Legislator Case Law & Legislation
551/2007 AI generated

Supreme Court dismisses claim of equal pay for IT staff, ruling they differ from eligible category.

Case Number 551/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court reversed the First Instance Court's decision awarding IT staff a computer allowance, ruling the lower court erred in finding discrimination. The University argued the allowance was strictly for specialized IT personnel with specific titles and degrees, not general computer users. The Court held this distinction was legally justified and did not violate the constitutional principle of equality, thus overturning the lower judgment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 8(11) of Law 2470/1997; Article 4(1) and 22(1)(b) of the Constitution: The differential treatment of computer users based on specialized qualifications and organizational roles does not violate the principle of equality.

Keywords

AI generated
computer allowance eligibility constitutional equality principle specialized IT personnel university staff classification administrative discrimination claim

Cited Legislation

AI generated
Article 8(11) of Law 2470/1997
Article 4(1) of the Constitution
Article 22(1)(b) of the Constitution
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 560(1) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Decision 1233/2001 of the Plenary Court of Athens
AI generated
2218/2009
Supreme Court quashes lower court ruling on public employee salary equality, remanding case due to valid appeal grounds.
11/2022
Supreme Court allows appeal against unjust enrichment judgment, ordering defendants to repay university costs.
829/2012
Supreme Court dismisses IT bonus claim as no enrichment occurred since hypothetical employees would not qualify for the same bonus.
1637/2012
Supreme Court dismisses appeal on double remittal grounds and rejects unjust enrichment claim against university. The court holds that a second remittal is prohibited after a prior remittal decision. The plaintiff argued for equal treatment regarding IT allowances based on hypothetical hiring scenarios. The court ruled that the plaintiff would not have hired these specific individuals under the same conditions, thus rejecting the claim. The court also noted the procedural bar against a second remittal of the case. The decision affirms the principle of legal certainty in appellate proceedings. The court ordered the defendants to pay legal costs. The case involves public university employees and employment law principles. The key issue is the validity of the double remittal procedure. The court found the plaintiff's argument legally insufficient. The outcome was a dismissal of the appeal and the original claim. The legal reasoning focused on statutory interpretation and procedural rules.
550/2007
Supreme Court quashes lower court ruling on computer operator bonus equality, remanding case for further review.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 551 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 551/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Tου αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Πρύτανη αυτού. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Φραγκούλη.

Των αναιρεσιβλήτων: ....(αναφέρονται 26 ονόματα). Οι 5ος, 10η και 25η παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευαγγελία Χαραλάμπους. Οι λοιποί δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 423/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 5744/2003 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 24-12-2003 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, διάβασε την από 24-3-2006 έκθεση του ήδη αποβιώσαντος Αρεοπαγίτη Γεωργίου Καράμπελα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της αναιρέσεως και την απόρριψη του δεύτερου λόγου αυτής. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ, εάν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολιπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολιπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση, αν δε στη δίκη μετέχουν περισσότεροι διάδικοι και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ. 3 και 4 του Κ.Πολ.Δ. που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ'αρθρ.575 εδ.β΄ ιδίου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με επίκληση ..... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..... , ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης για αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσιβλήτους (όλους πλην των πέμπτου, δέκατης και εικοστής πέμπτης), για να παραστούν κατά την αρχική δικάσιμο της 4-4-2006, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, για την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήτευση των αναιρεσιβλήτων.

Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, δεν εμφανίσθηκαν οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση για συζήτηση, κατά τη σειρά της από το σχετικό πινάκιο, ούτε κατέθεσαν δήλωση παραστάσεως κατά το άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. και συνεπώς πρέπει, κατά τα προαναφερθέντα να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν παρόντες και οι αναιρεσίβλητοι αυτοί.

Η διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος που ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών και συνεπώς δεσμεύει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο της περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους κοινωνικούς ή δημόσιου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων είτε διαφοροποιεί την κατηγορία των προσώπων ή των πραγμάτων στα οποία αφορά, είτε καθιστά καταχρηστική και άρα αντίθετη στο άρθρο 25 παρ.3 του Συντάγματος την άσκηση του εκ της ισονομίας ατομικού δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Επομένως, αν γίνει με νόμο δικαιολογημένη ειδική ρύθμιση για μία κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί με αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση από τη ρύθμιση αυτή μια άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος ευνοϊκής μεταχειρίσεως, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή αυτή διάκριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.

