Legislator Case Law & Legislation
551/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on divorce grounds, ruling no strong breakdown occurred between spouses.

Case Number 551/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a divorce suit. The appellant argued that the lower court failed to apply Article 1439 of the Civil Code correctly regarding 'strong breakdown' of the marital relationship. The court found that the evidence did not meet the statutory requirements for a strong breakdown, including the absence of abandonment or continuous separation for two years, and thus upheld the lower court's finding of no valid grounds for divorce.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1439 paragraphs 1 and 3 of the Civil Code; The court established that a finding of no strong breakdown of the marital relationship is correct when the facts do not demonstrate abandonment, continuous separation for two years, or other statutory grounds for divorce.

Keywords

AI generated
strong breakdown of marriage divorce grounds Civil Code Article 1439 marital relationship abandonment of spouse separation duration appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 1439 paragraphs 1 and 3 of the Civil Code
Article 577 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 551 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 551/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: εταιρείας με την επωνυμία "... LTD", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Χαλιακόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης: Μ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μπαβέα.

Καλουμένων των εταιρειών: 1) κυπριακής εταιρείας με την επωνυμία "... ...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) κυπριακής εταιρείας με την επωνυμία "... ...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-5-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, την από 30-5-2012 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση της ήδη αναιρεσείουσας, την από 21-6-2012 πρόσθετη παρέμβαση της εταιρείας "... ..." και την από 18-7-2012 πρόσθετη παρέμβαση της εταιρείας "... ...", που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1010/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 4224/2015 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 24-11-2015 αίτησή της και τους από 6-4-2016 πρόσθετους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Αποστολάκης ανέγνωσε την από 6-10-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν όλοι οι λόγοι της αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπ’ αριθ. 1010/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απορρίφθηκε ως αβάσιμη η αγωγή της αναιρεσείουσας με την οποία ισχυριζόταν ότι ο δικαιοπάροχός της, έχοντας βάσιμο λόγο διαζυγίου κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης συζύγου του, είχε ασκήσει κατ’ αυτής, όσο ζούσε, αγωγή διαζυγίου λόγω ισχυρού κλονισμού, με αποτέλεσμα η τελευταία να αποκλεισθεί από το κληρονομικό της δικαίωμα επί της περιουσίας του.

Ζητούσε δε να αναγνωριστεί η βασιμότητα του ανωτέρω λόγου διαζυγίου, καθώς και ότι εξ αυτού η εναγομένη δεν έχει κληρονομικό δικαίωμα. Η έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της ανωτέρω απόφασης απορρίφθηκε με την υπ’ αριθ. 4224/2015 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής η εκκαλούσα άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως με πρόσθετους λόγους, οι οποίοι είναι παραδεκτοί (άρθρα 577§1 ΚΠολΔ) διότι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 569 ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β’ ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο προβλεπόμενος απ’ αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας ενός κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ’ αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.

Δεν ιδρύεται, όμως, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο παραβιάζει μεν τα διδάγματα αυτά αλλά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης. Επομένως αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίησή τους προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν (ΑΠ 1662/2010).

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1439 παρ. 3 ΑΚ, "Εφόσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς από δύο τουλάχιστον χρόνια, ο κλονισμός τεκμαίρεται αμάχητα και το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί, έστω και αν ο λόγος του κλονισμού αφορά στο πρόσωπο του ενάγοντος." Ενόψει των ανωτέρω, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που συνάγεται από τα διδάγματα της κοινής πείρας, περί του ότι ο -κατά τις παραδοχές του- τρόπος ζωής των συζύγων πληροί ή όχι την κατά το άρθρο 1386 ΑΚ έννοια της συμβίωσης και περαιτέρω αν οι σύζυγοι υπό το καθεστώς αυτό των σχέσεών τους συμβίωναν ή όχι και επομένως βρίσκονταν ή όχι σε διάσταση συνεχώς επί δύο τουλάχιστον χρόνια, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.

