Legislator Case Law & Legislation
550/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against traffic accident damages judgment due to inadmissible procedural defects.

Case Number 550/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Government's appeal against the Regional Court of Ioannina's judgment regarding traffic accident damages. The appellant argued for insufficient reasoning and vague legal grounds, but the court found these claims procedurally inadmissible. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the appellants' legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553, 556, 558, 564, 566, 577, 559 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it relies on vague legal grounds or contradictory arguments regarding the assessment of evidence.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure inadmissible appeal vague legal grounds contradictory arguments traffic accident damages assessment of evidence legal costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 553, 556, 558, 564 paragraph 3, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 561 number 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 19 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 189 paragraph 1, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 paragraph 1 of Law 3693/1957
Article 5 paragraph 12 of Law 1738/1987
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 550 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 550/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαριέττα Βλαχοπάνου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) A. A. του L., 2) V. D. του S. και 3) H. G. του M., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Τάσση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-11-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 449/2014 εν μέρει οριστική και 72/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 244/2017 μη οριστική και 244/2019 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων ζητεί το αναιρεσείον με την από 16-12-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 16-12-2019 (αρ. κατ.55/2019) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 244/2017 μη οριστικής και της υπ αριθ. 244/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, που εκδόθηκαν κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο, καθώς και από την σύμβαση ασφάλισής του, όπως παραδεκτά διορθώνεται ως προς το ονοματεπώνυμο του τρίτου αναιρεσίβλητου, για την ταυτότητα του οποίου δεν υφίσταται αμφιβολία, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 26-11-2013 και με αρ. κατάθεσης 1267/2013 αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, οι ενάγοντες, ήδη αναιρεσίβλητοι, ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο, ήδη αναιρεσείον, να καταβάλει σε κάθε έναν από αυτούς τα στην αγωγή αναφερόμενα ποσά ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστησαν εξαιτίας του τραυματισμού τους, οφειλομένου σε τροχαίο ατύχημα, το οποίο έλαβε χώρα κάτω από τις συνθήκες που αναφέρονται στην αγωγή, λόγω αποκλειστικής υπαιτιότητας του Α.

Κ., οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... υπηρεσιακού οχήματος μεταγωγής κρατουμένων, ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος, κατά την σύγκρουση του με το με αρ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος και εντός του οποίου επέβαιναν και οι λοιποί αναιρεσίβλητοι. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αρ.449/2014 εν μέρει οριστική και η με αριθμό 72/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, με τις οποίες αυτή έγινε μερικά δεκτή, κατά τα ειδικότερα σε αυτές αναφερόμενα.

Κατά των αποφάσεων αυτών ασκήθηκαν από τους διαδίκους, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, αντίθετες εφέσεις, οι οποίες συνεκδικάστηκαν. Επ' αυτών εκδόθηκαν οι προσβαλλόμενες αποφάσεις, με την δεύτερη των οποίων το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, απέρριψε την από 20-12-2016 με αριθμό κατάθεσης 157/2016 έφεση, που άσκησε το εναγόμενο αναιρεσείον και δέχτηκε ως βάσιμη στην ουσία της την από 25-5-2016 με αριθμό κατάθεσης 23/2016 έφεση, που άσκησαν οι ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι, εξαφάνισε τις προσβαλλόμενες αποφάσεις και στην συνέχεια, αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή, την δέχτηκε μερικά ως βάσιμη στην ουσία της, επιδικάζοντας στους ενάγοντες τα αναφερόμενα ποσά.

Κατά το άρθρο 300 παρ.1 εδ. α' ΑΚ, αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Από την πιο πάνω διάταξη προκύπτει ότι προϋποθέσεις εφαρμογής της είναι: α) η ύπαρξη υποχρέωσης προς αποζημίωση και β) ο ζημιωθείς να συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία του ή την έκτασή της, δηλαδή η συμπεριφορά του να συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευση ή την έκταση της ζημίας του.

Η έννοια της συνυπαιτιότητας είναι νομική και γι' αυτό η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ύπαρξη ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος για την επέλευση της ζημίας του ή την έκτασή της, δηλαδή ως προς το αν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανέλεγκτα ως αποδειχθέντα συγκροτούν ή όχι την έννοια της συνυπαιτιότητας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ 188/2015, ΑΠ 1673/2013).

