Supreme Court dismisses appeal against final judgment on land ownership dispute involving Ottoman law and public domain.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the final appellate judgment regarding a land ownership dispute. The appellant argued the lower court erred in applying common sense to determine if the land was cultivated for over a decade prior to 1917, which would establish ownership under specific Ottoman and Greek laws. The court ruled that the appeal was inadmissible because the contested issues concerned the factual assessment of evidence and the application of common sense, not the interpretation of legal rules or the subsumption of facts under legal norms.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on the failure to apply common sense in evaluating evidence constitutes a violation of procedural law only if it involves the interpretation of legal rules or the subsumption of facts under those rules, rather than the mere ascertainment of factual circumstances.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 551 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 551/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη-Εισηγητή, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Δημήτριο Τοπαλίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Θ. Κ. συζ. Κ., κατοίκου ….., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θαλή Μέλφο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-2-1997 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12209/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1551/2001 μη οριστική, 1493/2004 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε το Ελληνικό Δημόσιο με την από 15-12-2006 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 1354/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 567/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 26-2-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 26-02-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 567/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης:
Η αναιρεσίβλητη άσκησε κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου την από 28-02-1997 αγωγή, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί κυρία ενός αγροτεμαχίου, εμβαδού 340 τ.μ., που βρίσκεται στην περιφέρεια του Δήμου Τ Θεσσαλονίκης, εκτός σχεδίου και την κυριότητα του οποίου απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με την 12209/1999 απόφασή του απέρριψε την αγωγή, καθώς δέχθηκε ότι το δικαίωμα της ενάγουσας έχει παραγραφεί με βάση τις διατάξεις περί ανταλλαξίμων κτημάτων. Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε κατά της ως άνω οριστικής απόφασης την από 18-10-1999 έφεσή της και το Εφετείο Θεσσαλονίκης με την 1551/2001 απόφασή του δέχθηκε την έφεση ως τυπικά και κατ' ουσίαν βάσιμη, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή, ανέβαλε την οριστική του απόφαση, διατάσσοντας την εξέταση μαρτύρων, καθώς και τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης.
Μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων, εκδόθηκε η 1493/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή. Κατά της τελεσίδικης αυτής απόφασης, το αναιρεσείον άσκησε την από 15-12-2006 αίτηση αναίρεσης και το Δικαστήριο τούτο με την 1354/2010 απόφασή του έκανε δεκτή την αίτηση και αναίρεσε την προσβληθείσα ως άνω τελεσίδικη απόφαση, καθώς δέχθηκε ότι το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η πιο πάνω αναφερόμενη και ήδη αναιρεσιβαλλόμενη 567/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, δηλαδή, για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς (ΑΠ 604/2022, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1662/2010).
Η παράβαση, όμως, των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (Ολ ΑΠ 8/2005, ΑΠ 2046/2022, ΑΠ 1285/2021, ΑΠ 1244/2021, ΑΠ 232/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασής του, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τις αποδείξεις κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά το ενδιαφέρον για την έρευνα του αναιρετικού λόγο μέρος της: "Κατά το έτος 1956 ο πατέρας της εκκαλούσας-ενάγουσας (δικαιοπάροχός της) αγόρασε άτυπα, μαζί με το παρακείμενο τμήμα ίσης περίπου έκτασης, έναντι τιμήματος 5.000 δραχμών από τους κατοίκους της Π Θεσσαλονίκης Ε.
Χ. Α., Κ. Θ. ή Π. και Γ. Μ. υιό Μ., το επίδικο ακίνητο, δηλαδή ένα αγροτεμάχιο εμβαδού 340 τ.μ., που βρίσκεται στην εκτός πολεοδομικού σχεδίου περιοχή του δήμου Τ, επί της οδού … αρ. .. και συνορεύει με ακίνητα Π. Γ., Χ. και Ν. Τ., κοινόχρηστη οδό και ιδιοκτησία Α. Σ.. Το εν λόγω ακίνητο αποτελεί τμήμα μείζονος εκτάσεως ακινήτου, συνολικού εμβαδού 12.540 τ.μ., που βρίσκεται εξ ολοκλήρου μεταξύ των δύο κλάδων του παλαιού χειμάρρου "…", που ξαναενώνοντο και διερχόμενος δυτικά του 424 Στρατιωτικού Νοσοκομείου χυνόταν κοντά στο Λευκό Πύργο, είναι δε γνωστός ως χείμαρρος Λ, η δε ευρύτερη περιοχή γνωστή με την ονομασία "....
