Legislator Case Law & Legislation
551/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against arbitration award, upholding lower court's rejection of claim as statute of limitations barred.

Case Number 551/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Government's appeal against the Athens Court of Appeal's decision rejecting a claim for lost revenue. The Government argued the claim was time-barred under public law statutes, while the opposing company contended the limitation periods were private law rules not applicable to the state. The court ruled that the limitation provisions are private law rules serving individual interests rather than public order, thus the lower court correctly rejected the claim as time-barred.

Legislator headnote

AI generated

Articles 897 paragraph 6 and 281, 288 of the Civil Code; The provisions on limitation periods for claims against the Greek State are rules of private law, not public order, and do not bar actions that are time-barred under private law.

Keywords

AI generated
statute of limitations Greek State claims public order rules arbitration award civil procedure appeal private law rules lost revenue

Cited Legislation

AI generated
Article 897 paragraph 6 of the Code of Civil Procedure
Articles 281 and 288 of the Civil Code
Articles 90-94 of Law 2362/1995
Articles 140 and following of Law 4270/2014
Articles 552, 553, 556, 558, 564 and 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 paragraph 1 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 22 paragraph 1 and 3 of Law 3693/1957

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 551 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 551/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια και Φωτεινή Μηλιώνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, και τον Υπουργό Υποδομών και Μεταφορών, κατοικοεδρεύοντα στον Παπάγο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αντωνία Κυρίτση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", που εδρεύει στην Παιανία Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Κωνσταντίνο Παπαδιαμάντη και Αικατερίνη Ανδρουλάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/9/2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 3411/2019 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 1/6/2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη από 1-6-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ. ΚΠολΔ, υπ' αριθμ. 3411/2019 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από ... αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος κατά της ήδη αναιρεσίβλητης, με αίτημα την ακύρωση της από 26-6-2018 απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου, που συγκροτήθηκε στην Αθήνα στα πλαίσια του άρθρου 57.4 της μεταξύ των διαδίκων Σύμβασης Παραχώρησης του Έργου "...". Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ.3ΚΠολΔ).

2.Η διαιτησία, ως συμβατικά επιλεγμένη δεσμευτική εκδίκαση ορισμένης διαφοράς από διαιτητές, αντί των κρατικών δικαστηρίων, είναι ιδιαίτερη μορφή οργάνωσης, ακολουθητέας διαδικασίας και απαιτούμενων δικονομικών προϋποθέσεων για την παροχή δικαστικής προστασίας, με την έννοια ότι η προστασία αυτή δεν παρέχεται από κρατικά δικαστήρια, αλλά κατά την ελεύθερη επιλογή των διαδίκων από όργανα ή πρόσωπα της εκλογής τους.

Η σχέση της διαιτησίας προς την τακτική δικαιοσύνη, υπό την ισχύ του ΚΠολΔ, διαμορφώθηκε ως σχέση δύο παράλληλων δικαιοδοτικών τάξεων, που αποκλείονται αμοιβαία. Ως γνήσια δικαιοδοτική πράξη, η διαιτητική απόφαση, από την έκδοση της, παράγει δεδικασμένο υπό τις διαγραφόμενες στο άρθρο 896 ΚΠολΔ, προϋποθέσεις, (εφαρμοζόμενων προς τούτο των διατάξεων των άρθρων 322, 324 έως 330, 332 έως 334 ΚΠολΔ) και εξοπλίζεται με εκτελεστότητα κατ' άρθρο 904 παρ. 2 εδαφ.

β' ΚΠολΔ. Για την τήρηση όμως των στοιχειωδών δικαιοδοτικών εγγυήσεων εκ μέρους των διαιτητών και τη συμμόρφωση τους προς τη βασική αυτή επιταγή, θεματοφύλακας παραμένει το κράτος μέσω των πολιτειακών (τακτικών) δικαστηρίων. Η ενεργός ανάμειξη των τελευταίων εκδηλώνεται με τον έλεγχο της διαιτητικής απόφασης, μέσω κυρίως της αγωγής ακύρωσης κατ' άρθρο 897 επ.

