Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and rejects arguments regarding evidence and burden of proof.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision, ruling the appeal inadmissible due to improper service of summons. The court found that the appeal was also unfounded regarding the lower court's consideration of insurance court decisions as evidence and its handling of the burden of proof. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellants were ordered to pay the legal costs of the opposing parties.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576, 568, 498, 226 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must examine sua sponte the lawful and timely summons of absent defendants and proceed with the hearing if summoned properly, while lower court decisions may serve as a basis for indirect evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 551 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 551/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Θ. Λ. του Χ., 2. Κ. Λ. του Χ., 3. Σ. Λ. του Χ. και 4. Ε. Λ. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευθύμιο Κοιλανίτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
ΤΩΝ αναιρεσίβλητων: 1. Δ. Σ. του Ν., 2. Α. Φ. του Μ., 3. Γ. Α. του Ν., 4. Ε. Μ. του Σ., 5. Π. Δ. του Γ., 6. Ε. Β. του Κ., 7. Β. Μ. του Ε., 8. Γ. Μ. του Α., 9. Γ. Μ. του Ι. και 10. Π. Φ. του Φ., κατοίκων .... Οι 1, 2, 3, 5, 8, 9 και 10, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Ζέρβα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ2 του ΚΠολΔ. Οι υπόλοιποι, 4ος, 6ος και 7η δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 37964/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 483/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-6-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 22-11-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 576 παρ. 1, 2 και 3, 568 παρ. 1 και 4 και 498 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, αν εκλήθη νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύδοντος την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και, σε καταφατική περίπτωση, να προχωρήσει στην συζήτηση παρά την απουσία του. Εξ' άλλου, η διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. α' ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στην μετ' αναβολή δικάσιμο δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, εφαρμόζεται και στην διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου.
Στην προκειμένη περίπτωση από τις υπ' αριθμ. 4687γ'/ 12. 10. 2009, 4689γ'/12.10.2009 και 4445γ' /25.9.2009 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελητού στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ..., τις οποίες προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 1/12/2010, μετά την οποία η συζήτηση της εν λόγω αιτήσεως δι' επισημειώσεως στο πινάκιο ανεβλήθη για την στην αρχή της παρούσης αποφάσεως αναφερομένη δικασίμου της (19/10/2011), νομίμως και εμπροθέσμως επεδόθη προς τους τέταρτο, έκτο και εβδόμη εκ των αναιρεσιβλήτων, Ε. Μ., Ε. Β. και Β. Μ., με την επιμέλεια των αναιρεσειόντων, οι οποίοι, δια του πληρεξουσίου των δικηγόρου Θεσσαλονίκης Νικολάου Αβραμίδη επισπεύδουν την συζήτηση. Πλην όμως αυτοί, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του παρόντος δικαστηρίου, δεν εμφανίσθηκαν κατά την εν λόγω δικάσιμο κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από την οικεία σειρά του πινακίου , ούτε κατέθεσαν σχετική δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ. 1 και 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, η συζήτηση της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία των, ως εάν να ήσαν και αυτοί παρόντες, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
II. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια του νόμου, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής κυρίας παρεμβάσεως, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ.ΑΠ 3/1997).
Εξάλλου, από την διάταξη του άρθρου 556 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το οποιοδήποτε σφάλμα στην προσβαλλομένη απόφαση, που θεμελιώνει κάποιον εκ των περιοριστικώς στο άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δ αναφερόμενων λόγων αναιρέσεως, δεν επάγεται καθεαυτό την αναίρεση της αποφάσεως, παρά μόνο εάν αυτό συνέχεται με το δυσμενές για τον αναιρεσειοντα διατακτικό της, εάν δηλαδή η υπό του δικαστηρίου της ουσίας γενομένη διάγνωση της υπάρξεως ή μη υπάρξεως του επιδίκου δικαιώματος συναρτάται προς αυτό, υπό την έννοια ότι επηρέασε το δυσμενές για τον αναιρεσείοντα διατακτικό της αποφάσεως.
Εάν όμως και χωρίς την αποδιδομένη από τον αναιρεσείοντα πλημμέλεια στην προσβαλλομένη απόφαση, με βάση τις σχετικές παραδοχές, η δικαιοδοτική κρίση του δικαστηρίου επί του συγκεκριμένου ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης θα ήταν η αυτή, τότε εκλείπει και το έννομο συμφέρον προς επίκληση του από τον αναιρεσειοντα.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8α του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη τον μη προταθέντα από τους αναιρεσιβλήτους εναγομένους ισχυρισμό περί διακοπής της νομής εκτάκτου χρησικτησίας που ασκούσε επί του επιδίκου ακινήτου ο άμεσος δικαιοπάροχος των εναγόντων, επελθούσης (της διακοπής αυτής), κατά τον αναιρετικό αυτό λόγο, α) από την άσκηση της με αριθμό καταθέσεως 4028/28.11.1977 διεκδικητικής αγωγής που άσκησε ο άμεσος δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων εναγομένων Α.
Χ. κατά του αμέσου δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων εναγόντων Χ. Λ. και του υιού του Ε., ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αφορώσης έκταση 3.862,57, εμπίπτουσας στην επίδικη έκταση β)από την άσκηση των με αριθμό καταθέσεως 1799/6.9.1979 και 1089/ 17.5 1980 αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων, οι οποίες ασκήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικαιοπάροχο των εναγομένων κατά του ιδίου δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων και του υιού του Ε..
Ειδικότερα, προς θεμελίωση του αναιρετικού αυτού λόγου, οι αναιρεσείοντες διατείνονται, ότι το Εφετείο με το να δεχθεί, χωρίς την υποβολή σχετικού ισχυρισμού, την επέλευση του διακοπτικού αποτελέσματος της κτητικής παραγραφής, κατά τα άρθρα 261 και 1049 του ΑΚ, από την άσκηση των άνω διαδικαστικών πράξεων, εντεύθεν δε, μη συνυπολογίζοντας τον προ της ασκήσεως των διαδραμόντα χρόνο νομής εκτάκτου χρησικτησίας από τον άμεσο δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων στον μετά το έτος αυτό χρόνο, και απορρίπτοντας την άνω αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, λόγω της μη συμπληρώσεως της εικοσαετίας, υπέπεσε στην μνησθείσα αναιρετική πλημμέλεια.
Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο εδέχθη ότι με την άσκηση της άνω τακτικής αγωγής επήλθε διακοπή της κτητικής παραγραφής, από του έτους 1977 μέχρι τον μήνα Αύγουστο 1985, που εξεδόθη η υπ' αριθμ. 1616/1985 οριστική απόφαση από το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, επί της άνω τακτικής αγωγής, πλην όμως ότι μεταγενεστέρως, μέχρι την άσκηση της αγωγής επί της οποίας εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση, ήτοι μέχρι την 19/1/2007 (χρόνος επιδόσεως της),ούτε οι αναιρεσείοντες, ούτε και οι άμεσοι δικαιοπάροχοί τους, άσκησαν οποιαδήποτε διακατοχική πράξη επί του επιδίκου, τελούντος, αδιαλείπτως, κατά το μεταγενέστερο αυτό χρονικό διάστημα, υπό την νομή του αμέσου δικαιοπαρόχου των εναγομένων Α.
Χ. και των ιδίων. Υπό τα ανελέγκτως γενόμενα άνω περιστατικά η υπό του Εφετείου εξενεχθείσα δικανική κρίση περί της επελεύσεως του διακοπτικού αποτελέσματος της κτητικής παραγραφής εκ της ασκήσεως της ανωτέρω τακτικής διεκδικητικής αγωγής, καμία επιρροή δεν άσκησε στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, αφού, και χωρίς την επέλευση της εν λόγω διακοπής, δεδομένης της παραδοχής του Εφετείου ότι μετά τον μήνα Αύγουστο 1985 και μέχρι την άσκηση της αγωγής, ούτε ο άμεσος δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων Χ.
Λ., ούτε και μετά τον θάνατο αυτού οι διάδοχοί του (εναγόντες αναιρεσείοντες) νέμονταν το επίδικο, ενώ ο πριν την ημερομηνία αυτή διαδραμών χρόνος εκτάκτου χρησικτησίας (1977 έως τον Αύγουστο 1985),δεν επαρκούσε για την συμπλήρωση του, η αποφατική περί της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής κρίση του Εφετείου, επιστηριζομένης (της αγωγής)και επί της νομής εκτάκτου χρησικτησίας αδιαλείπτως από του έτους 1977 έως την άσκηση της αγωγής (19/1/2007), θα ήταν η ίδια.
Επομένως, ο προαναφερόμενος (πρώτος)λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που στηρίζεται στην υπό του Εφετείου λήψη υπόψη, ως "πράγματος", της, μη προταθείσης από τους αναιρεσιβλήτους, ενστάσεως διακοπής της χρησικτησίας, εκ της ασκήσεως της άνω τακτικής αγωγής, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος.
Ο ίδιος λόγος από το άρθρο 559 αρ.8 α του Κ.Πολ.Δ. , κατά το μέρος που ερείδεται στον ισχυρισμό, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την μη προταθείσα ένσταση περί διακοπής της κτητικής παραγραφής από την άσκηση των μνησθεισών δύο αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων, είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, γιατί το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, δεν εδέχθη την ύπαρξη τοιούτου διακοπτικού αποτελέσματος από την άσκηση των δύο ως άνω αιτήσεων.
