Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for lack of legal basis and inadmissible arguments regarding evidence evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding a brokerage contract dispute. The appellant argued the lower court failed to legally base its ruling on the contract's validity and misinterpreted witness testimony, but the court found these claims procedurally flawed. The court determined that the lower court was not bound by factual assessments and that the appellant's arguments regarding evidence evaluation and party identity were inadmissible or redundant.
Legislator headnote
AI generatedArticles 173 and 200 of the Civil Code; Article 559(19) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on lack of legal basis is inadmissible when the lower court's reasoning clearly establishes the facts necessary to apply the substantive law, and arguments regarding the evaluation of evidence do not constitute a valid ground for review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 551 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 551/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Βασίλειο Πέππα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Δ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαγδαληνή Καρανικόλα η οποία διόρισε στο ακροατήριο και τον πληρεξούσιο δικηγόρο Σπυρίδωνα Κλουδά.
Του αναιρεσιβλήτου: 1. Α. Λ. του Κ., κατοίκου ..., 2. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "UNIMAR FAITH SA" που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, 3. Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "REGENCY ENTERTAINMENT ΨΥΧΑΓΩΓΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΑΕ" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 4. Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "GAMING INVESTMENTS OVERSEAS Συμμετοχών-Ξενοδοχειακή και Τουριστική ΑΕ" και τον διακριτικό τίτλο "GAMING INVESTMENTS" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φίλιππο Σπυρόπουλο, που ανακάλεσε την από 6-2-2015 δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-4-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 878/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 1619/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 25-6-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας, ανέγνωσε την από 28-1-2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Γεράσιμου Φουρλάνου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διάταξης που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Αντιφατικότητα αιτιολογίας υπάρχει, όταν το δικαστήριο δέχεται, ως αποδειχθέντα, γεγονότα τα οποία αλληλοαποκλείονται ή όταν δεν είναι σαφές ποία είναι εκείνα τα οποία θεμελιώνουν το διατακτικό. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην ένδικη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων και ήδη εκκαλών, από το. έτος 2000, δραστηριοποιείται επιχειρηματικά στην Αλβανία στο χώρο των πετρελαίων και των κατασκευών. Τον Ιούνιο του 2004, επειδή η κυβέρνηση της Αλβανίας ψήφισε νόμο με τον οποίο επιτρεπόταν η λειτουργία ιδιωτικών καζίνο στην Αλβανία, οι επιχειρηματικοί συνεργάτες του στην Αλβανία, B.
S. και Β. Α., κύριος μέτοχος και γενικός διευθυντής της εταιρείας "TAIWAN SHPK", που διέθετε πολυτελές κτίριο στο πάρκο Ρινία των Τιράνων, κατάλληλο για λειτουργία καζίνο, πρότειναν στον ενάγοντα και ο τελευταίος το αποδέχθηκε να εξεύρει στρατηγικό επενδυτή στην Ελλάδα, προκειμένου να συσταθεί ένα μικτό ελληνοαλβανικό επιχειρηματικό σχήμα, το οποίο θα συμμετείχε στο διαγωνισμό που θα προκήρυσσε το Αλβανικό Δημόσιο για τη χορήγηση μιας άδειας λειτουργίας και εκμετάλλευσης καζίνο στην περιοχή των Τιράνων.
Τον Ιούλιο 2004, ο ενάγων ήλθε σε επαφή με τον πρώτο εναγόμενο, προσωπικό του φίλο και μέτοχο στην τρίτη εναγόμενη και του υπέδειξε την ανωτέρω ευκαιρία επιχειρηματικής δραστηριοποίησης του σε επιχείρηση καζίνο στην Αλβανία. Παράλληλα του παρουσίασε τους βασικούς όρους συνεργασίας των δύο επιχειρηματικών μερών και τον τρόπο συμμετοχής κάθε πλευράς στην επένδυση στην περίπτωση που το προτεινόμενο από τον ενάγοντα επιχειρηματικό σχήμα ανακηρυσσόταν ανάδοχος στον πιο πάνω διαγωνισμό.
Επίσης, συνέταξε το από 5.6.2004 μνημόνιο συνεργασίας Νο1, στο οποίο αναφέρεται ότι ο ενάγων μαζί με τους Αλβανούς συνεργάτες του, που θα αποκαλούνται "Βασικοί Συνεργάτες" και οι οποίοι διαθέτουν ένα νεόδμητο πολυτελές ακίνητο στο κέντρο των Τιράνων, που θα το διαθέσουν για την εγκατάσταση και λειτουργία του καζίνο και ο πρώτος εναγόμενος, που εκπροσωπεί τον όμιλο των αδελφών Λ.
