Supreme Court allows appeal in traffic accident case due to insufficient reasoning on causation and conflicting facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against a second-instance traffic accident judgment, remanding the case for retrial. The court found the lower court's reasoning insufficient because it failed to reconcile conflicting evidence regarding the motorcycle driver's reaction time and speed, specifically rejecting the claim that speed alone caused delayed perception of danger. Consequently, the decision was set aside, and the case was sent back to the Athens Court of First Instance for further examination by a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 576 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may allow an appeal when the lower court fails to provide a logical and consistent explanation for its findings, particularly when contradictory evidence exists regarding causation and factual circumstances, necessitating a retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 551 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 551/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Σπύρο Κρίκο και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. της εδρεύουσας στην … και νομίμως εκπροσωπούμενης εταιρίας με την επωνυμία "BAZAAR CAR RENTAL", η οποία δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και 2. Της εδρεύουσας στην .., ελληνικής εταιρίας ασφαλίσεων ζημιών ΑΕ, με την επωνυμία "INTERAMERICAN EEAZAE" νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Κοπακάκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-9-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4863/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5074/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-5-2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χαράλαμπος Καλαματιανός ανέγνωσε την από 10-1-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου και την απόρριψη του δεύτερου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ'αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ'αριθ. .../18-11-2013 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών …, που προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτήν πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο νόμιμα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε, στην πρώτη αναιρεσίβλητη με την επιμέλεια του επισπεύδοντος τη συζήτηση αναιρεσείοντος. Η αναιρεσίβλητη όμως αυτή δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της προκειμένης υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου στην ως άνω δικάσιμο. Επομένως πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτής.
Με την κρινόμενη 400/5-6-2013 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 5074/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως αυτή προκύπτει από την επιτρεπτή, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Ο αναιρεσείων με την από 30-9-2007 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 5551/2008 αγωγή του, αφού ισχυρίσθηκε ότι εξ αιτίας της σύγκρουσης του υπ' αρ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, που οδηγούσε με αμέλεια ο 1ος εναγόμενος (ως προς τον οποίο έγινε παραίτηση από το δικόγραφο), ιδιοκτησίας της 2ης εναγομένης-ήδη 1ηςαναιρεσίβλητης, το οποίο είχε ασφαλίσει για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη η 3η εναγομένη-ήδη 2η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, προκλήθηκε ο τραυματισμός του, ζήτησε, μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος του, α) να υποχρεωθούν οι 2η και 3η των εναγομένων να του καταβάλουν, καθεμία εις ολόκληρο, το ποσό των 68.264,96 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι οι ως άνω εναγόμενες είναι υποχρεωμένες να του καταβάλουν, καθεμία εις ολόκληρο, το ποσό των 50.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ζημίας και της ηθικής βλάβης, αντίστοιχα, που αυτός υπέστη από το ανωτέρω ατύχημα, όπως αναλυτικά περιγράφεται στην αγωγή. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 4863/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε την εν λόγω αγωγή.
Κατ'αυτής άσκησε την 6448/22-7-2010 έφεση ο ενάγων-αναιρεσείων, με την οποία ζήτησε την εξαφάνιση της πρωτόδικης, προκειμένου να γίνει δεκτή η αγωγή του. Επ'αυτής το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από αυτή προκύπτει, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 31-5-2006 και περί ώρα 20.05, ο ενάγων οδηγώντας την με αριθ.
κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του, κινούνταν στη οδό Περικλέους, στο Περιστέρι, Αττικής, με κατεύθυνση από πλατεία Δέγλερη προς Πετρούπολη. Η παραπάνω οδός είναι διπλής κατεύθυνσης, έχει πλάτος επτά (7) μέτρα και μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση ενώ είναι ευθεία, ανωφέρεια με μικρή κλίση και διασταυρώνεται κάθετα με την οδό Πίνδου.
Κατά τον ίδιο χρόνο ο 1ος εναγόμενος Γ. Θ. (μη διάδικος), που οδηγούσε το με αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της 2ης εναγομένης εταιρίας, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την απέναντι σε τρίτους αστική ευθύνη στην 3η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, κινούνταν στην ως άνω οδό Πίνδου, με κατεύθυνση από νότο προς βορρά.