III. Επειδή, από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, συνάγεται ότι ο δι' αυτής προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνον όταν το δικαστήριο κατά προφανή παρανόηση, ήτοι μη ορθή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 432 επ. Κ.Πολ.Δ., εγγράφου, εδέχθη ως μνημονευόμενα σ' αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία, όμως, είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο αυτό, ακολούθως δε, στηριζόμενο αποκλειστικώς στο εν λόγω έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον ως άνω αναιρετικό λόγο. Ο λόγος όμως αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται, οσάκις το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αλλά, αναγιγνώσκοντας το περιεχόμενο του εγγράφου, όπως αυτό πράγματι έχει, άγεται εξ αυτού, συνεκτιμώντας και το περιεχόμενο των λοιπών αποδεικτικών μέσων, σε κρίση διαφορετική από εκείνη, την οποία εκλαμβάνει ως ορθή ο προβάλλων ότι εχώρησε παραμόρφωση του εγγράφου. Τούτο δε διότι η τοιαύτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, εξαχθείσα από το αληθές περιεχόμενο του εγγράφου, είναι, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ 1 Κ.Πολ.Δ., αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. ά.0 του Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κρίνοντας ως αναπόδεικτη την αγωγή των αναιρτεσειόντων, παρεμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφων και ειδικότερα της υπ' αριθμ. 4028/1977 τακτικής αγωγής του αμέσου δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων και της υπ' αριθμ. 1616/1985 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, που ορθώς ανέγνωσε τα εν λόγω έγγραφα, χωρίς να υποπέσει σε διαγνωστικό σφάλμα, τα συνεξετίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, χωρίς να στηριχθεί, για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος αποκλειστικώς ή κυρίως σε αυτά. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙV. Επειδή, για την κτήση κυριότητος επί ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται κατά μεν τις διατάξεις των ν.8 παρ.1 και 1παρ.1 κωδ.(7.39), 9 παρ.1 (βασ.50 . 14), αδιάλειπτος νομή του πράγματος με καλή πίστη επί τριακονταετία, την οποία (καλή πίστη), όπως συνάγεται από τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 πανδ.(5.8), 27 πανδ.(18.1), 10, 17 και 48 πανδ.(41.3), 3 πανδ.(41.10) και 109 πανδ.(50.16), αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση ,ότι δια της κτήσεως της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν δικαίωμα κυριότητος άλλου, κατά δε την διάταξη του, άρθρου 1045 του ΑΚ, ο χρόνος αυτός περιωρίσθη στην εικοσαετία, συνυπολογιζομένου, κατ' αμφότερα τα δίκαια, και του χρόνου νομής χρησικτησίας του προκατόχου του νομέως.
Προκειμένου δε περί εκτάκτου χρησικτησίας που άρχισε υπό το κράτος του προϊσχύσαντος δικαίου και συμπληρώθηκε υπό τον Αστικό Κώδικα, που δεν απαιτεί το στοιχείο της καλής πίστεως του νομέως, είναι απαραίτητη η ύπαρξη της καλής πίστεως για τον μέχρι της ενάρξεως της ισχύος του, χρόνο (23/2/1946). Κατά δε τις διατάξεις των άρθρων 64 και 65 του Εισ.Ν.ΑΚ., οι περί χρησικτησίας διατάξεις του ΑΚ εφαρμόζονται από της εισαγωγής του και επί προαρξαμένης χρησικτησίας, μη συμπληρωθείσης μέχρι τότε.
Στην περίπτωση αυτή η απαιτουμένη εικοσαετία προς συμπλήρωση του χρόνου της εκτάκτου χρησικτησίας αρχίζει από της εισαγωγής του ιδίου Κώδικος, εκτός εάν ο μακρύτερος του προϊσχύσαντος δικαίου χρόνος συμπληρώνεται ενωρίτερα, οπότε η χρησικτησία συμπληρώνεται με την παρέλευση του χρόνου αυτού του προϊσχύσαντος δικαίου.
Περαιτέρω και μέχρι της εισαγωγής το ΑΚ, κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου {ν. 7 κωδ.(3.31), ν.44 πανδ.(7.34.), ν.26, Κωδ.(3.32),ν. 46 πανδ.(46.3), ν.1 πρ.πανδ. (41.9),ν.30 πανδ.(29.4) ν.2 πανδ. (20.5), ν.13 παρ.1, πανδ. (5.3)},και μετά την εισαγωγή του ΑΚ., κατά το άρθρο 1041 αυτού, προς επέλευση της τακτικής χρησικτησίας απαιτείται άσκηση νομής επί του ακινήτου με καλή πίστη επί συνεχή δεκαετία και νόμιμος τίτλος (ή και νομιζόμενος), του οποίου ελλείποντος δεν είναι δυνατή η κτήση κυριότητος με τον τρόπο αυτό, ο οποίος πρέπει να υποβληθεί σε μεταγραφή, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν.Τ/1856 και 1033 του ΑΚ.
Εξάλλου, τόσο κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου (ν.20 πρ. πανδ.(41.1) και 50 πανδ.(50.17), θεσπίζουσες τον κανόνα "ουδείς πλέον δύναται εις έτερον μεταφέρειν δίκαιον παρ ο αυτός έχει), όσο και κατά τις διατάξεις των άρθρων 1033, 1192 αρ. 1 και 1198 ΑΚ, για την μεταβίβαση της κυριότητος ακινήτου πρέπει ο μεταβιβάζων να είναι κύριος αυτού και η σχετική συμφωνία να γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο, το οποίο πρέπει να μεταγραφεί.
Κατά δε τα άρθρα 974, 976 έως 979 ΑΚ, άσκηση νομής επί ακινήτου που οδηγεί στην κτήση της κυριότητος αυτού με χρησικτησία, αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πράξεις επάνω σε αυτό, που προσιδιάζουν στην φύση και τον προορισμό του και είναι δηλωτικές εξουσιάσεως αυτού με διάνοια κυρίου δηλαδή με την θέληση να το έχει δικό του.
Και κατά το άρθρο981 ΑΚ η νομή χάνεται μόλις παύσει η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα του νομέως. Η παύση της φυσικής εξουσίας μπορεί να επέλθει και με την εκτέλεση δικαστικής αποφάσεως με την συνδρομή υλικών πράξεων που υποδηλώνουν επίληψη της νομής από εκείνο υπέρ του οποίου έγινε η εκτέλεση. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ,ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ευθεία παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου υπάρχει όταν το δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καίτοι ήταν εφαρμοστέος στην συγκεκριμένη περίπτωση βάσει των παραδοχών του, ή εφήρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, τις ίδιες παραδοχές, δεν έπρεπε να εφαρμόσει. Και κατά την έννοια του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της , καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 12-13/95).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως, προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, εδέχθη, ανελέγκτως, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στους εναγόμενους και ήδη εφεσίβλητους είχε περιέλθει κατά κυριότητα με το υπ' αριθμόν .../1990 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Παρασκευής Παναγακοπούλου Μπουρτζούκου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Νεαπόλεως, στον τόμο 38 με αριθμό ..., λόγω πωλήσεως παρά του Α.
Χ. του Χ., κατά ποσοστά εξ αδιαιρέτου που αναφέρονται σ' αυτό, ένα αγρόκτημα εκτάσεως 100 στρεμμάτων ή όσης και αν είναι περισσότερο ή λιγότερο, που βρίσκεται στη θέση "Τσιλάκ βουνό" της κτηματικής περιφέρειας της άλλοτε Κοινότητας Λητής, ήδη Δήμου Μυγδονίας, του Νομού Θεσσαλονίκης, συνορευόμενο γύρωθεν κατά τον αρχικό τίτλο κτήσεως (ταπί), βόρεια με αγρό ιδιοκτησίας Π., νότια με αγρό ιδιοκτησίας Ε.
ή Λ. (αγνώστου επωνύμου), ανατολικά με παλαιό αγροτικό δρόμο και, δυτικά με λάκκο (ντερέ). Μετά δε νεώτερη εμβαδομέτρηση (Ιούλιος 1990) στην οποία προέβη κατ' εντολή των αγοραστών ο τοπογράφος μηχανικός Δ. Δ., τοπογραφικό διάγραμμα του οποίου με την αυτή ημεροχρονολογία επισυνάπτεται στο συμβόλαιο πώλησης, το αγρόκτημα αυτό έχει εμβαδόν 110.955,80 τ.μ, εμφαίνεται δε υπό στοιχεία 1, 2, 3, ...
έως 56, 1 στο διάγραμμα αυτό, και συνορεύει, νοτιοανατολικά επί συνόλου τριάντα (30) πλευρών από 30-31 έως 4-5 με αγροτικό δρόμο, βόρεια επί συνόλου δύο (2) πλευρών, των 5-6 και 6-7 με ακίνητο Π., νοτιοδυτικά επί συνόλου είκοσι (20) πλευρών από 7-8 έως 26-27 με λάκκο (ντερέ), και νότια επί συνόλου τριών πλευρών, των 27-28, 28-29 και 29-30 με ιδιοκτησία Ε.
ή Λ. (αγνώστου επωνύμου). Στον ανωτέρω πωλητή Χ. Α. του Χ. ή Χ., το προαναφερόμενο ακίνητο είχε περιέλθει από κληρονομιά του πατέρα του Χ. ή Χ. Χ. του Α., που απεβίωσε την 10-9-1949, δυνάμει της υπ' αριθμόν .../11-6-1949 δημόσιας διαθήκης του άλλοτε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αναστασίου Μυλωνά, την οποία (κληρονομιά) αποδέχθηκε αυτός με τις υπ' αριθμόν .../23-3-1952 και .../27-1-1967 δηλώσεις αποδοχής των συμβολαιογράφων Θεσσαλονίκης Αναστασίου Μυλωνά και Μιλτιάδη Τζιγνουδάκη, που μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στους τόμους 161 και 483 με αριθμούς ...