και τη δεύτερη εναγομένη εταιρεία, που θα αποκαλείται "Επενδυτής" συμφώνησαν αφενός μεν οι "Βασικοί Συνεργάτες" θα διαθέσουν κατάλληλο χώρο εμβαδού 1.300 τ.μ. στο εν λόγω κτίριο και θα φροντίσουν για την έκδοση της αποκλειστικής άδειας καζίνο με τους ειδικά αναφερόμενους όρους, αφετέρου δε ο "Επενδυτής", μετά τη διασφάλιση των ανωτέρω, θα καλύψει το κόστος της άδειας που είναι περίπου 1.000.000.000 λεκ, θα καλύψει την απαιτούμενη διαμόρφωση του χώρου του καζίνο και τον απαιτούμενο εξοπλισμό και με τη λήψη της άδειας θα καταθέσει σε λογαριασμό που θα υποδείξει ο ενάγων 1.000.000 δολάρια ΗΠΑ.
Επίσης στο πιο πάνω μνημόνιο αναφέρεται ότι την επένδυση, την εκμετάλλευση και τη λειτουργία του καζίνο θα αναλάβει εταιρεία που θα συσταθεί και στην οποία ο "Επενδυτής" θα κατέχει με φυσικά ή νομικά πρόσωπα της επιλογής του το 51% των μετοχών και θα αναλάβει με φυσικά ή νομικά πρόσωπα της επιλογής του τη διαχείριση της επιχείρησης του καζίνο.
Το εν λόγω μνημόνιο ο ενάγων το απέστειλε στον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος σε απάντηση αυτού απέστειλε το από 7-7-2004 έγγραφο στο οποίο εκθέτει μερικές, όπως αναφέρει, παρατηρήσεις στο μνημόνιο και ειδικά α) ότι από 15 χρόνια ήδη, ο ίδιος δεν ενεργεί για ατομικό λογαριασμό σε καμία υπόθεση επιχειρηματική, β) ότι σε αυτή τη φάση το μόνο που μπορεί να δεχτεί είναι μία αναγνωριστική επίσκεψη στα Τίρανα με συνοδεία δύο ατόμων της Ηyatt, γ) ότι αν υπάρξει κατοπινό σοβαρό ενδιαφέρον από μεριά της Ηyatt τότε θα είναι η ώρα για τέτοιες συμφωνίες και δ) ότι καμία πληρωμή χωρίς τιμολόγια δεν θα είναι εφικτή και βέβαια πληρωμή προμήθειας ή αμοιβής θα είναι αποδεκτή μόνο αφού λειτουργήσει επιτυχώς η νέα επιχείρηση και όχι με τη λήψη κάποιου χαρτιού/άδειας.
Τέλος, εκθέτει ότι αν γίνουν αποδεκτά τα ανωτέρω να τον ενημερώσει για να κανονίσει το ταξίδι και ότι στη φάση αυτή ακόμη οι πιθανότητες επιτυχίας είναι χαμηλές. Στη συνέχεια ο ενάγων απέστειλε στον πρώτο εναγόμενο αυθημερόν (7.7.2004) επιστολή, στην οποία αναφέρει: α) ότι συμφωνεί με τις παρατηρήσεις που ο πρώτος εναγόμενος έχει κάνει, β) ότι επειδή ο ίδιος (ο ενάγων) προς το παρόν έχει μία πιο ακριβή αντίληψη των πραγμάτων, είναι σίγουρος ότι μετά την επίσκεψη στην Αλβανία και η εκτίμηση του πρώτου εναγόμενου για τις πιθανότητες επιτυχίας της επένδυσης θα είναι διαφορετική και γ) να τον ενημερώσει για την ακριβή ημερομηνία της επίσκεψης στην Αλβανία.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις 14.7.2004 έλαβε χώρα το πιο πάνω διερευνητικό ταξίδι στα Τίρανα του πρώτου εναγόμενου, ο οποίος συνοδευόταν από τον πρόεδρο και δ/ντα σύμβουλο της τρίτης εναγομένης Γ. Γ. και τον Ν. Δ.. Κατά το ταξίδι αυτό, οι ανωτέρω εκπρόσωποι των επενδυτών της ελληνικής πλευράς είδαν τον χώρο και τις εγκαταστάσεις του κτιρίου τις οποίες έκριναν κατάλληλες για τη λειτουργία του καζίνο και με τη μεσολάβηση και διαρκή παρουσία του ενάγοντος, επακολούθησαν απευθείας επαφές και διαπραγματεύσεις μεταξύ του πρώτου εναγομένου, της δεύτερης και τρίτης εναγομένης, αφενός και αφετέρου των επιχειρηματιών της αλβανικής πλευράς, οι οποίες κατέληξαν σε οριστική συμφωνία με το επενδυτικό σχήμα που είχε προτείνει ο ενάγων.
