Legislator Case Law & Legislation
551/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding evidentiary assessment and reasoning adequacy.

Case Number 551/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision, which had rejected the mother's claim against her ex-husband. The court found the lower court's evaluation of witness testimonies and documents legally sound and within its discretionary power. Consequently, the appeal was rejected because the alleged errors concerned the assessment of evidence rather than substantive law violations.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 12, 11, 19 KPolD; Art. 561 para. 1 KPolD: Appeals alleging errors in the assessment of evidence or inadequate reasoning regarding evidentiary evaluation are inadmissible as they concern the court's discretionary power rather than substantive law application.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evidence assessment court discretion reasoning adequacy substantive law procedural error civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 12 KPolD
Art. 559 no. 11 KPolD
Art. 559 no. 19 KPolD
Art. 561 para. 1 KPolD

Cited Case Law

AI generated
OL AP 24/1992
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 551 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 551/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φραγκίσκο Ραγκούση, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: ... ως ασκούσας τη γονική μέριμνα επί του εκτός γάμου άρρενος τέκνου της, γεννημένου στις ...-10-1998 στην ... . Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Φαρμάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-10-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2446/2000 μη οριστική και 5992/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1662/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-4-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης - Σπυρίδων Τέντες, ανέγνωσε την από 12-9-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πλήττεται η 1662/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, για σφάλματα της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία ενσωματώθηκε στην εφετειακή, που απέρριψε την έφεση λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος.

Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της παραβιάσεως των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη τω ν αποδεικτικών μέσων, διότι προσέδωσε σε πραγματογνωμοσύνη αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την έχει κατά νόμο, αφού πρόκειται για αποδεικτικό μέσο που εκτιμάται ελευθέρως μαζί με όλες τις λοιπές αποδείξεις.

Όπως προκύπτει από την 5992/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε τα ακόλουθα: Οι διάδικοι είναι συγχωριανοί στο χωρίο ..., όπου κατοικούσαν και ήταν και οι δύο έγγαμοι. Από το έτος 1994 η ενάγουσα βρισκόταν σε διάσταση με τον ήδη πρώην σύζυγο της .... Ο εναγόμενος, λέγοντας στην ενάγουσα ότι και αυτός ήταν σε διάσταση με τη σύζυγο του, της πρότεινε να γνωριστούν καλύτερα με σκοπό το γάμο και έτσι συνήψαν μόνιμη ερωτική σχέση με σαρκική συνάφεια.

Αργότερα ο εναγόμενος, ο οποίος είναι ναυτικός, ανέλαβε εργασία στις επισκευές πλοίων στον Πειραιά. Μετέβαινε όμως τακτικότατα στο χωριό ... και επισκεπτόταν την ενάγουσα στην οικία της, ενώ η ενάγουσα μετέβαινε κι αυτή συχνά στην .. και διέμενε μαζί του στα επισκευαζόμενα πλοία, όπου εργαζόταν και διανυκτέρευε ο εναγόμενος.

Εκεί ο εναγόμενος τη συνέστηνε στους συναδέλφους του ως σύζυγο του. Μάλιστα δύο φορές φιλοξένησε εκεί και τη μητέρα της ενάγουσας, την οποία συνέστηνε ως πεθερά του. Ειδικότερα από το έτος 1997 μέχρι και το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 1998, όποτε βρισκόταν στο πλοίο ο εναγόμενος, ήταν πάντοτε μαζί του και η ενάγουσα.

Το μεγαλύτερο παιδί της ενάγουσας, από το γάμο της με τον ..., αποκαλούσε τον εναγόμενο "μπαμπά". Επίσης ως ζευγάρι εμφανίζονταν οι διάδικοι και σε διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις, όπως στη βάπτιση τέκνου του φίλου του εναγομένου, ..., το οποίο βάπτισαν μαζί, στη σχετική δε πρόσκληση η ενάγουσα φέρεται με το επώνυμο του εναγομένου.