και ... αντίστοιχα. Επίσης στον δικαιοπάροχο πατέρα του πωλητή Χ. ή Χ. Χ. το ανωτέρω ακίνητο είχε περιέλθει από κληρονομιά του πατέρα του Α. Χ., του Α., που απεβίωσε το έτος 1883. Ο Χ. ή Χ. Χ. από του θανάτου του πατέρα του κατείχε και καλλιεργούσε αυτοπροσώπως το ως άνω ακίνητο μέχρι το έτος 1917, επί μία συνεχή δεκαετία χωρίς δικαστική αμφισβήτηση και έτσι, απέκτησε δικαίωμα εξουσιάσεως επ' αυτού κατά τον Οθωμανικό νόμο, το οποίο δικαίωμα μετατράπηκε από 20-5-1917 σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας κατά τα 4/5 εξ αδιαιρέτου του αγρού, σύμφωνα με το 2468 Διάταγμα της Προσωρινής Κυβέρνησης Θεσσαλονίκης, που κυρώθηκε με το νόμο 1072/1917 καθώς και το νόμο 2025/1920 (άρθρο 50), εφόσον η ως άνω δεκαετία συμπληρώθηκε μέχρι την 20-5-1917, και κατά 1/5 εξ αδιαιρέτου παρέμεινε στη συγκυριότητα και συνδιακατοχή του Δημοσίου.
Στη συνέχεια, δυνάμει των άρθρων 101-114 του Διατάγματος 11/12-11-1929, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του νόμου 4226/1929, όπως αυτά τροποποιήθηκαν με τα άρθρα 17, 18 και 19 του α.ν. 1540/1938, περιήλθε στον ανωτέρω συνιδιοκτήτη Χ. ή Χ. Χ. αυτοδικαίως, και χωρίς να απαιτείται εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών, το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου και έτσι αυτός κατέστη κύριος εν όλω του ανωτέρω εξουσιασθέντος ακινήτου.
Τέλος, στον απώτατο δικαιοπάροχο των εναγομένων-εφεσιβλήτων Α. Χ., γιο Α., το παραπάνω ακίνητο είχε περιέλθει κατά παραχώρηση του Τουρκικού κράτους με δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ), ως ανήκον στην κατηγορία των δημοσίων γαιών και ειδικότερα αγρός υποκείμενος σε δεκάτη, κείμενος στη θέση "Κοτζά Κρανγερί" (τόπος Κοτζά - Κραν) που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή του χωριού Αϊβατλού, της τέως κοινότητας Λητής Θεσσαλονίκης και ήδη Δήμου Μυγδονίας, τότε διοικητικής περιφέρειας Θεσσαλονίκης "Λίβα Θεσσαλονίκης" επαρχίας Θεσσαλονίκης "Καζάς Θεσσαλονίκης", εκτάσεως 20 παλαιών στρεμμάτων (τουρκικών) για το οποίο εκδόθηκε και το υπ' αριθμόν 130 ταπί, μηνός Μουχαρέμ τουρκικού έτους 1828 (19ης Ιουνίου του Χριστιανικού έτους 1865), στο οποίο αναγράφεται ως αιτία έκδοσης του τίτλου ιδιοκτησίας (ταπίου) "εκδόθηκε νεωστί τίτλος ιδιοκτησίας δικαιώματι χρησικτησίας".
Και στον αρχικό αυτόν τίτλο κτήσης ως όρια του ανωτέρω ακινήτου αναφέρονται, όπως αυτά πιο πάνω περιγράφονται (βλ και αντίγραφο του ανωτέρω τίτλου -ταπί, σε επικυρωμένη μετάφραση από την τουρκική στην ελληνική γλώσσα που νόμιμα, επικαλούνται και προσκομίζουν οι εναγόμενοι). Οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες είναι κύριοι, κατά την αγωγή τους, ενός αγροτεμαχίου εκτάσεως 24.360 τ.μ.
που βρίσκεται στη θέση "Τσιλάκ βουνό" ή "Κουρατζίκ" και συνορεύει, βορειοδυτικά με αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας Α. Χ. (δικαιοπαρόχου των εναγομένων) επί τεθλασμένης πλευράς μήκους 23,5 γραμ. μέτρων, βορειοανατολικά με αγροτεμάχιο κληρονόμων Α. Γ. επί πλευράς 34,72 γραμ. μέτρων, νοτιοανατολικά με αγροτεμάχια α) συνιδιοκτητών Δ.
Δ. και Α. Π., και β) συνιδιοκτητών Α. Π. (πρώην Δ. Π. και Μ. Ζ.) επί τεθλασμένης πλευράς συνολικού μήκους 254,22 γραμ. μέτρων, νότια με αγροτεμάχιο αδελφών Δ. επί πλευράς μήκους 88,05 γραμ. μέτρων, και δυτικά με ρέμα επί τεθλασμένης πλευράς μήκους 121,54 γραμ. μέτρων. Το αγροτεμάχιο αυτό, κατά την ως άνω αγωγή είχε περιέλθει στον απώτατο δικαιοπάροχο τους Ν.
Κ. του Θ., κάτοικο Λητής (Αϊβάτι) της περιφέρειας Θεσσαλονίκης, δυνάμει του υπ' αριθμόν .../20-12-1939, συμβολαίου του άλλοτε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννη Βαφειάδη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στον τόμο 112 με αριθμό ..., λόγω πωλήσεως παρά των Σ.
χήρας Α. Μ. το γένος Γ. Σ., Γ. Ο. του Α., Σ. χήρας Γ. Μ. το γένος Α. Ο., και Ε. συζύγου Φ. Μ. το γένος Α. Ο.. Σύμφωνα με τον ανωτέρω τίτλο, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι εκκαλούντες ενάγοντες, ο προαναφερόμενος αγρός έχει έκταση 8 παλαιών στρεμμάτων (τουρκικών), είναι στη θέση Αϊβάτι της κτηματικής περιφέρειας του χωριού Μελισσοχώρι, και συνορεύει νότια με αγρούς Α.
Δ., ανατολικά με αγρούς Χ. (δικαιοπαρόχου των εναγομένων), δυτικά με αγρούς Σ. Μ., και βόρεια με ρέμα (βλ και αντίγραφο του ανωτέρω συμβολαίου, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι εκκαλούντες ενάγοντες). Στους ανωτέρω δε πωλητές ο αγρός αυτός είχε περιέλθει, στη μεν πρώτη κατά ποσοστό Ή εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά της προ πεντηκονταετίας αποβιώσασας μητέρας της Ε.
Γ. Α., στους δε λοιπούς τρεις κατά το υπόλοιπο ποσοστό του 1/2 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά της μητέρας τους Μ. Α. Ο. το γένος Γ. Σ., αδελφής της πρώτης πωλήτριας και θυγατέρας της Ε. Γ. Α.. Μετά το θάνατο του παραπάνω αγοραστή Ν. Κ. του Θ. την 23-12-1952 αδιάθετου, ο αγρός αυτός περιήλθε κατά 1/4 και 3/4 εξ αδιαιρέτου αντιστοίχως στις εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, σύζυγο και τέκνο αυτού, ήτοι στη Σ.
Χ. του Δ. και Ά. Κ. του Θ.. Μετά δε το θάνατο της Σ. Α. την 1-11-1998 αδιάθετης, ολόκληρος ο ανωτέρω αγρός περιήλθε στη μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμο της και θυγατέρα της Ά. Κ. συζ. Χ. Λ., και μετά και το θάνατο αυτής αδιάθετης την 30-6-1990 στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, ήτοι το σύζυγο της Χ. Λ. κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου και κατά το υπόλοιπο ποσοστό των 3/4 εξ αδιαιρέτου στα τέσσερα τέκνα της.
Τέλος, μετά και το θάνατο του Χ. Λ. την 28-2-1992 αδιάθετου, το ακίνητο αυτό περιήλθε στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, ήτοι τα τέσσερα τέκνα του (ενάγοντες) κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου στο καθένα. Οι ενάγοντες-εκκαλούντες, έμμεσα πλην σαφώς, αμφισβητούν το εμβαδόν του αγροτεμαχίου των εναγομένων-εφεσιβλήτων και δη ότι στον αρχικό τίτλο (ταπί) αυτών, που αναφέρεται είκοσι (20) παλαιά στρέμματα (τουρκικά) αντιστοιχεί η αγορασθείσα έκταση των 100 στρεμμάτων, αλλά αντιθέτως κατ' αυτούς η ως άνω έκταση είναι πολύ μικρότερη και επιπλέον ότι νότια δεν συνορεύει αυτή με ακίνητο Ε.
ή Λ., αλλά ότι συνορεύει βορειοδυτικά με το δικό τους ακίνητο έκτασης 24360 τ.μ. Οι εφεσίβλητοι-εναγόμενοι πάλι αρνούνται τα παραπάνω και ισχυρίζονται είτε ότι το επίδικο κείται εντός της δικής τους ιδιοκτησίας, χωρίς βέβαια να τοποθετούν αυτό και σε συγκεκριμένη θέση, έναντι του όλου ακινήτου τους, είτε ότι κείται εκτός αυτού και ταυτίζεται με το ακίνητο της Ε.