β’ του ΚΠολΔ, ενώ η κρίση περί του αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η συμβίωσή τους (η έλλειψη της οποίας συνιστά διάσταση) είχε τον ως άνω τρόπο ζωής, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, γιατί ανάγεται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, κρίνοντας την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ο αγωγικός ισχυρισμός της ότι ο δικαιοπάροχός της και σύζυγος της αναιρεσίβλητης είχε όσο ζούσε κατ’ αυτής βάσιμο λόγο διαζυγίου (πλην άλλων και) λόγω ισχυρού κλονισμού τεκμαιρόμενου αμάχητα διότι ήταν σε διάσταση συνεχώς επί δύο τουλάχιστον χρόνια, δέχθηκε, αναφορικά με τον τρόπο και τις συνθήκες συμβιώσεως των συζύγων, τα ακόλουθα:

Ότι η έγγαμη συμβίωση των συζύγων υπήρξε ομαλή τουλάχιστον μέχρι το Σεπτέμβριο 2009, οπότε ο σύζυγος (Α. Π.) δημιούργησε εξωσυζυγικό δεσμό, τον οποίο η εναγομένη πληροφορήθηκε το θέρος του 2010. Ότι μέχρι τότε δεν είχαν δημιουργηθεί προβλήματα στην έγγαμη σχέση τους, ενώ δεν προέκυψε η δημιουργία διαπληκτισμών μεταξύ τους ούτε και εγκατάλειψη της οικογενειακής στέγης από την ενάγουσα στις 25-9-2008, όπως αναγράφεται στην αγωγή διαζυγίου του Α.

Π.. Αιτιολογώντας δε το Εφετείο το ως άνω αποδεικτικό συμπέρασμά του περί ομαλής συμβιώσεως και προς ενίσχυση αυτού, αναφέρεται στο από 5-8-2008 συμφωνητικό μισθώσεως, δυνάμει του οποίου η κυπριακή εταιρεία "...", συμφερόντων του αποβιώσαντος, εκμίσθωσε εικονικά στην εναγομένη για εννέα έτη και αντί του πολύ μικρού μηνιαίου μισθώματος των 475 ευρώ μία πολυτελή βίλα σε οικόπεδο 7 στρεμμάτων επί της παραλιακής λεωφόρου ..., το οποίο κατά τα τελευταία έτη αποτελούσε την οικογενειακή στέγη του ζευγαριού.

Ότι εξ αυτού συμπεραίνεται ότι ήταν ομαλές οι σχέσεις των δύο συζύγων, αφού αν ήταν αληθές ότι ήδη κατά το χρόνο αυτό υπήρχε ένταση στις σχέσεις τους και συνεχείς διαπληκτισμοί, ο σύζυγος Α. Π., στον οποίο ανήκε ουσιαστικά το εν λόγω ακίνητο, δεν θα παραχωρούσε στη σύζυγό του τη χρήση του για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα και μάλιστα χωρίς ουσιαστικό αντάλλαγμα.

Περαιτέρω, το Εφετείο δικαιολογεί το ως άνω συμπέρασμά του ότι η εναγομένη εξακολουθούσε κατά το Σεπτέμβριο 2008 να κατοικεί στη συζυγική οικία και δεν την είχε εγκαταλείψει, με το πρόσθετο αποδεικτικό επιχείρημα ότι αυτό προκύπτει και από την προσκομιζόμενη από την ίδια από 29-9-2008 φωτογραφία του συζύγου της στην ανωτέρω οικία, που έχει ληφθεί από την ίδια.

Επίσης, το Εφετείο, αναφερόμενο στο γεγονός της διατάραξης των σχέσεων του Α. Π. με την αδελφή της εναγομένης Έ. Σ. λόγω οικονομικών διενέξεων τον Οκτώβριο 2008, δέχθηκε ότι αυτό δεν αποτέλεσε λόγο διακοπής της συμβιώσεως αφού η εναγομένη δεν συντάχθηκε με το μέρος της ανωτέρω αδελφής της σε βάρος της οικογένειάς της, όπως αβάσιμα διαλαμβάνεται στην αγωγή διαζυγίου, ούτε και διαταράχθηκαν από το γεγονός αυτό οι σχέσεις των δύο συζύγων, όπως προκύπτει και από την από 10-1-2009 επιστολή του αδελφού της εναγομένης Χ.