Ειδικότερα, τα μέρη κατέληξαν στην υπογραφή του από 5.10.2004 μνημονίου συνεργασίας μεταξύ της τέταρτης εναγομένης εταιρείας, εκπροσωπούμενη από τον Γ. Γ., στην οποία μετείχαν η δεύτερη και τρίτη των εναγομένων εταιρειών και της αλβανικής πλευράς στην οποία συμμετείχαν η αλβανική εταιρεία "TAIWAN SHPK", την οποία εκπροσωπούσε ο B.
S., της εταιρείας "STATUS DEVELOPMENT S.A.", με έδρα τον …, την οποία εκπροσωπούσε ο εάλων-ενάγων και της εταιρείας "ΝΟVΑ ΤRIUMPH S.A.", με έδρα τον …, που την εκπροσωπούσε ο B. S.. Με το ανωτέρω μνημόνιο τα μέρη συμφώνησαν να διαπραγματευτούν καλόπιστα έως 30.11.2004 τη συνεργασία τους για την ίδρυση και λειτουργία επιχείρησης καζίνο στα Τίρανα Αλβανίας στο πλαίσιο των βασικών όρων που επισυνάπτονται στο παράρτημα, μεταξύ των οποίων ήταν η ίδρυση της εταιρείας με την επωνυμία "Regency International Casino - Tirana" η οποία θα ήταν ιδιοκτήτης της επιχείρησης καζίνο και δικαιούχος της άδειας, το 100% του μετοχικού κεφαλαίου της και των δικαιωμάτων ψήφων θα ανήκε στην εταιρεία Victory Group S.A.
και το μετοχικό κεφάλαιο θα ανήκε κατά ποσοστό 51% στους επενδυτές της ελληνικής πλευράς και το 49% στους επενδυτές της αλβανικής πλευράς και ειδικότερα στο ποσοστό της αλβανικής πλευράς θα συμμετείχε η εταιρεία "TAIWAN SHPK" με 22%, η εταιρεία "STATUS DEVELOPMENT S.A." με 12% και η εταιρεία "TAIWAN SHPK" με 15%. Στις 18.11.2004 συστήθηκε η εταιρεία με την επωνυμία "Regency International Casino SHA", που θα συμμετείχε στο διαγωνισμό και θα ήταν σύμφωνα με τα παραπάνω συμφωνηθέντα η ιδιοκτήτρια και η δικαιούχος της άδειας καζίνο, επιπλέον δε καταρτίστηκε και η από 14.12.2004 συμφωνία των μετόχων της εταιρείας "Victory Group S.A." όπου αναφέρονται λεπτομερώς οι όροι της λειτουργίας της επιχείρησης καζίνο όπως αυτοί ήδη είχαν συμφωνηθεί και η συμμετοχή των συμβαλλόμενων μερών, μεταξύ των οποίων και αυτή της εταιρείας "STATUS DEVELOPMENT" που εκπροσωπούσε ο ενάγων, ο οποίος με την ιδιότητα του αυτή λάμβανε μέρος σε όλες τις συμφωνίες που παραπάνω αναφέρονται και αφορούν την ίδρυση και τη λειτουργία της επιχείρησης καζίνο.
Τέλος, αποδείχθηκε ότι πράγματι η εταιρεία "Regency International Casino - Tirana" έλαβε μέρος στο διαγωνισμό και ανακηρύχθηκε διάδοχος και από τις 1.12.2005 ξεκίνησε η λειτουργία της επιχείρησης καζίνο. Από τα παραπάνω εκτιθέμενα προκύπτει ότι δεν αποδείχθηκε η κατάρτιση σύμβασης μεσιτείας, με αντικείμενο, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων και ήδη εκκαλών, τη διεκπεραίωση των επαφών συζητήσεων και προτάσεων μεταξύ των επιχειρηματιών της ελληνικής και αλβανικής πλευράς και τη διαμόρφωση σε σχέδιο του πλαισίου συμφωνίας του επιχειρηματικού σχήματος με βάση το οποίο θα διασφαλιζόταν τόσο η συμμετοχή του σχήματος αυτού στο διαγωνισμό, όσο ακολούθως και η ομαλή λειτουργία της επιχείρησης καζίνο.