ή Λ.. Οι τελευταίοι όμως, τόσο με τις έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όσο και με τις προτάσεις τους ενώπιον του παρόντος συνομολογούν ότι ο δικαιοπάροχος των εναγόντων Χ. Λ. το έτος 1977 κατέλαβε τμήμα του ακινήτου τους έκτασης 3.862,57 τ.μ. καθώς και ότι το έτος 1979 ο ίδιος και ο γιος του Ε.
Λ. κατέλαβαν άλλη έκταση 20 στρεμμάτων περίπου.
Ενόψει όλων των ανωτέρω, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, η επίδικη έκταση των 24.360τ.μ., η οποία συνορεύει νοτίως με αγρό ιδιοκτησίας Ε. ή Λ., δυτικά με ρέμα και βόρεια και ανατολικά με υπόλοιπη ιδιοκτησία εναγομένων, εμπίπτει εντός των ορίων του μείζονος εκτάσεως αγρού των εναγομένων-εφεσιβλήτων 100 περίπου στρεμμάτων, γεγονός που προκύπτει και από:
α) την από 16-5-1969 πραγματογνωμοσύνη του Ε. Μ., τοπογράφου μηχανικού της τοπογραφικής υπηρεσίας του Υπουργείου Γεωργίας, ο οποίος είχε διορισθεί πραγματογνώμονας με την 69/22-1-1968 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ενόψει άλλης δίκης μεταξύ του δικαιοπαρόχου των εναγομένων και των Σ. Κ. Α. και Ε.
Σ. Χ., ο οποίος (πραγματογνώμονας) ήλεγξε την εφαρμογή επί του εδάφους τόσο του ως άνω τίτλου 130/1282 (ταπί) όσο και αυτού του υπ' αριθμόν .../1939 συμβολαίου που επικαλούνται και προσκομίζουν οι ενάγοντες ως τίτλο ιδιοκτησίας του απωτέρου δικαιοπαρόχου τους Ν. Κ., και απεφάνθη ότι όντως το ακίνητο των εναγομένων έχει έκταση 100 στρεμμάτων και σταθερά όρια σαφώς προσδιορισμένα, προς ανατολάς χωραφόδρομο, προς δυσμάς ρέμα (λάκκος -ντερέ), προς νότο ιδιοκτησία Λ.
και προς βορράν ιδιοκτησία Π., γίνεται εφαρμογή επί του εδάφους αυτού, και προσδιορίζει ότι το νότιο όριο των ακινήτων είναι το ακίνητο της Ε. ή Λ., που δεν είναι άλλη από την Α.. Μάλιστα επί της ως άνω υποθέσεως εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 1900/1970 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δέχθηκε τα ανωτέρω και η οποία δεν αμφισβητείται υπό των εκκαλούντων-εναγόντων, β) την από 5-4-1984 πραγματογνωμοσύνη του τοπογράφου μηχανικού Κ.
Κ., ο οποίος είχε διορισθεί με την 898/1978 και 800/1982 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ενόψει ανοιγείσας δίκης μεταξύ των δικαιοπαρόχων των διαδίκων προς έλεγχο και εφαρμογή επί του εδάφους των αυτών ως άνω τίτλων των διαδίκων και αν τμήμα 3.8 62,52 τ.μ. περιλαμβάνεται εντός του 130/1982 ταπίου, ο οποίος επίσης δέχθηκε ότι υπάρχουν σαφή όρια επί των οποίων εφαρμόζει ο ως άνω τίτλος (ταπί) και δη ανατολικά με δρόμο, και δυτικά με ρέμα (λάκκους), καθώς και το βόρειο όριο που έχει καθορισθεί με την 1009/1970.
τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και είναι ιδιοκτησία Π., και τελικώς πιθανολογεί ότι ο ως άνω αγρός που περιλαμβάνεται στο υπ' αριθμόν .../1939 συμβόλαιο πώλησης του απώτατου δικαιοπαρόχου των εκκαλούντων εναγόντων της Λ. ή Ε., που αναφέρεται και ως όριο νοτίως με τον αγρό των εναγομένων κατά τον τίτλο 130/1282 (ταπί), πιθανολογεί ότι ταυτίζεται με το ακίνητο της Ε.
ή Λ., εν αντιθέσει με τον προηγούμενο πραγματογνώμονα ο οποίος δέχεται ότι το νότιο όριο του ακινήτου των εναγομένων συνορεύει με αγρό Ε. ή Λ.. Μάλιστα ο ίδιος ως άνω πραγματογνώμονας στην ως άνω πραγματογνωμοσύνη του αιτιολογεί τη διαφορά της έκτασης των 20 παλαιών (τουρκικών) στρεμμάτων σε σχέση με την κατεχόμενη έκταση των 100 στρεμμάτων των εναγομένων και δη στο ότι αυτό οφείλεται στο ότι από τα 100 στρέμματα, τα 40 στρέμματα είναι μη καλλιεργήσιμα συνεπεία της έντονης κλήσης του εδάφους καθώς και ότι, σύμφωνα με το άρθρο 47 του νόμου περί γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274, τα όρια που αναγράφονται στα τάπια είναι επικρατέστερα από το εμβαδόν που αναγράφεται σ' αυτόν (βλ και αντίγραφο της ως άνω πραγματογνωμοσύνης που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι εναγόμενοι, καθώς και τα συνοδεύοντα αυτήν τοπογραφικά διαγράμματα), και γ) στην από 28-7-2005 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ε.
Μ., τοπογράφου μηχανικού, που διατάχθηκε με τις υπ' αριθμόν 2403/2001 και 1550/2003 αποφάσεις του Εφετείου Θεσσαλονίκης, σε δίκη μεταξύ των εναγομένων και τρίτων, ιδιοκτητών ομόρων ακινήτων, για έκταση 33.594,52 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση "Κουρουτζίκ", ο οποίος, μετά από έρευνα των τίτλων ιδιοκτησίας των τότε διαδίκων καθώς και των ομόρων ιδιοκτησιών σε σχέση με το 130/1282 ταπί στο Ιστορικό Αρχείο Μακεδονίας, στην ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε αναφέρει ειδικότερα ότι μία σειρά ιδιοκτησιών εφάπτονται διαδοχικά η μία με την άλλη και έχουν κοινό δυτικό όριο το ρέμα, ενώ συμπίπτει και η ονομασία της τοποθεσίας "Αϊβάτι σύνορο" ή "σύνορο Αίβατζού).
Ακόμη, ο ίδιος πραγματογνώμονας αναφέρει στην έκθεση του ότι η Ε. το γένος Γ. Α. είναι η "Λ." της οποίας η ιδιοκτησία αναφέρεται ως όριο στο 130/1282 ταπί των εναγομένων-εφεσιβλήτων και νότιο όριο στα μεταγενέστερα συμβόλαια των τελευταίων, ήτοι της αποδοχής κληρονομιάς του Χ. ή Χ. Χ. και της γενόμενης πώλησης του 1990 και επισημαίνει ότι ο αγρός των 8 παλαιών στρεμμάτων, που αναφέρεται στο .../1939 συμβόλαιο πώλησης του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννη Βαφειάδη, υπάρχει σ' αυτό το συμβόλαιο ως ανατολικό όριο αγρός Χ.
και ως βόρειο ρεύμα (ρέμα ή λάκκος), με την παρατήρηση δε ότι υπάρχει η συνήθης στροφή των 90° των ορίων, όπου ο βορράς αναφέρεται ως ανατολή και κατά συνέπεια η δύση αναφέρεται ως βορράς και ούτω καθεξής (βλ. και αντίγραφα των ανωτέρω εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης και τα επισυναπτόμενα αυτών τοπογραφικά διαγράμματα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι εναγόμενοι).Περαιτέρω, ερευνητέο καθίσταται εν προκειμένω αν πράγματι οι ενάγόντες-εκκαλούντες και οι δικαιοπάροχοι τους έγιναν κύριοι με έκτακτη χρησικτησία ασκώντας εμφανείς υλικές πράξεις επί του επιδίκου στο χρονικό διάστημα της εικοσαετίας, ήτοι από το έτος 1985 έως την άσκηση της ένδικης αγωγής (επίδοση αυτής 19-1-2007).
Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε, ότι το έδαφος του αγροτεμαχίου των εναγομένων είναι κατά το μεγαλύτερο μέρος του επικλινές και πετρώδες και δεν προσφέρεται για καλλιέργεια, αλλά κυρίως για βοσκή ζώων, ενόσω μάλιστα αυτό μέχρι το 2006 δεν ήταν περιφραγμένο (βλ. και την υπ' αριθμόν 14360/2006 άδεια περίφραξης της πολεοδομίας, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι εναγόμενοι).
Μέχρι το έτος 1924 το ακίνητο αυτό το καλλιεργούσε - κατά τα τμήματα αυτού που ήταν δυνατόν να καλλιεργηθούν - ο Χ. ή Χ.ς Χ. και μετά την εγκατάσταση του στη Θεσσαλονίκη τα εκμίσθωνε κυρίως για βοσκότοπο και πάντοτε τα είχε υπό την επίβλεψη του μέχρι το θάνατο του το έτος 1949, οπότε με την προαναφερόμενη διαθήκη του περιήλθε στο γιο του Α.
Χ., ως νόμιμο εκ διαθήκης κληρονόμο του, ο οποίος και συνέχισε να νέμεται αυτό κατά τον ίδιο τρόπο. Μέχρι το έτος 1967 δεν προκύπτει να υπήρξε κάποια αμφισβήτηση ως προς την ιδιοκτησία και τα όρια του ανωτέρω μείζονος εκτάσεως αγροτεμαχίου στο οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο. Από το ως άνω έτος και εντεύθεν ο Α.