Περαιτέρω από τις διατάξεις του άρθρου 932 ΑΚ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, στο πλαίσιο της διακριτικής εξουσίας που έχει από το άρθρο αυτό, δύναται να καθορίσει το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης του δικαιούχου εξ αδικοπραξίας, αφού συνεκτιμήσει, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής, τα πραγματικά περιστατικά (κριτήρια καθορισμού) που τίθενται υπόψη του, όπως είναι οι συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, ο βαθμός του πταίσματος του υπόχρεου - δράστη, το είδος και οι συνέπειες της προσβολής, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου, η κοινωνική και η περιουσιακή κατάσταση των μερών, πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (ΑΠ 405/2015, ΑΠ 532/2012), χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 1361/2013).

Οι ως άνω συνθήκες (βαθμός πταίσματος, μέγεθος προσβολής, κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών κ.λπ.) λαμβάνονται υπόψη, για να καθοριστεί το εύλογο χρηματικό ποσό για την ικανοποίηση του παθόντος και επομένως δεν αποτελούν ίδια και αυτοτελή στοιχεία, ώστε η παράθεση κάποιας από αυτές ή των ειδικότερων προσδιοριστικών στοιχείων τους στην απόφαση, να είναι αναγκαία, για την πληρότητα της σχετικής αιτιολογίας της, αλλά το δικαστήριο αποφαίνεται γι' αυτά κατά κρίση ελεύθερη.(Α.Π.1106/2019).

Ο προσδιορισμός από το δικαστήριο της ουσίας του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, με κρίσιμο χρόνο εκείνον της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (ΚΠολΔ 561 § 1), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, ερειδόμενη επί του άρθρου 25 § 1 (εδάφ. δ`) του Συντάγματος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ. 10/2017, 9/2015, ΑΠ 1864/2017).

Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 1863/2017, ΑΠ 747/2017).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ Ολομ., 20/2005, 28/1998, 32/1996, καθώς και ΑΠ Ολομ.

Διοικ. 14/2010, όπου και παραπομπές στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ). Δεν αρκεί, για το ορισμένο του λόγου αυτού, η ανάλυση της έννοιας που ο αναιρεσείων αποδίδει στη διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε, ούτε η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου, διότι μόνο με βάση τις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 209/2019, ΑΠ 472/2017). Συγκεκριμένα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008, Α.Π. 73/2020).

Δηλαδή "πράγματα", υπό την ως άνω έννοια, αποτελούν και οι λόγοι της εφέσεως ή αντεφέσεως, οι οποίοι όμως αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (ΑΠ 8452011). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 989/2018, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 358/2017).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Ως "ζητήματα" δηλαδή των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.

Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των προσβαλλομένων αποφάσεων προκύπτει, ότι το Μονομελές Εφετείο Ιωαννίνων, σχετικά με τα ενδιαφέροντα στην προκειμένη περίπτωση ζητήματα, δέχτηκε: α) με την 244/2017 απόφασή του, τα ακόλουθα: "Στις 3-10-09 και περί ώρα 14:44, ο πρώτος των εναγόντων, οδηγώντας το υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ... IX επιβατικό αυτοκίνητο της ιδιοκτησίας του, έχοντας για συνοδηγό του τον δεύτερο των εναγόντων και συνεπιβάτη στο πίσω κάθισμα (πίσω από τον οδηγό) του ως άνω οχήματος τον τρίτο των εναγόντων, κινείτο κανονικά στο άκρο δεξιό του ρεύματος πορείας του, με ταχύτητα περίπου 50 χλμ/ώρα, επί της Εθνικής Οδού Ιωαννίνων - Άρτας, με κατεύθυνση προς Ιωάννινα.

Φτάνοντας στο ύψος του 16ου χλμ της οδού, το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... υπηρεσιακό όχημα μεταγωγής κρατουμένων, ιδιοκτησίας του Ελληνικού Δημοσίου (τμήματος μεταγωγών Πατρών), το οποίο οδηγούσε ο Α. Κ., επιχείρησε ανεπιτυχώς να προσπεράσει προπορευόμενο όχημα, πλην όμως ενώ βρισκόταν σε μικρή απόσταση από το όχημα των εναγόντων, έχασε τον έλεγχο της πορείας του και ανεξέλεγκτο λόγω του βρεγμένου οδοστρώματος και της ταχύτητας του, κινήθηκε σε ζικ - ζακ μεταξύ των δύο λωρίδων κυκλοφορίας.

