Supreme Court dismisses appeal on grounds of withdrawal and inadmissible contradictory reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Second Instance Court's decision, ruling that the withdrawal of the fourth ground of appeal voided that specific claim. The appellants, engineers, argued the lower court's judgment contained contradictory reasoning regarding the non-performance of a contract for engineering studies. The court rejected this because the appeal petition failed to clearly state the factual premises necessary to verify the alleged contradiction, rendering the legal review impossible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 294 and 297 of the Code of Civil Procedure; Article 495(1) of the Code of Civil Procedure; Article 559(19) of the Code of Civil Procedure; Article 681 of the Civil Code; Article 104(2)(1) of Presidential Decree 696/1974: Withdrawal of a ground of appeal before oral debate terminates the litigation regarding that ground, and an appeal is inadmissible if it fails to sufficiently expose the factual premises required to check the lower court's reasoning for contradictions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 552 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 552/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1...... και 2. ..... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Χέλμη, ο οποίος δήλωσε ότι παραιτείται από τον 4ο λόγο αναίρεσης.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ΒΑΣΚΟ ΣΕΝΤΕΡ Ανώνυμη Τουριστική - Κατασκευαστική -Κτηματική και Εμπορική Εταιρεία, με τον διακριτικό τίτλο ΒΑΣΚΟ ΣΕΝΤΕΡ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Παραστάθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής .... και διόρισε στο ακροατήριο πληρεξούσιο δικηγόρο του τον Εμμανουήλ Δημητρέλλια, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/5/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 88/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7891/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22/12/2005 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας ανέγνωσε την από 3/1/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 294 και 297 Κ.Πολ.Δ, που εφαρμόζονται και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, προκύπτει ότι παραίτηση ολική ή μερική από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου που έχει ασκηθεί, όπως είναι και η αναίρεση (άρθρο 495 παρ. 1 Κπολ.Δ), μπορεί να γίνει και με προφορική δήλωση, πριν από την έναρξη της προφορικής συζητήσεως της υποθέσεως που καταχωρίζεται στα πρακτικά και επιφέρει αντίστοιχη (αναλόγως του περιεχομένου και της εκτάσεώς της) κατάργηση της δίκης.
Επομένως η παραίτηση των αναιρεσειόντων από τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, εφόσον έγινε με δήλωση του πληρεξουσίου των δικηγόρου, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, πριν από την προφορική συζήτηση της υποθέσεως, επιφέρει κατάργηση της δίκης ως προς το λόγο αυτόν αναιρέσεως ο οποίος και θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε (άρθρα 295 παρ. 1 και 299 Κ.Πολ.Δ.).
Ο από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο, αν και υποχρεούται στο πλαίσιο των άρθρων 335 και 336 έως 341 του ιδίου Κώδικα, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, παραβίασε την υποχρέωσή του αυτή ή όταν παρά την περί αυτού βεβαίωση δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο από το περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα ή ορισμένα από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι για την απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών τους α) ότι η συμφωνηθείσα αμοιβή τους ως μηχανικών, για την εκτέλεση του έργου που ανέλαβαν δυνάμει της ένδικης συμβάσεως μισθώσεως έργου, ανέρχεται στο ποσό των 63.000.000 δραχμών και β) ότι εκτέλεσαν και παρέδωσαν το έργο αυτό, δεν έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα με επίκληση στο εν λόγω δικαστήριο αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα: 1.
Για την απόδειξη του πρώτου ισχυρισμού: α) την υπ' αριθμ. 14136/2003 ένορκη βεβαίωση του μηχανικού Χ1 , β) το υπ' αριθμ. 39275/18-6-2003 έγγραφο του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών μετά των επισυναπτομένων σ' αυτό με αριθμούς 35, 36, 37, 38, 44 και 45 σελίδων της τεχνικοοικονομικής μελέτης και γ) την περιεχόμενη στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Χ2 και 2.
Για την απόδειξη του δεύτερου ισχυρισμού : α) τις προαναφερθείσες ένορκη βεβαίωση και ένορκη κατάθεση των Χ1 και Χ2 αντίστοιχα, β) το υπ' αριθμ. 526329/6-10-2000 έγγραφο του ΕΟΤ , γ) την υπ' αριθμ. πρωτ. 966/16-1-2001 αίτηση της εναγομένης προς την Υπηρεσία Πολεοδομίας, δ) την υπ' αριθμ. πρωτ. 220/5-2-2001 συμπληρωματική αίτηση της ιδίας και ε) το υπ' αριθμ. 830/2002 ΦΕΚ.