Όταν η ενάγουσα διαπίστωσε ότι ήταν έγκυος, κατά το μήνα Μάρτιο του έτους 1998, το ανακοίνωσε στον εναγόμενο και αυτός το δέχτηκε με ευχαρίστηση. Έδειχνε ενδιαφέρον για την ίδια και το κυοφορούμενο και μάλιστα ο ίδιος τη συνόδευσε στο γυναικολόγο ιατρό ... για την παρακολούθηση της πορείας της εγκυμοσύνης της.

Το μήνα Ιούλιο του ίδιου έτους 1998 ο εναγόμενος μίσθωσε κατοικία στον ..., όπου συμβίωνε μαζί του και η ενάγουσα, ενώ τους επόμενους μήνες, Αύγουστο - Σεπτέμβριο 1998, διέμεναν μαζί σε πλοίο. Στις ...-10-1998, η ενάγουσα γέννησε στην Αθήνα ένα άρρεν τέκνο. Ο εναγόμενος, επισκέφτηκε το τέκνο στο μαιευτήριο, στη συνέχεια, όμως, προφανώς φοβούμενος τις ευθύνες και δεσμεύσεις που συνεπάγεται η απόκτηση τέκνου, πίεζε την ενάγουσα να το δώσει για υιοθεσία Η ενάγουσα από την πλευρά της αρνήθηκε να ικανοποιήσει την αξίωση αυτή του εναγομένου και έκτοτε η συμβίωσή τους διακόπηκε.

Κρίσιμο χρονικό διάστημα της συλλήψεως του τέκνου, ως προς το οποίο σημειωτέον δεν ισχύει το τεκμήριο καταγωγής από τον ήδη πρώην σύζυγο της ενάγουσας ..., δοθέντος ότι με την 96/1999 ήδη αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, που εκδόθηκε επί σχετικής αγωγής προσβολής της πατρότητας του, αυτό κηρύχθηκε μη γνήσιο τέκνο του και συνεπώς θεωρείται ως τέκνο γεννημένο χωρίς γάμο των γονέων του, είναι το διάστημα από 31.12.1997 (300ή ημέρα πριν από τον τοκετό) έως και 30.4.1998 (180ή ημέρα πριν από τον τοκετό).

Κατά το διάστημα αυτό, σύμφωνα με όσα εκτίθενται παραπάνω, οι διάδικοι είχαν τακτικές σαρκικές επαφές μεταξύ τους στα πλαίσια μόνιμης ερωτικής σχέσεως με σαρκική συνάφεια που υπήρχε μεταξύ τους τουλάχιστον από το καλοκαίρι του έτους 1997. Εξάλλου, η πραγματογνώμονας Ιατρός - Βιοχημικός ..., στην από ... έκθεση πραγματογνωμοσύνης, η οποία διενεργήθηκε κατόπιν λήψεως δειγμάτων αίματος από τους διαδίκους και το τέκνο και αναλύσεως αυτών με την πιο ενδεδειγμένη επιστημονικά και με τεχνικές σύγχρονες και διεθνώς αποδεκτές, μέθοδο αναλύσεως του DΝΑ, με την τεχνική αλυσιδωτής αντιδράσεως της πολυμεράσης για τον έλεγχο των πολυμορφικών περιοχών, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η πατρότητα του εναγομένου επί του παραπάνω τέκνου της ενάγουσας πιθανολογείται σε ποσοστό 99,9%.

Το ποσοστό αυτό πιθανότητας είναι τόσο υψηλό ώστε εγγίζει τα όρια της πλήρους βεβαιότητας και από πλευράς αποδεικτικής αξίας ισοδυναμεί με πλήρη απόδειξη της πατρότητας. Από τα παραπάνω δέχεται το Εφετείο ότι αποδεικνύεται η πατρότητα του εναγομένου επί του τέκνου της ενάγουσας, και μάλιστα όχι μόνον εμμέσως, βάσει του τεκμηρίου του άρθρου 1481 εδαφ.