Η οδός Πίνδου είναι μονόδρομος, έχει πλάτος οδοστρώματος επτά (7) μέτρα και δύο λωρίδες κυκλοφορίας. Πριν τη διασταύρωση αυτών των οδών, υπάρχει στην πορεία του παραπάνω ΙΧΕ αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο Γ. Θ., ρυθμιστική πινακίδα Ρ-2 (ΣΤΟΡ), που σημαίνει υποχρεωτική διακοπή πορείας του οχήματος πριν από την είσοδο στον κόμβο και παραχώρηση προτεραιότητας στα οχήματα, που κινούνταν στην οδό, προς την οποίαν πλησίαζε.
Η κατάσταση των ως άνω οδών ήταν ξηρά, ήταν νύχτα με επαρκή φωτισμό και αίθριο καιρό ενώ η ορατότητα δεν περιοριζόταν. Η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αυξημένη στην οδό Περικλέους και μικρή στην οδό Πίνδου. Υπάρχει οριζόντια σήμανση στην οδό Περικλέους με δύο συνεχείς γραμμές, η οποία σημαίνει διαχωρισμό των λωρίδων αντιθέτων κατευθύνσεων, η οποία (σήμανση) διακόπτεται στη διασταύρωση της με την οδό Πίνδου.
Το όριο ταχύτητας είναι 50 χλμ/ώρα λόγω κατοικημένης περιοχής (βλ. έκθεση αυτοψίας και σχεδιάγραμμα τροχαίας). Όταν το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Γ. Θ. έφθασε στη διασταύρωση της οδού Πίνδου με την οδό Περικλέους, αυτός προκειμένου να εισέλθει στη διασταύρωση και να διασχίσει αυτή, διέκοψε την πορεία του οχήματος του πριν από την παραπάνω πινακίδα (Ρ-2), όπως όφειλε, για να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων στην οδό Περικλέους, τα οποία είχαν προτεραιότητα.
Αφού βεβαιώθηκε ότι μπορούσε να διέλθει με ασφάλεια από τη διασταύρωση, η οποία ήταν ελεύθερη, συνέχισε την πορεία του, εισήλθε στη διασταύρωση και διέσχισε το προς πλατεία Δέγλερη ρεύμα κυκλοφορίας της οδού Περικλέους. Στη συνέχεια εισήλθε στο προς Πετρούπολη ρεύμα πορείας και ενώ βρισκόταν στο μέσον αυτού ρεύματος, δηλαδή πλησίαζε να εξέλθει από τη διασταύρωση των ως άνω οδών, δέχθηκε σφοδρό χτύπημα στο δεξιό εμπρός τμήμα ταυ ΕΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο οδηγούσε, από το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα της ως άνω δίκυκλης μοτοσικλέτας, που οδηγούσε ο ενάγων, η οποία από αμέλεια του οδηγού της κινούνταν με ταχύτητα μεγαλύτερη της επιτρεπόμενης (50 χλμ/ώρα), λόγω την οποίας (ταχύτητας) ο ενάγων δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα το ως άνω ΙΧΕ αυτοκίνητο που διερχόταν από τη διασταύρωση.