Ο δεύτερος από τους λόγους αυτούς κατά το μέρος που αναφέρεται στο τελευταίο έγγραφο ( δηλ. το ΦΕΚ), είναι, προεχόντως, απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του διότι δεν αναφέρεται το περιεχόμενο του εν λόγω ΦΕΚ για να κριθεί κατ' αρχήν αν πρόκειται για έγγραφο και κατά συνέπεια για αποδεικτικό μέσο κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ., ενώ κατά τα λοιπά αμφότεροι οι λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι αφού από τη διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και τη ρητή μνεία στην προσβαλλόμενη απόφασή του της υπ' αριθμ. 14136/2003 ένορκης βεβαιώσεως και των ενόρκων καταθέσεων των πρωτοδίκως εξετασθέντων μαρτύρων, σε συνδυασμό δε και με το όλο περιεχόμενο της εν λόγω αποφάσεως, συνάγεται αναμφίβολα ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες της που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δε συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν η αιτίαση αναφέρεται σε ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών, πρέπει, μεταξύ άλλων, να εκτίθενται στο αναιρετήριο με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεως του για το βάσιμο ή μη της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως), διότι μόνο με βάση τις παραδοχές αυτές του δικαστηρίου μπορεί να ελεγχθεί αν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις (δηλαδή, χωρίς η ύπαρξη του ενός να αποκλείει λογικώς την ύπαρξη του άλλου) και συνακόλουθα αν εφαρμόστηκε ή όχι ορθά ο νόμος.Εξάλλου, η σύμβαση, με την οποία ανατίθεται σε μηχανικό η εκπόνηση μελέτης και η επίβλεψη συγκεκριμένου οικοδομικού έργου, φέρει το χαρακτήρα της μισθώσεως έργου.
Με τη σύμβαση αυτή ο μηχανικός αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο της μελέτης και επιβλέψεως και έχει την αξίωση να λάβει τη συμφωνηθείσα αμοιβή (άρθρο 681 ΑΚ), η οποία δεν επιτρέπεται να είναι κατώτερη από τα ελάχιστα όρια της νόμιμης αμοιβής, που καθορίζονται από τις διατάξεις του π.δ. 696/1974, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 104 παρ. 2 εδ. 1 του εν λόγω π.δ/τος, "Δια τα ιδιωτικά έργα η πλήρης αμοιβή της μελέτης δέον να κατατίθεται, κατά τας κειμένας διατάξεις, προ της υποβολής της συνταχθείσης μελέτης προς έγκριση ή έκδοση της τυχόν απαιτουμένης αδείας". Με τη διάταξη αυτή, για την πληρωμή της αμοιβής του μηχανικού, εισάγεται παρέκκλιση από την από το άρθρο 694 ΑΚ καθιερωμένη αρχή κατά την οποία η αμοιβή του εργολάβου καταβάλλεται συγχρόνως με την παράδοση του έργου, και ορίζεται ότι η πληρωμή της αμοιβής του μηχανικού, για την εκπόνηση μελέτης προς έκδοση αδείας ανεγέρσεως οικοδομής, γίνεται μόλις ολοκληρωθεί η μελέτη και πριν αυτή υποβληθεί στην Πολεοδομική Υπηρεσία προς έκδοση της αδείας (ΑΠ 225/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες μηχανικοί αποδίδουν στο Εφετείο την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια και ειδικότερα ότι η προσβαλλόμενη απόφασή του δεν έχει νόμιμη βάση ως περιέχουσα αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τον αγωγικό ισχυρισμό τους περί εκτελέσεως του αναληφθέντος από αυτούς με την ένδικη σύμβαση έργου εκπονήσεως μελετών.
Όμως, στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο για να στηρίξει την κρίση του περί μη εκτελέσεως του εν λόγω έργου και ιδιαίτερα δεν αναφέρεται η παραδοχή αυτού ως προς τη συμβατική υποχρέωση των αναδόχων - εναγόντων, δηλαδή ποιο έργο αυτοί ανέλαβαν, ώστε να κριθεί αν με βάση αυτές τις παραδοχές οι εκτιθέμενες στο αναιρετήριο αιτιολογίες ότι "..εκπονήθηκαν σε στάδιο εφαρμογής και εγκρίθηκαν από τις αρμόδιες αρχές όλες οι αρχιτεκτονικές μελέτες" και ότι "..οι ενάγοντες δεν εκτέλεσαν το αναληφθέν έργο..", περιέχουν αντίφαση που καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη υπαγωγής των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις του ΑΚ.και του π.δ. 696/1974.
Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αποφαίνεται καταργημένη τη δίκη ως προς τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως.
Απορρίπτει την από 22- 12- 05 αίτηση των ..... και ...... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7891/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε τετρακόσια είκοσι (420) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Mαρτίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