Χ. (άμεσος δικαιοπάροχος των εναγομένων) άρχισε να ασκεί αγωγές κατά τρίτων κατοίκων της περιοχής, που προσπάθησαν να καταπατήσουν τμήματα του όλου ακινήτου του. Ειδικότερα ασκήθηκαν αγωγές είτε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (11-5-1967) κατά τρίτων είτε και ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, όπως η υπ' αριθμόν κατάθεσης 4028/28-11-1977 αγωγή διεκδικητική κυριότητας ακινήτου του δικαιοπαρόχου των εναγομένων κατά του Χ.
Λ. του Ε. (δικαιοπαρόχου των εναγόντων), που αφορούσε τμήμα του ακινήτου των εναγομένων έκτασης 3862,57 τ.μ. κείμενο στο νότιο τμήμα του ακινήτου των εναγομένων. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 1616/1985 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δέχθηκε ότι αυθαίρετα κατά την καλλιεργητική περίοδο 1975-1976 ο δικαιοπάροχος των εναγόντων Χ.
Λ. κατέλαβε το ανωτέρω τμήμα, απέρριψε την ένσταση αυτού περί ιδίας κυριότητας ως ουσιαστικά αβάσιμη αφού δέχθηκε ότι και αν άσκησε αυτός πράξεις νομής, αυτές ασκήθηκαν επί άλλου ακινήτου (και δη αυτού που ταυτίζεται με της Ε. ή Λ.) και όχι επί του ως άνω τμήματος των 3862,57 τ.μ., στη συνέχεια έκανε δεκτή την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, αναγνώρισε τον Α.
Χ. του Χ. κύριο του ως άνω τμήματος, που αποτελεί τμήμα του όλου ακινήτου των 100 στρεμμάτων και υποχρέωσε τον τότε εναγόμενο να το αποδώσει. Κατά της απόφασης αυτής, από τον ηττηθέντα δικαιοπάροχο των τότε εναγομένων και νυν εναγόντων Χ. Λ. ασκήθηκε έφεση ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης για την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 2491/1986 μη οριστική απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης που δέχθηκε τυπικά την έφεση και ανέβαλε την έκδοση της οριστικής του απόφασης, διατάσσοντας την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο με αυτοπρόσωπη εμφάνιση των τότε διαδίκων αλλά και την εκ νέου εξέταση των μαρτύρων, η οποία δεν επαναλήφθηκε παρά την παρέλευση τόσων ετών και ακόμη εκκρεμεί.
Ακόμη ο δικαιοπάροχος των εφεσίβλητων εναγομένων άσκησε και αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων νομής ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης και ειδικότερα την με αριθμό κατάθεσης 1799/6-9-1979 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής κατά του Χ. Λ. (δικαιοπαρόχου των εναγόντων) και του 4ου των νυν εναγόντων εκκαλούντων Ε.
Λ. του Χ., ισχυριζόμενος ότι τον Αύγουστο του 1979 αυτοί κατέλαβαν αυθαίρετα τμήμα του ακινήτου των 20 στρεμμάτων από την νότια πλευρά αυτού, και ζήτησε να αναγνωρισθεί προσωρινά νομέας του ως άνω τμήματος και να του αποδοθεί. Επί της αιτήσεως αυτής, με το έγγραφο σημείωμα του που κατέθεσε ενώπιον του Ειρηνοδικείου ο τότε καθ' ου Χ.
Λ., ισχυρίσθηκε ότι το επίδικο τμήμα το είχε από το έτος 1940, όταν ο πεθερός του το μεταβίβασε ατύπως, λόγω προικός, και όχι όπως εν προκειμένω ότι το είχε αυτός όπως και οι νυν ενάγοντες από κληρονομική δήθεν διαδοχή από τη σύζυγο και μητέρα τους αρχικά και από κληρονομιά των γονέων τους στη συνέχεια. Επί της ως άνω αιτήσεως εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 1321/1979 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία αναγνωρίσθηκε ο δικαιοπάροχος των εναγομένων προσωρινά νομέας των 20 στρεμμάτων και διατάχθηκε η αποβολή των τότε καθ' ων από το επίδικο και η εγκατάσταση του αιτούντος Α.
Χ., με την ίδια δε απόφαση υποχρεώθηκε ο τελευταίος να ασκήσει εντός τριάντα ημερών από την κοινοποίηση της ως άνω απόφασης στους καθ' ων τακτική αγωγή νομής ενώπιον του αρμοδίου καθ' ύλη δικαστηρίου, και παρελθούσης άπρακτης της ως άνω προθεσμίας, αναγνωρίσθηκαν ως προσωρινοί νομείς του -ως άνω τμήματος οι καθ'ων η αίτηση.
Με την υπ' αριθμόν 7478/8-11-1979 έκθεση αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ... εκτελέσθηκε η ως άνω απόφαση, αποβλήθηκαν από το επίδικο οι καθ' ων και εγκαταστάθηκε στη νομή αυτού ο Α. Χ. του Χ. (δικαιοπάροχος των εναγομένων) κληρονόμος του Χ. ή Χ. Χ.. Στη συνέχεια ο Α.
Χ. άσκησε νέα αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης με αριθμό κατάθεσης 1089/17-5-1980 κατά των αυτών ως άνω καθ' ων, στην οποία αναφέρει ότι αυτοί κατέλαβαν αυθαίρετα την 28-4-1980 έκταση 30 στρεμμάτων από την νοτιοανατολική πλευρά του ως άνω ακινήτου του, στα οποία όμως περιλαμβάνονταν και τα 20 στρέμματα επί των οποίων είχε εγκατασταθεί αυτός σε εκτέλεση της προγενέστερης απόφασης.
Και επί της αιτήσεως αυτής, με το έγγραφο σημείωμα τους που κατέθεσαν οι καθ1 ων, ισχυρίσθηκαν ότι ο ανωτέρω (δικαιοπάροχος των εναγομένων) τους κοινοποίησε μεν την 26-10-1979 την υπ' αριθμόν 1329/1979 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης και την 21-10-1979 άσκησε αγωγή νομής, την οποία όμως τους επέδωσε εκπρόθεσμα, ήτοι την 11-1-1980 και συνεπώς, προσωρινοί νομείς του τότε επιδίκου ήταν αυτοί, και ότι με την πλασματική εγκατάσταση του Α.
Χ. ουδόλως διαταράχθηκε η πραγματική εγκατάσταση τους. Και σ' αυτό το σημείωμα τους όμως ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, ισχυρίζεται ο Χ. Λ. ότι το επίδικο ακίνητο από τα έτη 1940-1943 το νέμεται ο ίδιος λόγω άτυπου προικός από τον πεθερό του Ν. Κ. και φυσικά πουθενά δεν ισχυρίζεται περί αλλεπαλλήλων κληρονομικών διαδοχών της συζύγου και της πεθεράς του, και στη συνέχεια της συζύγου του ή έστω ότι ενεργούσε ως αντιπρόσωπος αυτής.
Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 906/12-7-1980 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αίτηση και δη για έκταση 11 στρεμμάτων, ενώ για την υπόλοιπη απορρίφθηκε λόγω υπάρξεως προσωρινού δεδικασμένου, και για τα 11 αυτά στρέμματα αναγνωρίσθηκε ο δικαιοπάροχος των εναγομένων ως προσωρινός νομέας του ακινήτου και διατάχθηκε η αποβολή των καθ' ων από αυτά.
Τέτοιες αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων άσκησε και κατά άλλων κατοίκων της περιοχής ο δικαιοπάροχος των εναγομένων-εφεσιβλήτων. Από κανένα όμως αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι η ως άνω απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων κατά των τότε καθ' ων δεν εκτελέσθηκε και ότι συνέχισαν αυτοί να καλλιεργούν το τμήμα των 20 και πλέον στρεμμάτων και μετά το έτος 1985, που εκδόθηκε η προαναφερόμενη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Είναι δε χαρακτηριστικό ότι όλες οι εκδοθείσες αποφάσεις δέχονται ότι το ως άνω αγροτεμάχιο των εφεσιβλήτων-εναγομένων έχει έκταση 100 στρεμμάτων και όρια τα παραπάνω αναφερόμενα, και εν τέλει αναγνώρισαν νομέα και κύριο αυτού τον δικαιοπάροχο των εναγομένων-εφεσιβλήτων. Κατά τη διάρκεια των ως άνω δικών διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης από το δικαστήριο για να διακριβωθούν τόσο τα όρια των αγροτεμαχίων των διαδίκων αλλά και αν ισχυρισμοί των τρίτων, των εναγομένων αλλά και των εναγόντων είναι βάσιμοι και ειδικότερα αν πράγματι τα επίδικα τμήματα καλλιεργούνταν συνεχώς και αδιαλείπτως.
Σε εκτέλεση των αποφάσεων αυτών συντάχθηκε, α) αρχικά η από 16-5-1969 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Ε. Μ., τοπογράφου μηχανικού, στη δίκη μεταξύ του δικαιοπαρόχου των εναγομένων και των Σ. Χ. του Ε. και Ε. Χ. του Σ. που, όπως προαναφέρθηκε, αναφέρει ότι το εμβαδόν του αγροτεμαχίου των εναγομένων ως 100 στρεμμάτων, ότι τμήματα αυτού είναι χέρσα, ότι οι εκτάσεις των ιδιοκτησιών Ε.
ή Λ. και Π. στα σημεία που συνορεύουν με το ακίνητο των εναγομένων είναι χέρσες, ότι τμήμα τότε του ακινήτου των εναγομένων έκτασης 3150 τ.μ. είναι καλλιεργημένο "δια πισσών και σιτηρών" από τους τότε εναγόμενους και ότι τμήματα νότια, ανατολικά και δυτικά της ως άνω καλλιεργημένης επιφάνειας εμβαδού 25.500 τ.