Εξαιτίας της παραπάνω σύγκρουσης ο ενάγων εκτινάχτηκε στον-αέρα και έπεσε στο οδόστρωμα με συνέπεια να τραυματιστεί αυτός και να υποστεί υλικές ζημίες το όχημα του. Τα παραπάνω προκύπτουν από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα α) από την με ημερομηνία 31-5-2006 έκθεση αυτοψίας και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα της αρμόδιας τροχαίας στο οποίο αναφέρονται και απεικονίζονται αντίστοιχα, οι πορείες των ως άνω οχημάτων και το σημείο σύγκρουσης το οποίο τοποθετείται στο μέσο περίπου του ρεύματος πορείας της οδού Περικλέους προς Πετρούπολη ήτοι σε απόσταση 1,50 μέτρα από το τέλος του πεζοδρομίου αυτής της οδού και η τροχοπέδηση της μοτοσικλέτας του ενάγοντος μήκους 6 μέτρων β) από την από 28-7-2006 προανακριτική εξέταση του ενάγοντος στην οποίαν ο ίδιος ομολογεί ότι στο ύψος της ως άνω συμβολής των οδών είδε μία σκιά-ένα λευκό αυτοκίνητο- να διέρχεται ανάμεσα από τα αντιθέτως κινούμενα αυτοκίνητα και να του κλείνει κάθετα το οδόστρωμα μπροστά του βλέποντας το στα 5-6 μέτρα, ενώ αν η μοτοσικλέτα του κινούνταν με μειωμένη ενόψει της διασταύρωσης ταχύτητα αυτός θα είχε αντιληφθεί εγκαίρως το ΙΧΕ αυτοκίνητο (το οποίο είχε ήδη διέλθει από το ρεύμα πορείας προς πλατεία Δέγλερη και επομένως ήταν ορατό λόγω και των αναμμένων φώτων του, εφόσον ήταν νύχτα κατά τον ως άνω χρόνο και δεν ισχυρίστηκε κάποιος διάδικος ότι το ΙΧΕ δεν είχε αναμμένα φώτα) και θα είχε τον απαιτούμενο χρόνο να διακόψει την πορεία του ή να πραγματοποιήσει επιτυχή αποφευκτικό ελιγμό για να αποφύγει το ένδικο ατύχημα γ) από την από 1-6-2006 εξέταση του Γ.
Θ., οδηγού του παραπάνω ΙΧΕ αυτοκινήτου, ο οποίος κατέθεσε ρητά και επανειλημμένα ότι είχε ελέγξει πρώτα αριστερά και ύστερα δεξιά του και είχε χρόνο να διασχίσει την διασταύρωση με ασφάλεια, μάλιστα είχε ελέγξει πολύ καλά το ανερχόμενο ρεύμα της οδού Περικλέους, όπου κινούνταν ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο σε απόσταση που του επέτρεπε να διέλθει από το προς Πετρούπολη ρεύμα πορείας της οδού Περικλέους και δεν υπήρχε καμία μοτοσικλέτα σε κίνηση πλησίον της διασταύρωσης.
Εξάλλου, η ταχύτητα με την οποία έβαινε ο ενάγων, λαμβανομένων υπόψη α) των ευρεθέντων, ιχνών τροχοπέδησης στο οδόστρωμα μήκους 6 μέτρων από τους τροχούς της μοτοσικλέτας, τα οποία, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας θα συνεχίζονταν και μετά το σημείο της σύγκρουσης, β) του αναγκαίου χρόνου αντίδρασης του ενάγοντος από την στιγμή που αυτός αντιλήφθηκε έμπροσθεν του και στο μέσο του ρεύματος πορείας προς Πετρούπολη της οδού Περικλέους το όχημα που οδηγούσε ο Γ.
Θ. ) του χρόνου μεταβίβασης της αντίδρασης στους μηχανισμούς της μοτοσικλέτας και της επενέργειας αυτών [χρόνος αντίδρασης μοτοσικλέτας] και δ) της απορρόφησης της ταχύτητας από την πρόσκρουση της μοτοσικλέτας με το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Γ. Θ., εκτιμάται από το παρόν Δικαστήριο ότι ήταν μεγαλύτερη των πενήντα χιλιομέτρων ανά ώρα, καθ'υπέρβαση του ανώτατου επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητας (κατοικημένη περιοχή).
Αν είχε μειώσει την ταχύτητα της μοτοσικλέτας του, θα μπορούσε, ενδεχομένως, να αποφύγει τη σύγκρουση ακινητοποιώντας αυτήν (δηλαδή τη μοτοσικλέτα) με αποτελεσματική τροχοπέδηση ή πραγματοποιώντας ενδεδειγμένο και επιτυχημένο (δηλαδή χωρίς πλαγιολίσθηση) ελιγμό. Εξάλλου, η ταχύτητα της μοτοσικλέτας προκύπτει και από την σφοδρότητα της σύγκρουσης εξαιτίας της οποίας ο ενάγων εκτινάχτηκε και έπεσε στο οδόστρωμα με συνέπεια να τραυματιστεί ήτοι υπέστη πρόσθιο εξάρθρημα αριστερού ώμου, κάκωση δεξιού αγκώνος, κάκωση πηχεοκαρπικών άμφω, κάκωση-εκδορές δεξιού γόνατος.
