συμβίωση διάρκεσε, όπως προαναφέρθηκε, μέχρι τις 17.7.1975 και ο γάμος τους λύθηκε στη συνέχεια -με την 1912/1988 αμετάκλητη απόφαση, διότι εκείνος είχε.

συνάψει ερωτικό δεσμό με την εκκαλούσα -εναγομένη Θ. Α., την οποία απασχολούσε ως γραμματέα του. Κατά το χρόνο της τέλεσης του γάμου του με την ενάγουσα ο αποβιώσας εναγόμενος, δεν είχε περιουσία, παρά μόνο ένα οικόπεδο στην ..., στη θέση ... εκτάσεως 1.082 τ.μ., το οποίο είχε αγοράσει το έτος 1951 αντί 18.000.000 δρχ..

Αντίθετα η ενάγουσα είχε ήδη στην κυριότητά της λόγω δωρεάς από τους γονείς της με το από 28.2.1952 δωρητήριο συμβόλαιο του Συμ/φου του Μόντρεαλ Καναδά DAMASE ARTHUR LEONARD, τα ακόλουθο περιουσιακά στοιχεία: 1) το 1/3 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου εκτάσεως 6.520 τετρ. ποδών στην περιοχή LOUIS WARD στην πόλη του Μόντρεαλ Καναδά, με αριθμό κτηματολογίου 67, επί των οδών St.

Lawrence LVD και St. Dominique, επί του οποίου είχαν ανεγερθεί δύο αυτοτελή οικήματα, από τα οποία το μεν πρώτο αποτελούνταν από δύο καταστήματα και δυο διαμερίσματα, το δε δεύτερο από τέσσερα διαμερίσματα, 2) το 1/3 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου, εκτάσεως 2.205 τ. ποδών στην ίδια παραπάνω περιοχή με αριθ. κτηματολ. 68, 3) το 1/3 εξ αδιαίρετου οικοπέδου, εκτάσεως 1 453,9 τ.

ποδών, με αριθ. κτημ. 21 στην ίδια περιοχή με οικοδομή αποτελούμενη από ένα κατάστημα και ένα διαμέρισμα και 4) ένα οικόπεδο στην Αθήνα επί της οδού ..., εκτάσεως 600 τ.μ.. Τα προαναφερόμενα ακίνητα όσα ήταν εκμεταλλεύσιμα και προσοδοφόρα, η ενάγουσα εκμίσθωνε και αποκόμιζε μισθώματα, ύψους 5.000 δολλαρίων, καθώς και τα κέρδη από τοκομερίδια και μερίσματα της εταιρείας CROWS περίπου 1.000 δολλαρίων, από μία ασφάλεια ζωής που είχε καταρτίσει ο πατέρας της υπέρ της (σχ.

η από 21.10.1975 βεβαίωση της άνω εταιρείας σε επίσημη μετάφραση με τις συνημμένες μερισματαποδείξεις) και κατά συνέπειαν είχε υψηλό εισόδημα (σχ. το από 3.10.1975 λογιστικό σημείωμα του ορκωτού λογιστή Ν. Λ. με βεβαίωση ορκοδοσίας του στον Ειρηνοδίκη του Μόντρεαλ με. τη συνημμένη ανάλυση εσόδων. Ενόψει του ότι ο αποβιώσας εναγόμενος δεν είχε δικά του εισοδήματα, οι δαπάνες διαβίωσης αυτού και των τεσσάρων τεκνών, που συν τω χρόνω απέκτησαν από τον γάμο τους, καλύπτονταν από τα εισοδήματα της ενάγουσας.

Με βάση το από 13.2.1962 ειδικό πληρεξούσιο ενώπιον του αρμοδίου Ανωτέρου Δικαστηρίου της περιφερείας του Μόντρεαλ, της Επαρχίας του Κεμπέκ, η ενάγουσα διόρισε τον αποβιώσαντα εναγόμενο νόμιμο πληρεξούσιό της να ενεργεί αντ' αυτής όλες τις υλικές και νομικές πράξεις που ήταν σκόπιμες ή απαραίτητες για την διαχείριση ολόκληρης της περιουσίας της, κινητής και ακίνητης, να διαπραγματεύεται με οποιοδήποτε πρόσωπο στα πλαίσια της διοίκησης του ακίνητου της με τον αριθμό 67 στον κτηματολογικό πίνακα της περιοχής St Louis Ward και γενικά, σύμφωνα με τον ορό 5 του συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, να πωλεί, να εκμισθώνει και να συναλλάσσεται εν γένει, σε σχέση με την κινητή και ακίνητη περιουσία της οπουδήποτε ευρισκόμενη και να επενδύει τους ανήκοντες σ' αυτήν πόρους και έξοδα με πλήρη εξουσία και διακριτική ευχέρεια, να διαφοροποιεί και να επανεπενδύει τα κεφάλαιά της κατά την αποκλειστική του κρίση και με οποιονδήποτε τρόπο θεωρούσε αυτός καλύτερο κατά την κρίση του.