Ο τελευταίος μαζί με τους Αλβανούς συνεργάτες του, όπως με σαφήνεια αναφέρεται στο από 5-7-2004 μνημόνιο συνεργασίας Νο1, αναζητούσαν να εξεύρουν στρατηγικό επενδυτή, προκειμένου να συνεργαστούν μαζί του για τη συμμετοχή στο διαγωνισμό, ενώ το αναφερόμενο στο εν λόγω μνημόνιο ποσό των 1.000.000 δολαρίων ΗΠΑ, που θα έπρεπε να καταθέσει ο επενδυτής σε λογαριασμό που θα υποδείξει ο εκκαλών-ενάγων, δεν προκύπτει ότι αποτελεί αμοιβή του ιδίου για οποιαδήποτε διαμεσολαβητική δραστηριότητα.
Περαιτέρω, οι όροι του μνημονίου, με βάση την από 7-7-2004 απαντητική επιστολή του πρώτου εφεσίβλητου- εναγομένου, δεν έγιναν αποδεκτοί, τουλάχιστον σε πρώτη φάση, δηλαδή κατά το χρόνο της σύνταξης της εν λόγω απαντητικής επιστολής, καθόσον καθίσταται γνωστό ότι ο πρώτος εναγόμενος-εφεσίβλητος, ο οποίος δεν ανήκε στο Δ.Σ της τρίτης εφεσίβλητης-εναγομένης ούτε βέβαια και της τετάρτης, η οποία συστάθηκε σε μεταγενέστερο χρόνο, δεν συμβάλλεται ατομικά όσον αφορά τις επιχειρηματικές δραστηριότητες ούτε έχει εξουσία αντιπροσώπευσης των λοιπών εναγομένων εταιρειών.
Επίσης, με την ανωτέρω απαντητική επιστολή διευκρινίζεται ότι η τρίτη εναγομένη εταιρεία, όταν στο μέλλον ενδιαφερθεί τότε θα προβεί σε σχετικές συμφωνίες, δηλαδή η ίδια η εταιρεία δια των εκπροσώπων της, όταν θα εκδήλωνε ενδιαφέρον, θα προέβαινε σε συμφωνίες. Τέλος, δεν συνομολογήθηκε οποιαδήποτε αμοιβή και μάλιστα αυτή του 1.000.000 δολαρίων, για διαμεσολαβητική δραστηριότητα ή για οποιαδήποτε άλλη αιτία, καθόσον ούτε ο ίδιος ο πρώτος εφεσίβλητος-εναγόμενος ατομικά, όπως εξάλλου το διευκρινίζει, μπορεί να προβεί σε τέτοιες συμφωνίες, που αναμφίβολα έχουν επιχειρηματικό χαρακτήρα, ούτε και η εταιρεία ανέλαβε τέτοια υποχρέωση, αντίθετα, διευκρινίζεται ότι όταν στο μέλλον εκδηλώσει ενδιαφέρον, θα προβεί σε συμφωνίες τέτοιου είδους.
Δεν μπορεί να εξαχθεί και διαφορετικό συμπέρασμα από την αναφορά στην ίδια απαντητική επιστολή ότι θα είναι εφικτή οποιαδήποτε πληρωμή μόνο με τιμολόγια και βέβαια πληρωμή προμήθειας ή αμοιβής θα είναι αποδεκτή μόνο αφού λειτουργήσει επιτυχώς η νέα επιχείρηση. Κι αυτό διότι, όπως ήδη παραπάνω αναφέρθηκε, καθίσταται γνωστό ότι η μόνη αρμόδια για τη σύναψη τέτοιων συμβάσεων τρίτη εφεσίβλητη-εναγομένη εταιρεία, δεν έχει ακόμη ενδιαφερθεί και αν στο μέλλον θελήσει τότε θα προβεί σε συμφωνίες.
Εκτός των ανωτέρω, το μόνο που συμφωνήθηκε ρητά με την εν λόγω απαντητική επιστολή ήταν η πραγματοποίησης ενός αναγνωριστικού ταξιδιού του πρώτου εφεσίβλητου-εναγομένου, που θα συνοδευόταν με δύο άτομα της τρίτης εφεσίβλητης-εναγομένης. Μάλιστα δε ο εκκαλών-ενάγων αποδέχτηκε τα όσα εκθέτει ο πρώτος εφεσίβλητος- εναγόμενος στην απαντητική του επιστολή και με την από 7.7.2004 απάντηση στην ως άνω απαντητική επιστολή συμφωνεί με τις παρατηρήσεις του πρώτου εφεσίβλητου- εναγομένου.