Κατά την εποχή της Οθωμανικής κυριαρχίας η ευρύτερη αυτή έκταση, μαζί με το επίδικο, αποτελούσε καλλιεργήσιμη δημόσια γαία της κυριότητας του Οθωμανικού Κράτους, η οποία εξουσιάστηκε συνεχώς για δέκα και πλέον χρόνια πριν την 20.5.1917 χωρίς αμφισβήτηση, καλλιεργούμενη με σιτάρι ή κριθάρι, από τους κατοίκους της Π Ε.
Χ. ή Α., Κ. Θ. ή Π. και Γ. Μ. υιό Μ., οι οποίοι απέκτησαν αυτοδικαίως δικαίωμα κυριότητας αρχικά κατά τα 4/5 στο επίδικο και στη συνέχεια και κατά το υπόλοιπο ποσοστό 1/5 αυτού, που είχε παρακρατήσει κατά συγκυριότητα το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και η εν λόγω έκταση περιήλθε στη συγκυριότητα των ως άνω εξουσιαστών αυτοδικαίως και χωρίς μεταγραφή, κατά τις σχετικές διατάξεις του άρθρου 78 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών της 7 Ραμαζάν 1274 (=1856), που διατηρήθηκε σε ισχύ στις Νέες Χώρες, όπως η Μακεδονία, όπου βρίσκεται το επίδικο, με το άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 147/1914 καθώς και το άρθρο 2 του 2468/10-5-1917 διατάγματος της προσωρινής Κυβέρνησης της Θεσσαλονίκης, που κυρώθηκε με το ν. 1072/1917, 49 και 50 ν. 2052/1920, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 101-104 του δ/τος της 11/12-11-1929, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 4229/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17 έως 19 του ν. 1540/1938.
Σημειώνεται ότι το επίδικο και η ευρύτερη έκταση μεταξύ των δύο κλάδων του παλαιού χειμάρρου "…", κατά το διορισθέντα πραγματογνώμονα, δεν περιλαμβάνεται στο κτήμα των 2.900 στρεμμάτων της περιοχής "…", σήμερα ΑΚ 12722 ανταλλάξιμο κτήμα... Η ευρύτερη αυτή έκταση από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 κατατμήθηκε από τους προαναφερόμενους κατοίκους της Π Θεσσαλονίκης σε αυτοτελή οικόπεδα (μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται και το επίδικο), τα οποία πωλήθηκαν άτυπα σε δεκάδες αγοραστές όπως και στο δικαιοπάροχο της εκκαλούσας-ενάγουσας κατά τα προεκτεθέντα.
Ο τελευταίος από το έτος 1956 που αγόρασε άτυπα το επίδικο ακίνητο, μαζί με παρακείμενο τμήμα ίσης περίπου έκτασης, τα περιέφραξε και εν συνεχεία κατασκεύασε, μετά το έτος 1960, αρχικά ένα δωμάτιο στο οποίο στέγασε την οικογένειά του και στη συνέχεια με οικοδομική επέκταση κατασκεύασε οικία, που αποτελείτο από δύο δωμάτια και κουζίνα εμβαδού 75 τ.μ.
περίπου και χρησιμοποιείτο για στέγαση της οικογένειάς του, χρησιμοποιώντας και τη γύρω αυλή. Έκτοτε, ο δικαιοπάροχος της εκκαλούσας-ενάγουσας νεμόταν με διάνοια κυρίου το επίδικο ακίνητο ασκώντας επ' αυτού όλες τις ανωτέρω διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του. Το έτος 1975, που παντρεύτηκε η εκκαλούσα-ενάγουσα, της παραχώρησε άτυπα το επίδικο, στο οποίο η ίδια ανήγειρε οικία και χρησιμοποιεί κατά προορισμό αυτό και τη γύρω αυλή του επιδίκου.
