Supreme Court dismisses appeal on lack of res judicata regarding prior unrelated claims against the company.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision against the company. The appellant argued that a prior final judgment created res judicata regarding his claims, but the court found no legal basis for this since the previous judgment did not address the same parties or the specific legal relationships at issue. Consequently, the court ruled that the lower court correctly rejected the claim of res judicata and ordered the appellant to pay the company's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 324 and 559 of the Code of Civil Procedure; Res judicata requires identity of parties, subject matter, and cause of action, which were absent here as the prior judgment concerned different rights and historical grounds, thus failing to bar the current suit.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 552 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 552/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παναγιώτου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσίβλητης: Α.Ε. με την επωνυμία "Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος, ΟΤΕ Α.Ε.", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Τζώτζο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-8-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 650/1998 του ίδιου Δικαστηρίου και 786/2003 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-7-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 11-12-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 24 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού του Ο.Τ.Ε. (Γ.Κ.Π.- Ο.Τ.Ε.), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 εδ. στ' του α.ν. 301/1968, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Φ.Ε.Κ. 568/8-9-1969), κυρώθηκε με το άρθρο 54 παρ. 1 του ν.δ. 165/1973 και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (Ολ. ΑΠ 14/1998), προκύπτει ότι το έκτακτο προσωπικό προσλαμβάνεται με σύμβαση είτε ορισμένου είτε αόριστου χρόνου.
Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 24 α του Γ.Κ.Π. - Ο.Τ.Ε. που τέθηκε σε ισχύ με την υπ' αριθ. 95917/1989 απόφαση των Υπουργών Προεδρίας, Εργασίας και Επικοινωνιών (Φ.Ε.Κ. 747 Β' της 9-10-1989), από την οποία προκύπτει ότι δεν επιτρέπεται η πρόσληψη έκτακτου προσωπικού για την εκτέλεση έργου οποιουδήποτε κλάδου ή ειδικότητας με σύμβαση αόριστου χρόνου (παρ. 1), ότι ειδικά για την εκτέλεση έργου των λοιπών κλάδων και ειδικοτήτων (πλην των κλάδων Διοικητικού- Εκμεταλλεύσεως Οικονομικού και Τεχνικού) και για την εκτέλεση ειδικού έργου των εξαιρούμενων κλάδων, εφόσον πρόκειται για κάλυψη πρόσκαιρων ή εποχιακών αναγκών, επιτρέπεται η πρόσληψη έκτακτου προσωπικού, με σύμβαση ορισμένου χρόνου, η οποία δεν επιτρέπεται να παραταθεί ή να ανανεωθεί ή να μετατραπεί σε σύμβαση αόριστου χρόνου (παρ. 3).
Για το προσωπικό αυτό, εκτός από τις διατάξεις του άρθρου αυτού εφαρμόζονται και οι διατάξεις αυτές της εκτός του κανονισμού κειμένης νομοθεσίας (παρ. 5), ως τέτοια δε νοείται η νομοθεσία η σχετική με τις προσλήψεις που διέπει το Δημόσιο Τομέα, όπως αυτός προσδιορίζεται από το άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 1286/1982, που τροποποιήθηκε μεταγενέστερα με το άρθρο 14 του ν. 2190/1994, στο οποίο υπαγόταν κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο και ο Ο.Τ.Ε., δηλαδή η περιλαμβανόμενη στο ν.1735/1987 "προσλήψεις στο Δημόσιο Τομέα κ.λ.π.".
Ειδικότερα, από το άρθρο 13 του νόμου αυτού προκύπτει ότι για όλους τους φορείς του δημόσιου τομέα ο χρόνος διάρκειας της συμβάσεως εργασίας του προσωπικού που προσλαμβάνεται για κάλυψη πρόσκαιρων αναγκών ορίζεται κατ' ανώτατο όριο σε ένα έτος, που μπορεί να παραταθεί για ένα ακόμη το πολύ έτος (παρ. 6).