Βλέποντας την κίνηση αυτή του αντιθέτως κινούμενου οχήματος της ιδιοκτησίας του εναγομένου ο πρώτος ενάγων, οδηγός του προαναφερόμενου με αριθμό κυκλοφορίας ... IX αυτοκινήτου, ο οποίος εγκαίρως αντιλήφθηκε της ως άνω αντικανονική κίνηση και πορεία του με αριθμό κυκλοφορίας ... υπηρεσιακού οχήματος, μεταγωγής κρατουμένων, τροχοπέδησε και κινήθηκε δεξιότερα του ρεύματος πορείας του, εξήλθε δε αυτού και ακινητοποίησε το όχημά του σε απόσταση ενός περίπου μέτρου (συγκεκριμένα 0,7 μέτρων) από το δεξιό άκρο της ασφάλτου (σύμφωνα με το πρόχειρο σχεδιάγραμμα του Τμήματος Τροχαίας Ιωαννίνων που συνέταξε ο Αρχιφύλακας Μ.

Π., και το οποίο απεικονίζει τον τόπο και τα ευρήματα σχετικά με το ως άνω ένδικο τροχαίο ατύχημα). Ο οδηγός όμως, του με αριθμό κυκλοφορίας ... υπηρεσιακού οχήματος, Α. Κ., που κινούνταν αντίθετα, δεν μπόρεσε να ελέγξει το όχημά του, "έχασε" τον έλεγχο του οχήματός του, όπως ο ίδιος χαρακτηριστικά κατέθεσε στην από 30-10-2009 προανακριτική ένορκη κατάθεση που έδωσε ενώπιον του Υπ/κα Θ.

Ι. του Τ.Τ. Πατρών, εξήλθε του οδοστρώματος αριστερά ως προς την πορεία του και συγκρούσθηκε, μετωπικά, με το εμπρόσθιο τμήμα του επάνω στο εμπρόσθιο και ελαφρώς αριστερό τμήμα του οχήματος που οδηγούσε ο πρώτος ενάγων, το οποίο ήταν ακινητοποιημένο στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας του, εκτός του οδοστρώματος, "σταθμευμένο" όπως χαρακτηριστικά κατέθεσε ο ίδιος ως άνω οδηγός του υπηρεσιακού οχήματος, ιδιοκτησίας του εναγομένου, στην ίδια ως άνω από 30-10-2009 προανακριτική ένορκη κατάθεσή του.

Από τα ανωτέρω, τα οποία προκύπτουν τόσο από την από 3-10-2009 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τροχαίου ατυχήματος που συνέταξε ο αρχιφύλακας Μ. Π. του Τμήματος Τροχαίας Ιωαννίνων που επιλήφθηκε του ατυχήματος, αλλά και από τις από 16-10-2009 ένορκες προανακριτικές καταθέσεις των δύο πρώτων εναγόντων οδηγού και συνοδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ...

ΙΧΕ αυτοκινήτου και την από 30-11-2009 ένορκη προανακριτική κατάθεση του τρίτου ενάγοντος, επίσης επιβαίνοντος στο πίσω κάθισμα του ως άνω αυτοκινήτου, καθώς και την από 30-10-2009 προαναφερόμενη ένορκη προανακριτική κατάθεση του οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... υπηρεσιακού οχήματος, τέλος δε και από την από 31-1-2010 ένορκη προανακριτική κατάθεση του Α.

Α., συνεπιβαίνοντος αστυνομικού στο ως άνω υπηρεσιακό όχημα ιδιοκτησίας του εναγομένου καθώς και από το από 24-6-2010 υπόμνημα εξηγήσεων του αρχιφύλακα Α. Κ., οδηγού του υπηρεσιακού οχήματος και την από 5-10-2009 (δυο μέρες μετά το ατύχημα) αναφορά του τελευταίου, προς τον κ. Διοικητή του Τμήματος Μεταγωγών Δικαστηρίων Πατρών.

Από όλα τα ως άνω έγγραφα, στα οποία στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου αυτού, προκύπτει ότι το ένδικο ατύχημα συνέβη, όπως περιγράφηκε ανωτέρω. Από όλα τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προκύπτει η αποκλειστική υπαιτιότητα για το ένδικο τροχαίο ατύχημα βαρύνει τον οδηγό του υπηρεσιακού οχήματος της ιδιοκτησίας του εναγομένου, με αριθμό κυκλοφορίας ..., ο οποίος οδηγούσε το όχημά του χωρίς σύνεση και χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, δεν είχε δε τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, ούτε ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματος του λαμβάνοντας υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες κυκλοφορίας και την κατάσταση του οδοστρώματος το οποίο ήταν υγρό και ολισθηρό, λόγω βροχής και για το λόγο αυτό την προσπάθειά του να κάνει προσπέραση, κίνηση όχι ενδεδειγμένη, λόγω των αντιθέτως κινούμενων οχημάτων στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και λόγω της ολισθηρότητας του οδοστρώματος, έχασε δε τον έλεγχο του οχήματός του και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας το οποίο αφού διέσχισε, εξήλθε αυτού και επέπεσε επάνω στο σταθμευμένο όχημα που οδηγούσε ο πρώτος ενάγων.