ΚΠολΔ (επί εσωτερικής διαιτησίας) και κατ' άρθρο 34 Ν. 2735/1999 (επί διεθνούς διαιτησίας). Έτσι, κατά το εδάφ. 6 του άρθρου 897 ΚΠολΔ: " Η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί, ολικά ή εν μέρει, μόνο με δικαστική απόφαση... αν είναι αντίθετη προς διατάξεις δημόσιας τάξης ή προς τα χρηστά ήθη". Κατά την έννοια του εδαφίου αυτού, ως διατάξεις δημόσιας τάξης, η παραβίαση των οποίων δικαιολογεί τη δικαστική ακύρωση της διαιτητικής απόφασης (και) επί εσωτερικής διαιτησίας, νοούνται οι κανόνες αναγκαστικού δικαίου που έχουν θεσπισθεί πρωτίστως για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος και συνθέτουν τα πολιτειακά, πολιτιστικά, κοινωνικά ή οικονομικά θεμέλια της ημεδαπής έννομης τάξης, συγκροτούν δηλαδή τη δημόσια τάξη, υπό έννοια προσομοιάζουσα προς εκείνη του άρθρου 33 ΑΚ (ΟλΑΠ 14/2015, πρβλ.

και ΟλΑΠ 4/2012, ΟλΑΠ 15/2000). Η παραβίαση, άρα, κανόνων αναγκαστικού δικαίου τεθέντων πρωτίστως προς εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων, εκφεύγει του ουσιαστικού δικαστικού ελέγχου. Εξάλλου, δεν προσβάλλεται η δημόσια τάξη κατά την παραπάνω έννοια και δεν θεμελιώνεται συνεπώς ο αντίστοιχος λόγος ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, όταν αυτή εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο ή έχει απλώς ανεπαρκή αιτιολογία, εκτός αν από την υλοποίηση (εκτέλεση) της απόφασης θα δημιουργείτο κατάσταση αντίθετη προς τις ως άνω θεμελιώδεις αντιλήψεις της ελληνικής έννομης τάξης (ΑΠ 295/2022, ΑΠ 366/2016).

Υπό την αντίθετη εκδοχή, κατά την οποία, ως τέτοιες διατάξεις (δημόσιας τάξης), νοούνται όλες ανεξαιρέτως οι διατάξεις αναγκαστικού δικαίου (jus cogens), θα προέκυπτε το άτοπο να ελέγχεται η διαιτητική απόφαση για παραβίαση οποιασδήποτε διάταξης αναγκαστικού δικαίου (από τις οποίες υπάρχει πληθώρα στο δίκαιο των συναλλαγών), ουσιαστικώς δηλαδή να επανεκδικάζεται η υπόθεση και να περιάγεται η διαιτητική διαδικασία σε απλό διαδικαστικό προστάδιο της πολιτικής δίκης, πράγμα που θα αντιστρατευόταν ευθέως στη σχετική προς τη φύση της αρχή της μη αναθεώρησης της ουσίας της διαιτητικής απόφασης (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 308/2023, ΑΠ 355/2018).

Ειδικότερα, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου του άρθρου 897 εδ.6 του ΚΠολΔ, ο άνω λόγος ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης ιδρύεται όταν η αντίθεση προς τις διατάξεις δημόσιας τάξης προκύπτει ευθέως και αποκλειστικά από το περιεχόμενο της διαιτητικής απόφασης στο σύνολό της, δηλαδή όχι μόνο από το διατακτικό της, αλλά και από το αιτιολογικό της (ΟλΑΠ 13/1995, ΑΠ 308/2023).