Μετά τη λήξη του πιο πάνω χρόνου απασχόλησης η σύμβαση λύεται αυτοδικαίως και το προσωπικό αποχωρεί από την υπηρεσία χωρίς καμία αποζημίωση και χωρίς καμία διατύπωση. Οποιαδήποτε παράταση της αρχικής συμβάσεως ή ανανέωση με σύναψη νέας συμβάσεως πέρα από το ανώτατο κατά περίπτωση χρονικό όριο απασχόλησης απαγορεύεται και οι Προϊστάμενοι των υπηρεσιών ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των παραπάνω παραγράφων διώκονται ποινικά για παράβαση καθήκοντος.
Επομένως, αφού οι συμβάσεις του προσωπικού που προσλαμβάνεται στο δημόσιο τομέα για κάλυψη πρόσκαιρων αναγκών, στο οποίο περιλαμβανόταν κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο και το έκτακτο προσωπικό του Ο.Τ.Ε. (άρθρα 24 και 24α Γ.Κ.Π./Ο.Τ.Ε.) που προσλήφθηκε μετά την ισχύ του ν. 1735/1987, είναι πάντοτε ορισμένου χρόνου κατ' επιταγή του νόμου, δεν έχουν εφαρμογή σ' αυτές οι διατάξεις του άρθρου 8 ν. 2112/1920, που προβλέπει ότι σε περίπτωση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έχει εφαρμογή ο ν. 2112/1920 αν ο καθορισμός της διαρκείας τους δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης αλλά τέθηκε σκοπίμως για καταστρατήγηση των διατάξεών του, ούτε η διάταξη του άρθρου 571 Α.Κ.
κατά την οποία η σύμβαση εργασίας που συνομολογήθηκε για ορισμένο χρόνο, λογίζεται ότι ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο, αν μετά τη λήξη του χρόνου της ο εργαζόμενος εξακολουθεί την εργασία του χωρίς να εναντιώνεται ο εργοδότης. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νόμικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ο αναιρεσείων προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη (ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (Ο.Τ.Ε.) στις ..... με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και συγκεκριμένα από 18-9-1989 έως 18-12-1989 ως έκτακτος εργάτης χωματουργικών εργασιών για την κάλυψη πρόσκαιρων αναγκών στο συνεργείο κατασκευών δικτύου ή άρσεως καλωδιακών βλαβών και γενικά εργασίες που απαιτούν σκάψιμο αντί αμοιβής ίσης με το ημερομίσθιο του ανειδίκευτου εργάτη.
Η σύμβαση αυτή παρατάθηκε μέχρι 15-1-1990, διότι, όπως αναφέρεται στην από 4-1-1990 παράταση συμβάσεως έργου που υπογράφεται από αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη, στο μεταξύ από 5-10-1989 τέθηκε σε ισχύ το άρθρο 24α του Γ.Κ.Π. - Ο.Τ.Ε., σύμφωνα με το οποίο η πρόσληψη του έκτακτου προσωπικού γίνεται μόνο με συμβάσεις ορισμένου χρόνου.Στη συνέχεια η σύμβαση ανανεώθηκε επανειλημμένως μέχρι 31-5-1990 και μέχρι 30-9-1990, οπότε η αναιρεσίβλητη στις 30-9-1990 έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του αναιρεσείοντος, επικαλούμενη τις διατάξεις του άρθρου 44 παρ. 1 του ν. 1882/90, με την οποία ορίζεται ότι οι κατά την έναρξη ισχύος (23-3-1990) αυτού του νόμου υφιστάμενες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου έκτακτου προσωπικού που υπηρετεί στο δημόσιο τομέα (στον οποίο τότε περιλαμβανόταν και η αναιρεσίβλητη) παρατείνονται αυτοδικαίως μέχρι 30-8-90.