Ο αποβιώσας εναγόμενος ήταν απόφοιτος της Οδοντιατρικής Σχολής και ασκούσε το επάγγελμα στην Ελλάδα, ωστόσο το Σεπτέμβριο του έτους 1952, όπως προεκτέθηκε, όταν μετέβη στον Καναδά μετά το γάμο, δηλαδή σε ηλικία 36 ετών θέλησε να συνεχίσει τις σπουδές του εκεί (Καναδά) προκειμένου να αποκτήσει την ειδικότητα του Χειρουργού Ιατρού, την οποία τελικά απέκτησε, αφού θήτευσε και απασχολήθηκε και σε Νοσοκομείο των ΗΠΑ, στις 6.11.1963 (σχ.

η από 18.4.1986 βεβαίωση του Ιατρικού Συλλόγου του Κεμπέκ σε επίσημη μετάφραση) και μεσολάβησαν αρχικά συγγενείς της ενάγουσας για την πρόσληψή του στο Νοσοκομείο του Μόντρεαλ GENERAL HOSPITAL. Κατόπιν αυτών επί 11 και πλέον χρόνια μετά τον γάμο τους οι οικογενειακές δαπάνες και τα έξοδα διαβίωσης καλύπτονταν από την ατομική περιουσία της ενάγουσας, σύμφωνα με τους κανόνες της λογικής και της κοινής πείρας.

Ακολούθως ο εναγόμενος άσκησε το επάγγελμα του χειρουργού μέχρι τις 8.10.1975, οπότε επέστρεψε στην Ελλάδα Περαιτέρω ο ίδιος απέκτησε λόγω αγοράς: α) μία οικία με το περιβάλλον αυτήν οικόπεδο επί της οδού Ridgewood Drive no 1100 στην περιοχή CHOMEDEY της επαρχίας Κεμπέκ με το .../31.1964 συμβόλαιο, αντί τιμήματος 17.000 δολλ. Καναδά την οποία στη συνέχεια πώλησε με το .../12.8.1968 συμβόλαιο αντί τιμήματος 21.000 δολλ.

Καναδά, β) ένα αγροτεμάχιο στη θέση ... εκτάσεως 3.663 τ.μ. αντί 90.000 δρχ. με το .../12.11.1964 συμβόλαιο του Συμ/φου Κρωπίας Αντωνίου Αντώνακα αξίας, κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής 15.000.000 δραχμών, γ) ένα οικόπεδο στις ..., εκτάσεως 756,75 τ.μ. με το .../30.12.1964 συμβόλαιο του Συμ/φου Αθηνών Ευστ. Κουτσοχέρα, αντί εμφανιζομένου τιμήματος 134.006 δρχ., αξίας, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής 8.000.000 δραχμών, το οποίο πώλησε το Σεπτέμβριο του έτους 1986 με το .../1986 συμβόλαιο της Συμ/φου Περιστερίου Αττικής Μαρίας Πιπιλή Δακτυλίδου αντί εμφανιζομένου τιμήματος 5.806.674 δραχμών, δ) ένα οικόπεδο στο ...

στη θέση ..., εκτάσεως 1.030 τ.μ. με το .../1971 συμβόλαιο του Συμ/φου Κορίνθου Αριστομένους Δέδε, αξίας 18.640 δραχμών από τον Οικοδομικό Συνεταιρισμό Υπαλλήλων της Τραπέζης της Ελλάδος, κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής 2.500.000 δραχμών, ε) μία πολυώροφη οικοδομή με το οικόπεδο επί της Λεωφ. BLOOMFIELD AVENUS αριθ. 7715 στο Μόντρεαλ, με το .../7.4.1966 συμβόλαιο του Συμ/φου Rober Burke αντί τιμήματος 20.000 δολλ.

Καναδά, την οποία πώλησε στην συνέχεια με το .../1.5.1974 συμβόλαιο του Συμ/φου Lazarus Mendelsohn αντί 112.000 δολλ. Καναδά και στ) ένα διαμέρισμα με στοιχεία Δ3 στον 4° όροφο της πολυκατοικίας επί της οδού ..., επιφανείας 168 τ.μ. με το .../17.6.1967 συμβόλαιο του Συμ/φου Αθηνών Αρ. Σωτηρακοπούλου αντί 740.000 δρχ., αξίας κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής 7.500.000 δραχμών.

Στο σημείο αυτό πρέπει να λεχθεί, όσον αφορά στην απόκτηση των δύο παραπάνω ακινήτων, στο ... και στις ... που αγοράστηκαν στις 12.11.1964 και 30.12.1964 αντίστοιχα, το γεγονός ότι η ενάγουσα είχε προσοδοφόρα κινητή και ακίνητη περιουσία σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι τα ακίνητα αυτά, καθώς και μία οικία με οικόπεδο στο Κεμπέκ Καναδά που αγοράστηκε στις 31.1.1964 αντί τιμήματος 17.000 δολλ.