α' του ΑΚ, αφού οι διάδικοι είχαν σαρκικές επαφές κατά το κρίσιμο διάστημα της συλλήψεως, αλλά και ευθέως βάσει της πραγματογνωμοσύνης. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει επομένως ότι το Δικαστήριο βάσισε την κρίση του για την πατρότητα του αναιρεσείοντος σε επάλληλη αιτιολογία, στηρίζουσα αυτοτελώς το διατακτικό και μη έχουσα σχέση με το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης, ήτοι ότι βάσισε την εν λόγω κρίση του στο τεκμήριο του άρθρου 1481 ΑΚ, δεχόμενο ότι οι διάδικοι είχαν, κατά το κρίσιμο διάστημα της συλλήψεως, σαρκικές επαφές.

Κατ' ακολουθίαν, και αν ακόμη υποτεθεί ότι το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στην πραγματογνωμοσύνη μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη, θεωρώντας ότι παράγει πλήρη, κατά την έννοια του νόμου απόδειξη, ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως είναι, απορριπτέος ως αλυσιτελής.

Κατά το άρθρο 388 ΚΠολΔ, το δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση, αν κρίνει πως υπάρχει λόγος, μπορεί ύστερα από αίτηση των διαδίκων ή και αυτεπαγγέλτως να διατάξει νέα πραγματογνωμοσύνη ή την επανάληψη ή τη συμπλήρωση της πραγματογνωμοσύνης από τους ίδιους ή άλλους πραγματογνώμονες. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η διάταξη επαναλήψεως της πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας, η κρίση του οποίου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Έτσι από τη μη λήψη υπόψη αιτήματος διαδίκου για επανάληψη της πραγματογνωμοσύνης δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ. Επομένως ο τρίτος λόγος της αιτήσεως, κατά το πρώτο μέρος του, με το οποίο, όπως εκτιμάται, προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, αφήνοντας αδίκαστη αίτηση του αναιρεσείοντος για επανάληψη πραγματογνωμοσύνης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Περαιτέρω ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο προβάλλεται, ως αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η άνευ αιτιολογίας μη λήψη υπόψη της ίδιας ως άνω αιτήσεως του αναιρεσείοντος, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αβάσιμος, διότι ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ δημιουργείται όταν οι ελλείπουσες αιτιολογίες έχουν σχέση με την εφαρμογή κανόνων του ουσιαστικού και όχι του δικονομικού δικαίου, όπως είναι εκείνοι που ρυθμίζουν τη διεξαγωγή του αποδεικτικού μέσου της πραγματογνωμοσύνης.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την αγωγή της αναιρεσίβλητης, έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και τα εκατέρωθεν επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα. Από τη διατύπωση αυτή, αλλά και από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, χωρίς καμιά αμφιβολία, ότι το Εφετείο, μαζί με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και την επικληθείσα και προσκομισθείσα από τον αναιρεσείοντα έκθεση της γενετίστριας .... Επομένως ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του το προαναφερόμενο έγγραφο και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Αντιθέτως η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ. 1 - βλ.Ολ. ΑΠ 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση με το πρώτο μέρος του τέταρτου λόγου αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19, διότι η απόφασή του στερείται επαρκούς αιτιολογίας.

Η αιτίαση όμως αυτή, όπως διατυπώνεται στο αναιρετήριο, αφορά όχι την παραδοχή ή μη εκ μέρους του δικαστηρίου κρισίμων για τη διάγνωση της υποθέσεως περιστατικών, αλλά έλλειψη αιτιολογίας που αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, στα οποία το Δικαστήριο στήριξε την επί της ουσίας κρίση του.

Επομένως ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Τέλος, ως απαράδεκτος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, αφού όλες οι προβαλλόμενες με αυτόν αιτιάσεις αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4/4/2006 αίτηση του... για αναίρεση της 1662/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαρτίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2009.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