Οι διαδοχικές δε αυτές συμβάσεις του αναιρεσείοντος με την αναιρεσίβλητη δεν αποσκοπούσαν στην καταστρατήγηση των διατάξεων για καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αόριστου χρόνου, διότι, η μεν πρώτη συνήφθη υπό την ισχύ του άρθρ. 24 του Γ.Κ.Π. - Ο.Τ.Ε., όταν δηλαδή η πρόσληψη του έκτακτου προσωπικού μπορούσε να γίνει με σύμβαση είτε ορισμένου είτε αόριστου χρόνου, οι δε υπόλοιπες επιβαλλόταν από το νόμο, μετά την αντικατάσταση της παραπάνω διατάξεως με το άρθρ. 24α του Γ.Κ.Π./Ο.Τ.Ε., να συνάπτονται ως συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού δέχτηκε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 650/1998 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών και εξαφάνισε την τελευταία απόφαση, στη συνέχεια, ύστερα από διακράτηση της υποθέσεως, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη από 13-8-1997 αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία αυτός ζητούσε την επιδίκαση μισθών υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1-10-1990 έως 31-12-1997.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς: α) Δεν παραβίασε ούτε την ως άνω ουσιαστική διάταξη του άρθρου 8 του ν. 2112/1920, αλλ' ούτε και την προϊσχύσασα επίσης ουσιαστική διάταξη του άρθρου 24 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού του Ο.Τ.Ε. (Γ.Κ.Π. - Ο.Τ.Ε.). Και αυτό γιατί πράγματι, σύμφωνα με τα παραπάνω, οι με τον αναιρεσείοντα συμβάσεις για πρόσληψή του εκάστοτε ως "έκτακτου εργάτη", για την κάλυψη πρόσκαιρων αναγκών" έπρεπε κατ' επιταγή του νόμου να συνάπτονται ως συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να έχουν εφαρμογή σ' αυτές οι διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 2112/1920 ή η διάταξη του άρθρου 671 του ΑΚ, πολλώ μάλλον εφόσον υφίσταται, σε κάθε περίπτωση, παραδοχή του Εφετείου ότι η κατάρτιση όλων των προαναφερόμενων με τον αναιρεσείοντα συμβάσεων εργασίας ως τέτοιων ορισμένου χρόνου δεν είχε γίνει προς καταστρατήγηση των διατάξεων για υποχρεωτική καταγγελία των αόριστου χρόνου συμβάσεων εργασίας (άρθρα 1, 2, 3 του ν. 2112/1920 ή 1,3, 5 του β.δ. 16/18-7-1920).
Στην προκειμένη δε περίπτωση δεν είχε εφαρμογή το π.δ. 81 της 27-3/2-4-2003 ("ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου"), που, κατά το άρθρο του 1, εκδόθηκε για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου, δεδομένου ότι η ισχύς του προεδρικού αυτού διατάγματος, σύμφωνα με το άρθρο του 9, άρχισε από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4-2003).
Ενώ είναι μεταγενέστερη η διάταξη του άρθρου 1 του π.δ. 180/2004, με την οποία αντικαταστάθηκε η παρ. 1 του άρθρου 2 του π.δ. 81/2003, με βάση την οποία η αναιρεσίβλητη, ως ανώνυμη εταιρεία εισηγημένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και μη εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής του π.δ. 164/2004, σύμφωνα με το άρθρο3 περ. γ' αυτού, υπήχθη πλέον στον ιδιωτικό τομέα, υπαγόμενη έτσι στις ρυθμίσεις του π.δ. 81/2003.
Και β) δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, οι σχετικές αιτιολογίες που έχει διαλάβει στην απόφασή του αυτήν επί του ζητήματος που αναφέρεται στο είδος και το χαρακτήρα των ένδικων διαδοχικών συμβάσεων εργασίας, που καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων, ως τέτοιων ορισμένου χρόνου και όχι ως μιας και μόνο ενιαίας συμβάσεως αόριστου χρόνου, και πλήρεις είναι και δεν εμφανίζουν οποιαδήποτε αντιφατικότητα.
Οι αιτιολογίες δε αυτές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων που εφάρμοσε το Εφετείο, στους οποίους περιλαμβάνονται και το προϊσχύσαν άρθρο 24 του Γ.Κ.Π. - Ο.Τ.Ε. και το άρθρο 24α του ίδιου Κανονισμού, καθώς και για την ορθή μη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 8 του ν. 2112/1920.