Καναδά, αποκτήθηκαν η μεν τελευταία σε χρονικό διάστημα λιγότερο από 3 μήνες, τα δε άλλα δύο ακίνητα μετά από 12 και 13 μήνες αντίστοιχα από την έναρξη ασκήσεως του επαγγέλματος του εναγομένου, ως ιατρού χειρουργού, δηλαδή σε χρονικό διάστημα κατά το οποίο σύμφωνα με τούς κανόνες της λογικής και της κοινής πείρας, ένας νέος επαγγελματίας, οικογενειάρχης με 4 παιδιά δεν έχει τη δυνατότητα να συγκεντρώσει τα χρήματα για τις παραπάνω αγοραπωλησίες, οδηγούν το Δικαστήριο στην κρίση ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε οικονομική συμμετοχή του Μ.

Λ. στις εν λόγω κτήσεις. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με βάση το από 13.2.1962 πληρεξούσιο ο αποβιώσας εναγόμενος τέως σύζυγος της ενάγουσας πώλησε στον αδελφό της Π. Χ. στις 3.10.1966 αντί 10.000 δολλ. Καναδά το προαναφερόμενο με αριθμό 3 ακίνητο της, με βάση το από 3.10.1966 πωλητήριο συμβόλαιο του Συμ/φου Μόντρεαλ Καναδά Paul Poirier.

Εξάλλου ο αρχικώς πρώτος εναγόμενος, αφού έγινε μερική απαλλοτρίωση τμημάτων της ιδιοκτησίας στο Μόντρεαλ Καναδά- με αριθμό κτηματολογίου 67, απέστειλε στην αδελφή του Σ. Λ. - Ρ. μία επιστολή στις 5.1.1966 που προσάγεται με επίκληση και η γνησιότητά της δεν αμφισβητείται, όπου αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: "...

θα ήθελα να σου γράψω ότι κατά τας αρχάς του ερχόμενου καλοκαιριού η πολιτεία ανοίγοντας μία καινούργια λεωφόρο που περνάει από ένα οικόπεδο που έχουμε θα το πάρει και θα μας αποζημιώσει. Αν και βέβαια θα έχουμε κάποια ζημία, γιατί ήταν νοικιασμένο για πέντε ακόμα χρόνια εν τούτοις νομίζω ότι θα είναι καλύτερα γιατί έτσι θα πάρουμε ένα ποσό μαζεμένο και αυτό θα αποτελέσει ένα βήμα γρηγορότερο για την απόφασή μας να έρθουμε γρηγορότερα στην Ελλάδα.

Σου γράφω αυτή τη λεπτομέρεια επειδή σκεφτήκαμε με τη Β. (σ.σ. την ενάγουσα) με αυτά τα χρήματα που θα είναι περίπου 40.000 δολάρια να πάρουμε σε μία καινούργια αν είναι δυνατόν πολυκατοικία ένα διαμέρισμα αρκετό για να μας χωράει άνετα ...". Ακολούθως το Φεβρουάριο του 1966 έγινε η, απαλλοτρίωοη του παραπάνω ακινήτου με αριθ.

κτηματολογίου 68 και στις 14.3.1968 του με αριθ. κτηματολογίου 67 και εισέπραξαν από αυτήν η ενάγουσα και οι δύο συγκύριοι αδελφοί της τα ποσά των 14.8799 και 109.507 δολλ. Καναδά (σχ. τα αντίστοιχα από 3.2.1699 αναφορά του Γραφείου Απαλλοτριώσεων του Μόντρεαλ και το από 14.3.1968 πωλητήριο ακινήτου προς τη Βασίλισσα Ελισσάβετ ΙΙ στο όνομα της Επαρχίας Κεμπέκ εκπροσωπούμενης από τον Υφυπουργό Χωροταξίας του Συμ/φου Μόντρεαλ Lucien Gataphard με τις επίσημες μεταφράσεις τους) το δε αναλογούν στην ενάγουσα μερίδιο στην αποζημίωση ανήλθε σε 41.462 δολάρια.

Στο τελευταίο αυτό ποσό αναφέρεται ο αποβιώσας εναγόμενος στην προαναφερόμενη και σε ανύποπτο χρόνο συνταχθείσα επιστολή του και το οποίο εισέπραξε για λογαριασμό της ενάγουσας, αλλά επιπλέον -ας σημειωθεί- εισέπραξε και το ποσό που αναλογούσε στον αδελφό της Π. Χ., το οποίο υποχρεώθηκε να του αποδώσει με την 811-600/1972 απόφαση του Ανωτέρου Δικαστηρίου της Περιφερείας Μόντρεαλ Επαρχίας Κεμπέκ.

Κατά συνέπειαν στα χέρια του αποβιώσαντος εναγομένου περιήλθαν, ως τίμημα από την πώληση μεριδίου της ενάγουσας στον αδελφό της 10.000 δολλάρια, ως αποζημίωση λόγω της απαλλοτρίωσης 41.462 δολλάρια το 1968, από την πώληση του πρώτου ακινήτου με στοιχείο (α) το έτος 1968 21.000 δολάρια και από την πώληση το έτος 1974 του με στοιχείο (ε) ακινήτου 112.000 δολλάρια.

