Legislator Case Law & Legislation
551/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against consumer loan judgment due to lack of procedural grounds and inadmissible arguments.

Case Number 551/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's judgment regarding consumer loans. The appellant argued that the court failed to verify her solvency and relied on insufficient evidence, but the court held that the lower court's factual assessment was not subject to appellate review. Consequently, the appeal was rejected because the appellant's claims were procedurally inadmissible and substantively unfounded given the clear evidence of her insolvency at the time of borrowing.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560, 561, 562 of the Code of Civil Procedure; Article 8 of Law 3869/2010: Appeals against judgments in voluntary jurisdiction proceedings are inadmissible if they challenge the factual assessment of evidence or the application of substantive law without meeting strict procedural requirements.

Keywords

AI generated
consumer loan contract insolvency assessment appellate review limits procedural inadmissibility voluntary jurisdiction evidence evaluation legal costs waiver

Cited Legislation

AI generated
Article 560, paragraph 6 of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 562 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3, item 5 of the Code of Civil Procedure
Article 3, paragraph 2, item b of Law 3869/2010
Article 8, paragraph 6, item b of Law 3869/2010
Article 1, paragraph 1 of Law 3868/2010

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1446/2018
Supreme Court Case 286/2017
Supreme Court Case 65/2017
Supreme Court Case 951/2015
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 551 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 551/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ. Κ. του Θ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Βαγενά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρείας διαχείρισης πιστωτικών καρτών με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που έδρευε στην …., εκπροσωπείται δε νόμιμα από την εταιρεία με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...

ΑΕ", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... EFG", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, ατομικά κι ως οιονεί καθολικής διαδόχου της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... α.τ.ε.", 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην ….

και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ" και με διακριτικό τίτλο "... AΕ", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, ατομικά κι ως οιονεί καθολικής διαδόχου της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που έδρευε στην Αθήνα και εκπροσωπείτο νόμιμα, 6) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", που εδρεύει στην ….

και εκπροσωπείται νόμιμα και 7) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παναγόπουλο, η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, το 6ο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και η 7η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Σαραντόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 1η, 4η και 5η δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-8-2012 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 72/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 152/2014 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-5-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των 2ης και 6ου των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 12-5-2017 (αρ. κατ. 3/2017) αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά των αναιρεσιβλήτων τραπεζικών εταιρειών και προσβάλλει την υπ' αριθμ. 152/2014 οριστική απόφαση του ως Εφετείο δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, η οποία εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 του Ν. 3869/2010, σε συνδυασμό 739 επ. ΚΠολΔ), ερήμην της τότε 1ης εφεσίβλητης - 1ης καθής η αίτηση τραπεζικής εταιρείας διαχείρισης πιστωτικών καρτών, με την επωνυμία ... AE και ήδη 1η αναιρεσίβλητη.

Συνεπώς, για την παραδεκτή άσκηση της αίτησης αναίρεσης πρέπει να ερευνηθεί το ζήτημα της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την ανωτέρω τραπεζική εταιρεία, που δικάστηκε ερήμην στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.

Κατά τη διάταξη του άρθρ. 553 παρ. 1 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Έτσι η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (ΟλΑΠ 15/2001), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ` αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρ. 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρ. 513 παρ. 1 εδ.

β' περ. β' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ` αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (ΟλΑΠ 11/1998), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 154/2017, ΑΠ 1049/2017, ΑΠ 180/2014, ΑΠ 12/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) για την έρευνα του ανωτέρω δικονομικού ζητήματος της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με την 1η αναιρεσίβλητη, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της αίτησης αναίρεσης, ως δικογράφου (άρθρ. 577 παρ. 1, σε συνδ. 553 παρ. 1 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε ερήμην της εταιρείας με την επωνυμία ...

AE και ήδη 1η αναιρεσίβλητη, η οποία, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. σελ. 3 αυτής) είχε κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παρασταθεί στη δικάσιμο της 8-4-2014 ενώπιον του ως Εφετείο δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών και ότι η συζήτηση της υπόθεσης (στην ανωτέρω δικάσιμο) χώρησε σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρ. 754 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε τότε, πριν την τροποποίησή του με τον Ν. 4335/2015, που ισχύει από 1-1-2016).

Επομένως, ως προς την ανωτέρω τραπεζική εταιρεία, (η οποία είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα) και ήδη 1η αναιρεσίβλητη η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί πλέον τελεσίδικη, εφόσον, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας. Συνακόλουθα, η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά, ως δικόγραφο, (κατ' άρθρ. 553 παρ. 1, σε συνδ. 741 και 769 ΚΠολΔ), ως προς την ανωτέρω 1η αναιρεσίβλητη και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς αυτήν.