Οι ισχυρισμοί του ενάγοντος ότι ενώ βρισκόταν πέραν του κέντρου της διασταύρωσης ξαφνικά το ΕΧΕ αυτοκίνητο με αυξημένη ταχύτητα υπερβαίνουσα τα 80 χλμ/ώρα εισήλθε στη διασταύρωση και απέκλεισε την πορεία του με συνέπεια παρά την τροχοπέδηση και τον αποφευκτικό ελιγμό του προς τα δεξιά να επιπέσει η μοτοσικλέτα με το εμπρός μέρος της στην εμπρόσθια δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου και ότι κατά το σχεδιάγραμμα της τροχαίας το σημείο, σύγκρουσης τοποθετείται στο μέσο της διπλής διαχωριστικής γραμμής, δεν αποδείχθηκαν από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα.
Ειδικότερα, το σημείο σύγκρουσης στο ως άνω σχεδιάγραμμα της τροχαίας απεικονίζεται στο μέσο περίπου του ρεύματος πορείας της οδού Περικλέους προς Πετρούπολη ήτοι σε απόσταση 1,50 μέτρα από το τέλος του πεζοδρομίου αυτής της οδού και σε ίδια περίπου απόσταση από τη διπλή συνεχή διαχωριστική γραμμή, όπως προαναφέρεται και όχι στο μέσον αυτής της διαχωριστικής γραμμής, όπως αβάσιμα επικαλείται ο ενάγων, ενώ και η αρχική πορεία του ως άνω ΙΧΕ οχήματος απεικονίζεται στο άκρο δεξιό της οδού Πίνδου με συνέπεια η δεξιά πλευρά αυτού να βρίσκεται πλησίον της δεξιάς γωνίας (σε σχέση με την πορεία του) των παραπάνω οδών (περίπου σε απόσταση 1,5 μέτρων) κατά το χρόνο της σύγκρουσης, και όχι πέραν αυτής (διασταύρωσης), όπως αβάσιμα επικαλείται ο ενάγων.
Από τα παραπάνω περιστατικά προκύπτει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι η σύγκρουση των παραπάνω οχημάτων, ο τραυματισμός του ενάγοντος και οι ζημίες που προκλήθηκαν στο όχημα του οφείλονται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του ενάγοντος,, γιατί αυτός δεν κατέβαλε την επιμέλεια συνετού οδηγού για να αποφύγει το ένδικο ατύχημα, την οποίαν όφειλε και μπορούσε να καταβάλει.
Ειδικότερα, με βάση την επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, τους κανόνες οδικής κυκλοφορίας, την κοινή πείρα και τη λογική, αυτός όφειλε : α) να οδηγεί με σύνεση και τεταμένη την προσοχή του β) να ασκεί τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς γ) να ρυθμίσει την ταχύτητα του οχήματος του λαμβάνοντας συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες (νύχτα, διασταύρωση οδών, πυκνή κίνηση οχημάτων στην οδό Πίνδου, κατοικημένη περιοχή) και να μειώσει αυτή, που υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 50 χλμ/ώρα, ενόψει των ως άνω συνθηκών, έτσι ώστε να μπορεί να αντιληφθεί έγκαιρα το διερχόμενο από τη διασταύρωση ως άνω ΙΧΕ αυτοκίνητο και να διακόψει την πορεία του οχήματος του μπροστά από αυτό αλλά και μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί γα προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού Περικλέους ή να μπορεί να πραγματοποιήσει αποφευκτικό ελιγμό έτσι ώστε να αποφύγει την ένδικη σύγκρουση (αρθ. 12 παρ.1, 19 παρ.1, 2 και 3 ν.2696/1999 ΚΟΚ).