Ο ισχυρισμός της εκκαλούσας περί του ότι τα χρήματα που διατέθηκαν για την αγορά του διαμερίσματος επί της οδού ... δεν προήλθαν από την αποζημίωση λόγω απαλλοτρίωσης λόγω χρονικής αποκλίσεως μεταξύ εισπράξεως της αποζημίωσης (το έτος 1968) και καταβολής του τιμήματος (το έτος 1967) δεν κρίνεται βάσιμος, διότι το γεγονός ότι το επίδικο διαμέρισμα αγοράσθηκε με πίστωση του τιμήματος, ποσού 740.000 δρχ. (50.000 δρχ.

τοις μετρητοίς και το υπόλοιπο σε 23 δόσεις) δεν μαρτυρεί σχεδιασμό αντίθετο προς την παραπάνω επιστολή του εναγομένου με την οποία αυτός εξαρτούσε την αγορά του εν λόγω διαμερίσματος από την υλοποίηση των απαλλοτριώσεων, αλλά αντίθετα συνάδει προς τον προγραμματισμό της (επιστολής) και τους χρόνους κατά τους οποίους υλοποιήθηκαν οι σχετικές χρηματικές εισροές που προαναφέρθηκαν.

Όπως δε προεκτέθηκε, με χρήματα της ενάγουσας αγόρασε ο αποβιώσας τα οικόπεδα στο ... και στις ..., όπως και τα πωληθέντα στη συνέχεια από αυτόν ακίνητα στην περιοχή Chomedey στον Καναδά και την πολυώροφη οικοδομή με το οικόπεδο στο Μόντρεαλ, δεδομένου ότι κατά το χρόνο της αγοράς τους ο αποβιώσας εναγόμενος - όπως και παραπάνω αναφέρθηκε- δεν είχε εισοδήματα τέτοια που να δικαιολογούν την κτήση αυτών στο όνομα του, αφού ακόμη δεν είχε αρχίσει να εργάζεται κανονικά με την ειδικότητα του Χειρουργού.

Κατόπιν αυτών, λαμβανομένου υπόψη και του ότι επί 11 έτη η οικογένειά τους συντηρούνταν από τα εισοδήματα της ενάγουσας, η συμβολή της στην απόκτηση των ακινήτων αυτών θεωρείται αποκλειστική, ενόψει του ότι αυτά αποκτήθηκαν κατά την περίοδο που ο αποβιώσας εναγόμενος ήταν ακόμη ειδικευόμενος ιατρός και δεν είχε δικά του εισοδήματα, εκτός από ένα μικρό σπουδαστικό βοήθημα και την αμοιβή του ως ειδικευόμενου ιατρού.

Η κατάθεση του μάρτυρα Κ. Κ. που εξετάσθηκε με επιμέλεια της εκκαλούσας και περιέχεται στη Φ. …/2001 ένορκη κατάθεση ενώπιον του Γενικού Προξένου του Μόντρεαλ, σύμφωνα με την οποία ο εναγόμενος απέκτησε την περιουσία του με χρήματα από την εργασία του και παράλληλα συντηρούσε και την οικογένειά του δεν κρίνεται πειστική, διότι έρχεται σε ευθεία αντίφαση προς το περιεχόμενο εγγράφων και γεγονότων που έμμεσα συνομολογούνται και ιδίως προς το περιεχόμενο της προαναφερθείσης επιστολής του εναγομένου προς την αδελφή του απ' όπου σαφώς προκύπτει ότι αυτός δεν είχε διαθέσιμα δικά του εισοδήματα, βασιζόταν στα έσοδα από τα μισθώματα των ακινήτων της ενάγουσας και μετέθετε για το μέλλον την όποια συγκέντρωση χρημάτων.

Έτσι εις χείρας του αποβιώσαντος εναγομένου περιήλθαν κατά τη διάρκεια του γάμου χρηματικά ποσά ανερχόμενα συνολικά σε (21.000 + 10.000 + 41.461 = 112.000 =) 184.461 δολάρια ή κατά την τρέχουσα κατά τον επίμαχο χρόνο ισοτιμία 24.902.205 δραχμών, πλέον των ποσών που αυτός εισέπραττε ως πληρεξούσιος (της ενάγουσας) από τα μισθώματα των ακινήτων και τα κέρδη των μερισμάτων, μέρος των οποίων οπωσδήποτε διατέθηκε για την αγορά των οικοπέδων στο ..., αξίας τότε 90.000 δρχ., στις ..., αξίας τότε 134 000 δρχ.

και του ακινήτου της οδού ... αξίας τότε 740.000 δρχ. Το ακίνητο στο ... δεν αποδείχθηκε ότι αγοράστηκε με χρήματα της ενάγουσας. Εξάλλου δεν αποδείχθηκε άλλη συμβολή της ενάγουσας, δεδομένου ότι και ο αποβιώσας εργαζόταν στη συνέχεια ως ιατρός με επαρκή εισοδήματα για την κάλυψη μέρους των αναγκών διαβίωσης της πενταμελούς οικογένειας που προφανώς ήταν αυξημένα ενόψει και του υψηλού κοινωνικού τους επιπέδου.