Εξάλλου, αναφορικά με την εμπρόθεσμη άσκηση της αίτησης αναίρεσης κατ' άρθρ. 564 ΚΠολΔ, που είναι επίσης, στοιχείο του παραδεκτού αυτής ως δικόγραφο (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), από την επομένη ημέρα της τελεσιδικίας, δηλαδή από 14-5-2014 (δημοσίευση της προσβαλλομένης απόφασης 13-5-2014), άρχισε να τρέχει η τριετής αποσβεστική προθεσμία για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, (άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως επίσης ίσχυε τότε πριν την τροποποίησή του με το Ν. 4335/2015, κατά τον οποίο από 1-1-2016 η προθεσμία για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, όταν δεν έχει επιδοθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι πλέον διετής).

Η τριετία συμπληρωνόταν στις 14-5-2017 και η αναίρεση κατατέθηκε στις 12-5-2017 ενώπιον του ως Εφετείο δικάσαντος ως άνω Δικαστηρίου (βλ. την υπ' αρ. 3/2017 έκθεση κατάθεσης της αρμόδιας Γραμματέως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών), δηλαδή εντός της τριετίας, αλλά μετά την πάροδο της διετούς προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1-1-2016 με το Ν. 4335/2015, η οποία έληγε στις 14-5-2016.

Πλην όμως, όπως έχει κριθεί με την υπ' αριθμ. 10/2018 απόφαση της Ολομέλειας του παρόντος δικαστηρίου, επί αιτήσεων αναιρέσεων, που έχουν κατατεθεί μετά την 1-1-2016 (όπως η ένδικη αίτηση αναίρεσης) και απευθύνονται κατά αποφάσεων, που δημοσιεύτηκαν πριν από την 1-1-2016 (όπως η προσβαλλόμενη απόφαση) εξακολουθεί να ισχύει η τριετής αποσβεστική προθεσμία.

Κατόπιν τούτου η ένδικη αίτηση αναίρεσης ως δικόγραφο είναι εμπρόθεσμη και παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1545/2017, ΑΠ 242/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσδιορίστηκε για να συζητηθεί στη σημερινή δικάσιμο, ημέρα Παρασκευή και ώρα 09:30' με αριθμό πινακίου 8, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (άρθρο 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ) και ορίσθηκε προθεσμία κοινοποίησης αυτής προ εξήντα (60) ημερών.

Εξάλλου, από την υπ' αρ. …01/26-6-2018 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Κ. Π., καθώς επίσης, από τις υπ' αρ. …56Γ', …58Γ' και …57Γ'/22-6-2018 εκθέσεις επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Ν. Ζ., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα η αναιρεσείουσα προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του Φώτιου Βαγενά, πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, αυτή κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρο 129 παρ. 1 ΚΠολΔ) στις 1η, 4η και 5η των αναιρεσιβλήτων τραπεζικών εταιρειών, με την επωνυμία ...

AE, ... και ... ΑΕ, αντίστοιχα. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν οι 1η, 4η και 5η των αναιρεσιβλήτων, ούτε κατέθεσαν δήλωση μη παράστασης κατ' άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως η επισπεύδουσα τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναιρεσείουσα και οι λοιπές αναιρεσίβλητες τράπεζες.

Επομένως, αφού οι 1η, 4η και 5η των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 περ. γ' ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους λοιπούς διαδίκους, που εκπροσωπούνται νόμιμα από πληρεξούσιο δικηγόρο και παρά την απουσία αυτών.

Κατόπιν τούτου, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, όπως αυτό διαμορφώθηκε με το άρθρο 85 στ. Α' εδ. 1 του Ν. 3996/2011 και το άρθρο 20 παρ. 15 του Ν. 4019/2011 (για τη ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών τους δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών αυτών και την απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του.

Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από την γενική θεωρεία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος προβλέπεται στην διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του.

Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια.

Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης.

Επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει τον δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (Ολ.ΑΠ 4/2010, Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (ΑΠ 677/2010).

Δόλο κατά συνέπεια συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ.

Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.

Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις, που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.

Περαιτέρω από την διατύπωση της παρ. 1 εδ. α' του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσον κατά τον χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσον και κατά τον χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.

Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/ 2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.