Προς αποκατάσταση δε της συνταγματικά επιβαλλόμενης ισότητας πρέπει να εφαρμοσθεί η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση και σε εκείνη την κατηγορία προσώπων, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατάσταση που δημιουργήθηκε από την παραβίαση της ανωτέρω αρχής.

Εξάλλου με την υπ' αριθ. 2048842/6017/0022/6-5-1989 κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας Κυβερνήσεως, Οικονομικών και Εργασίας (ΦΕΚ 455/12-6-1989 τ. Β΄), που εκδόθηκε βάσει του άρθρου 7 παρ.2 της υπ' αριθ. 88555/3293/4-10-1988 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Προεδρίας Κυβερνήσεως, Εσωτερικών, Οικονομικών και Εργασίας (ΦΕΚ 721/ 4-10-1988 τ. Β'), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 39 του Ν. 1836/1989 ορίζονται τα εξής: "Στο προσωπικό των παρακάτω αναφερομένων ειδικοτήτων των Υπηρεσιών - Διευθύνσεων - Τμημάτων και Κέντρων Πληροφορικής του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ., χορηγείται ειδικό επίδομα, ως κίνητρο προσέλκυσης και παραμονής σε ποσοστό επί του βασικού μισθού του Μ.Κ. 28 του Ν.1505/1984 ως ακολούθως: 1) Αναλυτές Προγραμματιστές και Ηλεκτρονικοί Μηχανικοί και εμπειρογνώμονες πληροφορικής 40%, 2) Χειριστές - Χειρίστριες (Η/Υ, κοπτικών μηχανημάτων και εισαγωγής στοιχείων) 33%, 3) Κωδικογράφοι 20%.

Στη συνέχεια, με την υπ' αριθ. 2006402/481/0022/30-1-1995 κοινή απόφαση των ίδιων Υπουργών (ΦΕΚ 62/31-1-1995 τ. Β΄), που ίσχυσε από 1-1-1995, αυξήθηκε το παραπάνω επίδομα ως ακολούθως: 1)Αναλυτές Προγραμματιστές, Ηλεκτρονικοί Μηχανικοί και Εμπειρογνώμονες Πληροφορικής σε είκοσι χιλιάδες (20.000) δρχ. από 1-1-1995 και σε τριάντα χιλιάδες από 1-7-1995. 2)Χειριστές - Χειρίστριες (Η/Υ, Κοπτικών Μηχανημάτων και Εισαγωγής Στοιχείων) σε δέκα έξι χιλιάδες πεντακόσιες (16.500) δρχ.

από 1-1-1995 και σε είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000) δρχ. από 1-7-1995. 3)Κωδικογράφοι σε δέκα χιλιάδες (10.000) δρχ. από 1-1-1995 και σε δέκα πέντε χιλιάδες (15.000) δρχ. από 1 -7-1995. Περαιτέρω, με το άρθρο 8 του Ν. 2470/1997 ορίζονται τα εξής: "Πέρα από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, όπως αυτός ορίζεται στο προηγούμενο άρθρο, χορηγούνται και τα εξής τακτικά επιδόματα, κατά μήνα: "1...11.Επίδομα Πληροφορικής, για τους ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο Π.Δ. 194/1988 (ΦΕΚ 84 Α'), καθώς και στους Ηλεκτρονικούς Μηχανικούς Ασφαλείας εναερίου κυκλοφορίας της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, οριζόμενο κατά ειδικότητα ως εξής:

α. Αναλυτές Προγραμματιστές, Ηλεκτρονικοί Μηχανικοί σε τριάντα χιλιάδες (30.000) δραχμές, β. Χειριστές - Χειρίστριες Η/Υ, διατρητικών μηχανών και εισαγωγής στοιχείων σε είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000) δραχμές. Σε περίπτωση που ανατίθεται, με απόφαση του οικείου προϊσταμένου διεύθυνσης, η αναπλήρωση των καθηκόντων των προαναφερόμενων θέσεων και ειδικοτήτων σε υπαλλήλους αντίστοιχης εξειδίκευσης άλλων κατηγοριών, το ανωτέρω επίδομα καταβάλλεται στους υπαλλήλους αυτούς με απόφαση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου.