Σ., προς τον αποβιώσαντα, στην οποία, προκειμένου να άρει οποιοδήποτε προβληματισμό του τελευταίου, αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι "Η Μ. (εναγομένη) δεν έχει κανένα λόγο να κρίνεται για τις λανθασμένες ενέργειες της Έ. (Σ.). Για τη Μ. δεν σου λέω τίποτε άλλο, απλώς από το ότι ζούσε και ζει πάντοτε για να βλέπει εσένα να είσαι ήρεμος και ευχαριστημένος".

Επίσης, το Εφετείο ως ενισχυτικό του αποδεικτικού ως άνω συμπεράσματός του αναφέρει και το γεγονός ότι στις 24-7-2009 (δηλαδή σε χρόνο που σύμφωνα με την αγωγή διαζυγίου η εναγομένη είχε εγκαταλείψει τη συζυγική κατοικία), ο Α. Π. μερίμνησε και εξελέγησαν ως μέλη στο Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας του "..." η μητέρα της Β.

Σ. και ο αδελφός της Δ. Ζ., πράγμα που δεν θα συνέβαινε αν οι σχέσεις τους δεν ήταν αρμονικές και βρίσκονταν σε διάσταση. Καταλήγει δε το Εφετείο στο τελικό συμπέρασμα ότι, με βάση τα ανωτέρω, μέχρι τα τέλη του καλοκαιριού 2009 δεν υπήρξε διάσταση μεταξύ των δύο συζύγων, είτε φυσική είτε ψυχική, αφού συνέχιζαν να κατοικούν στην κοινή κατοικία τους στη Σαρωνίδα, τρέφοντας αισθήματα αγάπης και στοργής ο ένας προς τον άλλο.

Τέλος, το Εφετείο δέχεται ότι ο σύζυγος της εναγομένης, ο οποίος εν τέλει απεβίωσε την 27.2.2011, άσκησε κατ’ αυτής αγωγή διαζυγίου λόγω ισχυρού κλονισμού οφειλόμενου στην εξιστορούμενη υπαίτια αντισυζυγική συμπεριφορά της, τεκμαιρόμενου δε (μαχητά) και από την εγκατάλειψη της συζυγικής στέγης. Σώρευσε επίσης και λόγο διαζυγίου για ισχυρό κλονισμό τεκμαιρόμενο (αμάχητα) από τη διακοπή της συμβιώσεώς τους τουλάχιστον επί δύο έτη.

Η αγωγή επιδόθηκε στην εναγομένη την 25.10.2010. Επομένως, τα ως άνω γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα περιστατικά επαρκούσαν για την ουσιαστική θεμελίωση του πορίσματος του Εφετείου α) ότι η ενάγουσα δεν επέδειξε έναντι του συζύγου της υπαίτια αντισυζυγική συμπεριφορά ούτε εγκατέλειψε το συζυγικό οίκο την 25.9.2008 και άρα δεν είχε για τους λόγους αυτούς ο σύζυγός της βάσιμο λόγο διαζυγίου για ισχυρό κλονισμό κατά το άρθρο 1439 παρ. 1 και 2 ΑΚ, β) ότι οι σύζυγοι συμβίωναν και δεν τελούσαν σε διάσταση μέχρι το Σεπτέμβριο 2009 οπότε ο σύζυγος συνήψε εξωσυζυγικό ερωτικό δεσμό και άρα δεν ήταν βάσιμος ο λόγος διαζυγίου για τεκμαιρόμενο (αμάχητα) ισχυρό κλονισμό κατά το άρθρο 1439 παρ. 2 ΑΚ, αφού από το Σεπτέμβριο 2009 έως την άσκηση της αγωγής (25.10.2010), αλλά και έως το χρόνο θανάτου του συζύγου (27.2.2011) δεν μεσολαβούσε χρόνος επαρκής (και υπό την εκδοχή ότι έλαβε χώρα διακοπή της συμβιώσεως το Σεπτέμβριο 2009) ώστε να συμπληρωθεί χρόνος διαστάσεως τουλάχιστον δύο ετών.