Επομένως η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας την διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από την χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.

Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.

Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου.

Εξ άλλου, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου επικαλείται και αποδεικνύει ο πιστωτής, η νομοθετική αυτή ρύθμιση τάσσεται προς το συμφέρον των πιστωτών. Επομένως, την ύπαρξη του δόλου ερευνά το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο, όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά από πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον σχετικό ισχυρισμό κατ' ένσταση και βαρύνεται με την απόδειξη αυτής (ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 153/2017).

Από τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δίκαιου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, η αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε η την άρνησή της. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 1133/2018, ΑΠ 1195/2017, ΑΠ 91/2015).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ή, αναλόγως,του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ή αναλόγως του άρθρου 560 αρ.6 ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012, ΑΠ 1351/ 2011).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον 'Αρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1384/2018, ΑΠ 198/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα - αιτούσα την υπαγωγή της στον Ν. 3869/2010 αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 Ν. 3869/2010 με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κατάγνωσης σε βάρος της δόλου, κατά το χρόνο ανάληψης των δανειακών της υποχρεώσεων, ενώ θα έπρεπε να δεχθεί, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, ότι δολιότητα νοείται μόνον για το χρόνο μετά την ανάληψη των δανειακών υποχρεώσεων προς τις πιστώτριες τράπεζες.

Επίσης, με τον συναφή 2ο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο παραβίασε και εκ πλαγίου την ίδια ως άνω ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 1 Ν. 3869/2010 με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την κατάγνωση σε βάρος της δόλου κατά την ανάληψη των δανειακών της υποχρεώσεων.

Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι η 2η αναιρεσίβλητη με την επωνυμία ..., όπως παρίσταται νόμιμα, προέβαλε την ένσταση απαραδέκτου του 2ου αναιρετικού λόγου, διότι, όπως ισχυρίζεται, η διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το Ν. 4335/2015, ο οποίος ισχύει από 1-1-2016, δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην ένδικη υπόθεση, διότι, κατά τον κρίσιμο (κατά την άποψή της) χρόνο της δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης (13-5-2014) δεν ίσχυε ο Ν. 4335/2015, αλλά η προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, η οποία δεν προέβλεπε την πλημμέλεια από τον αριθμό 6, που είναι ταυτόσημη με το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ.

Η ένσταση αυτή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, διότι σύμφωνα με την παράγραφο 2 του 9ου άρθρου του Ν. 4335/2015 η διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 4335/2015, εφαρμόζεται για τα ένδικα μέσα, που κατατίθενται από 1-1-2016, όπως δηλαδή η ένδικη αίτηση αναίρεσης, η οποία κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών, που δίκασε ως Εφετείο, στις 12-5-2017 και έλαβε αριθμό κατάθεσης 3 (βλ.

την επισημείωση της αρμόδιας γραμματέα στην τελευταία σελίδα αυτής). Περαιτέρω από την επιτρεπτή επισκόπηση (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει, ότι η αναιρεσείουσα άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Σερρών την από 21-8-2012 (αρ. κατ. 121/27-9-2012) αίτηση με την οποία επικαλούμενη ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών της προς τις καθών η αίτηση πιστώτριες τραπεζικές εταιρείες και ήδη αναιρεσίβλητες, ζήτησε τη διευθέτηση των οφειλών της από το Δικαστήριο σύμφωνα με το σχέδιο που είχε υποβάλει, αφού ληφθεί υπόψη η οικογενειακή περιουσιακή της κατάσταση και τα εισοδήματα της ίδιας και του συζύγου της, όπως αναλυτικά περιέγραφε αυτά στην αίτησή της, καθώς επίσης να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης παρενέβη προσθέτως υπέρ της αιτούσας ο σύζυγός αυτής, Θ. Α. του Μ. με την ιδιότητά του ως εγγυητής στο δάνειο που είχε χορηγήσει η ήδη 2η αναιρεσίβλητη τράπεζα. Το κεφάλαιο αυτό δεν αφορά την παρούσα αναιρετική δίκη. Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η υπ'αρ. 72/2013 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Σερρών, η οποία απέρριψε την αίτηση ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου η αναιρεσείουσα - αιτούσα άσκησε την από 23-1-2014 (αρ. κατ. 5/27-1-2014) έφεση για λόγους, που αφορούσαν σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων και εσφαλμένη εφαρμογή του Νόμου από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επικουρικά, προέβαλε την αντένσταση συνυπαιτιότητας των τραπεζικών εταιρειών κατ' άρθρ. 300 ΑΚ προς αντίκρουση της ένστασης αυτών περί δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε κατάσταση αδυναμίας των δανειακών της υποχρεώσεων.