Αντίθετα καμία υπαιτιότητα δεν βαρύνει τον τελευταίο, πρώτο ενάγοντα, οδηγό του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, διότι αυτός ενήργησε όπως όφειλε να ενεργήσει, κατέβαλε την προσοχή που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, οδηγούσε με σύνεση και προσοχή έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, ειδικότερα διαβλέποντας ότι ο οδηγός του αντιθέτως κινούμενου υπηρεσιακού οχήματος έχασε τον έλεγχο του οχήματος του, προκειμένου να αποφύγει τη σύγκρουση, εξήλθε του οδοστρώματος δεξιά ως προς την πορεία του και τροχοπέδησε το αυτοκίνητο του ακινητοποιώντας το 1 μέτρο σχεδόν από το δεξί άκρο του οδοστρώματος.

Η κρίση του ως άνω Δικαστηρίου περί των ανωτέρω συνθηκών του ένδικου τροχαίου ατυχήματος στηρίζεται σε όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία, ο δε ισχυρισμός που πρόβαλε το εναγόμενο περί του ότι υπήρχε η εκ του άρθρου 300 ΑΚ συνυπαιτιότητα του ως άνω πρώτου ενάγοντος, οδηγού του ΙΧΕ οχήματος για το ένδικο ατύχημα, την πρότεινε με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε νομίμως, κατά την ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου πρώτη συζήτηση της αγωγής καθώς και με δήλωση της δικαστικής αντιπροσώπου του NΣK, πληρεξούσια του (του εναγομένου) που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη 449/2014 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου πρακτικά, και την οποία ένσταση συνυπαιτιότητας του πρώτου ενάγοντος για την πρόκληση του ατυχήματος επαναφέρει με σχετικό λόγο της υπό στοιχείο Β εφέσεώς του, τον πρώτο λόγο, παραπονούμενο και για την απόρριψη της, ήτοι της ένστασης συνυπαιτιότητας για το επίδικο ατύχημα και του πρώτου ενάγοντος οδηγού του προαναφερόμενου ΙΧΕ οχήματος, ισχυριζόμενο ότι ο πρώτος ενάγων δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και δεν είχε ρυθμίσει τη ταχύτητα του οχήματος του λαμβάνοντας υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες και ιδιαίτερα την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά του οδοστρώματος (ολισθηρό λόγω βροχής), ώστε δεν προέβη στους απαιτούμενους χειρισμούς και λόγω της αυξημένης ταχύτητας με την οποία κινούνταν δεν ήταν σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματος του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορούσε να προβληθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού και δη ότι δεν ήταν δυνατό λόγω της αυξημένης ταχύτητας με την οποία κινούνταν, όταν αντιλήφθηκε ότι ο οδηγός του αντιθέτως κινούμενου υπηρεσιακού οχήματος έχασε τον έλεγχο του οχήματος που οδηγούσε δεν προέβη στους ενδεικνυόμενους απαιτούμενους χειρισμούς και δεν κατάφερε να ακινητοποιήσει το όχημά του, όπως αναλυτικά ισχυρίζεται το εναγόμενο για να υποστηρίξει την ως άνω προβληθείσα από αυτό, ένσταση συνυπαιτιότητας του πρώτου ενάγοντος για το ένδικο ατύχημα, δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο και δεν δύναται να αναιρέσει την πλήρη δικανική πεποίθηση του Δικαστηρίου αυτού, ότι το επίδικο τροχαίο ατύχημα οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ...

υπηρεσιακού οχήματος, ιδιοκτησίας του εναγομένου, συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν... Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε από την ως άνω σύγκριση, οι ενάγοντες - επιβαίνοντες στο με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο ενάγων τραυματίσθηκαν, το δε ως άνω όχημα υπέστη σοβαρές υλικές ζημιές.