Τόσο η ενάγουσα, όσο και ο άμεσος δικαιοπάροχός της Ά. Σ., τις παραπάνω διακατοχικές πράξεις άσκησαν με διάνοια κυρίων. Η πιο πάνω νομή του επιδίκου που άρχισε το έτος 1956, οπότε περιήλθε στην κατοχή του δικαιοπαρόχου της εκκαλούσας-ενάγουσας το ακίνητο με την αγορά του, συνεχίστηκε αδιαλείπτως και αδιαταράκτως έως την άσκηση της ένδικης αγωγής και πάντως έως και το έτος 1985.
Ωστόσο, το έτος 1985, το γραφείο ΔΑΠ Θεσσαλονίκης συνέταξε το υπ' αριθμ. …/16-9-1985 πρωτόκολλο κατάληψης της πιο πάνω μείζονος εκτάσεως των 12.540 τ.μ., που κείται στη θέση "...", στην οποία κατά τα προεκτεθέντα εμπίπτει και το επίδικο ακίνητο, με την αιτιολογία ότι η έκταση αυτή ανήκε κατά κυριότητα σε κάποιον ανταλλαγένταα μουσουλμάνο, ονόματι Ι.
Χ. και ότι έτσι περιήλθε στην κυριότητά του ως ανταλλάξιμη περιουσία. Στο πρωτόκολλο αυτό αναγράφεται ότι "Το σύνολο της έκτασης αυτής καλύπτεται από δρόμους, διόδους και αυθαίρετους κατόχους, οι οποίοι έκτισαν οικίες και παραπήγματα σύμφωνα με το συνημμένο κτηματολογικό πίνακα", χωρίς όμως ταυτόχρονα να γίνεται μνεία του τίτλου με τον οποίο ο ανωτέρω μουσουλμάνος είχε καταστεί κύριος της έκτασης αυτής.
Από το συνημμένο στο πρωτόκολλο πίνακα που τιτλοφορείται "ΠΙΝΑΚΑΣ Αυθαιρέτων Κατόχων συνημμένος στο αριθμό …/1985 πρωτόκολλο κατάληψης στο ...", προκύπτει ότι σ' αυτόν γίνεται καταγραφή α) των οικοπέδων που εμπίπτουν στην πιο πάνω καταληφθείσα έκταση με αύξοντες αριθμούς, β) των ονομάτων των κατόχων και γ) της έκτασης των ακινήτων.
Από τα τριάντα πέντε (35) οικόπεδα που αναγράφονται στον πίνακα αυτό, το επίδικο ακίνητο φέρεται με αύξοντα αριθμό .., με κάτοχο την εκκαλούσα-ενάγουσα. Στη συνέχεια, η μείζονα έκταση των 12.540 τ.μ., με την υπ' αριθμ. 643/18-12-1986 απόφαση της ΕΔΑΠ καταγράφηκε ως δημόσιο κτήμα και εν συνεχεία καταχωρήθηκε στο κτηματολόγιο ανταλλαξίμων κτημάτων της ΔΑΠ Θεσσαλονίκης, με αύξοντα αριθμό κτήματος …/Α.
Περαιτέρω, από τα ίδιο πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθνηκε ότι το επίδικο ακίνητο, όπως και η ευρύτερη έκταση, της οποίας αυτό αποτελεί τμήμα και για την οποία εκδόθηκε το προαναφερόμενο πρωτόκολλο κατάληψης, δεν ανήκε σε ανταλλαγέντα μουσουλμάνο με το όνομα Ι. Χ., όπως αβάσιμα ισχυρίστηκε το εφεσίβλητο-εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο.