Το επίδομα αυτό καταβάλλεται μόνον εφόσον και για όσο διάστημα οι δικαιούχοι εργάζονται στις προαναφερόμενες ειδικότητες, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στις υπηρεσίες που έχει προβλεφθεί η ειδική θέση. Για τη συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων εκδίδεται, κάθε μήνα, βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθοδοτική κατάσταση.

γ. Ειδικά στους κωδικογράφους και στους χειριστές κοπτικών μηχανημάτων, που απασχολούνται κατά πλήρες ωράριο εργασίας σε οργανωμένα κέντρα πληροφορικής, χορηγείται επίδομα οριζόμενο σε δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) δραχμές. Πλην των ανωτέρω περιοριστικά αναφερομένων περιπτώσεων, το επίδομα πληροφορικής δεν καταβάλλεται σε άλλες ειδικότητες, όπως σε χρήστες Η/Υ ή Προσωπικών Υπολογιστών, ούτε και σε εκπαιδευτικούς κλάδων πληροφορικής.

Στους δικαιούχους του ανωτέρω επιδόματος δεν καταβάλλονται παράλληλα και τα διατηρούμενα με το άρθρο 10 του παρόντος επιδόματα, λόγω ειδικών συνθηκών εργασίας ...". Με το άρθρο 10 παρ. 1 του πιο πάνω νόμου διατηρήθηκαν στο ύψος που είχαν διαμορφωθεί κατά την έναρξη της ισχύος αυτού, πέραν από τα επιδόματα εορτών και άδειας του άρθρου 9 του ίδιου νόμου, ορισμένα επιδόματα και παροχές, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται το επίδομα πληροφορικής που χορηγήθηκε με τις ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις, ενώ με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίστηκε ότι πέραν των ως άνω διατηρούμενων επιδομάτων και παροχών, όλα τα άλλα επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις που καταβάλλονται στους υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις αυτού κατά την έναρξη της ισχύος του με οποιαδήποτε ονομασία και από οποιαδήποτε πηγή, περιλαμβανομένων και εκείνων που χορηγήθηκαν με μορφή κινήτρου παραγωγικότητας ή αποδοτικότητας, καθώς και παροχές για κίνητρο προσέλκυσης και παραμονής καταργούνται, εφόσον δεν προβλέπεται ρητώς η χορήγησή τους από τις διατάξεις του νόμου αυτού.

Τέλος, κατά το άρθρο 31 του ίδιου νόμου, από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού καταργούνται: α)....η)Κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη κατά το μέρος που αντίκειται στις διατάξεις του νόμου αυτού ή κατά το μέρος που ρυθμίζει θέματα που διέπονται από αυτόν. Από τις ανωτέρω διατάξεις του Ν. 2470/1997 προκύπτει, ότι από την έναρξη της ισχύος αυτού (1-1-1997) καταργήθηκαν, μεταξύ άλλων, και οι προαναφερόμενες υπ' αριθ. 88555/3293/4-10-1988, 2048842/6017/0022/6-5-1989 και 2006402/481/0022/30-1-1995 κοινές Υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες είχε προβλεφθεί η χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής σε ορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων, και ότι το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του νόμου αυτού επίδομα πληροφορικής καταβάλλεται έκτοτε υπό διαφορετικές και αυστηρότερες προϋποθέσεις, μόνο σε ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν κατά πλήρες ωράριο εργασίας σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο Π.Δ. 194/1988 ενώ προβλέπεται ρητά ότι δεν καταβάλλεται τούτο σε απλές ειδικότητες, όπως σε χρήστες Η/Υ.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του, όπως από αυτήν προκύπτει, τα ακόλουθα: Οι αναιρεσίβλητοι προσελήφθησαν από αναιρεσείον με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 31-10-2000 προσέφεραν τις υπηρεσίες τους ως διοικητικό προσωπικό σ' αυτό.