Ειδικότερα το ως άνω όχημα της κυριότητας του πρώτου ενάγοντος, εργοστασίου κατασκευής TOYOTA, τύπου corolla 1,3 κ.ε βενζινοκίνητο καταλυτικό, είχε ημερομηνία πρώτης άδειας κυκλοφορίας 20-5-1992. Η αξία του με βάση τις εμπορικές συναλλαγές ανήρχετο πριν το ατύχημα στο ποσό των 2.000. Εξαιτίας της σύγκρουσης με το σαφώς μεγαλύτερο σε όγκο υπηρεσιακό όχημα, υπέστη σοβαρές ζημιές σε ολόκληρο το μπροστινό μέρος του, μέχρι την καμπίνα των επιβατών, στην οροφή του, στο σκελετό του, διαλύθηκε δε το παρμπρίζ, το πάτωμα, ο θόλος οι δύο δεξιές πόρτες και η εμπρόσθια αριστερή, το σύστημα διεύθυνσης και ο κινητήρας.

Δεδομένης της αξίας του οχήματος του κόστους επισκευής του, αλλά και το αβέβαιου της ολικής επιδιόρθωσής του, καθιστούν την καταστροφή του ολική και την οποιαδήποτε προσπάθεια επιδιόρθωσης, προφανώς ασύμφορη. Επομένως το εναγόμενο, υποχρεούται να αποζημιώσει τον πρώτο των εναγόντων, για το ποσό της αξίας του οχήματος πριν την ημέρα της σύγκρουσης, ήτοι για το ποσό των 2.000 ευρώ, μάλιστα δε δεν υφίστανται σώστρα προκειμένου να αφαιρεθεί η αξία του, διότι το όχημα παραδόθηκε για καταστροφή...." .... "Ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής προβλήθηκε από τον εναγόμενο με τις έγγραφες προτάσεις του που κατέθεσε νομίμως, καθώς και με δήλωση της πληρεξούσιας του Δικηγόρου, δικαστικής αντιπροσώπου του ΝΣΚ που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη με αριθμό 449/2014 εν μέρει οριστική απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο ισχυρισμός ότι οι πρώτος και 3ος εκ των εναγόντων, δεν φορούσαν ζώνες ασφαλείας ως όφειλαν κατά το χρόνο του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, συνεπώς, όπως ισχυρίσθηκαν με το δεύτερο σκέλος της προβληθείσας από αυτούς ένστασης συνυπαιτιότητας των εναγόντων, οι ενάγοντες βαρύνονται με πταίσμα συνυπαιτιότητας 50 % διότι συνετέλεσαν κατά το ως άνω ποσοστό στην έκταση της ζημίας τους και συγκεκριμένα στην έκταση των προκληθεισών σ' αυτούς, εξαιτίας της σύγκρουσης, σωματικών βλαβών, οι οποίες θα περιορίζονταν κατά το ως άνω ποσοστό, όπως ισχυρίσθηκε το εναγόμενο, αν οι ενάγοντες φορούσαν ζώνες ασφαλείας, ήδη δε επαναφέρει (το εναγόμενο) τον ισχυρισμό αυτό με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της υπό στοιχείο Β έφεσής του, παρασυρόμενο με το σχετικό λόγο για την απόρριψη της ένστασης συνυπαιτιότητας των εναγόντων στην έκταση της ζημίας τους (σωματικών βλαβών που υπέστησαν κατά ποσοστό 50 %, λόγω του ότι δεν έφεραν ζώνες ασφαλείας.

Όπως όμως αποδείχθηκε από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, αφενός μεν όπως προκύπτει από την έκθεση αυτοψίας του τροχαίου ατυχήματος, ο πρώτος και δεύτερος εκ των εναγόντων, οδηγός και συνοδηγός αντίστοιχα, του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητου, έφεραν ζώνες ασφαλείας, τα ίδια δε προκύπτουν και από τις προαναφερόμενες προανακριτικές καταθέσεις που έδωσαν αυτοί, μόνο ο τρίτος εξ αυτών που συνεπέβαινε στο ως άνω όχημα στο πίσω κάθισμα του οχήματος δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας.