Τα προαναφερόμενα (τρία) ακίνητα που αποτελούν τα αποκτήματα είχαν την πιο πάνω αναφερόμενη αξία κατά το χρόνο συμπληρώσεως της τριετούς διάστασης και οπωσδήποτε την ίδια, κατ' ελάχιστη εκτίμηση, κατά το χρόνο εγέρσεως της υπό κρίση αγωγής, δηλαδή αντίστοιχα 15.000.000 δρχ., 8.000.000 δρχ. και 7.500.000 δρχ. Κατά συνέπεια η αξίωση της ενάγουσας, η οποία και συνέβαλε αποκλειστικά στην απόκτηση των εν λόγω ακινήτων, ανέρχεται συνολικά σε 31.500.000 δρχ., ποσό που θα πρέπει να υποχρεωθούν οι καθολικοί διάδοχοι του αποβιώσαντος να της καταβάλουν.

Ας σημειωθεί ότι η εκκαλουμένη ορθά συνυπολογίζει -στην αξίωσή της- την αξία του διαμερίσματος της οδού ..., το οποίο στη συνέχεια, όπως θα αναφερθεί παρακάτω, καταδολιευτικώς απαλλοτριώθηκε. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από τα ακίνητα που απέκτησε ο αποβιώσας εναγόμενος υπήρχαν στην κυριότητα του, εκτός από το επίδικο, το οικόπεδο στο ...

και το οικόπεδο στο ..., αξίας κατά το χρόνο άσκησης της υπό κρίση αγωγής 23.000.000 δρχ. και δεν επαρκούν για την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας ποσού 31.500.000 δρχ. Τα λοιπά μεταβιβάστηκαν το μεν οικόπεδο στις ... σε τρίτον, το δε διαμέρισμα επί, της οδού ... στην εναγομένη, Θ. Α., με βάση το .../8.7.1986 συμβόλαιο, της Συμ/φου Αθηνών Μαρίας Πιπιλή - Δακτυλίδη αντί εμφανιζομένου τιμήματος 4.020.736 δρχ..

Ο εναγόμενος συμβίωνε με την εναγομένη και στη συνέχεια τέλεσε γάμο, λόγω δε των σχέσεών του εκείνη γνώριζε όλες τις λεπτομέρειες που αφορούσαν τη ζωή του, σύμφωνα και με την κατάθεση του μάρτυρα που εξετάσθηκε με δική της επιμέλεια, δηλαδή τόσο τα περιουσιακά του στοιχεία, όσο και τις ένδικες απαιτήσεις της συζύγου του καθώς και το ότι ο οφειλέτης της ενάγουσας Μ.

Λ. απαλλοτριώνει προς βλάβη της επίδικης αξιώσεώς της.

Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι κατέβαλε χρήματα για την πληρωμή του τιμήματος μεταβιβάσεως προς αυτή του επιδίκου διαμερίσματος, με την επιταγή της ΕΤΕ ...-0/1.12.1986 πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, δεδομένου ότι η εν λόγω επιταγή εκδόθηκε στη 1.12.1986, δηλαδή πέντε (5) μήνες μετά την υπογραφή του σχετικού συμβολαίου (8.7.1986).

Επίσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι το τίμημα καταβλήθηκε, αργότερα ενόψει παραδόσεως του διαμερίσματος, λαμβανομένου υπόψη ότι στο τροποποιητικό .../26.1.1987 συμβόλαιο της ίδιας συμβολαιογράφου, δεν γίνεται μνεία περί επιταγής ή πληρωμής. Περαιτέρω, όσον αφορά στην ένσταση καταχρηστικότητας του ένδικου δικαιώματος που η εκκαλούσα επαναφέρει με τον πέμπω λόγο έφεσης πρέπει να λεχθεί ότι τα περιστατικά που επικαλείται η εκκαλούσα προς θεμελίωση του δεν συνιστούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 281 ΑΚ., κάτω από τις οποίες η άσκηση του δικαιώματος αποβαίνει καταχρηστική και ως εκ τούτου η εν λόγω ένσταση είναι μη νόμιμη και απορριπτέα.

Επομένως η εκκαλουμένη, η οποία απέρριψε την παραπάνω ένσταση, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ο παραπάνω λόγος της έφεσης που υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Επομένως η εκκαλουμένη. η οποία με τις ίδιες -κατά βάση- σκέψεις δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και ως κατ' ουσίαν βάσιμη και κήρυξε διαρρηγμένη τη δικαιοπραξία που καταρτίστηκε δυνάμει του .../8.7.1986 συμβολαίου της Συμ/φου Αθηνών Μαρίας Πιπιλή -Δακτυλίδη, δυνάμει του οποίου ο αποβιώσας εναγόμενος μεταβίβασε στην εναγομένη Θ.