Λαμβανομένων, όμως, υπόψη και των λοιπών διατάξεων του άρθρου 897 ΚΠολΔ, καμία από τις οποίες δεν παρέχει λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης για εσφαλμένη ουσιαστική κρίση του διαιτητή, παρέπεται ότι η ρηθείσα παράβαση πρέπει να προκύπτει αμέσως από τις παραδοχές του αιτιολογικού και του διατακτικού της ελεγχόμενης διαιτητικής απόφασης επί τη βάσει των πραγματικών δεδομένων, τα οποία ανέλεγκτα, ως εκ της ουσιαστικής κατά την κρίση του βασιμότητάς τους, δέχθηκε ο διαιτητής, το δε Εφετείο, κρίνοντας επί λόγου ακύρωσης διαιτητικής απόφασης από την ίδια διάταξη, για αντίθεσή της προς κανόνα δημόσιας τάξης και για την εκφορά του αντίστοιχου αξιολογικού πορίσματος του, ερευνά και κρίνει μόνο τις ίδιες παραδοχές σε συνδυασμό με το αιτιολογικό της διαιτητικής απόφασης (ΑΠ 308/2023, ΑΠ 1312/2022, ΑΠ 716/2019, ΑΠ 40/2010).

Με τις ίδιες δε παραδοχές παραδεκτά επισκοπούμενες, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, ερευνάται η βασιμότητα αντίστοιχου αναιρετικού λόγου από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 716/2019). Όμως δεν προσβάλλεται η δημόσια τάξη κατά την παραπάνω έννοια και δεν θεμελιώνεται συνεπώς ο αντίστοιχος λόγος ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, όταν αυτή εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο ή έχει απλώς ανεπαρκή αιτιολογία, εκτός αν έτσι, σε συνδυασμό και με το διατακτικό της απόφασης, δημιουργείται κατάσταση αντίθετη προς τις άνω θεμελιώδεις αντιλήψεις της ελληνικής έννομης τάξης (ΑΠ 716/2019, ΑΠ 517/2016, ΑΠ 102/2012, ΑΠ 40/2010).

Είναι δε απολύτως αδιάφορο για τη λειτουργία της δημοσίας τάξης στο άρθρο 33 ΑΚ, αν οι παραβιασθέντες κανόνες του ελληνικού δικαίου είναι απλοί κανόνες νόμων ή διεθνών συμβάσεων που επικυρώθηκαν κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος (δηλαδή αυξημένης τυπικής ισχύος) ή και συνταγματικοί (ΑΠ 308/2023, ΑΠ 2111/2017). Περαιτέρω, ο Ν. 2362/1995 "περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού" (ο οποίος καταργήθηκε με το άρθρο 177 του ισχύοντος από 1.1.2015 Ν. 4270/2014 "Αρχές δημοσιονομικής διαχείρισης και εποπτείας - Δημόσιο Λογιστικό"), όριζε με τις διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 1 και 91 εδ.

α' (όμοιες των οποίων εισήχθησαν με τα αντίστοιχα άρθρα 140 παρ. 1 και 141 του Ν. 4270/2014) τα ακόλουθα: α) το άρθρο 90 παρ. 1: "Οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής" και β) το άρθρο 91 εδ. α': "Επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής".

Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής, οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου, παραγράφεται μετά από την πάροδο πενταετίας, η οποία αρχίζει, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από άλλη ειδική διάταξη του νόμου περί Δημοσίου Λογιστικού, από το τέλος του οικονομικού έτους εντός του οποίου γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της απαίτησης.

Οι διατάξεις αυτές εμπίπτουν στην κατ' άρθρο 3 ΑΚ ("η ιδιωτική βούληση δεν μπορεί να αποκλείσει την εφαρμογή κανόνων δημόσιας τάξης") έννοια της δημόσιας τάξης, "αφού είναι jus cogens (ΑΚ 275)". Δεν εμπίπτουν όμως στην στενότερη έννοια με την οποία αντιλαμβάνεται ο Αστικός Κώδικας τη δημόσια τάξη στο άρθρο 33 ΑΚ ("διάταξη αλλοδαπού δικαίου δεν εφαρμόζεται, αν η εφαρμογή της προσκρούει στα χρηστά ήθη ή γενικά στη δημόσια τάξη").Επομένως, οι παραγραφές του άρθρου 90 Ν. 2362/1995 και του άρθρου 140 παρ. 1 του Ν. 4270/2014, λαμβάνονται μεν υπόψη αυτεπαγγέλτως, δεν αφορούν, όμως, τη δημόσια τάξη, αλλά τις ιδιωτικού δικαίου σχέσεις μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και ιδιωτών, γι'αυτό και δεν υπάγονται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ (ΑΠ 826/2021, ΑΠ 32/2017, ΑΠ 1321/2015).

Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, που ορίζει ότι: "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος" περιέχει μεν συναφώς κανόνα αναγκαστικού δικαίου της ελληνικής έννομης τάξης (ΟλΑΠ 350/1985), δεν είναι όμως δημόσιας τάξης, κατά την προεκτεθείσα έννοια του άρθρου 897 παρ. 6 ΚΠολΔ, αφού δεν μπορεί να ενταχθεί στα πολιτειακά, πολιτιστικά, κοινωνικά και, ιδίως, οικονομικά θεμέλια της ελληνικής έννομης τάξης, ενόψει μάλιστα και του ότι έχει θεσπισθεί για να υπηρετήσει, όχι το δημόσιο συμφέρον, αλλά το ιδιωτικό συμφέρον των συναλλασσομένων (ΟλΑΠ 14/2015).

Επίσης, η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ που ορίζει "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", εμπίπτουσα στην έννοια των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 3 ΑΚ (ΟλΑΠ 350/1987), δεν περιέχει θεμελιακό κανόνα της πολιτειακής, πολιτιστικής, δικαιικής, ηθικής, κοινωνικής ή οικονομικής ζωής της Χώρας, δεν είναι δηλαδή δημοσίας τάξης, κατά την έννοια των άρθρων 897 αρ. 6 ΚΠολΔ και 33 ΑΚ, και πάντως δεν έχει τεθεί για να υπηρετήσει το δημόσιο, αλλά το ιδιωτικό συμφέρον, με συνέπεια η εφαρμογή της να μην βρίσκεται σε αντίθεση με την, κατά την εκτεθείσα έννοια, δημόσια τάξη και να μη δικαιολογείται η ακύρωση της διαιτητικής απόφασης, εκ του λόγου αυτού κατ' άρθρο 897 αρ. 6 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 1292/2018).Τέλος, οι λόγοι ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης που καθιερώνονται περιοριστικά με τη διάταξη του άρθρου 897 ΚΠολΔ, ανήκουν στο ουσιαστικό δίκαιο και γι' αυτό η εφαρμογή τους ελέγχεται αναιρετικά με τους αριθμούς 1 ή 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 308/2023, ΑΠ 888/2019).

Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). 3.

Με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 897 αριθ.6 του ΚΠολΔ, 33 ΑΚ, 281, 288 ΑΚ, 90-94 ν.2362/1995 και 140 επ. ν.4270/2014, δεχόμενο ότι η εκτέλεση της επίδικης διαιτητικής αποφάσεως με την καταβολή εκ μέρους του αναιρεσείοντος μέρους των παραγεγραμμένων αξιώσεων της παραχωρησιούχου αναιρεσίβλητης δεν δημιουργεί κατάσταση αντίθετη προς τις θεμελιώδεις αντιλήψεις της ελληνικής έννομης τάξεως και απορρίπτοντας την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη.

Από την παραδεκτή επισκόπηση (561 αριθ. 2 του ΚΠολΔ) της από ... αγωγής, προκύπτει ότι το αναιρεσείον ιστορούσε ότι η αναιρεσίβλητη ανέλαβε, ως παραχωρησιούχος, με την από ... Σύμβαση Παραχώρησης, η οποία κυρώθηκε με το άρθρο Πρώτο του Ν.2445/1996 και τροποποιήθηκε με τα ΠΔ 3/1998 και 75/1999, τη μελέτη, κατασκευή, συντήρηση και λειτουργία του 'Εργου "...".