Περαιτέρω, το Εφετείο οδηγήθηκε στο τελικό συμπέρασμα ότι, εφόσον η αγωγή διαζυγίου δεν ήταν βάσιμη, δεν πληρούται το πραγματικό του κανόνα του άρθρου 1822 ΑΚ και γι’ αυτό επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε κρίνει όμοια και είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή. Αν και τα περιστατικά αυτά αρκούσαν, το Εφετείο ως εκ περισσού προχώρησε στην έρευνα των σχέσεων των διαδίκων και για τον μετά το Σεπτέμβριο 2009 χρόνο μέχρι το θάνατο του συζύγου, δεχθέν με πλεοναστικές αιτιολογίες:

Ότι το Σεπτέμβριο 2009 ο Α. Π. δημιούργησε πρόσκαιρη εξωσυζυγική σχέση, την οποία η εναγομένη πληροφορήθηκε το καλοκαίρι του 2010. Ότι κατόπιν αυτού ο Α. Π. την απομάκρυνε προσωρινά από τη συζυγική οικία, διότι η συμβίωσή τους αποκαταστάθηκε το Δεκέμβριο 2009, όταν η εναγομένη τραυματίστηκε με το αυτοκίνητό της και ο σύζυγος της μερίμνησε να της εξασφαλίσει άλλο αυτοκίνητο, το οποίο μίσθωσε για λογαριασμό της, ενώ συνέχισαν να συμβιώνουν στη συζυγική οικία.

Ότι η εναγομένη, παρά την απιστία του συζύγου της, εξακολουθούσε να τρέφει αισθήματα αγάπης προς αυτόν, όπως προκύπτει και από την πολυσέλιδη επιστολή που απέστειλε κατά το χρόνο αυτό (καλοκαίρι 2010) στο σύζυγο της, στην οποία, ανεξαρτήτως της πικρίας που βίωσε από την εξωσυζυγική σχέση του συζύγου της, τον προέτρεπε να της μιλήσει για το πρόβλημα υγείας που είχε ο τελευταίος και να την πάρει ό,τι ώρα τηλέφωνο ήθελε καθόσον είχε γνωριμίες με πολλούς γιατρούς και ότι ακόμη θα μπορούσαν να επισκεφτούν και την Ουάσιγκτον, όπου εργαζόταν η θεία της στο νοσοκομείο προκειμένου να λυθεί το πρόβλημα υγείας του.

Ότι τον Ιούλιο 2010 οι δύο σύζυγοι πραγματοποίησαν κοινό ταξίδι αναψυχής στην Κύπρο, ενώ και μετά την έγερση της αγωγής διαζυγίου συνέχισαν να λειτουργούν και οι δύο τηλεφωνικές γραμμές, που υπήρχαν στη συζυγική κατοικία και να εκδίδονται οι αντίστοιχοι λογαριασμοί, ο ένας στο όνομα της εναγομένης και ο άλλος στο όνομα συζύγου του, γεγονός που καταδεικνύει την κοινή διαμονή αυτών στη συζυγική κατοικία, καταλήγοντας και πάλι στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε διακοπή της συμβιώσεως.

Η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά στον κανόνα του άρθρου 1439 παρ. 3 του Α.Κ. Συγκεκριμένα υποστηρίζει ότι εσφαλμένα το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν έλαβε χώρα διετής τουλάχιστον διάσταση μεταξύ της εναγομένης και του συζύγου της, ενώ κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας τα γενόμενα δεκτά γεγονότα και δη α) "η μεταξύ συζύγων προσπάθεια συνεννόησης με (μακροσκελέστατη) επιστολή από τον έναν στον άλλον", β) "η κατευναστική παρέμβαση τρίτου προσώπου σε προσωπικά ζητήματα των συζύγων δι’ επιστολής προς τον ένα εξ αυτών", γ) "η εκμίσθωση της συζυγικής οικίας από τον έναν προς τον άλλο" και δ) "το γεγονός ότι η αναιρεσίβλητη έμεινε τουλάχιστον αμέτοχη στη μακρά και έντονη αντιδικία του Α.

Π. με την αδελφή της Έ. Σ., που αφορούσε η αντιδικία μεγάλα οικονομικά συμφέροντα του Π. στην Κύπρο", σημαίνουν ότι οι σύζυγοι τελούσαν σε διάσταση και όχι (όπως εσφαλμένα έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση) ότι αυτά έχουν το ακριβώς αντίθετο νόημα, δηλαδή ότι οι σύζυγοι συμβίωναν. Ο λόγος αυτός πρέπει ν’ απορριφθεί στο σύνολό του ως απαράδεκτος.