Το επίδικο και η ευρύτερη έκταση "... " δεν αποδείχθηκε ότι εξουσιάζονταν από τον ανταλλαγέντα μουσουλμάνο ονόματι Ι. Χ., ο οποίο εξουσίαζε έκταση που βρισκόταν μετά το δυτικό σκέλος του χειμάρρου … (εμπίπτει στα ΑΚ 19464 και 20084 ανταλλάξιμα κτήματα) ή από κάποιον άλλο ανταλλαγέντα Μουσουλμάνο, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το Ελληνικό Δημόσιο.
Δεν έχει ανευρεθεί ούτε στο Μακεδονικό Αρχείο ούτε κι στο αρχείο της ΔΑΠ Θεσσαλονίκης τίτλος εξουσίασης στο όνομα αυτό (Ι. Χ.), ούτε υπάρχει εγγραφή στο τουρκικά φορολογικά βιβλία, ούτε υφίσταται οποιοδήποτε άλλο στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι το επίδικο ακίνητο καθώς και η μείζονα έκταση των 12.540 τ.μ., της οποίας είναι τμήμα, ανήκε σε ανταλλαγέντα μουσουλμάνο.
Εξάλλου και το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο με το δικόγραφο των προτάσεών του ομολογεί ότι δεν βρέθηκε τίτλος στο όνομα του προαναφερθέντος μουσουλμάνου για την πιο πάνω
μείζονα έκταση, αλλά όπως ισχυρίζεται, εμφανίζεται το όνομα Ι. Χ. στα όρια αυτής. Δηλαδή, το εναγόμενο ισχυρίζεται ότι η ΔΑΠ Θεσσαλονίκης προσέδωσε το χαρακτηρισμό του ανταλλάξιμου στο επίδικο ακίνητο, έχοντας ως μοναδικό στοιχείο τη γειτνίαση της μείζονος εκτάσεως, στην οποία εμπίπτει αυτό, με άλλα ακίνητα τα οποία είχαν χαρακτηρισθεί ως ανταλλάξιμα.
Αυτό άλλωστε επιβεβαίωσε και ο προτεινόμενος από το εφεσίβλητο-εναγόμενο μάρτυρας Ν. Τ., υπάλληλος της Κτηματικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης, ο οποίος κατέθεσε ότι δεν υφίσταται τίτλος στο όνομα του Ι. Χ. αλλά η κατάληψη έγινε "κατά κάποιο τρόπο επαγωγικά. Επειδή, δηλαδή για τα όμορα από το επίδικο κτήματα υπήρχαν τίτλοι στο όνομα Ι.
Χ. θεωρήσαμε ότι και το επίδικο, ότι ανήκει σε αυτόν". Μετά την πάροδο 29 ετών και ειδικότερα το έτος 1985 η ΔΑΠ Θεσσαλονίκης με την αιτιολογία ότι τα πιο πάνω γειτονικά ακίνητα χαρακτηρίστηκαν ανταλλάξιμα, εξέδωσε το προαναφερθέν υπ' αριθμ. 1545/16-9-1985 πρωτόκολλο κατάληψης, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή της κανένα άλλο στοιχείο, από το οποίο να προκύπτει ότι η έκταση αυτή ανήκε στον ανταλλαγέντα μουσουλμάνο Ι.
Χ. ή σε οποιονδήποτε άλλο ανταλλαγέντα μουσουλμάνο, ή εν πάση περιπτώσει οποιοδήποτε άλλο στοιχείο το οποίο βάσιμα θα μπορούσε να προσδώσει τον χαρακτηρισμό του ανταλλάξιμου. Το εφεσίβλητο-εναγόμενο προβάλλει δικαιώματα για πρώτη φορά το έτος 1985, που συνέταξε το προαναφερθέν 1545/1985 πρωτόκολλο της ΔΑΠ Θεσσαλονίκης.