μ. εμφανίζουν ίχνη παλαιάς καλλιέργειας, ήδη όμως είναι χέρσα και ακαλλιέργητα πριν από το έτος 1969. Ακόμη, ο ίδιος ως άνω πραγματογνώμονας αναφέρει ότι το ως άνω ταπί (130/1282), τίτλος των εφεσίβλητων-εναγομένων, εφαρμόζει επί του εδάφους και έχει σταθερά όρια, προς ανατολάς χωματόδρομο, προς δυσμάς ρεύμα (λάκκο-ντερέ), προς νότον ιδιοκτησία Λ.
και προς βορράν ιδιοκτησία Π. (βλ και σχετικά τοπογραφικά διαγράμματα που επισυνάπτονται της ως άνω πραγματογνωμοσύνης, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι εναγόμενοι), β) η από 5-4-1984 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου μηχανικού Κ. Κ., που διατάχθηκε επ' αφορμή της ανοίγει σας δίκης μεταξύ του δικαιοπαρόχου των εναγομένων κατά του Χ.
Λ. (δικαιοπαρόχου των εναγόντων), ο οποίος πραγματογνώμων κατά πιθανολόγηση αναφέρει ότι η καταληφθείσα τότε έκταση των 3862,52 τ.μ. που κείται στο νότιο άκρο του όλου αγροτεμαχίου των εναγομένων είναι εκτός των ορίων αυτού και εμπίπτει στα όρια του αγρού Λ. ή Ε., καθώς και ότι 40 στρέμματα από την όλη έκταση των 100 στρεμμάτων είναι ακατάλληλα για καλλιέργεια λόγω του επικλινούς του εδάφους, ενώ δεν αναφέρει για κάποιο είδος καλλιέργειας ή άρρωσης στο τότε επίδικο τμήμα των 3.862,52 τ.μ., και γ) η από 28-7-2005 πραγματογνωμοσύνη του τοπογράφου μηχανικού Ε.
Μ., που συντάχθηκε ενόψει της δίκης των νυν εναγομένων κατά της Δ. Τ. και κλπ που διατάχθηκε με αποφάσεις του Εφετείου Θεσσαλονίκης, και κατά την οποία ελέγχθηκε και ο τίτλος, ήτοι το υπ' αριθμόν .../1939 συμβόλαιο πώλησης του άλλοτε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννη Βαφειάδη, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι ενάγοντες-εκκαλούντες, και ότι από τον έλεγχο αυτό στον οποίο προέβη ο ως άνω πραγματογνώμονας, ο αγρός των 8 στρεμμάτων που αναφέρεται στον ως άνω τίτλο (συμβόλαιο πώλησης) φέρεται να έχει ως ανατολικό όριο τον αγρό Χ.
και ως βόρειο όριο ρεύμα (ρέμα ή λάκκο), με την παρατήρηση ότι υπάρχει η συνήθης στροφή 90 μοιρών των ορίων, όπου ο βορράς αναφέρεται ως ανατολή και κατά συνέπεια η δύση αναφέρεται ως βορράς κ.ο.κ., και καταλήγει ο ως άνω πραγματογνώμονας ότι, ή υπάρχει μια σειρά ιδιοκτησιών που εφάπτονται διαδοχικά η μία με την άλλη και έχουν κοινό δυτικό όριο το ρέμα ενώ συγχρόνως συμπίπτει και η ονομασία της τοποθεσίας "Αϊβάτι σύνορο" ή "σύνορο Αίβαζού".
Περαιτέρω, από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους εναγομένους αεροφωτογραφίες της Γεωγραφικής Υπηρεσίας του Στρατού των ετών 1992, 1997 και 2003, των οποίων πράγματι η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε, προκύπτει ότι τα έτη 1992 και 1997 όλη η επίδικη έκταση και το συνολικό αγροτεμάχιο των εφεσίβλητων εναγομένων ήταν ακαλλιέργητα, ενώ αντιθέτως διπλανοί αγροί καθώς και το ακίνητο κάτω από το νότιο όριο, ήτοι ο αγρός ιδιοκτησίας Λ.
ή Ε. είναι καλλιεργημένοι. Αντιθέτως, στην αεροφωτογραφία του έτους 2003 φαίνεται ότι το επίδικο τμήμα, μέρος ή όλο αυτού είναι καλλιεργημένη. Από τα παραπάνω σε συνδυασμό και με την κατάθεση του μάρτυρα Α. Π., τοπογράφου μηχανικού, που εξετάσθηκε κατά πρόταση των εναγομένων ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο οποίος επισκέφθηκε το ακίνητο των τελευταίων αρχικά το έτος 1990 διότι οι εναγόμενοι ενδιαφέρονταν για τη δημιουργία οικισμού και έπρεπε να συνταχθούν τα σχετικά τοπογραφικά διαγράμματα, να γίνουν οι μετρήσεις για να εκδοθεί η σχετική άδεια, επιπλέον από το ΥΠΕΧΩΔΕ υποχρεώθηκαν στη συνέχεια στη σύνταξη σχετικής μελέτης, όταν δε το έτος 1990 επισκέφθηκε το ανωτέρω ακίνητο, υπήρχαν καλλιεργημένα τμήματα μόνον από τους Δ., Π.
και Δ., όχι όμως και το επίδικο των εναγόντων που ήταν ακαλλιέργητο, ενώ το έτος 2003 εμφάνιζε νέα καλλιέργεια. Ο ως άνω μάρτυρας, στις επιδειχθείσες σ' αυτόν αεροφωτογραφίες, αναγνώρισε ευχερώς τόσο το ακίνητο των εναγομένων όσο και το επίδικο, αλλά και τμήματα αυτού που είχαν καταπατηθεί από άλλους γείτονες ομόρων ακινήτων.
Εξάλλου και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως το Δικαστήριο, προκύπτει ότι αν πράγματι ο πατέρας των εναγόντων εκκαλούντων από το έτος 1985 συνέχισε να καλλιεργεί το επίδικο τμήμα και μετά το θάνατο του το 1992 οι ενάγοντες, εφόσον το έδαφος της περιοχής είναι πετρώδες, η οποιαδήποτε γενόμενη άρρωση, είτε με τρακτέρ είτε με άλλου είδους μηχάνημα και ιδίως πατόζα, το οποίο χρησιμοποιούσαν αυτοί αρχικά για άρρωση σε πετρώδες έδαφος, είναι βέβαιο ότι θα είχε αφήσει φανερά ίχνη σε σχέση με το υπόλοιπο μη αρρωθέν ακίνητο, ακόμη και εάν ο αγρός βρισκόταν σε αγρανάπαυση, κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων και για αρκετό χρόνο, αφού δεν θα υπήρχαν θάμνοι ή χόρτα ή και αν υπήρχαν αυτά θα ήταν πολύ μικρότερα στο ύψους και την έκταση, σε σχέση με αυτό που δεν οργώθηκε.
Είναι δε βέβαιο ότι μετά την αγορά του αγροκτήματος που έγινε το 1990 από τους εναγομένους και την ανάθεση από αυτούς στον ως άνω μάρτυρα τοπογράφο μηχανικό των σχετικών εργασιών για τη δημιουργία οικισμού, για την πραγματοποίηση των οποίων αυτός επισκεπτόταν το ακίνητο σε διάφορα χρονικά διαστήματα αιφνιδιαστικά μέχρι το έτος 2005, αν διαπιστωνόταν από τον Ίδιο ή το συνεργείο του ή και από τους ίδιους τους εναγομένους άρρωση του ακινήτου από τρίτους, αυτοί θα προέβαιναν αμέσως στη λήψη των κατάλληλων μέτρων, όπως ειδικότερα αμύνθηκαν σε αγωγή που άσκησαν σε βάρος τους τρίτοι και ζήτησαν να αναγνωρισθούν κύριοι επί άλλου τμήματος και δη του ανατολικού τμήματος του ακινήτου τους, η οποία μετά την έκδοση της υπ' αριθμόν 23/2008 απόφασης του Αρείου Πάγου εκκρεμεί προς.
Εκδίκαση εκ νέου ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Από όλα τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι ο ισχυρισμός των εναγόντων-εκκαλούντων ότι από την έκδοση της υπ' αριθμόν 1616/1985 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (19-1-2007 χρόνο επίδοσης αυτής), δηλαδή για χρονικό διάστημα μείζον των είκοσι (20) ετών ασκούσαν πράξεις νομής με διάνοια κυρίου στο επίδικο, αρχικά ο δικαιοπάροχος τους και στη συνέχεια μετά το θάνατο αυτού το 1992 οι ενάγοντες ως κληρονόμοι του τελευταίου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Και τούτο διότι τουλάχιστον από το έτος 1985 και μετέπειτα ως το έτος 1997 δεν αποδείχθηκε ότι τόσο ο δικαιοπάροχος τους όσο και οι ενάγοντες άσκησαν πράξεις νομής επί του επιδίκου. Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι αυτό ήταν συνεχώς υπό την εποπτεία του δικαιοπαρόχου των εναγομένων Α.υ Χ., ως κληρονόμου του αρχικού κυρίου Χ.