Ως προς μεν τα υπό στοιχεία (β), (γ) και (δ) γεγονότα τα οποία εμπεριέχονται στις αναγκαίες για την κρίση του Εφετείου αιτιολογίες διότι, όπως από τις προπαρατιθέμενες παραδοχές του Εφετείου σαφώς προκύπτει, η προβαλλόμενη αναιρετική πλημμέλεια αναφέρεται ευθέως στην παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων αναφορικά με το ουσιαστικό ζήτημα αν οι σύζυγοι βρίσκονταν ή όχι σε διάσταση συνεχώς από δύο τουλάχιστον χρόνια και όχι στην ερμηνεία των (αόριστων) νομικών εννοιών της συμβιώσεως, της διαστάσεως και της διακοπής της έγγαμης συμβίωσης του κανόνα του άρθρου 1439 παρ. 3 ΑΚ ή την υπαγωγή σ’ αυτόν πραγματικών γεγονότων.

Σύμφωνα δε με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο παραβιάζει μεν τα διδάγματα αυτά αλλά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης. Ως προς δε το υπό στοιχείο (α) γεγονός επιπρόσθετα και διότι αυτό εμπεριέχεται στις πλεοναστικές αιτιολογίες του Εφετείου που, όπως προαναφέρθηκε, δεν ήταν αναγκαίες για την κρίση της διαφοράς, δηλαδή στις αιτιολογίες που εκφέρθηκαν εκ περισσού.

Ως εκ τούτου στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο με την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ακόμη και ως προς την τυχόν εσφαλμένη σχετική αιτιολογία της και κατά συνέπεια δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως (για να αποτραπεί δεδικασμένο), κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ (ΑΠ 77/2009).

Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, ο οποίος ουσιαστικά συμπληρώνει και διευκρινίζει τον επικουρικά προβαλλόμενο δεύτερο λόγο αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το κρίσιμο ζήτημα αν υπήρξε διάσταση των συζύγων για χρονικό διάστημα τουλάχιστον δύο ετών και κατ’ ακολουθία αν ο κληρονομούμενος σύζυγος είχε βάσιμο λόγο διαζυγίου κατά της συζύγου του (εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης).

Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την εφαρμογή του κανόνα του άρθρου 1439 παρ. 1 και 3, δέχθηκε με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ότι δεν υπήρξε διάσταση από δύο τουλάχιστον χρόνια μεταξύ των συζύγων. Ωστόσο η αναιρεσείουσα δεν διευκρινίζει, όπως έχει υποχρέωση για την πληρότητα του λόγου αυτού (Ολ ΑΠ 20/2005), σε τι ακριβώς συνίσταται η προβαλλόμενη ανεπάρκεια των αιτιολογιών και συγκεκριμένα τι επί πλέον θα έπρεπε να αναφέρει ώστε οι αιτιολογίες της να είναι επαρκείς για το ζήτημα αυτό.

Ούτε πάλι αναφέρει σε ποία ακριβώς τμήματα των ουσιαστικών παραδοχών της εντοπίζεται η προβαλλόμενη αντιφατικότητα, υποδεικνύοντας και τις αιτιολογίες που αντιφάσκουν μεταξύ τους. Αποτέλεσμα των ανωτέρω ελλείψεων είναι ότι δεν μπορεί να γίνει από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου, ο οποίος ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος.

Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς του πλήττεται η ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα κατά πόσο υπήρξε διάσταση των συζύγων για χρονικό διάστημα τουλάχιστον δύο ετών και ισχυρός κλονισμός στη σχέση της αναιρεσίβλητης με τον αποβιώσαντα σύζυγό της και κατ’ ακολουθία ο κληρονομούμενος σύζυγος είχε βάσιμο λόγο διαζυγίου κατά της συζύγου του (Ολ ΑΠ 1/1995).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περ.

β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον πρώτο λόγο της έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας με τον οποίο αυτή εξέφραζε κατά της εκκαλούμενης απόφασης το παράπονο σε σχέση με την παραδοχή της ότι δεν αποδείχθηκε βάσιμος ο λόγος διαζυγίου (λόγω διετούς τουλάχιστον διαστάσεως) που επικαλέσθηκε ο δικαιοπάροχός της και σύζυγος της αναιρεσίβλητης.

