Supreme Court dismisses appeal on property boundary wall dispute, upholding lower court's finding of no shared wall.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision rejecting the plaintiff's claim for protection of a boundary wall right. The appellant argued the wall was a shared boundary, but the court found the lower court correctly relied on expert testimony showing no shared wall existed and the structure belonged to the defendants. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the defendants' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 106, 335, 338, 339, 340, 346 of the Code of Civil Procedure; The court must consider all admissible evidence to form a judgment on material claims, and an appeal based on a non-existent shared wall right is inadmissible when expert evidence confirms the structure belongs to one party.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 551 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 551/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Κ. του Λ. , κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κούκο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Δ. Γ. , κατοίκου …, 2. Β. Τ. του Γ. , κατοίκου …, και 3.Σ. Τ. του Γ. , κατοίκου …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Δουβαρά, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Μαρτίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 81/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 266/2007 προδικαστική και 195/2011 οριστική του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26 Σεπτεμβρίου 2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 24 Δεκεμβρίου 2012 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως της 195/2011 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στην δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 195/2011 απόφαση του Εφετείου Λαρίσης. Με την απόφαση αυτή αφού κρίθηκε παραδεκτή η έφεση των αναιρεσίβλητων κατά της 81/2005 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την 266/2007 απόφασή του, ανέβαλε να αποφασίσει οριστικά και διέταξε συμπληρωτικές, με τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης, αποδείξεις. Μετά τη διεξαγωγή αυτής, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, που δέχτηκε κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση και απέρριψε την αγωγή του αναιρείοντος, με την οποία ζητούσε την προστασία του, επί μεσοτοίχου, δικαιώματος του, που προσβλήθηκε από τις αναφερόμενες σ' αυτήν πράξεις των εναγομένων, ήδη αναιρεσίβλητων. Η αίτηση, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ, 1 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.
2. Από τις διατάξεις των άρθρ. 106, 335, 338, 339, 340, και 346 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ.559 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που οποιοσδήποτε από τους διαδίκους παραδεκτά επικαλέσθηκε και νόμιμα προσκόμισε προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (Ολ ΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη.
Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή δεν αρκεί ο ισχυρισμός να είχε προταθεί παραδεκτά μόνο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά θα πρέπει να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις ) και στο δεύτερο βαθμό, εφόσον αναιρεσιβαλλόμενη είναι απόφαση δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 1011/1994).
Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του κατά τις συνδυασμένες ως άνω διατάξεις των άρθρ. 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ. Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005, 1072-3/2005).
Για την πληρότητα δε του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ.559 ΚΠολΔ πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας.
Εξάλλου το δικαστήριο της ουσίας, στα πλαίσια της ως άνω υποχρεώσεως του, πρέπει να περιορίζεται στα μετ' επίκληση προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία και μόνο σ' αυτά, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια, που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσης του για τη βασιμότητα των επικαλούμενων πραγματικών περιστατικών, που πρέπει κατά το άρθρ. 335 ΚΠολΔ να είναι ουσιώδη, ώστε να επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης, έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή αποδείξεις που δεν τις επικαλέσθηκαν παραδεκτά οι διάδικοι, δηλαδή με τις προτάσεις, οι οποίες στο Εφετείο, αν δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρ. 528 ΚΠολΔ, κατατίθενται κατά το άρθρ. 524§1 εδ.
β ΚΠολΔ έως την έναρξη της συζήτησης.
Συνεπώς μέχρι τότε προσκομίζονται και τα επικαλούμενα με τις προτάσεις έγγραφα, ενώ στη συνέχεια και έως τη δωδέκατη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας από τη συζήτηση κατατίθεται η τυχόν προσθήκη στις προτάσεις, με την οποία σχολιάζονται από τους διαδίκους οι αποδείξεις, προτείνονται ισχυρισμοί και προσκομίζονται ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα και γνωμοδοτήσεις μόνο για την αντίκρουση αυτοτελών ισχυρισμών που παραδεκτά προτάθηκαν για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και καταχωρήθηκαν στα πρακτικά, εφόσον δεν περιέχονται στις προτάσεις (άρθρ. 524§1 εδ.
β σε συνδ. με 591§1 εδ. γ και δ ΚΠολΔ). Η επίκληση των αποδεικτικών μέσων με τις προτάσεις των διαδίκων πρέπει να είναι σαφής και ορισμένη, ώστε να είναι δυνατή η εξειδίκευση και εξατομίκευσή τους και προπάντων των εγγράφων. Κατά την έννοια αυτή η επίκληση των εγγράφων μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων, κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρ. 240 ΚΠολΔ.