Πριν το έτος αυτό δεν άσκησε διακατοχικές πράξεις στο επίδικο, ούτε αμφισβήτησε τα δικαιώματα της ενάγουσας και των δικαιοπαρόχων της. Οι μάρτυρές του καταθέτουν για την έλλειψη δικατοχικών πράξεων του εφεσιβλήτου-εναγομένου στο επίδικο και την έλλειψη τίτλων Μουσουλμάνου Ι. Χ.. Οι ίδιοι μάρτυρες κατέθεσαν ότι η αρμόδια υπηρεσία έχει προβεί στην κατάληψη του επιδίκου το 1985, μαζί με την όλη περιοχή "... ", διότι όλα τα γύρω λοιπά ακίνητα είχαν καταληφθεί με πρωτόκολλα ως ανταλλάξιμα κτήματα, κάποια από τα οποία φερόταν ως εξουσιαζόμενα από τον Ι.
Χ., καθώς και ότι η ενάγουσα άσκησε προσφυγή στο αρμόδιο γνωμοδοτικό Συμβούλιο, που δεν έχει αποφανθεί για την ύπαρξη ή μη δικαιωμάτων της στο επίδικο. Αντίθετα, οι μάρτυρες της ενάγουσας κατέθεσαν με πληρότητα ότι η περιοχή "... ", όπου και το επίδικο, πριν την 20-5-1917 εξουσιάστηκε συνεχώς επί δεκαετία χωρίς αμφισβήτηση από τους προαναφερθέντες απώτατους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας ιδιώτες, κατοίκους Π, ως καλλιεργήσιμη δημόσια γαία της κυριότητας του Οθωμανικού Κράτους.
Άλλωστε, ενδεικτικό του ότι όλες οι εκτάσεις της περιοχής, και συνεπώς και το επίδικο, είχαν περιέλθει σε ιδιώτες και δεν ανήκαν στο Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου, είναι και το γεγονός ότι ουδεμία άλλη υπηρεσία του Δημοσίου, πλην του γραφείου ΔΑΠ Θεσσαλονίκης, είχε ποτέ ενδιαφερθεί για την τύχη του και μάλιστα, όταν η ευρύτερη έκταση, μεταξύ των δύο κλάδων του ρέματος …, διαχωρίστηκε σε οικόπεδα και ανεγέρθηκαν σε αυτά οικίες που αποτέλεσαν ολόκληρο οικισμό, ο αρμόδιο έφορος δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια, όπως σύνταξη πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής βάσει του άρθρου 115 του Ν/Δτος της 11/22-11-1929, στην οποία όφειλε να προβεί εάν υπήρχε αυθαίρετη κατάληψη κτήματος που είχε περιέλθει στο Ελληνικό Δημόσιο κατά διαδοχή του Οθωμανικού Δημοσίου.
Η πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου περί του ότι το επίδικο ακίνητο καθώς και η μείζονα έκταση, στην οποία εμπίπτει, αποτελούσε καλλιεργήσιμη έκταση και είχε περιέλθει με υπερδεκαετή έως το 1917 εξουσίαση στην κυριότητα των προαναφερομένων ιδιωτών, δεν αναιρείται από το υπ' αριθμ. πρωτ. ΔΔ 2895/8.10.2001 έγγραφο Δ/νσης Δασών Θεσσαλονίκης Τμήμα Δασικών Χαρτογραφήσεων, που αναφέρεται στην ερμηνεία αεροφωτογραφιών που διαλαμβάνονται στο έγγραφο αυτό, διότι οι αεροφωτογραφίες αυτές δεν απεικονίζουν την υφιστάμενη κατάσταση της πιο πάνω μείζονος εκτάσεως κατά το έτος 1914, που απελευθερώθηκε η Μακεδονία και εν προκειμένω αποτελεί τον κρίσιμο χρόνο, αλλά ανάγονται σε πολύ μεταγενέστερα χρονικά διαστήματα και συγκεκριμένα στα έτη 1945 και 1960.
Ειδικότερα δε από τις αεροφωτογραφίες λήψης του έτους 1945 και του έτους 1960, στις οποίες απεικονίζεται η πιο πάνω έκταση με υδροχαρή βλάστηση στην κοίτη και γυμνό πρανές και τη στηριζόμενη σ' αυτές προαναφερθείσα έκθεση φωτοερμηνείας δεν μπορεί να στηριχθεί με ασφάλεια κρίση ότι και πριν από 28-38 έτη από τη λήψη του 1945 και 43-58 έτη από τη λήψη του 1960, δηλαδή κατά τη δεκαετία 1907-1917, η ευρύτερη περιοχή των 12.540 τ.μ.