Οι αποδοχές τους ρυθμίζονται από τις διατάξεις του Ν. 2470/1997. Κατά το ένδικο χρονικό διάστημα και σε όλη τη διάρκεια του ωραρίου τους, οι αναιρεσίβλητοι με εντολή της υπηρεσίας τους και για να καλύπτουν τις σχετικές ανάγκες αυτής (ελλείψει προβλέψεως σχετικών οργανικών θέσεων), έχοντας δε τα τυπικά προσόντα και την υπερδιετή εμπειρία, που προβλέπουν οι σχετικές διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 11 του ν. 2470/1997 και 18 του π.δ. 194/1988, χειρίζονταν είτε αποκλειστικά είτε κατά λόγο ηλεκτρονικό υπολογιστή, αλλά το αναιρεσείον αρνήθηκε να τους χορηγήσει το επίδομα πληροφορικής, επειδή δεν πληρούσαν όλες τις προϋποθέσεις της παρ.11 του άρθρου 8 του ν. 2470/1997 και κυρίως επειδή δεν υπηρετούσαν σε οργανικές θέσεις πληροφορικής.

Κατόπιν αυτών, το Πρωτοδικείο έκρινε, ότι είναι αδικαιολογήτως άνιση η μη χορήγηση του ανωτέρω επιδόματος στους αναιρεσιβλήτους και ότι προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας οφείλει το αναιρεσείον το εν λόγω επίδομα και σ' αυτούς. Όμως, με βάση τα περιστατικά που δέχτηκε το Πρωτοδικείο, οι αναιρεσίβλητοι μισθωτοί, ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία μισθωτών από εκείνη των μισθωτών στους οποίους χορηγήθηκε το επίδομα του άρθρου 8 αριθ. 11 του Ν. 2470/1997.

Και τούτο, διότι οι αναιρεσίβλητοι πέραν του ότι ασχολούνται αποκλειστικά με τη χρήση Η/Υ, δεν είναι ειδικευμένοι υπάλληλοι, που να ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, και να υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής, ούτε κατέχουν τους απαιτούμενους για την υπηρεσία σε τέτοιες διευθύνσεις τμήματα ή κέντρα τίτλους σπουδών.

Η ως άνω ουσιώδης διαφορά της κατηγορίας στην οποία ανήκουν οι αναιρεσίβλητοι και οι ειδικευμένοι, με τίτλους σπουδών, υπάλληλοι του άρθρου 8 αριθ. 11 του Ν. 2470/1997, δικαιολογεί την χορήγηση του εν λόγω επιδόματος μόνο στους τελευταίους, και δεν καθιστά την ειδική αυτή ρύθμιση αντίθετη προς την συνταγματική αρχή και ισότητας.

Επομένως, το Πρωτοδικείο που κατέληξε σε αντίθετο συμπέρασμα παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις, των άρθρων 8 αρ. 11 του Ν. 2470/1997 και 4 παρ. 1, σε συνδυασμό με 22 παρ. 1β' του Συντάγματος και συνεπώς είναι βάσιμος ο πρώτος, από το άρθρο 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, όπως αυτός παραδεκτά συμπληρώθηκε από τον Εισηγητή, ως προς την ελλιπή παράθεση των παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ.4 Κ.Πολ.Δ.

και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο (Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών), που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 556 παρ. 2, 562 παρ.2, 570 παρ. 1 και 2, 577, 579 και 581 Κ.Πολ.Δ., δεν είναι παραδεκτή μετά την τελεσίδικη απόφαση στην αναιρετική δίκη η έρευνα καταλυτικών του αγωγικού δικαιώματος ενστάσεων, όπως η ένσταση δεδικασμένου, γιατί διαφορετική εκδοχή θα μετέβαλλε την αναιρετική δίκη σε ουσιαστικού τρίτου βαθμού δίκη. Επομένως, ο ισχυρισμός των αναιρεσιβλήτων ότι έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου, με βάση την αμετάκλητη 1233/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ότι αυτοί δικαιούνται το επίδομα που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 11 του Ν. 2470/1997, είναι προεχόντως απαράδεκτος και απορριπτέος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 5744/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