Περαιτέρω, όπως ήδη παραπάνω αποδείχθηκε, μετά την πραγματοποίηση του αναγνωριστικού ταξιδιού του πρώτου εφεσίβλητου-εναγομένου μετά των Γ. Γ., πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της τρίτης εφεσίβλητης-εναγομένης και Ν. Δ., ο εκκαλών-ενάγων σε όλες τις διαπραγματεύσεις που λαμβάνουν χώρα και αφορούν τόσο τον τρόπο συμμετοχής του επιχειρηματικού σχήματος στο διαγωνισμό για τη χορήγηση άδειας καζίνο, όσο και στη λειτουργία της επιχείρησης καζίνο και τη συμμετοχή των Ελλήνων και Αλβανών επιχειρηματιών στη συσταθείσα για το λόγο αυτό εταιρεία, συμμετέχει με την ιδιότητα του εκπροσώπου της εταιρείας "STATUS DEVELOPMENT S.A.".
Μάλιστα δε η αμέσως ανωτέρω εταιρεία, συμφερόντων του εκκαλούντος-ενάγοντος είναι μέτοχος του δημιουργούμενου επιχειρησιακού σχήματος με ποσοστό 12%, όπως ειδικότερα πιο πάνω αναφέρεται, με αποτέλεσμα να συμπλέκονται τα συμφέροντα του εκκαλούντος-ενάγοντος με αυτά των επιχειρηματιών της ελληνικής πλευράς, που φέρονται κατά την αγωγή ως μεσιτικοί εντολείς και των αλβανών επιχειρηματιών που φέρονται ως τρίτοι και δια του τρόπου αυτού να αίρεται μία εκ των προϋποθέσεων της σύμβασης μεσιτείας και ειδικά αυτή της προσωπικής ταυτότητας, ...
καθόσον η σκοπούμενη σύμβαση δεν συνάπτεται μεταξύ του μεσιτικού εντολέα και του υποδειχθέντος από το μεσίτη τρίτου αλλά εμπλέκεται και ο ίδιος ο μεσίτης. Επίσης, από τα ίδια ανωτέρω αποδειχθέντα, προκύπτει ότι και μετά την πραγματοποίηση του αναγνωριστικού ταξιδιού, δεν καταρτίστηκε έγγραφο από το οποίο να συνάγεται η κατάρτιση σύμβασης μεσιτείας ή από το οποίο να εξάγεται οποιαδήποτε διαμεσολαβητική δραστηριότητα του εκκαλούντος- ενάγοντος με εντολή των εφεσίβλητων-εναγομένων.
Αντίθετα, όπως ήδη αναφέρθηκε, ο εκκαλών- ενάγων λάμβανε μέρος σε όλες τις διαπραγματεύσεις αλλά και στις καταρτίσεις των συμβάσεων, εκπροσωπώντας την εταιρεία δικών του συμφερόντων. Ακολούθως τα παραπάνω δεν αναιρούνται και από την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτόδικου δικαστηρίου και των ενόρκως βεβαιωσάντων μαρτύρων, οι οποίοι καταθέτουν ότι ήταν παρόντες στις διαπραγματεύσεις και επιβεβαιώνουν ότι υπήρξε συμφωνία του εκκαλούντος-ενάγοντος με τον πρώτο εφεσίβλητο-εναγόμενο για διαμεσολάβηση και για την αμοιβή, καθόσον αντικρούονται από τις ακριβώς περί του αντιθέτου καταθέσεις του μάρτυρα ανταπόδειξης και των ενόρκως βεβαιωσάντων μαρτύρων, οι οποίοι καταθέτουν ότι ήταν και αυτοί παρόντες στις διαπραγματεύσεις και ουδέποτε συνομολογήθηκε ή επιβεβαιώθηκε τέτοια συμφωνία ή αμοιβή.
Ούτε μπορεί να συναχθεί αντίθετο συμπέρασμα και από τα κατατιθέμενα από το μάρτυρα ανταπόδειξης, ο οποίος, πέραν των άλλων, καταθέτει ότι ο πρώτος εναγόμενος ανέφερε σε σχετική ερώτηση για την αμοιβή ότι θα το δουν μετά αφού πρώτα λειτουργήσουν, καθόσον δεν καταδεικνύουν την ύπαρξη σχετικής συμφωνίας περί αμοιβής από μεσιτεία, αλλά αντίθετα, σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδειχθέντα, υποδηλώνουν την ανυπαρξία τέτοιας συμφωνίας.