παρουσίαζε την ίδια βλάστηση και ότι δεν υφίστατο καλλιέργεια με σιτηρά της υπό εξέταση περιοχής, ενόψει και του ότι, όπως είναι γνωστό, κατά τον Β' παγκόσμιο πόλεμο πολλές καλλιεργούμενες εκτάσεις εγκαταλείφθηκαν, έπαυσαν να καλλιεργούνται λόγω του πολέμου και αναπτύχθηκε σ' αυτές δασική ή χορτολιβαδική ή άλλου είδους βλάστηση.
Εξάλλου, το γεγονός ότι ακολούθως στις αεροφωτογραφίες του έτους 1978 εμφανίζεται κτίσμα στο επίδικο υπ' αριθμ. 16 οικόπεδο ενισχύει την κρίση ότι μετά την άτυπη αγορά του επιδίκου από τον δικαιοπάροχο πατέρα της ενάγουσας το έτος 1956 και την άτυπη το έτος 1975 μεταβίβασή του στην ενάγουσα, η τελευταία ανήγειρε σ' αυτό το προαναφερόμενο κτίσμα-οικία.
Περαιτέρω, πρέπει να λεχθεί ότι αναγνωριστικές αγωγές ομοίου με την ένδικη αγωγή περιεχομένου, είχαν ασκήσει στο παρελθόν και άλλοι κάτοχοι οικοπεδικών τμημάτων της πιο πάνω μείζονος έκτασης, για την οποία εκδόθηκε το προαναφερόμενο πρωτόκολλο κατάληψης, επί των οποίων εκδόθηκαν τελεσίδικες αποφάσεις του Δικαστηρίου αυτού, με τις οποίες έγινε δεκτό ότι όλη η πιο πάνω έκταση για την οποία εκδόθηκε το προαναφερόμενο πρωτόκολλο, στην οποία εμπίπτει και το επίδικο, δεν ανήκε σε ανταλλαγέντα μουσουλμάνο, αλλά αποτελούσε καλλιεργήσιμη έκταση που είχε περιέλθει με υπερδεκαετή έως το 1917 εξουσίαση στην κυριότητα των προαναφερομένων ιδιωτών-κατοίκων Π και έτσι ήταν επιδεκτική χρησικτησίας και ακολούθως αναγνωρίστηκαν κύριοι των ανωτέρω γειτονικών ακινήτων, οι οποίοι τα νέμονταν με διάνοια κυρίου επί εικοσαετία τουλάχιστον έως τη σύνταξη του εν λόγω πρωτοκόλλου.
Η ενάγουσα, προσμετρώντας την ίδια αυτής νομή από το 1975 και μετέπειτα έως την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, στη νομή του άμεσου δικαιοπαρόχου της από το έτος 1956, με τη συμπλήρωση συνεχούς εικοσαετούς νομής (το βραδύτερο στο τέλος του 1976), έγινε κυρία του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, ενώ ο ισχυρισμός του εναγομένου Δημοσίου περί του ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε σ' αυτό ως ανταλλάξιμη περιουσία, διότι ανήκε στον προαναφερθέντα μουσουλμάνο, άλλως ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου, διότι αποτελούσε δημόσια γαία και έτσι ήταν ανεπίδεκτο χρησικτησίας, είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως αποδείχθηκε, αυτό αποτελούσε καλλιεργήσιμη γαία και είχε ήδη περιέλθει στην κυριότητα των προαναφερομένων εξουσιαστών-απώτερων δικαιοπαρόχων της ενάγουσας, κατά τα προαποδειχθέντα...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη στην ουσία της την ένσταση του αναιρεσείοντος περί ιδίας κυριότητας στο επίδικο και έκανε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αντένσταση της αναιρεσίβλητης για την κυριότητα που απέκτησαν επί του επιδίκου οι απώτεροι δικαιοπάροχοί της, καθώς το εξουσίαζαν συνεχώς επί μία δεκαετία χωρίς αμφισβήτηση πριν την 20-5-1917 ως καλλιεργήσιμη δημόσια γαία και συνακόλουθα έκανε δεκτή την αγωγή της αναιρεσίβλητης.