Ακολούθως, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε την έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη με την κατάγνωση σε βάρος της εκκαλούσας - αιτούσας και ήδη αναιρεσείουσας δόλου (άμεσου) κρίνοντας ειδικότερα, ότι ηθελημένα (εν γνώσει της) ανέλαβε δανειακές υποχρεώσεις (στεγαστικά, καταναλωτικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες), που αδυνατούσε να αποπληρώσει και ότι το σημαντικότερο μέρος των οφειλών της, πλην του στεγαστικού δανείου, προέκυψε από δάνεια που αυτή έλαβε, προκειμένου να καλύψει οφειλές του συζύγου της (προς την εφορία και ασφαλιστικές εισφορές) και να χρηματοδοτήσει την νέα επαγγελματική του δραστηριότητα, ως πλανώδιου πωλητή, εξασφαλίζοντας βραχυπρόθεσμη οικονομική ενίσχυση του οικογενειακού εισοδήματος, γνωρίζοντας ενόψει του εισοδήματός της, ότι αδυνατεί να αποπληρώσει τις δανειακές της υποχρεώσεις αποδεχόμενη το αποτέλεσμα αυτό.

Πιο συγκεκριμένα, το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κατ' ακριβή λεκτική αντιγραφή: "...H αιτούσα είναι κάτοικος ..., 53 ετών και συνταξιούχος υπάλληλος του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων, λαμβάνει δε μηνιαία σύνταξη ύφους ποσού 1.012,80 ευρώ, ενώ από το έτος 2016 θα λάβει και επικουρική σύνταξη ύψους μεταξύ 180 και 200 ευρώ.

Το ως άνω ποσό αποτελείτο μοναδικό της έσοδο, ενώ και ο σύζυγός της έχει μηδενικά εισοδήματα κατά τον παρόντα χρόνο. Από την άλλη πλευρά, οι οφειλές της αιτούσας είναι υψηλές σε σχέση με το εισόδημά της, ανερχόμενες σε οφειλή ύψους τουλάχιστον

α) 2.054,75 ευρώ προς την πρώτη των εφεσιβλήτων, προερχόμενη από πιστωτικές κάρτες,

β) 10.578,68 ευρώ προς την δεύτερη των εφεσιβλήτων, προερχόμενη από πιστωτικές κάρτες,

γ) 190.729,38 ευρώ προς την τρίτη των εφεσιβλήτων, προερχόμενη από στεγαστικό δάνειο,

δ) 136,83 ευρώ, προερχόμενη από πιστωτικές κάρτες και καταναλωτικά δάνεια, και 23.109,25 ευρώ, προερχόμενη από στεγαστικό δάνειο, προς την τέταρτη των εφεσιβλήτων,

ε) 12.994,88 ευρώ προς την πέμπτη των εφεσιβλήτων, προερχόμενη από καταναλωτικό δάνειο,

στ) 5.507,26 ευρώ προς το "... Α.Τ.Ε.", στην θέση του οποίου έχει υπεισέλθει ως καθολική διάδοχος η τέταρτη των εφσιβλήτων δυνάμει της υπ' αριθμόν Κ2-7651/27.12.2013 Υ.Α. του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας,

ζ) 22.688,87 ευρώ προς την έκτη των εφεσιβλήτων, προερχόμενη από δάνειο,

η) 18.216,42 ευρώ προς το έβδομο των εφεσιβλήτων, προερχόμενη από επισκευαστικό δάνειο, και

θ) 5.182,88 ευρώ προς την όγδοη των εφεσιβλήτων, προερχόμενη από δάνειο αγοράς αυτοκινήτου και πιστωτικές κάρτες. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ότι η αιτούσα έχει μεν περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της, πλην όμως προκάλεσε η ίδια την κατάσταση αυτή με την λήψη δανείων, των οποίων η αποπληρωμή ήταν προδήλως αδύνατη.