Σε κάθε όμως περίπτωση, όπως αποδείχθηκε από τις προεκτηθείσες σωματικές βλάβες που υπέστησαν οι ενάγοντες και ειδικότερα ο τρίτος εξ αυτών, ο οποίος δεν έφερε ζώνη ασφαλείας, κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού στον τραυματισμό του τρίτου ενάγοντος δεν συνετέλεσε πταίσμα του ιδίου, καθόσον εκ του είδους των σωματικών βλαβών που αυτός υπέστη, ειδικότερα στα κάτω άκρα του, η μη χρήση της ζώνης ασφαλείας κατά τη στιγμή του ατυχήματος, δεν θα απέτρεπε την πρόκληση των σωματικών βλαβών που αυτός υπέστη (στα κάτω άκρα του).

Συνεπώς, δεν αποδείχθηκε ότι η μη χρήση της ζώνης ασφαλείας συνδέεται αιτιωδώς με την έκταση της ζημίας που υπέστη ο τρίτος ενάγων, και δη με την έκταση των σωματικών βλαβών που υπέστη αυτός λόγω της σύγκρουσης και πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός ισχυρισμός του εναγομένου, ήτοι της ένστασης συνυπαιτιότητας των εναγόντων στην έκταση της ζημίας του κατά ποσοστό 50 % λόγω μη χρήσης των ζωνών ασφαλείας, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος ....

και β) με την 244/2019 απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο πρώτος ενάγων εξαιτίας του ατυχήματος τραυματίστηκε και μεταφέρθηκε αμέσως στην καρδιοχειρουργική κλινική του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Ιωαννίνων, όπου διαγνώστηκε ότι υπέστη κατάγματα στην 7η και 8η δεξιά πλευρά του πνευμονοθώρακα (κάκωση θώρακα), κάταγμα δεξιάς επιγονατίδας, κάκωση κεφαλής - εγκεφαλική διάσειση, τραύμα μετώπου, τραύμα δεξιού και αριστερού γόνατος και τραύμα αριστερού καρπού (βλ.

τη χωρίς ημερομηνία ιατρική έκθεση και το αρ. πρωτ. 29573/8-10-2009 πιστοποιητικό νοσηλείας του ως άνω Νοσοκομείου και την από 8-7-2010 ιατρική γνωμάτευση του χειρουργού ορθοπεδικού Χ. Γ.). Στο ως άνω Νοσοκομείο τα τραύματα στο κεφάλι, στο μέτωπο, στο δεξιό και αριστερό γόνατο, καθώς και στον καρπό αντιμετωπίστηκαν με συρραφή, τα κατάγματα 7ης και 8ης πλευράς δεξιά με συντηρητική αγωγή, ενώ το κάταγμα δεξιάς επιγονατίδας με νάρθηκα φορητό για τρείς μήνες.

Νοσηλεύτηκε δε στο ανωτέρω Νοσοκομείο μέχρι 8-10-2009, όπου κατά την έξοδό του δόθηκαν σ' αυτόν οδηγίες για ακινητοποίηση του δεξιού κάτω άκρου για ένα μήνα, μερική φόρτιση με βακτηρίες, λήψη αναλγητικών και επανέλεγχο, ενώ κρίθηκε ότι χρήζει αναρρωτικής άδειας τριάντα (30) ημερών (βλ. τα ίδια ως άνω ιατρικά πιστοποιητικά).

Στις 9-11-2009 επισκέφθηκε για επανέλεγχο την ίδια ως άνω κλινική και του χορηγήθηκε νέα αναρρωτική άδεια δεκαπέντε (15) ημερών (βλ. την από 9-11-2019 ιατρική γνωμάτευση του ως άνω Νοσοκομείου). Ακολούθως στις 27-11-2009 επισκέφθηκε την ορθοπεδική κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Λευκάδας όπου σε ακτινολογικό έλεγχο που υποβλήθηκε διαπιστώθηκε πώρωση του κατάγματος της επιγονατίδας και του συστήθηκε αποχή από βαριά εργασία για ένα ακόμη μήνα (βλ.

την από 27-11-2009 ιατρική βεβαίωση του ως άνω Νοσοκομείου). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ίδιος ενάγων πριν το ατύχημα δεν είχε σταθερή εργασία και εργαζόταν περιστασιακά τρείς (3) ημέρες την εβδομάδα (πλην Σαββατοκύριακων), και όχι πέντε (5) ημέρες όπως αυτός αβάσιμα ισχυρίζεται, σε διάφορους εργοδότες που τον προσλάμβαναν αυθημερόν εκτελώντας διάφορες αγροτικές και οικοδομικές εργασίες αμειβόμενος με ημερομίσθιο 40 ευρώ.