Επιπλέον, δεν αποδείχθηκε ότι καθ' όλο το διάστημα των διαπραγματεύσεων μεταξύ των Ελλήνων και Αλβανών επιχειρηματιών η συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου είχε δημιουργήσει στον εκκαλούντα-ενάγοντα ευλόγως την πεποίθηση ότι ενεργεί και ως εκπρόσωπος των λοιπών εναγόμενων εταιρειών του. Και αυτό διότι ήδη ο πρώτος εφεσίβλητος- εναγόμενος με την από 7-7-2004 απαντητική επιστολή του κατέστησε γνωστό το αντίθετο και παρέπεμψε τον εκκαλούντα - ενάγοντα για τις σχετικές επιχειρηματικές συμφωνίες στην τρίτη εφεσίβλητη - εναγομένη και υπό την προϋπόθεση ότι η τελευταία θα εκδήλωνε ενδιαφέρον για την επένδυση που πρότεινε ο εκκαλών-ενάγων.
Δεχόμενη τα ίδια η εκκαλούμενη απόφαση δεν έσφαλε και οι περί του αντιθέτου λοιποί λόγοι έφεσης του εκκαλούντος, που αναφέρονται σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε ακολούθως την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή του.
Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφαση του, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις το τελικό αποδεικτικό του πόρισμα. Σύμφωνα με αυτό δεν αποδείχθηκε η κατάρτιση σύμβασης μεσιτείας, με το επικαλούμενο από τον αναιρεσείοντα αντικείμενο, το ποσό του 1.000.000 δολαρίων ΗΠΑ, που θα έπρεπε να καταθέσει ο επενδυτής σε λογαριασμό που θα υποδείξει ο αναιρεσείων, δεν προκύπτει ότι αποτελεί αμοιβή του ιδίου για οποιαδήποτε διαμεσολαβητική δραστηριότητα, ο αναιρεσείων λάμβανε μέρος σε όλες τις διαπραγματεύσεις αλλά και στις καταρτίσεις των συμβάσεων, εκπροσωπώντας την εταιρεία δικών του συμφερόντων, ενώ ο πρώτος αναιρεσίβλητος, που δεν ανήκε στο Δ.Σ της τρίτης αναιρεσίβλητης, ούτε της τέταρτης, δεν συμβλήθηκε ατομικά, όσον αφορά τις επιχειρηματικές δραστηριότητες, ούτε είχε εξουσία αντιπροσώπευσης των λοιπών εναγόμενων εταιρειών.
Οι στηρίζουσες δε το ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα ειδικότερες παραδοχές δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους. Συγκεκριμένα: 1) Η παραδοχή ότι ο αναιρεσείων διατύπωσε προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο την υπόδειξη ευκαιρίας και την πρόταση διαμεσολάβησης και υπήρξε μεσολάβηση και διαρκής παρουσία του στις επακολουθήσασες επαφές, δεν αντιφάσκει προς την παραδοχή ότι δεν αποδείχθηκε η κατάρτιση σύμβασης μεσιτείας, με αντικείμενο τη διεκπεραίωση των επαφών συζητήσεων και προτάσεων μεταξύ των επιχειρηματιών της ελληνικής και αλβανικής πλευράς και τη διαμόρφωση σε σχέδιο του πλαισίου συμφωνίας του επιχειρηματικού σχήματος, ενώ αναλυτικώς εκτίθεται για ποιους λόγους δεν καταρτίστηκε η συγκεκριμένη σύμβαση μεσιτείας.
Μάλιστα, στην αναιρεσιβαλλομένη δεν διαλαμβάνεται παραδοχή ότι ο αναιρεσείων δεν διεκπεραίωσε τις συζητήσεις, επαφές και προτάσεις μεταξύ των επιχειρηματιών της ελληνικής και αλβανικής πλευράς, ούτε διαμόρφωσε το σχέδιο του πλαισίου συμφωνίας του επιχειρηματικού σχήματος, όπως εσφαλμένα αυτός υπολαμβάνει.
Αντιθέτως, το Εφετείο δέχτηκε, ότι λάμβανε μέρος σε όλες τις διαπραγματεύσεις αλλά και στις καταρτίσεις των συμβάσεων, εκπροσωπώντας την εταιρεία δικών του συμφερόντων και κατά λογική ακολουθία, σύμφωνα με το νοηματικό αυτό περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης δεν ενεργούσε, ως μεσίτης. 2) Η παραδοχή περί αρχικώς διατυπωθείσας αξιώσεως του αναιρεσείοντος περί αμοιβής-προμήθειας 1.000.000 δολ.