Αμελής συμπεριφορά του οδηγού του IXΕ αυτοκινήτου τελούσα σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα δεν αποδεικνύεται εφόσον αυτός πλησιάζοντας στην διασταύρωση των ως άνω οδών και έχοντας στην πορεία του πινακίδα Ρ-32 (ΣΤΟΠ), διέκοψε κανονικά την πορεία του πριν από αυτή, έλεγξε την κυκλοφορία των οχημάτων στην οδό Περικλέους και επειδή μέσα στο πεδίο ορατότητας του δεν κινούνταν άλλο όχημα, εισήλθε προσεκτικά στον κόμβο, διέσχισε κατά το μεγαλύτερο πλάτος της την άνω διασταύρωση και η σύγκρουση των οχημάτων επήλθε όταν πλέον το εμπρός τμήμα του ως άνω οχήματος (ΙΧΕ) βρισκόταν στη μέση περίπου του προς Πετρούπολη ρεύματος πορείας της οδού Περικλέους, εφόσον αυτή έχει πλάτος 7 μέτρα και το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται 1,50 μέτρα εντός αυτού του ρεύματος (προς Πετρούπολη).
Λόγω, όμως, της υπερβολικής ταχύτητας της μοτοσικλέτας, ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου (Γ. Θ.) δεν είχε τη δυνατότητα έγκαιρης και αποτελεσματικής αντίδρασης προς αποφυγή της σύγκρουσης. Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από την κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος Κ. Τ., ο οποίος δεν ήταν παρών στο ένδικο ατύχημα αλλά κατέθεσε όσα του ανέφερε ο ενάγων.
Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο Γ. Θ., οδηγός του ως άνω ΙΧΕ αυτοκινήτου, δικαιούνταν να διέλθει από τη διασταύρωση, εφόσον μετά από έλεγχο είχε διαπιστώσει ότι η διασταύρωση ήταν ελεύθερη, δηλαδή τα έχοντα προτεραιότητα οχήματα βρίσκονταν σε τέτοια απόσταση από αυτή, που με το επιτρεπόμενο ανώτατο όριο ταχύτητας των 50 χλμ/ώρα δεν προλάβαιναν να φτάσουν σ' αυτή, ενώ αντίθετα αυτός (οδηγός ΙΧΕ) προλάβαινε να διέλθει.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η ένσταση συνυπαιτιότητας του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου στην πρόκληση της ένδικης σύγκρουσης, που παραδεκτά προτάθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επαναφέρεται με το σχετικό λόγο έφεσης, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Εξάλλου, το γεγονός ότι ο Γ. Θ. είχε αποκτήσει πρόσφατα ήτοι στις 25-5-2006 την με αριθ. 69936515 Β' ερασιτεχνικής κατηγορίας άδεια ικανότητας οδήγησης δεν προκάλεσε το ένδικο ατύχημα ούτε συνετέλεσε σ'αυτό. Επομένως, αυτό το γεγονός δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την ένδικη σύγκρουση, όπως αβάσιμα επικαλείται ο ενάγων".
Και με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.
Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, Α.Π. 9/2013).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδ β' και 914 ΑΚ συνάγεται ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Δεν αποκλείεται καταρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.
Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.
Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (Α.Π. 686/2011).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 3 του ΚΟΚ (ν. 2696/1999) "Η πινακίδα αυτή, που τοποθετείται πριν από κόμβο, σημαίνει υποχρεωτική διακοπή πορείας του οχήματος πριν από την είσοδο στον κόμβο και παραχώρηση προτεραιότητας στα οχήματα τα οποία κινούνται στην οδό,προς την οποία πλησιάζει". Κατά τη διάταξη του όρθρου 12 παρ. 1 του ίδιου κώδικα "αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες, οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή. . . .", ενώ σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1, 2 και 3 αυτού "1.
ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2. ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματος του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματος του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματος του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.
Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματος του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν.3. Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματος του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, στις στροφές, πλησίον των σχολείων, πλησίον των ισόπεδων οδικών κόμβων, στις απότομες κατωφέρειες, πλησίον των μέσων μαζικής μεταφοράς, που σταθμεύουν για να αποβιβάζουν ή επιβιβάζουν επιβάτες, κατά τις νυκτερινές ώρες, σε περίπτωση ομίχλης, βροχής, χιόνων, παγετού και γενικά όταν το οδόστρωμα είναι ολισθηρό.