Το άρθρο αυτό ρυθμίζει βέβαια τον τρόπο επαναφοράς των ισχυρισμών των διαδίκων, ορίζοντας ότι αρκεί για την επαναφορά στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις αντίστοιχες σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης, οι οποίες προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο, όμως, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, που είναι η διευκόλυνση του δικαστηρίου, αλλά και του αντιδίκου (βλ.
την αιτιολογική έκθεση επί του ν.δ. 958/1971), έχει εφαρμογή και για την επίκληση των αποδεικτικών μέσων. Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η επίκληση στην κατ` έφεση δίκη εγγράφου προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει πρωτοδίκως, ούτε αρκεί η απλή συρραφή και ενσωμάτωση στις προτάσεις αυτές των προτάσεων προηγούμενων συζητήσεων της υπόθεσης με γενική αναφορά στα έγγραφα των προηγούμενων αυτών προτάσεων, αλλά απαιτείται σε κάθε περίπτωση σαφής και ειδική επίκληση των προσκομιζόμενων εγγράφων είτε με τις προτάσεις της διεξαγόμενης στο Εφετείο συζήτησης είτε με παραπομπή δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένα τμήματα των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενων συζητήσεων της υπόθεσης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων (Ολ ΑΠ 9/2000, Ολ.
ΑΠ 14/2005, Ολ ΑΠ 23/2008). Το δικαστήριο της ουσίας οφείλει να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως αν για τα προσκομιζόμενα από διάδικο έγγραφα έγινε νόμιμη επίκληση στις προτάσεις του, όμως η οποιαδήποτε σχετική παράλειψή του και η λήψη τελικώς υπόψη εγγράφων που είτε δεν προσκομίσθηκαν είτε προσκομίσθηκαν χωρίς νόμιμη επίκληση ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ μόνο αν το αντίστοιχο απαράδεκτο προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας από τον ήδη αναιρεσείοντα, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις.
Μάλιστα για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο όχι μόνο να προσδιορίζεται το αποδεικτικό μέσο που λήφθηκε υπόψη και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί, αλλά και να εκτίθεται ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας από τον αναιρεσείοντα. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης, αποδίδεται η πλημμέλεια από τον αρθ.11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι τα δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε τα αναφερόμενα στην αίτηση αναιρέσεως έγγραφα τα οποία παραδεκτώς, μετ' επίκληση με τις προτάσεις του, προσκόμισε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ο αναιρεσείων.
Από τη ρητή, όμως, διαβεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων, "....και από όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν νόμιμα και επικαλούνται οι διάδικοι...", αξιολογούμενη σε συνδυασμό με τις λοιπές αιτιολογίες της, δεν καταλείπεται αμφιβολία, αλλά αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι λήφθηκαν υπόψη και τα έγγραφα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων.
Εξάλλου, με τον πρώτο λόγο της αίτησης, με την επίκληση του αριθ. 11β της ίδιας πιο πάνω διατάξεως αποδίδεται η πλημμέλεια ότι λήφθηκαν υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και τα εξής έγγραφα,: α) τις υπ' άριθμ…/1969, …/1969 και …/1969 οικοδομικές άδειες και τα τοπογραφικά σκαριφήματα και λοιπά σχέδια, τα οποία συνοδεύουν τις προαναφερόμενες τρεις (3) οικοδομικές άδειες.
β) το υπ' αριθ…/2005 έγγραφο της Διευθύνσεως Πολεοδομίας Καρδίτσης, που είχαν επικαλεσθεί με τις πρωτόδικες προτάσεις τους οι αναιρεσίβλητοι, χωρίς ωστόσο να τα επικαλεσθούν νόμιμα και με τις προτάσεις τους στο Εφετείο, αφού σε αυτές δεν γίνεται σαφής και εξειδικευμένη αναφορά στα αντίστοιχα έγγραφα, αλλά απλή να παραπομπή στο περιεχόμενο των πρωτόδικων προτάσεων τους.
Από την επισκόπηση όμως, των προτάσεων των αναιρεσίβλητων στο Εφετείο, τόσο στη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε 266/2997 απόφαση με την οποία διατάχθηκαν συμπληρωματικές αποδείξεις, όσο και στη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτουν τα ακόλουθα: 1) στις προτάσεις που κατατέθηκαν στις 12-1-2007 πριν τη συζήτηση της έφεσης, μετά την οποία εκδόθηκε η πρώτη των ως άνω αποφάσεων και στη σελίδα 10 αναφέρονται τα εξής: "..1)...2)...3) την υπ' αριθ.