ΗΠΑ σε συνδυασμό με την αναφερθείσα απαντητική επιστολή του πρώτου αναιρεσιβλήτου, δεν αντιφάσκει προς την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική παραδοχή ότι το παραπάνω ποσό δεν αποτελούσε αμοιβή του αναιρεσείοντος για οποιαδήποτε μεσολαβητική του δραστηριότητα. Τούτο, διότι το δικαστήριο δεν δέχτηκε ότι καταρτίστηκε μεσιτική σύμβαση (θεμελιωτική τέτοιας αξίωσης του), ούτε ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος ενεργούσε, στα πλαίσια κατάρτισης μιας τέτοιας σύμβασης, ως αντιπρόσωπος των λοιπών αναιρεσιβλήτων.
Επιπλέον, ρητώς και με σαφήνεια, δέχτηκε ότι η συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου δεν αποδείχτηκε ότι είχε δημιουργήσει στον αναιρεσείοντα ευλόγως την πεποίθηση ότι ενεργεί και ως εκπρόσωπος των λοιπών αναιρεσιβλήτων. 3) Η παραδοχή ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος υπήρξε αποδέκτης της από 5/7/04 πρότασης του αναιρεσείοντος, στην οποία απάντησε κατά τα παραπάνω αναφερόμενα, δεν αντιφάσκει προς την παραδοχή ότι αυτός (πρώτος αναιρεσίβλητος) "δεν συμβάλλεται ατομικά ...
ούτε έχει εξουσία αντιπροσώπευσης των λοιπών εναγόμενων εταιρειών". Στην δε αναιρεσιβαλλομένη δεν διαλαμβάνεται ουσιαστική παραδοχή ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεσμεύει την τρίτη αναιρεσίβλητη, ως προς τον χρόνο και τον τρόπο και τους όρους πληρωμής της αμοιβής του αναιρεσείοντος, όπως ο τελευταίος εσφαλμένα υπολαμβάνει.
Περαιτέρω, από τις επίμαχες αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που ήσαν αναγκαία για την κρίση, ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συνέτρεχαν οι νόμιμοι όροι των επικαλούμενων από τον αναιρεσείοντα ουσιαστικών διατάξεων, α) του άρθρου 703 παρ. ι ΑΚ, αναφορικά με την κατάρτιση σύμβασης μεσιτείας και β) των άρθρων 211, 221 και 224 ΑΚ, αναφορικά με την αντιπροσώπευση των λοιπών αναιρεσιβλήτων από τον πρώτο αναιρεσίβλητο, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή τους.
Εντεύθεν, καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ορθής εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, τις οποίες το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου (με τη μη εφαρμογή τους).
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο ο αναιρεσειων, ισχυριζόμενος τα αντίθετα, μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη για την πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι διαλαμβάνει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, αναφορικά με τα παραπάνω ζητήματα που ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 18 ΚΠολΔ δημιουργείται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με το κριθέν από την αναιρετική απόφαση νομικό ζήτημα, που μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο.
Νομικό, όμως, ζήτημα δεν επιλύεται αν η αναιρετική απόφαση αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσεως (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ) και ειδικότερα για το λόγο ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά απ' αυτήν δεν καθιστούν δυνατή λόγω της αοριστίας, αντιφατικότητας και ανεπαρκείας των αιτιολογιών της, την υπαγωγή τους στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, χωρίς να αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού.
Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της αποφάσεως που αναιρέθηκε ως προς τα πραγματικά περιστατικά και μπορεί να εκτιμήσει αυτά διαφορετικά. Αν τούτο εκτιμήσει διαφορετικά τα πραγματικά περιστατικά και αυτά επιδέχονται διαφορετικές νομικές λύσεις, ο παραμερισμός της νομικής λύσης της παραπεμπτικής αναιρετικής απόφασης δεν θεμελιώνει τον προαναφερθέντα λόγο αναιρέσεως, γιατί το δικαστήριο της παραπομπής στην εν λόγω περίπτωση λειτουργεί αυτόνομα.
Όταν, όμως, η διαφορετική νομική λύση που δέχθηκε το δικαστήριο της παραπομπής στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνος ουσιαστικού δικαίου, η οποία υπάρχει, όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου αν και δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις του ή στην αντίθετη περίπτωση που δεν εφαρμόζεται κανόνας δικαίου μολονότι υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις του, σύμφωνα με όσα ανελέγκτως έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας, επιτρέπεται αναίρεση κατά της απόφασης του για τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 1λόγο (ΑΠ 1054/10).