Την αυτή επίσης υποχρέωση έχει κατά τη διέλευση του από στενές διόδους και αν η διασταύρωση του με άλλα οχήματα καθίσταται δυσχερής, όταν υπάρχουν ζώα επί της οδού που παρουσιάζουν σημεία ταραχής, κατά τη διέλευση του από κατοικημένες περιοχές, αν πεζοί, που βρίσκονται στην τροχιά του, καθυστερούν να απομακρυνθούν, ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας".
Με τις προαναφερθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης το Εφετείο, κρίνοντας ότι δεν συνέτρεξε πταίσμα του (αρχικώς) εναγομένου οδηγού στην επέλευση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, παραβίασε εκ πλαγίου με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 3, 12 παρ.1 και 19 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) και 297,298, 300 και 914 του Α.Κ., σχετικά με την συμπεριφορά του οδηγού του ζημιογόνου Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου της πρώτης αναιρεσίβλητης. Ειδικότερα: Α) Για να καταλήξει στην έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας του εν λόγω οδηγού δέχεται ότι, όταν αυτός διέκοψε την πορεία του πριν από την πινακίδα Ρ-32 (ΣΤΟΠ) και έλεγξε την κυκλοφορία των οχημάτων στην οδό Περικλέους, μέσα στο πεδίο ορατότητας του δεν εκινείτο άλλο όχημα (σελ. 11), ότι η οδός Περικλέους είναι ευθεία, ανωφέρεια (ως προς την πορεία της μοτοσικλέτας) με μικρή κλίση (σελ. 5), ότι ο φωτισμός σ' αυτήν ήταν επαρκής, ενώ η ορατότητα δεν περιοριζόταν (σελ. 6), αλλά δεν αναφέρει μέχρι ποια απόσταση εκτεινόταν το πεδίο ορατότητας του οδηγού του Ι.Χ.Ε.
προς την κατεύθυνση από την οποία ερχόταν η μοτ/τα (προς τα δεξιά του), εντός του οποίου πεδίου δεν βρισκόταν, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, η μοτοσικλέτα, λαμβανομένων υπόψη της ευθείας οδού και της ανωφέρειας με μικρή κλίση, ώστε να μπορεί κατά λογική συνέπεια να διαπιστωθεί, αν ο εναγόμενος οδηγός είχε τη δυνατότητα να την αντιληφθεί (και από πόση απόσταση) πριν εισέλθει στην διασταύρωση και εάν, ενδεχομένως, προέβη, λόγω και της απειρίας του στην οδήγηση, δεδομένου ότι είχε αποκτήσει την άδεια οδήγησης προ έξι ημερών, σε πλημμελή υπολογισμό, της απόστασης που τον χώριζε από την κινούμενη μοτοσικλέτα και υπερεκτίμησε τη δυνατότητα του να διέλθει από την διασταύρωση, με ασφάλεια, χωρίς να παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία και χωρίς να εκθέσει σε κίνδυνο τον ενάγοντα οδηγό της μοτοσικλέτας.
Β) Δεν αναφέρει αν ο οδηγός του Ι.Χ.Ε. αντιλήφθηκε ή όφειλε να αντιληφθεί την κινούμενη μοτοσικλέτα, ενώ διέσχιζε την διασταύρωση, και από πόση απόσταση, ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί από άποψη επιμέλειας η συμπεριφορά του, ήτοι να διακριβωθεί αν αυτός είχε τη δυνατότητα, έστω κατά την κίνηση του οχήματος του, να διενεργήσει αποφευκτικό ελιγμό είτε να λάβει άλλο αποφευκτικό μέτρο (μείωση ταχύτητας ή διακοπή πορείας).