Οδηγήθηκε δε στην κρίση αυτή αφ' ενός εν όψει του ότι το μηνιαίο ποσό των δόσεων για την αποπληρωμή των ως άνω οφειλών της ενάγουσας υπερκάλυπτε το εισόδημά της, εν όψει και του γεγονότος ότι το οικογενειακό εισόδημα αυτής αποτελούσε μόνον ο μισθός της αρχικά και πλέον η σύνταξή της ως υπαλλήλου του Ι.Κ.Α., αφ' ετέρου διότι η ίδια η αιτούσα, η οποία εξετάστηκε ανωμοτί στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατέθεσε ότι το μεγαλύτερο μέρος των οφειλών της προέκυψε διότι λάμβανε πιστώσεις από τραπεζικά ιδρύματα προκειμένου να χρηματοδοτεί τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του συζύγου της.

Με την κρινόμενη έφεση η αιτούσα και ήδη εκκαλούσα παραπονείται ότι υπήρξε εσφαλμένη καταχώριση των λεγομένων της στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου από την γραμματέα, με αποτέλεσμα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο να εκτιμήσει κακώς αυτά, καταλήγοντας στην κρίση ότι έλαβε τα δάνεια γνωρίζοντας ότι δεν μπορούσε να τα αποπληρώσει.

Επίσης, ισχυρίζεται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο υπήγαγε εσφαλμένα στον νόμο τα πραγματικά περιστατικά, δεδομένου ότι η ίδια έλαβε τα δάνεια προσδοκώντας βάσιμα στα μελλοντικά εισοδήματα του συζύγου της για την αποπληρωμή τους, η δε ματαίωση της προσδοκίας αυτής και η συνεπακόλουθη αδυναμία πληρωμής οφείλεται σε κακή εκτίμηση των οικονομικών δυνατοτήτων της οικογένειάς της, δηλαδή σε αμέλεια και όχι σε δόλο.

Αναφορικά με τον ισχυρισμό της αιτούσας περί ανακρίβειας των πρακτικών συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αυτός προβάλλεται αλυσιτελώς, δεδομένου ότι τα πρακτικά αποτελούν κατ' άρθρο 259 § 1 ΚΠολΔ πλήρη απόδειξη ως προς το περιεχόμενο της συζήτησης, ανταπόδειξη δε επιτρέπεται κατ' άρθρο 438 εδ.

β' ΚΠολΔ μόνο με προσβολή αυτών ως πλαστών. Κατά τα λοιπά, δέον να σημειωθούν τα ακόλουθα: Η αιτούσα υπήρξε υπάλληλος του Ι.Κ.Α. και ελάμβανε κατά το παρελθόν ένα σταθερό μηνιαίο ποσό ως μισθό, σήμερα δε λαμβάνει επίσης ένα σταθερό μηνιαίο ποσό ως σύνταξη, ενώ ο σύζυγός της είναι έμπορος, ο οποίος είχε δημιουργήσει σημαντικές οφειλές από την δραστηριότητά του αυτή.

Το σημαντικότερο μέρος των οφειλών της αιτούσας, την ρύθμιση των οποίων αιτείται με την κρινόμενη αίτηση, πλην του στεγαστικού δανείου, προέκυψε από δάνεια που έλαβε αυτή προκειμένου να καλύψει οφειλές του συζύγου της και να χρηματοδοτήσει την νέα επαγγελματική του δραστηριότητα ως πλανόδιου πωλητή.

Η αιτούσα ισχυρίζεται ότι προέβη στην ενέργεια αυτή προσδοκώντας ότι με τα μελλοντικά εισοδήματα του συζύγου της θα αποπλήρωνε τις οφειλές της και αποδίδει το γεγονός ότι αυτό δεν συνέβη σε κακή εκτίμηση ίων δυνατοτήτων τους, ήτοι σε αμέλεια. Πλην όμως, όπως η ίδια κατέθεσε κατά την εξέτασή της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όλες οι επιχειρηματικές δραστηριότητες του συζύγου της κατά το παρελθόν δεν υπήρξαν επιτυχείς, ενώ η τελευταία, για την οποία διέθεσε και μέρος του εφάπαξ που εισέπραξε κατά την συνταξιοδότησή της, άρχισε σε καιρό σφοδρής οικονομικής κρίσης, που ουδόλως ευνοούσε την έναρξη νέων εμπορικών εγχειρημάτων.

Άλλωστε, επίσης κατά τα λεγόμενα της ιδίας, το συνολικό ύψος των δόσεων για την αποπληρωμή των οφειλών της είχαν φθάσει τα ποσά των 2.500 και 3.000 ευρώ μηνιαίως, ενώ παράλληλα κατέβαλαν ποσά και για τις προϋπάρχουσες οφειλές του συζύγου της και έπρεπε να συντηρηθεί και η οικογένειά τους, όλα αυτά δε σε χρόνο που το μοναδικό τους εισόδημα ήταν ο μισθός της αιτούσας, η οποία συνέχιζε να λαμβάνει τραπεζικά δάνεια και να χρησιμοποιεί πιστωτικές κάρτες.