Εξαιτίας του τραυματισμού του κατέστη ανίκανος για την εν λόγω εργασία για το χρονικό διάστημα από 3-10-2009 έως και 28-12-2009 ήτοι για 37 ημέρες (3 ημέρες την εβδομάδα Χ 12 εβδομάδες = 36 + 1 ημέρα από τις τελευταίες τρεις ημέρες = 37 ημέρες). Έτσι έχασε το ημερομίσθιο που θα εισέπραττε κατά την πιθανή και συνήθη πορεία των πραγμάτων κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα αν δεν τραυματιζόταν και συνέχιζε κανονικά την εργασία του και συγκεκριμένα έχασε για 37 ημέρες το ποσό των 1.480 (40 ευρώ το ημερομίσθιο Χ 37 ημέρες) ευρώ.

Για το ως άνω ποσό ο πρώτος ενάγων δεν έλαβε ούτε δικαιούται να λάβει κάποιο ποσό από τον ασφαλιστικό του φορέα τον ΟΓΑ, όπως προκύπτει από το με αρ. πρωτ. 44863/25-8-2014 έγγραφο του Κλάδου Υγείας της Γενικής Διεύθυνσης Ασφάλισης του ΟΓΑ. Περαιτέρω το αίτημα αυτό της αγωγής είναι ορισμένο, διότι για τη πληρότητα της αγωγής με την οποία επιδιώκεται επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους δεν είναι απαραίτητο να αναγράφεται σ' αυτή και ότι ο ενάγων δεν εξοικονόμησε δαπάνη ή να αφαιρείται η εξοικονομηθείσα (βλ.

ΟλΑΠ 22/1995, ΑΠ 143/2018, ΑΠ 536/2011, ΑΠ 1453/2009).

Συνεπώς η ένσταση αοριστίας που πρότεινε παραδεκτά το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρει στον παρόν Δικαστήριο με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης έφεσής του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με τις εκκαλούμενες αποφάσεις του έκρινε ορισμένο και εν μέρει ουσιαστικά βάσιμο το εν λόγω κονδύλιο και επιδίκασε το ποσό αυτό στον πρώτο ενάγοντα, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, οι δε σχετικοί λόγοι των κρινόμενων εφέσεων, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Ακόμη αποδείχθηκε ότι ο ίδιος ενάγων κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του στο ως άνω Νοσοκομείο από 3-10-2009 έως και 8-10-2009, δηλαδή για έξι (6) ημέρες λόγω του τραυματισμού του δεν μπορούσε να κινηθεί και να αυτοεξυπηρετηθεί και είχε ανάγκη αποκλειστικής νοσοκόμας. Για το λόγο αυτό αναγκάστηκε να δεχθεί, χωρίς αντάλλαγμα, τις υπηρεσίες κυρίως της συζύγου του και επιβοηθητικά των δυο τέκνων του, οι οποίοι με εντατικοποίηση των προσπαθειών τους και πέραν από το μέτρο του κοινωνικά και ηθικά ανεκτού προσέφεραν σ' αυτόν για όλο το 24ωρο τις σχετικές υπηρεσίες νοσοκόμου και περιποιητού, οι οποίες δεν μπορούσαν να καλυφθούν από το νοσηλευτικό προσωπικό.

Το γεγονός ότι τις πιο πάνω υπηρεσίες κάλυψαν η σύζυγος και τα τέκνα του πρώτου ενάγοντος δεν πρέπει να οδηγήσει σε ωφέλεια του υπόχρεου εναγομένου και τούτο διότι σε όλες αυτές τις περιπτώσεις το κίνητρο αυτών που προσέφεραν τις υπηρεσίες (συγγενών) ήταν η ανακούφιση του παθόντος και όχι η απαλλαγή εκείνου που προκάλεσε τη ζημιά (βλ.

ΑΠ. 833/2005 ΕλλΔνη 2006.1996, ΕφΑθ. 5965/1999 ΕπΣυγκΔ 2000.495, ΕφΘεσ. 215/2000 ΕπΣυγκΔ 2000.409, ΕφΑθ 1005/1994 ΕλλΔνη 1995.645, ΕφΑθ 1770/1994 ΕπΣυγκΔ 1995.20, Κρητικός Αποζημίωση, έκδ. 1992, αριθμ. 196 και 404-411). Σύμφωνα λοιπόν με τις σκέψεις αυτές καλώς ο παθών ενάγων χρησιμοποίησε τις υπηρεσίες των ως άνω συγγενικών του προσώπων και αν ακόμη δεν κατέβαλε σ' αυτούς αμοιβή για τις υπηρεσίες τους αυτές, του οφείλεται αποζημίωση, η οποία αποτιμάται με βάση την αμοιβή που θα καταβαλλόταν για τις αντίστοιχες υπηρεσίες κατά το ανωτέρω επίδικο χρονικό διάστημα των 6 ημερών σε 40 ευρώ για κάθε 8ωρο απασχόλησης και συνολικά σε 720 (6 ημέρες Χ 120 ευρώ το 24ωρο) ευρώ.