πρωτ…/8.7.2005 απάντηση, της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Δήμου Καρδίτσας, σύμφωνα υε την οποία "... κατόπιν ελέγχου στα εγκεκριμένα σχέδια των υπ' αριθ…/1969 και ../1969 οικοδομικών αδειών, δεν διαπιστώθηκε η ύπαρξη μεσοτοίχων σε ότι αφορά την οικοδομή επί της οδού …, ιδιοκτησίας Κ. Β. και 4) την υπ' αριθ. πρωτ…/06 απάντηση της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Δήμου …, σύμφωνα με την οποία "...
μετά το σχετικό έλεγχο στην οικοδομή του κ. Κ. επί της οδού …διαπιστώθηκε ότι το πρόσωπο της οικοδομής εξωτερικά μετρήθηκε 16,30 μ αντί 16,10 μ που αναγράφεται στην οικ. Άδεια …/69 στην οποία διάσταση των 16,10 μ Φαίνεται να περιλαμβάνεται και τοίχος πάχους 20 εκ. Επίσης διαπιστώθηκε ότι η γωνιακή κολώνα προς την ιδιοκτησία Γ.
που προεβλέπετο με διαστάσεις 35χ35 εκ. κατασκευάστηκε 40χ40 εκ και στο εσωτερικό του καταστήματος η παρειά της δεν καλύπτεται σε μέρος της από τοίχο όπως προβλέπεται στην άδεια" και 2) στις προτάσεις που κατατέθηκαν στις 17-9-2010, πριν τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται τα εξής:
α) στη σελίδα 13 "...Επιπρόσθετα όμως και προς επίρρωση των ισχυρισμών μας προσκομίσαμε μετ' επικλήσεως και τα εξής αποδεικτικά στοιχεία: α) την υπ' αριθμ. πρωτ…/8.7.2005 απάντηση, της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Δήμου …, σύμφωνα με την οποία "... κατόπιν ελέγχου στα εγκεκριμένα σχέδια των υπ' αριθμ…/1969 και …/1969 οικοδομικών αδειών, δεν διαπιστώθηκε η ύπαρξη μεσοτοίχων σε ότι αφορά την οικοδομή επί της οδού …, ιδιοκτησίας Κ.
Β. και β) την υπ' αριθ. πρωτ…/06 από 3-1-2007 απάντηση της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Δήμου Καρδίτσας, σύμφωνα με την οποία "... μετά το σχετικό έλεγχο στην οικοδομή του κ. Κ. επί της οδού …διαπιστώθηκε ότι το πρόσωπο της οικοδομής εξωτερικά μετρήθηκε 16,30 μ αντί 16,10 μ που αναγράφεται στην οικ. Άδεια …/69 στην οποία διάσταση των 16,10 μ φαίνεται να περιλαμβάνεται και τοίχος πάχους 20 εκ.
Επίσης διαπιστώθηκε ότι η γωνιακή κολώνα προς την ιδιοκτησία Γ. που ποοεβλέπετο με διαστάσεις 35χ35 εκ. κατασκευάστηκε 40x40 εκ και στο εσωτερικό του καταστήματος η παρειά της δεν καλύπτεται σε μέρος της από τοίχο όπως προβλέπεται στην άδεια." και β) στις σελίδες 15 και 16 των ίδιων προτάσεων " ....επειδή προσάγομε και επικαλούμαστε όλα τα σχετικά μας έγγραφα 1...2...3...4) τις οικοδομικές άδειες μετά των εγκεκριμένων κατόψεων...5.. 6...7) Έγγραφες απαντήσεις Δ/νσης Πολεοδομίας Καρδίτσας με αριθ…/05, …/06 και …/2000..".
Από το περιεχόμενο των προτάσεων αυτών δεν γίνεται απλή και μόνο παραπομπή στις προτάσεις της πρωτοβάθμιας δίκης, αλλά και σαφής επίκληση των κρίσιμων εγγράφων που αναφέρει ο αναιρεσείων ότι λήφθηκαν απαραδέκτως υπόψη. Επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως από τον αριθ. 11 β και γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
3. Kατά τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθώς και η έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως για ελλειπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικαστηρίου, δηλαδή από τις παραδοχές της αποφάσεως επί των ζητημάτων που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης.
Εάν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά ως εκ περισσού διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε μη προταθέντα κατ` ένσταση ή αντένσταση ισχυρισμό των διαδίκων, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης αιτιάσεις στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι.
Και στις δύο ως άνω περιπτώσεις για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως πρέπει, εκτός των άλλων, να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι υποβλήθηκε στο Εφετείο ισχυρισμός για την αντιμετώπιση του οποίου εσφαλμένα εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε ο επικαλούμενος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο.