Με το μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, προσδίδοντας με την απόφασή του την έννοια της καλλιεργήσιμης γης, που μόνο αυτή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 78 του Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών" της 7 Ραμαζάν 1274, είναι επιδεκτική εξουσίασης με δεκαετή καλλιέργεια, σε έκταση ανεπίδεκτη καλλιέργειας, όπως η επίδικη, η οποία, σύμφωνα με την με αριθμό πρωτ.
ΔΔ 2895/8-10-2001 έκθεση ερμηνείας αεροφωτογραφιών της Διεύθυνσης Δασών Θεσσαλονίκης, αλλά και σύμφωνα με τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης αποτελούσε την κοίτη και το πρανές χειμάρρου, ήτοι έκταση που ως εκ της φύσης και του προορισμού της, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, είναι ανεπίδεκτη καλλιέργειας, εφόσον κατακλύζεται περιοδικά από ορμητικά νερά που καθιστούν αδύνατη οιαδήποτε καλλιέργεια.
Ότι με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως αποδεδειγμένο τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης ότι δήθεν οι φερόμενοι ως δικαιοπάροχοί της καλλιεργούσαν την επίδικη έκταση επί δεκαετία πριν την 20.5.1917, αποκτήσαντες έτσι δικαίωμα εξουσίασης επ' αυτής και να απορρίψει τον έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ισχυρισμό του περί μη καλλιέργειας της επίδικης έκτασης από τους δικαιοπαρόχους της αναιρεσίβλητης και συνακόλουθα, λόγω της ιδιότητας της επίδικης έκτασης ως έκτασης ανήκουσας στο Ελληνικό Δημόσιο ως διαδόχου του Τουρκικού Δημοσίου δικαιώματι πολέμου, του ανεπίδεκτου χρησικτησίας αυτής.
Ο λόγος, όμως, αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Και τούτο διότι, το αναιρεσείον ισχυρίζεται ουσιαστικά ότι το Εφετείο παρέλειψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για να διαγνώσει αν συντρέχουν τα περιστατικά που επικαλέστηκε η αναιρεσίβλητη για τη θεμελίωση του αυτοτελούς ισχυρισμού της για την επί δεκαετία χωρίς αμφισβήτηση καλλιέργεια της επίδικης έκτασης προ του 1917 και συνακόλουθα για την κτήση της κυριότητας επ' αυτής από τους απώτερους δικαιοπαρόχους της, αρχικά κατά τα 4/5 και στη συνέχεια το κατά το υπόλοιπο 1/5, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 78 του Οθωμανικού Νόμου περί γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274, που διατηρήθηκε σε ισχύ στις Νέες Χώρες, όπως η Μακεδονία, όπου βρίσκεται το επίδικο, με το άρθρο 2 παρ. 4 του Ν. 147/1914, σε συνδυασμό με το άρθρο 2 του διατάγματος 2468/10-5-1917 της προσωρινής Κυβερνήσεως της Θεσσαλονίκης, που κυρώθηκε με το Ν. 1072/1917, σε συνδυασμό με τα άρθρα 49 επ.
Ν. 2052/1920, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 101-104 του διατάγματος της 11/12-11-1929, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 Ν. 4226/1929, όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του Ν. 1540/1938. Οι αποδιδόμενες, δηλαδή, στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις αναφέρονται ευθέως στην παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και στην εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων και όχι στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών περιστατικών σε αυτούς, ώστε να ιδρυθεί εν προκειμένω, σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομική σκέψη, η επικαλούμενη παράβαση του άρθρου 559 αρ. 1 εδ.
β' ΚΠολΔ. Κατά συνέπεια και κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά το βάσιμο αίτημα της τελευταίας, τα οποία, ωστόσο, θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957, σε συνδυασμό με την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-02-2019 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 567/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Απριλίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