Α. το επίδικο διαμέρισμα επί της οδού ..., ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και σωστά τις αποδείξεις εκτίμησε και όλοι οι λόγοι της έφεσης που υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατά συνέπεια πρέπει η έφεση να απορριφθεί στο σύνολό της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη". Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται η ηττηθείσα εκκαλούσα -δεύτερη των εναγομένων στη με στοιχ. (β) περί διαρρήξεως αγωγή, κεφάλαιο στο οποίο περιορίζεται το αντικείμενο της παρούσης αναιρετικής διαδικασίας με βάση την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, έννοια με την οποία ερευνάται στη συνέχεια το τυπικό παραδεκτό αυτής και η βασιμότητα των διατυπουμένων δι' αυτής λόγων αναιρέσεως.

Ειδικότερα: Ι. Κατά τους ορισμούς του άρθρου 76 ΚΠολΔ, (α) όταν εξαιτίας των περιστάσεων, που συνοδεύουν την υπόθεση, δεν μπορούν να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους, οι πράξεις του καθενός ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους, οι δε ομόδικοι που μετέχουν νόμιμα στην δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται (παρ. 1 εδ. 1 περ. 4. 2), (β) οι απόντες ομόδικοι καλούνται σε κάθε μεταγενέστερη δίκη (παρ. 3) και (γ) ότι η άσκηση των ένδικων μέσων από κάποιον από τους ομοδίκους έχει αποτελέσματα και για τους άλλους.

Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών επί αναγκαστικής ομοδικίας θεωρούνται εκ του νόμου ότι άσκησαν την αναίρεση και οι ομόδικοι του αναιρεσείοντος, οι οποίοι αδράνησαν, και ως εκ τούτου πρέπει αυτοί να καλούνται κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως ως κατά δικονομικό πλάσμα αναιρεσείοντες και εντεύθεν απαραδέκτως απευθύνεται κατ' αυτών η αίτηση αναιρέσεως (ΚΠολΔ 558 εδ. 1), με εξαίρεση την περίπτωση δημιουργίας μεταξύ αυτών αντιδικίας (αγωγή διανομής) ή αν η απόφαση διέλαβε υπέρ του ομοδίκου του αναιρεσείοντος βλαπτική για τον τελευταίο διάταξη.

Αναγκαστική ομοδικία, κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια, συντρέχει και στην περίπτωση κατά την οποία ο δανειστής, ασκώντας την αγωγή του άρθρου 939 ΑΚ για διάρρηξη της απαλλοτριώσεως που έγινε προς βλάβη του από τον οφειλέτη του, ενάγει τον τελευταίο και τον τρίτο στον οποίο διατέθηκε το περιουσιακό του στοιχείο, δοθέντος ότι στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η έκδοση αντιθέτων αποφάσεων απέναντι στους ομοδίκους αυτούς.

Σε συνέπεια με τις παραδοχές αυτές η ένδικη αίτηση αναιρέσεως απαραδέκτως απευθύνεται κατά των δεύτερης, τρίτης, τέταρτου και πέμπτης των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι υπεισήλθαν στη δικονομική θέση του αποβιώσαντος Μ. Λ., συνεναγομένους της αναιρεσείουσας στη με στοιχ. (β) περί διαρρήξεως αγωγή, των οποίων αρκεί η κλήτευση κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως, ως κατά δικονομικό πλάσμα αναιρεσειόντων, η οποία πραγματοποιήθηκε με τις συνταχθείσες προς τούτο 8555-8556β/29.6.2009 και 8950, 8951β/8.10.2009 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...

κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 10ης-5-2010, κατά την οποία αντιμωλία αυτών αναβλήθηκε για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσης (14.3.2011), κατά την οποία ομοίως προσηκόντως παρέστησαν αναληθώς φερόμενοι ως αναιρεσίβλητοι.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο επαρκή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία κατά τον κανόνα που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρων 939, 941 και 942 του ΑΚ, σε συνδυασμό προς αυτές του άρθρου 943 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι με αυτές χορηγείται ένδικο βοήθημα στους δανειστές προς διάρρηξη των επιβλαβών γι' αυτούς απαλλοτριωτέων πράξεων του οφειλέτη τους, εφόσον η υπολειπόμενη περιουσία του δεν επαρκεί για ικανοποίηση των κατ' αυτού απαιτήσεών τους.

Η αγωγή για διάρρηξη, που αποτελεί άσκηση διαπλαστικού δικαιώματος, μπορεί να ασκηθεί κατά των προσώπων που έχουν συναλλαγεί καταδολιευτικά, δηλαδή κατά του οφειλέτη και του τρίτου, κυρίως όμως αρμόζει κατά του τρίτου, στον οποίο περιήλθε το περιουσιακό στοιχείο που απαλλοτριώθηκε, δεδομένου ότι αυτός είναι υποχρεωμένος, κατά το άρθρο 943 εδάφ.