Ότι με την υπ' αρ. πρωτ. ...2017) επιστολή της προς τη Διεύθυνση ΛΣΕΠ της Γενικής Διεύθυνσης Συγκοινωνιακών Υποδομών, της Γενικής Γραμματείας Υποδομών του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών, κάλεσε την άνω Υπηρεσία να προβεί άμεσα στις απαιτούμενες ενέργειες για την καταβολή ποσού 747.941, 20 ευρώ νομιμοτόκως, το οποίο αντιστοιχεί σε απώλεια εσόδων της εκ διοδίων τελών από καταλήψεις σταθμών διοδίων ή αναστολές εισπράξεως διοδίων κατόπιν εντολής του Κ.τ.Ε ή/και δημοσίων υπηρεσιών, για το χρονικό διάστημα από 19-3-2006 έως 19-6-2017.

Ότι η άνω Υπηρεσία με το υπ' αρ. πρωτ. ...2017 έγγραφό της, αρνήθηκε την καταβολή του ποσού αυτού, ισχυριζόμενη ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση νομίμου αποζημιώσεως αυτής. Ότι η εναγόμενη, με την από 9-11-2017 αίτησή της, προσέφυγε σε διαιτησία κατά του Ελληνικού Δημοσίου, κατά τα προβλεπόμενα στο συναφθέν, την 6-3-2000, και δυνάμει της διατάξεως της τελευταίας παραγράφου του άρθρου 57.1.1.

της Σύμβασης Παραχώρησης, προστεθείσας με το άρθρο 24 του Π.Δ. 75/1999, μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου, της παραχωρησιούχου και των (τότε) δανειστών, συνυποσχετικό επίλυσης διαφορών σχετικών με τη Σύμβαση Παραχώρησης, με την οποία ζήτησε την καταβολή του ποσού των 747.941, 20 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοσή της, το οποίο περιόρισε σε 611.957, 35 ευρώ.

Ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο, με την από 26-6-2018 οριστική απόφασή του, κατά μερική παραδοχή της αίτησης, έκρινε ότι το Ελληνικό Δημόσιο, λόγω παραβίασης της υποχρέωσής του να διασφαλίσει την αδιατάρακτη λειτουργία του Έργου, οφείλει να αποζημιώσει την εναγόμενη για την απώλεια των εσόδων της, οφειλόμενη στην αναστολή είσπραξης διοδίων τελών κατά τα οικονομικά έτη 2006 - 2017, εξαιτίας ολιγόωρων καταλήψεων σταθμών ή διαμαρτυριών από διάφορες κοινωνικές ομάδες και προσδιόρισε την οφειλόμενη αποζημίωση συνολικά στο ποσό των 306.246, 83 ευρώ, εντόκως από την επίδοση της αίτησης.

Ότι εκ του ανωτέρω ποσού, ποσό 288.702, 65 ευρώ αντιστοιχεί σε απώλεια εσόδων των οικονομικών ετών 2006 έως και 2011 και ποσό 17.544, 18 ευρώ σε απώλεια εσόδων των οικονομικών ετών2012 έως και 2017. Ότι επί της προβληθείσας από το Ελληνικό Δημόσιο ενστάσεως πενταετούς παραγραφής των αναγομένων προ της 1-1-2012 αξιώσεων της απούσας, κατ' εφαρμογή των άρθρων 90 επ.

Ν. 2362/1995 και 140 επ. Ν. 4270/2014, το Διαιτητικό Δικαστήριο, δέχθηκε, καταρχήν, ότι εφαρμόζονται και στην επίμαχη Σύμβαση Παραχώρησης οι ως άνω ειδικές περί παραγραφής του Δημοσίου διατάξεις. Περαιτέρω έκρινε, καθ' ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, ότι οι εκ της ως άνω αιτίας παραγεγραμμένες αξιώσεις της απούσας, κατά το χρονικό διάστημα από 19-3-2006 έως 31-12-2011, πρέπει να της επιδικαστούν, λόγω αντιθέσεως στην καλή πίστη και καταχρηστικότητας της προβληθείσας από το Δημόσιο ενστάσεως παραγραφής, μειωμένες κατά το ήμισυ και προσδιοριζόμενες στο ποσό των 288.702, 65 ευρώ.