Ενόψει αυτών: 1) Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των διατάξεων του άρθρου 8 του ν. 2112/1920 και του προϊσχύσαντος άρθρου 24 του Γ.Κ.Π. - Ο.Τ.Ε., καθώς και ο τρίτος (και τελευταίος) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των προαναφερόμενων διατάξεων του άρθρου 8 του ν. 2112/1920, δηλαδή αμφότεροι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Και 2) ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το υπόλοιπο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της ελλείψεως νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών επί του ζητήματος που αναφέρεται πιο πάνω υπο το στοιχείο β', πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. 2.
Επειδή ο λόγος αναιρέσεως του αριθμού 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, νοούνται αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση (Ολ.
ΑΠ 469/1984). Όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του ουσιώδη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λογο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1991). Περαιτέρω, ο από το πρώτο μέρος της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, το οποίο προέβη αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους σε έρευνα για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, ενώ, αν υποβλήθηκε ένσταση δεδικασμένου ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, αλλά αυτό παρέλειψε να εξετάσει αυτή, δεν δημιουργείται ο αμέσως πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, αλλά εκείνος από τον αριθμό 8 περ.
β' του ίδιου άρθρου (Ολ. ΑΠ 1339/1985). Εξάλλου προϋποθέσεις του δεδικασμένου αποτελούν, εκτός από την τελεσιδικία της αποφάσεως πολιτικού δικαστηρίου (άρθρο 321 ΚΠολΔ), η ταυτότητα της διαφοράς και η ταυτότητα των προσώπων (άρθρο 324 ΚΠολΔ). Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας τόσο για το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και για το αν αυτό έχει την εκταση και τα αποτελέσματα τα οποία προσέδωσε σ' αυτό η απόφαση, όσο και η κρίση για τη συνδρομή ή μη των κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ίδιου Κώδικα, ελέγχεται από τον Αρειο Πάγο.
Τότε μόνο η κρίση αυτή δεν υπόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, όταν στηρίχθηκε και μόνο κατά το μέρος κατά το οποίο στηρίχθηκε και σε άλλα μη διαδικαστικά έγγραφα και αποδεικτικά εν γένει μέσα, εφόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για μη δυνάμενη να ελεγχθεί αναιρετικώς εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 201/1994 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, αυτή εκδόθηκε επί της από 20-2-1991 αγωγής (με αριθμούς εκθέσεων καταθέσεως 1589/609/1991) μόνο καθόσον η αγωγή αυτή είχε ασκηθεί από τους εμφανισθέντες 1ο και 4ο από τους ενάγοντες (..... και ........, αντίστοιχα), ως προς τους οποίους και μόνο είχε εισαχθεί προς συζήτηση και είχε συζητηθεί η εν λόγω αγωγή.
Ειδικότερα, με την αμέσως πιο πάνω απόφαση έγινε δεκτή η αγωγή καθόσον είχε ασκηθεί από τους προαναφερόμενους (1ο και 4ο) ενάγοντες και αναγνωρίστηκε αφενός ότι οι αναφερόμενες στην απόφαση διαδοχικές συμβάσεις εργασίας, που καταρτίστηκαν μεταξύ καθενός από τους ενάγοντες αυτούς και της τότε εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, ως τέτοιες ορισμένου χρόνου, αποτελούσαν, στην πραγματικότητα, για κάθε έναν ενάγοντα μία και μόνο ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου και αφετέρου ότι η αναιρεσίβλητη από τις 30-9-1990, οπότε έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες των εν λόγω εναγόντων περιήλθε σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών τους.