Με το λόγο αυτό της εφέσεως ισχυριζόταν ότι α) "η μεταξύ συζύγων προσπάθεια συνεννόησης με (μακροσκελέστατη) επιστολή από τον έναν στον άλλον", β) "η κατευναστική παρέμβαση τρίτου προσώπου σε προσωπικά ζητήματα των συζύγων δι’ επιστολής προς τον ένα εξ αυτών", γ) "η εκμίσθωση της συζυγικής οικίας από τον έναν προς τον άλλο" και δ) "το γεγονός ότι η αναιρεσίβλητη έμεινε τουλάχιστον αμέτοχη στη μακρά και έντονη αντιδικία του Α.

Π. με την αδελφή της Έ. Σ., που αφορούσε η αντιδικία μεγάλα οικονομικά συμφέροντα του Π. στην Κύπρο", όχι μόνο δεν σημαίνουν (όπως εσφαλμένα συμπέρανε η προσβαλλόμενη απόφαση) ότι υπήρξε συμβίωση μεταξύ των συζύγων αλλά ότι αυτά έχουν το ακριβές αντίθετο νόημα. Ωστόσο, ο ως άνω αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος, αφού από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ανωτέρω λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, αλλά -μετά από εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει- τον απέρριψε ρητά ως αβάσιμο, δεχόμενο εν τέλει ότι δεν υπήρξε διάσταση μεταξύ των συζύγων.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα από αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόσει αυτόν ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.

Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα με τον τελευταίο λόγο της αναίρεσής της, ο οποίος εμπεριέχεται τόσο στο αρχικό αναιρετήριο όσο και στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων, ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, δεχόμενη ότι δεν συνέτρεξε ισχυρός κλονισμός στις μεταξύ των συζύγων (αναιρεσίβλητης και Α. Π., δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας) σχέσεις και ως εκ τούτου η αγωγή του τελευταίου κατά της πρώτης δεν περιείχε βάσιμο λόγο διαζυγίου, δεν ερμήνευσε ούτε εφάρμοσε ορθά τις διατάξεις του άρθρου 1439 παρ. 1 και 3 ΑΚ.

Από δε την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, αναφορικά με το κρίσιμο αυτό ζήτημα, το Εφετείο δέχθηκε όσα ανωτέρω παρατίθενται με τη γενόμενη διάκριση μεταξύ αναγκαίων και πλεοναστικών αιτιολογιών. Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1439 παρ. 1 και 3 ΑΚ, δεδομένου ότι, όσα δέχθηκε ως αληθή (δηλαδή ότι η εναγομένη δεν επέδειξε υπαίτια αντισυζυγική συμπεριφορά, ούτε εγκατέλειψε το συζυγικό οίκο, καθώς και ότι υπήρξε ομαλή έγγαμη συμβίωση της αναιρεσείουσας με το σύζυγό της Α.

Π. μέχρι το Σεπτέμβριο του 2009, οπότε λόγω της εξιστορούμενης πρόσκαιρης εξωσυζυγικής του σχέσης την απομάκρυνε προσωρινά και όχι οριστικά από τη συζυγική τους οικία, αφού πολύ σύντομα το Δεκέμβριο 2009 η έγγαμη συμβίωσή τους αποκαταστάθηκε πλήρως), δεν στοιχειοθετούν όντως το πραγματικό του κανόνα του άρθρου 1439 ΑΚ αναφορικά με την έννοια του ισχυρού κλονισμού ως λόγου διαζυγίου τόσο κατά την πρώτη παράγραφο αυτού (από λόγο που αφορά στο πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων), όσο και κατά την τρίτη παράγραφο (τεκμήριο περί ισχυρού κλονισμού από την διάσταση των συζύγων συνεχώς από δύο τουλάχιστον χρόνια) και γι’ αυτό δεν συνέτρεχε υπέρ του συζύγου βάσιμος λόγος διαζυγίου.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο περί του αντιθέτου ως άνω λόγος αναιρέσεως. Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις) σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αιτήσεως (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24 Νοεμβρίου 2015 αίτηση και τους από 6 Απριλίου 2016 πρόσθετους λόγους της εταιρίας με την επωνυμία "... LTD" για αναίρεση της υπ’ αριθ. 4224/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Φεβρουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2017.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