Ζήτησε δε, λόγω αντίθεσης προς τις διατάξεις δημόσιας τάξης, κατά την έννοια των άρθρων 33, 281, 288 ΑΚ και των περί παραγραφής απαιτήσεων σε βάρος του Δημοσίου και ειδικά των άρθρων 94 του ν.2362/1995, 144 του ν.4270/2014 και 897 αριθ.6 ΚΠολΔ, την ακύρωση της από 26-6-2018 οριστικής διαιτητικής απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου, του προβλεπόμενου στο άρθρο 57.4 της Σύμβασης Παραχώρησης του Έργου "...", με βάση την οποία υποχρεώθηκε το ενάγον-αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το συνολικό ποσό των 306.246, 83 ευρώ, εκ των οποίων ποσό 288.702, 65 ευρώ αντιστοιχεί σε απώλεια εσόδων των οικονομικών ετών 2006-2011 και ποσό 17.544, 18 ευρώ αντιστοιχεί σε απώλεια εσόδων των οικονομικών ετών 2012, 2013, 2016 και 2017.Υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο η ένδικη αγωγή είναι μη νόμιμη, διότι σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, η παραγραφή των απαιτήσεων είτε κατά τις διατάξεις του ΑΚ, είτε κατά τις διατάξεις των άρθρων 90-94 Ν.2362/1995 και 140 επ.Ν.4270/2014, που αφορούν απαιτήσεις κατά του Ελληνικού Δημοσίου, δεν υπάγεται στους κανόνες δημοσίας τάξεως, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 897 παρ.6 ΚΠολΔ, καθόσον δεν έχει θεσπισθεί για την προστασία του δημοσίου, αλλά του ιδιωτικού συμφέροντος, οι δε διατάξεις περί παραγραφής των αξιώσεων κατά του Ελληνικού Δημοσίου αφορούν τις ιδιωτικού δικαίου σχέσεις αυτού και των ιδιωτών.

Επίσης οι διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ περιέχουν μεν κανόνες αναγκαστικού δικαίου, δεν υπάγονται όμως στους κανόνες δημόσιας τάξεως, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 897 παρ.6 ΚΠολΔ, αφού δεν συνθέτουν τα πολιτειακά, πολιτιστικά, κοινωνικά και οικονομικά θεμέλια της ελληνικής έννομης τάξεως και έχουν θεσπισθεί για να υπηρετήσουν όχι το δημόσιο, αλλά το ιδιωτικό συμφέρον των συναλλασσόμενων.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ομοίως και απέρριψε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη, δεν παραβίασε ευθέως τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ως εκ τούτου ο ως άνω αναιρετικός λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριιθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος.

Ο ίδιος ως άνω αναιρετικός λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, με το να δεχθεί, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ότι η εκτέλεση της διαιτητικής αποφάσεως, με την καταβολή μέρους των παραγεγραμμένων απαιτήσεων της αναιρεσίβλητης, δεν δημιουργεί κατάσταση αντίθετη προς τις θεμελιώδεις αντιλήψεις της ελληνικής έννομης τάξεως, είναι απαράδεκτος, διότι το Εφετείο δεν ερεύνησε την υπόθεση κατ'ουσίαν, αλλά απέρριψε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη 4.

Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, και να καταδικαστεί το αναιρεσείον που ηττήθηκε στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 αριθ.1, 191 αριθ.2 ΚΠολΔ), μειωμένα κατ` άρθρο 22 παρ. 1, 3 Ν. 3693/1957, όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την από 1-6-2021 αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3411/2019 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, -

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