ή Χ. Χ., ο οποίος αντιδρούσε σε κάθε καταπάτηση του ακινήτου του από τους τρίτους, μέχρι το 1990 που το πώλησε στους εναγομένους. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι οι ενάγοντες προσπαθούν να αντιστρέψουν το βάρος απόδειξης για το ότι αυτοί καθ' όλο το επίδικο διάστημα ασκούσαν ανελλιπώς πράξεις νομής και κατοχής στο επίδικο και δη καθ' όλη την εικοσαετία, με δεδομένο ότι με την άσκηση της ως άνω αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 1616/1985 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, διακόπηκε κατ' άρθρο 249 ΑΚ η παραγραφή και έπρεπε αυτοί να αποδείξουν νέες εμφανείς υλικές πράξεις επί του επιδίκου από τον Αύγουστο του 1985 ώστε να αρχίσει νέα χρησικτησία, τούτο δε ενισχύεται και από το ότι, ενώ παλαιά ισχυρίζονταν και κυρίως ο πατέρας τους ότι το επίδικο ακίνητο των 24.360 τ.μ.
είχε περιέλθει στον πατέρα τους ως προίκα από τον Ν. Κ., αρχικά το 1940 στη συνέχεια το 1940-1943 με την παρούσα αγωγή πλέον το πρώτο αναφέρουν ότι το δικαίωμα τους επί του ως άνω ακινήτου πηγάζει από αλλεπάλληλες κληρονομικές διαδοχές και πάντα επικαλούνται ως τίτλο το προαναφερόμενο συμβόλαιο πώλησης με αριθμό .../1939, που περιέργως εφαρμόζει κατά τις ως άνω εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης στο ακίνητο της Ε.
ή Λ. Α. που βρίσκεται στο νότιο όριο του ακινήτου των εναγομένων. Αντιθέτως, οι τελευταίοι πλήρως απέδειξαν ότι δεν υπήρξε νομή των εναγόντων κατά τον ενδιάμεσο χρόνο (ΑΠ 1061/1974 ΝοΒ 23, 630) και συνεπώς από το έτος 1997 τουλάχιστον μέχρι και την άσκηση της ένδικης αγωγής (19-1-2007 χρόνος επίδοσης) δεν συμπληρώθηκε εικοσαετία.
Αντίθετη κρίση από την επενεχθείσα δεν μπορεί να συναχθεί από τις καταθέσεις των μαρτύρων Α. Π. και Α. Π., που εξετάσθηκαν κατά πρόταση των εναγόντων ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, εκ των οποίων ο μεν πρώτος, παρότι έχει όμορο χωράφι προς το επίδικο, αγνοεί τελείως την ύπαρξη του ακινήτου των εναγομένων, εντούτοις αναφέρει στην κατάθεση του ότι αυτό καλλιεργήθηκε το 1980.
Ακόμη ο ως άνω μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να εντοπίσει και να επιδείξει το επίδικο, παρόλο που του επιδείχθηκε το τοπογραφικό διάγραμμα που συνέταξε κατ' εντολή των εναγόντων ο μηχανικός Α. Ε.. Ακόμη ο ίδιος μάρτυρας αναφέρει στην κατάθεση του για άρρωση και καλλιέργεια του επιδίκου με σιτηρά, χωρίς να εξειδικεύει συγκεκριμένα για τα έτη 1985 μέχρι 1997, από τα όρια δε που αναφέρει στην κατάθεση του ως όρια του επιδίκου, από κανένα δεν προκύπτει ότι αυτό συνορεύει με το ακίνητο των εναγομένων, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τους ενάγοντες, ο δε δεύτερος, παρότι δηλώνει στην κατάθεση του ότι γνωρίζει το επίδικο και ότι το 1986 το αλώνισε, εν τούτοις σαφώς αναφέρει στην κατάθεση του ότι το χωράφι αυτό το αγόρασε ο δικαιοπάροχος των εναγόντων από τη Λ., που όμως δεν έχει καμία σχέση με το ακίνητο των εναγομένων.
Ακόμη τίποτα το αντίθετο δεν προκύπτει από τις ένορκες βεβαιώσεις των Α. Ν., Γ. Σ. και Θ. Π. οι οποίοι εξ αρχής αναφέρουν στις βεβαιώσεις τους ότι για όσες πράξεις υλικές κατέθεσαν από την πλευρά των εναγόντων και του δικαιοπαρόχου τους, αυτές αφορούν το ακίνητο της Ε. ή Λ. το οποίο είχε αγοράσει ο Ν. Κ. με το προαναφερόμενο συμβόλαιο πώλησης, και δεν έχει σχέση με το ακίνητο των εναγομένων.
Ούτε όμως και από το υπ' αριθμόν πρωτ. 232/30-6-1980 πιστοποιητικό του Προέδρου της Κοινότητας Λητής προκύπτει το αντίθετο, γιατί τα όρια που αναφέρονται σ' αυτό είναι αντιγραφή των ορίων που περιλαμβάνονται στο υπ' αριθμόν .../1939 συμβόλαιο πώλησης, που επίσης αφορά το ακίνητο της Λ. ή Ε..
Ακολούθως το Εφετείο, κατ' επικύρωση της εκκληθείσης πρωτοδίκου αποφάσεως, έκρινε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη την αγωγή των αναιρεσειόντων, δια της οποίας εζήτησαν να αναγνωρισθούν κύριοι της σε αυτή περιγραφόμενης εδαφικής εκτάσεως. Με αυτά που εδέχθη και έτσι, όπως έκρινε, δεν εστέρησε την προσβαλλομένη απόφαση του νομίμου βάσεως, αφού διέλαβε σε αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια όλα τα αναγκαία περιστατικά που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας των άνω ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες ούτε και ευθέως παρεβίασε.
Ειδικότερα, με σαφήνεια και πληρότητα εκτίθενται στην απόφαση τα περιστατικά από τα οποία οδηγήθηκε το Εφετείο στην δικανική του πεποίθηση, ότι οι ενάγοντες αναίρεσείοντες δεν κατέστησαν κύριοι της επιδίκου εδαφικής εκτάσεως, ούτε παραγώγως, ούτε και πρωτοτύπως, αφού ως προς μεν τον παράγωγο τρόπο, που αυτοί επεκαλέσθησαν με την αγωγή τους, το Εφετείο με σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, εδέχθη, ότι το επίδικο δεν εμπίπτει στους υπ' αυτών επικληθέντες τίτλους ιδιοκτησίας, ως προς δε τον πρωτότυπο τρόπο, ήτοι δια χρησικτησίας, το Εφετείο εδέχθη με παράθεση των σχετικών περιστατικών, ότι ούτε οι ενάγοντες, ούτε και οι δικαιοπάροχοι αυτών ενεμήθησαν το επίδικο στο παρελθόν επί συνεχή τριακονταετία, συμπληρωθείσα υπό την ισχύ του Α.Κ.
ή επί συνεχή εικοσαετία κατά τις διατάξεις του ιδίου Κωδικός. Περαιτέρω σαφής είναι η παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι ο άμεσος δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων Α. Χ., σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. 906/1980 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, εκδοθείσης κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, εγκατεστάθη σε μέρος της επιδίκου εδαφικής εκτάσεως, ήτοι επί εκτάσεως των 20 στρεμμάτων, με την υπ' αριθμ.7478/1979 έκθεση αποβολής και εγκαταστάσεως του δικαστικού επιμελητού στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, του Εφετείου δεχόμενου, όπως προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι η εγκατάσταση αυτή δεν ήταν πλασματική, αλλά πραγματική, του αμέσου δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, ασκούντος επί της εκτάσεως αυτής, όλες τις αρμόζουσες στη φύση του επιδίκου διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίου μέχρι την προς τους αναιρεσιβλήτους μεταβίβαση του και μετά από αυτή οι τελευταίοι.
Οποιαδήποτε δε εμφιλοχωρήσασα, τυχόν, πλημμέλεια στην εκτέλεση της άνω αποφάσεως, ως εκ της παρελεύσεως, της προθεσμίας προς άσκηση της τακτικής αγωγής ουδόλως επηρέασε την επί του ακινήτου πραγματική εγκατάσταση και την απόκτηση της νομής από τον άνω δικαιοπάροχο των εναγομένων. Η δε υπό των αναιρεσειόντων επικαλούμενη αντιφατικότητα της αποφάσεως, διότι, δήθεν, το Εφετείο, ενώ εδέχθη την μη εκτέλεση της άνω αποφάσεως και την μη εγκατάσταση του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων σε μέρος του επιδίκου, δέχεται παράλληλα και την άσκηση νομής από τον τελευταίο, ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, γιατί το Εφετείο, όπως ελέχθη, έκανε δεκτή την εκτέλεση της άνω αποφάσεως των ασφαλιστικών μέτρων και την εντός του ακινήτου πραγματική εγκατάσταση.
Ούτε, πάλιν, για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως ήταν αναγκαία η παράθεση των διακατοχικών πράξεων που ασκήθηκαν επί του επιδίκου από τον άμεσο δικαιοπάροχο των εναγομένων, διότι η αγωγή των αναιρεσειόντων απερρίφθη ως αναπόδεικτη και ειδικότερα γιατί αυτοί δεν ανταποκρίθηκαν στο δικονομικό βάρος αποδείξεως που είχαν για τις πράξεις νομής χρησικτησίας ,και όχι κατά παραδοχή ανταγωγής ή ενστάσεως ιδίας κυριότητος, που προέβαλαν οι αναιρεσίβλητοι εναγόμενοι.