Από τα ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι η αιτούσα δημιούργησε τις οφειλές αυτές γνωρίζοντας ότι δεν θα μπορέσει να τις αποπληρώσει, όπως εξάλλου η ίδια κατέθεσε ρητά κατά την ανωμοτί εξέτασή της. Ο ισχυρισμός της ότι τα ποσά που έλαβε από τα τραπεζικά ιδρύματα δεν δαπανήθηκαν σε πολυτελή διαβίωση της ίδιας ή για αγορές καταναλωτικών αγαθών, ισχυρισμό τον οποίο το παρόν Δικαστήριο δεν αμφισβητεί, δεν αναιρεί το γεγονός ότι αυτή ηθελημένα ανέλαβε υποχρεώσεις τις οποίες ήταν σχεδόν βέβαιο ότι δεν θα μπορούσε να εκπληρώσει και αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, δηλαδή υπό το κράτος της πίεσης των χρεών του συζύγου της εξασφάλισε την βραχυπρόθεσμη οικονομική ενίσχυση του οικογενειακού της εισοδήματος εν γνώσει της ότι με τον τρόπο αυτό έλαβε χρήματα τα οποία κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν θα επέστρεφε ποτέ στους δανειστές της.

Ούτε άλλωστε προέκυψε ότι η μη αποπληρωμή των χρεών οφείλεται σε αλλαγή των συνθηκών, οφειλόμενη είτε σε παράγοντες είτε εξωγενείς είτε εντός της ευθύνης της αιτούσας, καθώς οι παράμετροι που επηρέαζαν την οικονομική κατάσταση αυτής, ιδιαίτερα το χαμηλό σε σχέση με το ύψος των οφειλών εισόδημά της, η έλλειψη εισοδημάτων και η ύπαρξη χρεών του συζύγου της και οι οικογενειακές του ανάγκες, προϋπήρχαν της δημιουργίας των οφειλών της αιτούσας και παρέμειναν κατά το μάλλον ή το ήττον αναλλοίωτες κατά την διάρκεια αυτής.

Κατόπιν όλων αυτών, το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι η εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ορθά, δεχόμενο ότι η αιτούσα δεν περιήλθε σε αδυναμία πληρωμής των οφειλών της χωρίς δόλο, και ο μοναδικός λόγος έφεσης, ο οποίος ανάγεται στην κακή εκτίμηση των αποδείξεων και εσφαλμένη εφαρμογή της σχετικής νομικής διάταξης από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος...".

Κρίνοντας έτσι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής της αιτούσας και ήδη αναιρεσείουσας στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010, διότι αυτή, κατά την ανάληψη των δανειακών της υποχρεώσεων, σύμφωνα με τις παραδοχές, προέβλεψε την αδυναμία αποπληρωμής αυτών, ως αναγκαία συνέπεια της πράξης της (ενόψει του ύψους του μοναδικού της εισοδήματος, αρχικά από τον μισθό της και αργότερα, από τη σύνταξή της ως υπαλλήλου του ΙΚΑ) και παρά ταύτα δεν εγκατέλειψε τον αλόγιστο δανεισμό της, αλλά συνέχισε να λαμβάνει τραπεζικά δάνεια και να χρησιμοποιεί πιστωτικές κάρτες, ορθά ερμήνευσε την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 1 Ν. 3869/2010 ως προς την κατάγνωση άμεσου δόλου, σύμφωνα με την έννοια του οποίου, όπως έχει ήδη προεκτεθεί στη νομική σκέψη της παρούσας απόφασης και παγίως η νομολογία του Δικαστηρίου τούτου δέχεται, με άμεσο δόλο πράττει και ο δανειολήπτης, που ναι μεν δεν επιδιώκει την αδυναμία αποπληρωμής των δανείων του, προβλέπει όμως ότι αυτή αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και παρά ταύτα δεν εγκαταλείπει την πράξη αυτή, αλλά συνεχίζει τον αλόγιστο δανεισμό.