Ειδικότερα, σαφώς προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω απόφαση ότι αυτή δεν αφορούσε και τον αναιρεσείοντα, εφόσον, στο μεν προεισαγωγικό τμήμα της αναφέρεται και ότι ο 5ος ενάγων (ήδη αναιρεσείων) ήταν (ως μη εμφανισθείς) απών, στο δε προτασσόμενο του αιτιολογικού μέρος της αναφέρεται ότι η αγωγή δεν εισήχθη προς συζήτηση, εκτός από τους επίσης απόντες 2ο και 3ο ενάγοντες, και ως προς τον πέμπτο ενάγοντα (ήδη αναιρεσείοντα), ενώ από την εκτίμηση του περιεχομένου της αποφάσεως και δη τόσο του αιτιλογικού όσο και του διατακτικού της προκύπτει περαιτέρω ότι η αγωγή καθόσον είχε ασκηθεί από τον αναιρεσείοντα καθόλου δεν ερευνήθηκε, δεδομένου ότι καμία άλλη περαιτέρω αναφορά δεν γίνεται από την απόφαση σ' αυτόν (αναιρεσείοντα), καθώς και σε αξιώσεις που είχαν ασκηθεί με την αγωγή από αυτόν.
Μάλιστα το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχεται ότι η ως άνω (από 20-2-1991) αγωγή εισήχθη μεταγενεστέρως προς συζήτηση ως προς τον αναιρεσείοντα με την από 25-9-1994 κλήση του, συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 1-12-1994 και εκδόθηκε επ' αυτής από το ως άνω Μονομελές Πρωτοδικείο ιδιαίτερη απόφαση, χωρίς να προκύπτει από τα μέχρι τώρα προσκομιζόμενα και στο φάκελο της δικογραφίας ευρισκόμενα διαδικαστικά έγγραφα κάτι διαφορετικό από αυτό που δέχεται το Εφετείο.
Ενόψει τούτων από την προαναφερόμενη υπ' αριθ. 201/1994 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών (υπό την εκδοχή ότι αυτή έγινε τελεσίδικη) δεν προκύπτει δεδικασμένο αναφορικά με τις ως άνω (στην πρώτη σκέψη της παρούσας εισηγήσεως) αναφερόμενες ένδικες αξιώσεις του αναιρεσείοντος, εφόσον καθόλου δεν συντρέχουν οι κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ προϋποθέσεις του δεδικασμένου, αφού αφενός η εν λόγω απόφαση δεν εκδόθηκε και επί της διαφοράς μεταξύ του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης (μη ύπαρξη ταυτότητας των προσώπων) και αφετέρου δεν υπάρχει ταυτότητα διαφοράς, δεδομένου ότι ήταν διαφορετικά και τα δικαιώματα που, κατά τα πιο πάνω, κρίθηκαν στη δίκη που προηγήθηκε, αλλά και το αντικείμενο της δίκης εκείνης, καθώς και η ιστορική αιτία στην οποία στηρίζονταν οι κατά τη δίκη εκείνη κριθείσες έννομες σχέσεις.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε τα ίδια και ακολούθως απέρριψε ως αβάσιμη τη για ύπαρξη δεδικασμένου σχετική ένσταση του αναιρεσείοντος. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως: α) Κατά το από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφασή του την ως άνω για ύπαρξη δεδικασμένου ένσταση του αναιρεσείοντος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο, κατά τα προαναφερόμενα, έλαβε υπόψη του την εν λόγω ένσταση του αναιρεσείοντος, την ερεύνησε και τελικά την απέρριψε ως αβάσιμη και έτσι δεν υπέπεσε στην από την αμέσως πιο πάνω διάταξη προβλεπόμενη πλημμέλεια.
Και β) κατά το από τον αριθμό 16 του ίδιου άρθρου 559 του ΚΠολΔ υπόλοιπο μέρος του, με το οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε με την ίδια (προσβαλλόμενη) απόφασή του ότι δεν προκύπτει δεδικασμένο αναφορικά με τις ως άνω αναφερόμενες ένδικες αξιώσεις του αναιρεσείοντος από την προαναφερόμενη υπ' αριθ. 201/1994 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, πρέπει να απορριφθεί επίσης ως αβάσιμος, αφού, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, πράγματι δεν προκύπτει δεδικασμένο από την τελευταία απόφαση αναφορικά με τις εν λόγω ένδικες αξιώσεις του αναιρεσείοντος.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 15 Ιουλίου 2006 αίτηση του χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 786/2003 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιανουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαρτίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