Παρεκτός του ότι στην προσβαλλομένη απόφαση γίνεται σαφής μνεία όλων των διακατοχικών πράξεων του αμέσου δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων και των ιδίων. Επίσης, για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν αναγκαία και η αναφορά του Εφετείου στην υπό του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων τήρηση της άνω προθεσμίας για την άσκηση της τακτικής διεκδικητικής αγωγής, αρκούσης της παραδοχής ότι έγινε εκτέλεση της ανωτέρω αποφάσεως και πραγματική εγκατάσταση επί του ακινήτου.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. έβδομος και όγδοος λόγοι αναιρέσεως και ο από το άρθρο 559 αρ. 1 ένατος λόγος, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, όπως εκτιμάται το περιεχόμενο του, προβάλλεται η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., διότι το Εφετείο, ενώ εδέχθη την ύπαρξη διακοπτικού αποτελέσματος της χρησικτησίας από την άσκηση της ως άνω τακτικής διεκδικητικής αγωγής, δεν διασαφηνίζεται επαρκώς, ως προς το εμβαδόν, η εδαφική έκταση, σχετιζόμενη με την ύπαρξη του διακοπτικού αυτού αποτελέσματος, εάν δηλαδή αυτό αφορούσε όλη την επίδικη έκταση (24.360 τ.μ.) ή μέρος αυτής και ποίο.
Ο λόγος αυτός αλυσιτελώς προβάλλεται, γιατί, όπως ελέχθη, η κρίση περί διακοπής της χρησικτησίας από την άσκηση της αγωγής αυτής, δεν επηρέασε το βλαπτικό για τους αναιρεσείοντες διατακτικό της αποφάσεως. Ο τέταρτος λόγος για έλλειψη νομίμου βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, διότι το Εφετείο, καίτοι εδέχθη την διακοπή της χρησικτησίας από την άσκηση της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, που αφορούσε την έκταση των 20 στρεμμάτων, δεν διαλαμβάνεται σε αυτή και ότι η τακτική διεκδικητική αγωγή ασκήθηκε εντός της υπό του Ειρηνοδικείου ταχθείσης προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοση της αποφάσεως, είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, γιατί το Εφετείο δεν εδέχθη την ύπαρξη διακοπής της χρησικτησίας από την άσκηση οποιασδήποτε ασκήσεως αιτήσεως προς λήψη ασφαλιστικών μέτρων νομής επί του επιδίκου.
V. Επειδή, από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι ο λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου εδέχθη ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός προϋποθέτει, ότι το δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση διαδίκου, ερεύνησε περί της συνδρομής ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου και για τον λόγο αυτό απέρριψε την ύπαρξη ή μη ύπαρξη του.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, προβάλλεται ως αναιρετικός λόγος η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 16 του Κ.Πολ.Δ., διότι το Εφετείο, παρά το νόμο, εδέχθη την συνδρομή των όρων του δεδικασμένου, προκύπτοντος από τις προμνημονευθείσες αποφάσεις. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με την ύπαρξη ή μη δεδικασμένου, προκύπτοντος από τις αποφάσεις αυτές. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως. VI. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής κυρίας παρεμβάσεως, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ.ΑΠ. 3/1997).
Συνεπώς δεν είναι "πράγματα", με την πιο πάνω έννοια, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Εξ' άλλου, κατά το άρθρο 1046 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του το πράγμα κατά την έναρξη και τη λήξη ορισμένης χρονικής περιόδου, τεκμαίρεται ότι το νέμεται και κατά τον ενδιάμεσο χρόνο.
Το δια της διατάξεως αυτής θεσπιζόμενο τεκμήριο νομής, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει κάτι διαφορετικό, είναι μαχητό και εντεύθεν δεκτικό ανταποδείξεως, όπως τούτο προκύπτει από το άρθρο 338 παρ.2 του ΚΠολΔ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 345 του ιδίου Κώδικος εντός της προθεσμίας της αποδείξεως ο αντίδικος του φέροντος το βάρος της αποδείξεως δικαιούται σε ανταπόδειξη και αν περί αυτού δεν έγινε μνεία στην απόφαση.
Επομένως, επί ισχυρισμού του νομέως, προς θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητος επί ακινήτου με χρησικτησία, περί υπάρξεως νομής κατά την έναρξη και την λήξη του ορισμένου χρονικού διαστήματος, οπότε τεκμαίρεται, μαχητώς, η ύπαρξη νομής και κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, εφόσον διατάσσεται απόδειξη περί υπάρξεως νομής κατά το προβαλλόμενο από τον αποδεικνυοντα χρονικό διάστημα, ήτοι τόσο περί του κυρίου γεγονότος, όσον και περί της ουσιαστικής προϋποθέσεως λειτουργίας του τεκμηρίου νομής, ο αντίδικος αυτού, αρνούμενος τον περί νομής χρησικτησίας ισχυρισμό, δικαιούται να αποδείξει, ανταποδεικτικώς, την ανυπαρξία νομής κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, χωρίς να είναι απαραίτητο να γίνει επίκληση των περιστατικών που επάγονται κατά νόμο την απώλεια της αρξαμένης νομής και να ταχθεί περί αυτών και θέμα αποδείξεως.
Εκ των ανωτέρω παρέπεται, ότι ο ισχυρισμός που προβάλλεται από τον αντίδικο του επικαλουμένου νομή χρησικτησίας κατά την έναρξη και την λήξη ορισμένης χρονικής περιόδου, περί της ανυπαρξίας νομής κατά το μεσολαβούν χρονικό διάστημα, ως διακωλυων την λειτουργία του άνω μαχητού τεκμηρίου, συνιστά άρνηση και όχι ένσταση και επομένως δεν είναι "πράγμα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, εδέχθη, ότι από τα αποδεικτικά μέσα προέκυψε, ότι οι ενάγοντες αναίρεσείοντες, ως και οι δικαιοπάροχοι αυτών δεν ενέμοντο αδιαλείπτως την επίδικη έκταση μετά το έτος 1977 και μέχρι την άσκηση της αγωγής των, αλλ' ότι στο διαμεσολάβησαν χρονικό διάστημα αυτοί, απώλεσαν την νομή, ένεκα της υπό του δικαιοπαρόχου των αντιδίκων τους εκτελέσεως της υπ' αριθμ. 909/1980 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης.
Με τον δέκατο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση για παραβίαση του άρθρου 559 αρ. 8 α ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο εδέχθη ότι επήλθε διακοπή της νομής χρησικτησίας δια τον ανωτέρω λόγο, καίτοι δεν έγινε επίκληση από τους αναιρεσιβλήτους εναγομένους, κατά τον διαλαμβανόμενο στον αναιρετικό αυτό λόγο ισχυρισμό, των περιστατικών της απώλειας της νομής, κατά το διαμεσολάβησαν, μετά το έτος 1977 και μέχρι την άσκηση της αγωγής, χρονικό διάστημα.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι σύμφωνα με όσα πρεκτέθηκαν, απορριπτέος ως απαράδεκτος.
VII. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, εκτός άλλων περιπτώσεων, και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού πρέπει το αποδεικτικό μέσο να είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση (με τεκμήρια) απόδειξη γεγονότων, που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρά στο διατακτικό, παραδεκτό και νόμω βάσιμο ή ισχυρισμό περί αρχής εγγράφου αποδείξεως (Ολ.ΑΠ 1190/1982). Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 336 παρ. 3, 339 και 432 επ. του Κ.Πολ.Δ., οποιοδήποτε έγγραφο, δημόσιο ή ιδιωτικό δύναται να χρησιμεύσει ως βάση για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, επομένως και αποφάσεις δικαστηρίων που έχουν εκδοθεί σε δίκες μεταξύ των αυτών ή άλλων διαδίκων.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο αναιρέσεως πλήσσεται η προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 11α του Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και τις προμνημονευθείσες δικαστικές αποφάσεις των ασφαλιστικών μέτρων. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού οι αποφάσεις αυτές μπορούσαν να ληφθούν υπόψη προς συναγωγή εμμέσου αποδείξεως.όπως έκρινε ορθά και το Εφετείο, λαμβάνοντας υπόψη τις εν λόγω αποφάσεις για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
VΙΙΙ. Επειδή, με τον ενδέκατο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται η πλημμέλεια στην προσβαλλομένη απόφαση από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, κατά παραβίαση του άρθρου 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, ήτοι λόγω εσφαλμένης κατανομής του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, και, ειδικότερα, διότι "εσφαλμένως έκρινε ότι οι αναιρεσείοντες έπρεπε να αποδείξουν το αρνητικό γεγονός ότι δεν εκτελέστηκε η 906/1980 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης", απέρριψε ακολούθως την ένδικη αγωγή ως αναπόδεικτη, επειδή δεν αποδείχθηκε το αρνητικό αυτό γεγονός. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, γιατί το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, δεν απέρριψε την αγωγή ως αναπόδεικτη, γιατί, δήθεν, οι αναιρεσείοντες ενάγοντες δεν ανταποκρίθηκαν στο δικονομικό βάρος που είχαν να αποδείξουν την μη εκτέλεση της άνω αποφάσεως, αλλά αντιθέτως γιατί στα πλαίσια της λειτουργίας του άνω τεκμηρίου και της ανταποδείξεως, εδέχθη ότι κατά το ενδιάμεσο ως άνω χρονικό διάστημα χάθηκε η νομή των αναιρεσειόντων επί του επιδίκου και ειδικότερα από τον μήνα Αύγουστο 1985 και μετά και μέχρι την άσκηση της ενδίκου αγωγής και ότι επομένως δεν συμπληρώθηκε ο χρόνος της εικοσαετούς εκτάκτου χρησικτησίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10/6/2009 αίτηση των Θ. Λ. κ.λ.π. για αναίρεση της 483/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων πρώτου, δευτέρου, τρίτου, πέμπτου, ογδόου, ενάτης και δεκάτου εκ των αναιρεσιβλήτων εκ δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