α' του ΑΚ να αποκαταστήσει τα πράγματα στην κατάσταση που ήταν πριν από την απαλλοτρίωση. Κατά την έννοια της τελευταίας διάταξης, η διάρρηξη συνεπάγεται τη δημιουργία ενοχικής υποχρέωσης του τρίτου να αναμεταβιβάσει, είτε εκουσίως είτε κατόπιν δικαστικής απόφασης, με βάση τη διάταξη του άρθρου 949 του ΚΠολΔ, στον οφειλέτη το αντικείμενο της καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης, οπότε και θα μπορεί να επισπεύσει ο δανειστής αναγκαστική εκτέλεση στο αντικείμενο αυτό.

Όμως, με το Ν. 2298/1995 (που ισχύει από 4.4.1995), στο κεφάλαιο της αναγκαστικής εκτέλεσης έχουν εισαχθεί νέες διατάξεις που αφορούν αμέσως τα αποτελέσματα της διάρρηξης της καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης. Ειδικότερα: α) κατά τη διάταξη του άρθρου 936 παρ. 3 του ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 2 του νόμου αυτού, τρίτος που απέκτησε το δικαίωμα από τον καθ' ου η εκτέλεση με απαλλοτρίωση που διαρρήχθηκε ως καταδολιευτική κατά τα άρθρα 939 επ.

του Αστικού Κώδικα, δεν μπορεί να αντιτάξει το δικαίωμα αυτό κατά του επισπεύδοντος που πέτυχε τη διάρρηξη ούτε κατά του υπερθεματιστή και των διαδόχων του και β) κατά τη διάταξη του άρθρου 992 παρ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ, όπως η παρ. αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ. 19 του πιο πάνω Ν. 2298/1995, ακίνητο που έχει μεταβιβαστεί από το οφειλέτη σε τρίτο, κατάσχεται στην περιουσία του οφειλέτη από το δανειστή που πέτυχε τη διάρρηξη της μεταβίβασης αυτής ως καταδολιευτικής, κατά τα άρθρα 939 επ.

του Αστικού Κώδικα, αφού η απόφαση που απαγγέλλει τη διάρρηξη σημειωθεί στο περιθώριο της μεταγραφής της απαλλοτριωτικής πράξης. Με βάση τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 37 του ίδιου Ν. 2298/1995, η διάρρηξη της καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης δεν δημιουργεί πλέον ενοχική υποχρέωση αναμεταβίβασης του αντικειμένου της απαλλοτρίωσης, όπως γινόταν δεκτό με βάση τις διατάξεις του άρθρου 943 του Α.Κ., αλλά μπορεί ο δανειστής που πέτυχε τη διάρρηξη, μετά την τελεσιδικία της απόφασης, να προβεί στην κατάσχεση του πράγματος στην περιουσία του οφειλέτη σαν να μη είχε υπάρξει η απαλλοτρίωση που διαρρήχθηκε.

Επομένως, με τις πιο πάνω διατάξεις, με τις οποίες εισάγεται ρύθμιση ουσιαστικού δικαίου για την επίλυση σύγκρουσης δικαιωμάτων, που απλώς βρίσκεται στον ΚΠολΔ, επανακαθορίζεται η έννοια του άρθρου 943 του Α.Κ. και η διάταξη αυτή προσλαμβάνει το ακόλουθο νόημα: "η αποκατάσταση των πραγμάτων στην κατάσταση που ήταν" συνίσταται στην αυτοδικαίως επερχόμενη απαγόρευση προβολής από τον τρίτο του δικαιώματός του όσο απαιτείται για την ικανοποίηση του δανειστή που πέτυχε τη διάρρηξη. 'Ετσι, το αντικείμενο της αγωγής του δανειστή χρηματικής απαίτησης για διάρρηξη, είναι πλέον μόνο η απαγγελία της διάρρηξης της προσβαλλόμενης απαλλοτρίωσης υπέρ του ενάγοντος δανειστή και δεν απαιτείται πλέον να σωρεύσει αυτός και αίτημα αναμεταβίβασης του πράγματος που απαλλοτριώθηκε, από τον τρίτο στον οφειλέτη, διότι με βάση την ανωτέρω ρύθμιση ο δανειστής μπορεί να κατάσχει το πράγμα απ' ευθείας στην περιουσία του οφειλέτη.

Με τις διαλαμβανόμενες στην αρχή της παρούσης αιτιολογίες της η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι η αξία των περιουσιακών στοιχείων του εναγομένου στη με στοιχ. (α) αγωγή και συνεναγομένου της αναιρεσείουσας στη με στοιχ. (β) αγωγή Μ. Λ. ανήρχετο στο ποσό των 23.000.000 δρχ. και με την έννοια αυτή δεν επαρκούν για την ικανοποίηση της κατ' αυτού αξιώσεως από αποκτήματα της ενάγουσας ποσού 31.500.000 δρχ., κατά τις όμοιες περί τούτου αιτιολογίες της πρωτοβάθμιας αποφάσεως, οι οποίες με την 330/8.2.2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών διορθώθηκαν ως προς τα ποσά από το εσφαλμένο των 23.000.000 και 31.500.000 δρχ.