Εκτός τούτου, το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο διέλαβε επίσης πλήρη και σαφή αιτιολογία ως προς το κρίσιμο ζήτημα της περιέλευσης της αναιρεσείουσας από δολιότητα σε αδυναμία πληρωμής των δανειακών της υποχρεώσεων. Πιο συγκεκριμένα, το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο με επαρκή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία προσδιορίζει

Α) το ύψος των δανειακών συμβάσεων που ανέλαβε η αιτούσα και ήδη αναιρεσείουσα, που σύμφωνα με τη μαθηματική πράξη της άθροισης, κατά τις παραδοχές του στις σελίδες 9 και 10 της απόφασής του, είχαν ανέλθει στο συνολικό ποσό των 291.199,20 ευρώ,

Β) το οικογενειακό εισόδημα, που αποτελούσε μόνο η σύνταξη της αναιρεσείουσας, ως υπαλλήλου του ΙΚΑ, ύψους 1.012,80 ευρώ, το οποίο θα αυξανόταν το έτος 2016 κατά 180 έως 200 ευρώ με την επικουρική σύνταξη αυτής,

Γ) το μηνιαίο ποσό των δόσεων που ανερχόταν σε 2.500 ευρώ μηνιαίως υπερκαλύπτοντας το οικογενειακό εισόδημα, που απαιτούνταν για τη συντήρηση της ίδιας, του συζύγου της, ο οποίος είχε μηδενικό εισόδημα και του ανηλίκου τέκνου τους (βλ. τη σελίδα 3 της αίτησης και την προτελευταία σελίδα της προσβαλλόμενης ως προς την ανηλικότητα του τέκνου),

Δ) ότι κατά το χρόνο ανάληψης των δανειακών της υποχρεώσεων προέβη σε αλόγιστο δανεισμό γνωρίζοντας, ότι δεν θα αποπληρώσει τα χρέη της προς τις πιστώτριες Τράπεζες, διότι οι οικονομικές υποχρεώσεις που ανέλαβε έναντι των πιστωτών της υπερέβαιναν τις δυνατότητές της, ενόψει της αναντιστοιχίας του εισοδήματός της. Τα περιστατικά αυτά που ανελέγκτως αναιρετικά δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση πληρούσαν το πραγματικό της ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 Ν. 3869/2010, την οποία εφάρμοσε και αρκούσαν για να καταγνωστεί δολιότητα, κατά το χρόνο της ανάληψης των δανειακών της υποχρεώσεων σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα, εφόσον σύμφωνα με την πάγια θέση της νομολογίας του Δικαστηρίου τούτου ο δόλος αντιμετωπίζεται με τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος, διότι κρίσιμο είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος, που αυτός εκδηλώθηκε. Εκτός τούτου, η προσβαλλόμενη έχει νόμιμη βάση, διότι είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στην ανωτέρω ουσιαστική διάταξη που εφάρμοσε, την οποία δεν παραβίασε ευθέως, αλλά ούτε και εκ πλαγίου.

Ας σημειωθεί, ότι η αναιρεσείουσα αιτιάται ειδικότερα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει

Α) ανεπαρκείς αιτιολογίες α) ως προς το χρόνο λήξης των δανείων, ώστε να συσχετιστούν με το εισόδημά της (μισθό) κατά την αντίστοιχη χρονική περίοδο, β) διότι δεν συνεκτίμησε ότι αυτή ήταν κυρία ενός διαμερίσματος αξίας 80.000 ευρώ και ενός καταστήματος αξίας 40.000 ευρώ, τα οποία ήταν εκτεθειμένα σε αναγκαστική εκτέλεση, εάν αυτή δεν αποπλήρωνε τις δανειακές της υποχρεώσεις, γ) διότι δεν αιτιολόγησε καθόλου την αντένσταση συνυπαιτιότητας των πιστωτριών Τραπεζών, την οποία αυτή είχε υποβάλει παραδεκτά με το εφετήριο, σε αντίκρουση της ένστασης δόλου, που είχαν προτείνει οι πιστώτριες Τράπεζες, σύμφωνα με την οποία, αν και οι πιστώτριες είχαν τη δυνατότητα με τη συνδρομή της τεχνολογίας να εξακριβώσουν, κατά τη χορήγηση των δανείων, την πιστοληπτική της ικανότητα, αμέλησαν να το πράξουν και έτσι συνετέλεσαν εξ οικείου πταίσματος κατ' άρθρ. 300 ΑΚ στην έκταση της ζημίας τους, η οποία αποκλείει τη δολιότητα του δανειολήπτη. Εκτός των ανωτέρω αιτιάσεων η αναιρεσείουσα αιτιάται επίσης ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει

Β) αντιφατικές και ενδοιαστικές αιτιολογίες α) διότι στηρίζει την κατάγνωση του δόλου στη χρηματοδότηση εκ μέρους της αναιρεσείουσας των ατυχών επιχειρηματικών δράσεων του συζύγου της (σύμφωνα με τις παραδοχές της), αν και η δραστηριότητα του πλανόδιου μανάβη δεν θεωρείται ριψοκίνδυνο επιχειρηματικό άνοιγμα, β) διότι, ενώ δέχεται ότι η μη αποπληρωμή των δανείων ήταν, κατ' ακριβή αντιγραφή της προσβαλλόμενης "σχεδόν βέβαιη", όλως αντιφατικά δέχεται ότι η αναιρεσείουσα γνώριζε ότι δεν θα αποπλήρωνε τις δανειακές της υποχρεώσεις κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τέλος

Γ) διότι η προσβαλλόμενη έχει ενδοιαστική αιτιολογία για την κατάγνωση σε βάρος της αναιρεσείουσας δόλου, με το να δεχθεί ότι είναι "σχεδόν βέβαιο" ότι αυτή δεν θα μπορούσε να αποπληρώσει τα χρέη που αναλάμβανε.

Οι ανωτέρω όμως αιτιάσεις της αναιρεσείουσας πρέπει να απορριφθούν κατά τις εξής διακρίσεις: η υπό στοιχείο Αα' αιτίαση προβάλλεται αλυσιτελώς διότι, όπως έχει εκτεθεί στη νομική σκέψη, κρίσιμο είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώνεται και αντιμετωπίζεται με τον ίδιο τρόπο, είτε κατά το χρόνο της λήξης του δανείου, είτε μεταγενέστερα.

Επίσης, η υπό στοιχείο Αγ' αιτίαση περί μη λήψης υπόψη της αντένστασης συνυπαιτιότητας των τραπεζών, είναι αλυσιτελής, διότι για την κατάγνωση του δόλου του δανειολήπτη αρκεί το υποκειμενικό στοιχείο του δικού του δόλου, χωρίς να απαιτούνται πρόσθετα στοιχεία, όπως είναι η παράλειψη των πιστωτριών να ελέγξουν την δανειοληπτική του ικανότητα.

Η αιτίαση υπό στοιχείο Αβ' περί της ακίνητης περιουσίας της αναιρεσείουσας αποτελούν επιχείρημα αυτής για την πληρέστερη, κατά την άποψή της, ανάλυση του αποδεικτικού υλικού από το Δικαστή ουσίας, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά, κατ' άρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ. Εξάλλου, όλες οι λοιπές αιτιάσεις περί δήθεν αντιφατικής και ενδοιαστικής αιτιολογίας πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως απαράδεκτες, διότι υπό την επίφαση της πλημμέλειας εκ του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το δικαστή ουσίας.

Άλλως, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες, εφόσον στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, με πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο δέχεται ότι η αναιρεσείουσα, κατά το χρόνο ανάληψης των δανείων, γνώριζε ότι δεν θα ήταν σε θέση να τα αποπληρώσει, ενόψει της αναντιστοιχίας του εισοδήματός της, με το ύψος της μηνιαίας δόσης των δανείων και με δεδομένο ότι τα χρέη του συζύγου της και οι οικογενειακές τους υποχρεώσεις προϋπήρχαν ήδη του χρόνου δημιουργίας των οφειλών της και ότι, παρόλα αυτά η αναιρεσείουσα συνέχιζε να λαμβάνει αλόγιστα τραπεζικά δάνεια και να χρησιμοποιεί πιστωτικές κάρτες, διογκώνοντας συνεχώς τα χρέη της, αν και γνώριζε ότι αδυνατούσε να τα εξυπηρετήσει.

Με τις ανωτέρω αιτιολογίες, που στηρίζουν ορθό διατακτικό, η προσβαλλόμενη απόφαση ορθά ερμήνευσε την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 Ν. 3868/2010, την οποία εφάρμοσε και συνεπώς, όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους 1ο και 2ο λόγους της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διακρίσεις.

Κατόπιν όλων αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για να ερευνηθεί, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 εδ.

Β'δ' ΚΠολΔ). Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β' Ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ.

β' του Ν. 3869/2010, κατά την οποία "...δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 951/2015).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-5-2017 (αρ. κατ. 3/2017) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 152/2014 οριστικής απόφασης του ως Εφετείο δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών (ειδική διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας). Και Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Απριλίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Μαΐου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