Με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αποδίδεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι αφενός δέχεται ότι ο επίδικος τοίχος είχε ανεγερθεί εντός του ακινήτου των αντιδίκων και δεν ήταν μεσότοιχος, αφετέρου δε ότι, οι επεμβάσεις- εκσκαφές, που έγιναν το 1999 επί του επίδικου τοίχου, από την πλευρά του καταστήματος των εναγομένων, δεν δημιουργούν κανένα κίνδυνο στη στατική αντοχή του με αποτέλεσμα με τη τελευταία ως άνω παραδοχή του να συνάγεται εμμέσως η ύπαρξη μεσοτοίχου, και κατά συνέπεια, ως προς το ζήτημα τούτο να περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες".
Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ενδιαφέρον το λόγο τούτο μέρος της, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε τα εξής: "....Επίσης στα τοπογραφικά σκαριφήματα και διαγράμματα καθώς και στα λοιπά σχέδια που συνοδεύουν τις προαναφερόμενες με αριθμούς …/1969, …/1969 και …/1969 οικοδομικές άδειες, τα οποία συντάχθηκαν μετά από υπόδειξη του ενάγοντος και του δικαιοπαρόχου των εναγομένων, αντίστοιχα, δεν αναφέρεται ούτε αποτυπώνεται η ύπαρξη μεσοτοίχου μεταξύ των ομόρων ακινήτων των διαδίκων.
Εξάλλου η μη ύπαρξη μεσοτοίχου διαπιστώθηκε και από τη Διεύθυνση Πολεοδομίας του Δήμου Καρδίτσας, όπως προκύπτει από το με αριθμό πρωτ. …/8-7-2005 έγγραφό της, στο οποίο αναφέρεται ότι "κατόπιν ελέγχου στα εγκεκριμένα σχέδια των υπ' αριθμ…/1969 και …/1969 οικοδομικών αδειών, δεν διαπιστώθηκε η ύπαρξη μεσότοιχων σε ότι αφορά την οικοδομή επί της οδού Κ. 1 ιδιοκτησίας Κ.
Β. ". Σύμφωνα δε με την με αριθμό …/2008 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ορισθέντος με την με αριθμό …/2007 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου πραγματογνώμονα, οι δύο οικοδομές των διαδίκων βρίσκονται σε επαφή μεταξύ τους στην όμορη πλευρά των οικοπέδων διότι είναι δομημένες με το συνεχές σύστημα, δεν υπάρχει μεταξύ τους μεσότοιχος ο δε υπάρχων τοίχος είναι κατά κύριο λόγο κατασκευασμένος από συμπαγή τούβλα, υλικά που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή τοίχων πριν το 1960 και ανήκει στην οικοδομή των εναγομένων και όχι κατά κοινή χρήση στους κυρίους των δύο ιδιοκτησιών.
Επίσης ο ανωτέρω πραγματογνώμονας αποφαίνεται ότι οι επεμβάσεις-εκσκαφές που έγιναν το έτος 1999 επί του επιδίκου τοίχου από την πλευρά του καταστήματος των εναγομένων, δεν δημιουργούν κανένα κίνδυνο στην στατική αντοχή του "αφού και οι δύο οικοδομές έχουν φέροντα στοιχεία κατακόρυφα και οριζόντια από οπλισμένο σκυρόδεμα, το οποίο κατασκευάστηκε τα μέσα και τις προδιαγραφές της εποχής, που η μία οικοδομή συντηρήθηκε και η άλλη ανεγέρθηκε"......".
Οι παραδοχές αυτές στηρίζουν πλήρως την κρίση του δικαστηρίου για τον κατ' ουσίαν αβάσιμο της ιστορικής βάσης της αγωγής, με την οποία ο αναιρεσείων ενάγων υποστήριζε την ιδιότητα του επίδικου τοίχου ως "μεσότοιχου". Η ιδιότητα δε αυτή, δεν αναιρείται με την περαιτέρω αναφορά στην απόφαση της πιο πάνω άποψης του πραγματογνώμονα, που διατυπώθηκε πλεοναστικά, και δεν ήταν απαραίτητη για την στήριξη του διατακτικού της απόφασης, δεδομένου ότι ο ενάγων δεν είχε αξιώσει με την με την αγωγή του, και την προστασία της κυριότητάς του με τις διατάξεις των άρθρων 1017 και 1108 παρ.1 ΑΚ .
Επομένως, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη μείζονα σκέψη, πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός, αφού η αποδιδομένη πλημμέλεια, είναι αλυσιτελής. Ενόψει αυτών πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση. Η δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, που δεν υπέβαλαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος του ηττωμένου αναιρεσείοντα (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-9-2011 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 195/2011 απόφασης του Εφετείου Λάρισας. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων επτακοσίων (1700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