Στην ένδικη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει, ότι η αναιρεσιβαλλομένη εκδόθηκε από το Εφετείο, ως δικαστήριο παραπομπής (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), αφού με την 776/2013 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου αναιρέθηκε η προηγούμενη 4155/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών επί της εφέσεως των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της 878/2012 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Ειδικότερα, η 4155/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών αναιρέθηκε στο σύνολο της: 1) για την πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναφορικά με την παραδοχή του Εφετείου για την ύπαρξη παθητικής εις ολόκληρο ενοχής μεταξύ των εναγομένων, αν και από τις διατάξεις που ρυθμίζουν τη έννομη σχέση (σύμβαση μεσιτείας), με βάση τις οποίες ασκήθηκαν κατ' αυτών οι αξιώσεις του ενάγοντος, δεν καθιερώνεται παθητική εις ολόκληρο ενοχή και 2) για την πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εξαιτίας α) αντιφατικών παραδοχών αναφορικά με την γενόμενη δεκτή ευθύνη του πρώτου εναγομένου, υπό διττή ιδιότητα, ως ενεργούντος αποκλειστικά για τον εαυτό του και ως αντιπρόσωπος των λοιπών, β) ανεπάρκειας αιτιολογιών αναφορικά με την παραδοχή ότι ο πρώτος εναγόμενος ενεργούσε "υπό φαινόμενη πληρεξουσιότητα" και γ) ανεπάρκειας αιτιολογιών αναφορικά με την κατ' εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών (άρθρα 173, 200 ΑΚ) συναχθείσα κρίση του για συμφωνημένη μεσιτική αμοιβή του ήδη αναιρεσείοντος 1.000.000 δολ.
ΗΠΑ. Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν συμμορφώθηκε με την παραπεμπτική απόφαση του Αρείου Πάγου, καθόσον παρά την, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, δεσμευτική για το Εφετείο κρίση της, εσφαλμένα αρνήθηκε την κατάρτιση της συγκεκριμένης μεσιτικής σύμβασης, αλλά και παρέλειψε να καταφύγει στην ερμηνευτική συνδρομή των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ως προς το δικαιοπρακτικό περιεχόμενο των δηλώσεων του ήδη αναιρεσείοντος και του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις δεν ιδρύουν την επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια. Ειδικότερα, κριθέν ζήτημα στην 776/2013 αναιρετική απόφαση δεν αποτέλεσε, ούτε μπορούσε να αποτελέσει (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) το ουσιαστικό ζήτημα, αν καταρτίστηκε ή όχι η συγκεκριμένη μεσιτική σύμβαση, ούτε το αν υπήρχαν ή όχι κενά σ' αυτήν, αλλά η αντιφατικότητα και ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προηγούμενης εφετειακής απόφασης επί των παραπάνω ζητημάτων, που καθιστούσαν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.
Συνεπώς, το Εφετείο δεν δεσμευόταν στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, των σχετικών με την κατάρτιση μεσιτικής σύμβασης, εμπεριέχουσας ή μη κενά ή ασάφειες των σχετικών δηλώσεων βουλήσεως .
Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη, η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι ουδόλως αιτιολογεί, γιατί ήχθη στην διατυπωμένη σ' αυτήν κρίση της, σχετικά με την κατάθεση του μάρτυρα Γ. Γ., κατά διαστρέβλωση του κατ' αντικειμενική εκτίμηση νοήματος της εν λόγω μαρτυρικής κατάθεσης. Ο λόγος είναι απαράδεκτος, διότι η προβαλλόμενη αιτίαση, σχετιζόμενη με ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, δεν ιδρύει την επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια.
Με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο της αιτήσεως, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβίασε ευθέως την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 703 παρ. 1 ΑΚ, με το να ταυτίσει τον αναιρεσείοντα με την δικών του συμφερόντων εταιρεία "STATUS DEVELOPMENT S.Α", που είναι ξεχωριστό υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και άσχετη με τις δικές του μεσιτικές υπηρεσίες. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως, αλυσιτελής. Τούτο, διότι αναφέρεται στην πλεοναστική αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης, περί ανεπίτρεπτης εμπλοκής του ίδιου του μεσίτη στην σκοπούμενη σύμβαση, που διατυπώθηκε από το Εφετείο προς υποστήριξη της κύριας αιτιολογίας ότι δεν καταρτίστηκε σύμβαση μεσιτείας, η οποία στηρίζει με επάρκεια το διατακτικό της απόφασης, εφόσον δεν ευδοκίμησε κατ' αυτής λόγος αναίρεσης.
Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση πρέπει ν' απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25 Ιουνίου 2014 αίτηση του Ε. Δ., για αναίρεση της 1619/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 5 Μαΐου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