στο ορθό των 17.500.000 και 30.500.000 δρχ., αντίστοιχα, παραδοχή, σε συνέπεια με την οποία στηρίχθηκε η αποδοχή της με στοιχ. (β) περί διαρρήξεως αγωγής και παράλληλα, κατά τρόπο αντιφατικό, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση με την κατ' ουσίαν απόρριψη της κατ' αυτής εφέσεως της αναιρεσείουσας, ότι η από αποκτήματα αξίωση της ενάγουσας ανέρχεται στο ποσό των 23.000.000 δρχ. (67.498,16 €), για το οποίο και έγινε δεκτή η με στοιχ. (α) αγωγή και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση καταβολής του, ενώ παράλληλα στην περίπτωση αυτή αρκούσε η ισόποσης αξίας περιουσία του αρχικώς εναγομένου Μ.

Λ. για την ικανοποίηση της κατ' αυτού αξιώσεως της ενάγουσας και με την έννοια αυτή δεν εδικαιολογείτο η παραδοχή της με στοιχ. (β) περί διαρρήξεως αγωγή. Με τον τρόπο αυτό ευθέως και εκ πλαγίου παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 939 επ. ΑΚ κατά τις βάσιμες περί τούτου διατυπούμενες αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (πρώτος λόγος) και 559 αρ. 19 ΚΠολΔ (δεύτερος και τρίτος λόγος) ως και εκείνη από το άρθρο 559 αρ. 17 ΚΠολΔ (πέμπτος και τελευταίος κατά σειρά λόγος), η οποία συντρέχει δοθέντος η αιτιολογία της αναφορικά με τη με στοιχ. (α) κύρια αγωγή επέχει θέση διατακτικού σε σχέση με τη με στοιχ. (β) αγωγή και η μεταξύ τους αντιφατικότητα εμφανίζει αβεβαιότητα ως προς την διάπλαση που έλαβε χώρα και ειδικότερα αναφορικά με την διάρρηξη.

Για την άρση της αντιφατικότητας αυτής απαιτείται επιπρόσθετα η βάσιμα από νομική και ουσιαστική άποψη δυνάμενη να επιδιωχθεί διόρθωση του διατακτικού της πρωτοβάθμιας, 4481/2005, οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά την μη προσβληθείσα και εντεύθεν τελεσίδικη με στοιχ. (α) χαρακτηριζόμενη διάταξη αυτού με προσδιορισμό της αξιώσεως της αναιρεσείουσας από αποκτήματα, ως ενάγουσας στη με στοιχ. (α) αγωγή, από το εσφαλμένο ποσό των 67.498,16 ευρώ (23.000.000 δρχ.) στο ορθό, κατά τις αιτιολογίες της, μετά την διόρθωσή τους με την 530/8.2.2011 απόφαση, ισόποσο σε ευρώ 30.500.000 δρχ. (89.508,44 ευρώ).

Η αναιρετική εμβέλεια των λόγων αυτών (1ου, 2ου, 3ου και 5ου) στο σύνολο του προσβαλλόμενου με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως με στοιχ. (β) κεφαλαίου της αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του ετέρου τετάρτου λόγου. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, ως απαράδεκτη κατά την απεύθυνσή της κατά των δεύτερης, τρίτης, τέταρτου και πέμπτης των αναιρεσίβλητων, που υπεισήλθαν, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, στη δικονομική θέση του αρχικώς πρώτου εναγομένου στην ενδιαφέρουσα την παρούσα αναιρετική διαδικασία με στοιχ.(β) αγωγή.

Αντίθετα, κατά παραδοχή των λόγων αυτών (1ου, 2ου, 3ου, 5ου) της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως κατά την κατεύθυνσή της κατά της πρώτης των αναιρεσίβλητων, ενάγουσας στη με στοιχ. (β) περί διαρρήξεως αγωγή, αναιρεθεί η προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση κατά το χαρακτηριζόμενο με στοιχ. (β) κεφάλαιο αυτής (με στοιχ. (β) αγωγή) και παραπεμφθεί κατά τούτο η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του αυτού Εφετείου Αθηνών, συντιθέμενον από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (ΚΠολΔ 580 παρ. 3).

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει, κατανεμόμενα κατά τον λόγο της εν μέρει νίκης και ήττας εκάστου των διαδίκων μερών, να συμψηφισθούν στο σύνολό τους (ΚΠολΔ 183, 178 παρ. 1).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 1507/23.12.2008 αίτηση για αναίρεση της 4674/9.7.2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών κατά την απεύθυνσή της κατά της δεύτερης, τρίτης, τέταρτου και πέμπτης των αναιρεσίβλητων.

Αναιρεί την 4674/9.7.2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το χαρακτηριζόμενο με στοιχ. (β) κεφάλαιο αυτής.

Παραπέμπει κατά τούτο την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της στο αυτό Εφετείο Αθηνών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και

Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Μαρτίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Απριλίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