Γ) Ενώ αποδέχεται την άποψη ότι στο ανερχόμενο προς Πετρούπολη ρεύμα της οδού Περικλέους, στο οποίο εκινείτο και η μοτοσικλέτα, εκινείτο ένα Ι.Χ.Ε., σε απόσταση που επέτρεπε στον οδηγό του ζημιογόνου αυτοκινήτου να διέλθει και δεν υπήρχε καμία μοτοσικλέτα σε κίνηση πλησίον της διασταύρωσης (σελ. 8), που συμβαδίζει με την παραδοχή ότι η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αυξημένη στην οδό Περικλέους (σελ. 6), δεν λαμβάνει θέση ως προς το εάν η παρουσία άλλου ή άλλων οχημάτων εμπόδισε τον οδηγό του Ι.Χ.Ε.
της πρώτης αναιρεσίβλητης να αντιληφθεί έγκαιρα την ύπαρξη της μοτοσικλέτας. Δ) Στη σελ. 9 της προσβαλλομένης γίνεται δεκτό, ότι "οι ισχυρισμοί του ενάγοντος, ότι ενώ βρισκόταν πέραν του κέντρου της διασταύρωσης ξαφνικά το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο με αυξημένη ταχύτητα υπερβαίνουσα τα 80 χλμ/ώρα εισήλθε στη διασταύρωση και απέκλεισε την πορεία του με συνέπεια παρά την τροχοπέδηση και τον αποφευκτικό ελιγμό του προς τα δεξιά να επιπέσει η μοτοσικλέτα με το εμπρός μέρος της στην εμπρόσθια δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου...δεν αποδείχθηκαν από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα", ενώ στις σελίδες 7 και 8 γίνεται δεκτό, ότι ο ενάγων οδηγός της μοτοσικλέτας αντιλήφθηκε από πολύ μικρή απόσταση το Ι.Χ.Ε. (6 μέτρα είναι τα ίχνη τροχοπέδησης συν τα λίγα μέτρα που διήνυσε κατά τον αναγκαίο χρόνο αντίδρασης), παραδοχές που έρχονται σε αντίφαση μεταξύ τους, αφού, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, πρόσφορη αιτία για να προκαλέσει την καθυστερημένη αντίληψη κινδύνου και μη έγκαιρη αντίδραση ενός οδηγού είναι η αιφνίδια και απροσδόκητη γι'αυτόν παρεμβολή άλλου αυτοκινήτου στην πορεία του.
Ε) Στις σελίδες 6 και 7 της προσβαλλομένης το Εφετείο δέχεται, προσπαθώντας προφανώς να άρει την ανωτέρω υπό στοιχ. Δ αντίφαση, ότι η μοτοσικλέτα ". . . από αμέλεια του οδηγού της κινούνταν με ταχύτητα μεγαλύτερη της επιτρεπομένης (50 χλμ/ώρα), λόγω της οποίας (ταχύτητας) ο ενάγων δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα το ως άνω Ι.Χ.Ε.
αυτοκίνητο που διερχόταν από τη διασταύρωση.". Δηλαδή, θεωρεί την μη έγκαιρη αντίληψη του κινδύνου από τον ενάγοντα ως αποτέλεσμα της υπέρβασης από αυτόν του ορίου ταχύτητας και μόνο. Η αιτιολογία αυτή όμως είναι ανεπαρκής, διότι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας η υπέρβαση του ορίου ταχύτητας, in abstracto, μπορεί συνήθως να επιφέρει, ανάλογα με το ύψος αυτής, δυσχέρεια ή και αδυναμία διενέργειας αποτελεσματικού αποφευκτικού ελιγμού από τον οδηγό και δεν μπορεί να συνδεθεί αιτιωδώς με αντίληψη του κινδύνου από μικρότερη απόσταση.
Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ο από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης.
Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει, κατά παραδοχή του ως άνω λόγου αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών διατυπουμένων με την ένδικη αίτηση λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Οι αναιρεσίβλητες πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου ( άρθρα 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), τα οποία ορίζει στο ποσό των 3.000 ευρώ με την πληρωμή των οποίων βαρύνονται κατ'ίσα μέρη (ΚΠολΔ 180 παρ.1) ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στην καταθέσασα ( άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5074/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.-
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση της στο αυτό Εφετείο Αθηνών, αποτελούμενο από άλλους δικαστές.-
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους κατ'ίσα μέρη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
-Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στην καταθέσασα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Μαρτίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