Πρέπει να σημειωθεί ότι για την ανάγκη πρόσληψης αποκλειστικής νοσοκόμου δεν είναι απαραίτητη η επίκληση ιατρικής βεβαίωσης (βλ. ΑΠ 1545/2009, ΑΠ 1276/2005, ΕφΠειρ 255/2016 Δημ. Νόμος), απορριπτόμενου του αντιθέτου ισχυρισμού του εναγομένου. Ακόμη αποδείχθηκε ότι και το χρονικό διάστημα από 9-10-2009 έως και 24-11-2009, δηλαδή για 47 ημέρες, που ο ίδιος ενάγων παρέμεινε νοσηλευόμενος στην οικία του εξαιτίας του τραυματισμού του δεν μπορούσε να κινηθεί και να αυτοεξυπηρετηθεί χωρίς τη βοήθεια τρίτου προσώπου και για το λόγο αυτό είχε ανάγκη από τις φροντίδες και περιποιήσεις ενός προσώπου για τις καθημερινές τους ανάγκες και τη φροντίδα του.

Έτσι αναγκάστηκε να δεχτεί, χωρίς αντάλλαγμα, τις υπηρεσίες κυρίως της ως άνω συζύγου και επιβοηθητικά των τέκνων του, οι οποίοι με εντατικοποίηση των προσπαθειών τους και πέραν από το μέτρο του κοινωνικά και ηθικά ανεκτού προσέφεραν σ' αυτόν για ένα οκτάωρο ημερησίως τις ως άνω σχετικές υπηρεσίες.

Συνεπώς αυτός δικαιούται αποζημίωσης η οποία αποτιμάται με βάση την αμοιβή που θα καταβαλλόταν για τις αντίστοιχες υπηρεσίες κατά το ανωτέρω επίδικο χρονικό διάστημα των 47 ημερών σε 30 ευρώ για ένα 8ωρο απασχόλησης και συνολικά σε 1.410 (47 ημέρες Χ 30 ευρώ) ευρώ. Το συνολικό ποσό της απαίτησης του πρώτου ενάγοντος από την παραπάνω αιτία ανέρχεται στο ποσό των 2.130 (720 + 1.410) ευρώ. Για το ως άνω ποσό ο πρώτος ενάγων δεν έλαβε ούτε δικαιούται πλέον να λάβει κάποιο ποσό από τον ασφαλιστικό του φορέα τον ΟΓΑ, όπως προκύπτει από τα με αρ. πρωτ. 44863/25-8-2014 και .../20-3-2014 έγγραφα του Κλάδου Υγείας της Γενικής Διεύθυνσης Ασφάλισης του ΟΓΑ. Το αίτημα αυτό της αγωγής είναι ορισμένο, αφού για την πληρότητα του δικογράφου της δεν απαιτείται η αναφορά της τυχόν υπάρχουσας σχέσης μεταξύ του ενάγοντος και του ασφαλιστικού του φορέα, καθώς πρόκειται για θέμα που ανάγεται στην ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής (βλ. Αθ. Κρητικό, αποζημίωση από αυτοκινητικά ατυχήματα, έκδ. 2008, σελ. 451, αρ. 48).

Συνεπώς η ένσταση αοριστίας που πρότεινε παραδεκτά το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρει στον παρόν Δικαστήριο με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης έφεσής του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με τις εκκαλούμενες αποφάσεις του έκρινε ορισμένο το ως άνω κονδύλιο ορθά εφάρμοσε το νόμο, ενώ κατά το μέρος που έκανε εν μέρει δεκτό αυτό και επιδίκασε το μικρότερο ποσό των 1.590 ευρώ για την ως άνω αιτία εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, γενομένου εν μέρει δεκτού, ως ουσιαστικά βάσιμου, του σχετικού λόγου της έφεσης των εναγόντων και απορριπτόμενου του σχετικού λόγου της έφεσης του εναγομένου ως αβάσιμου.

Περαιτέρω το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες, κάτω από τις οποίες συνέβη το ένδικο ατύχημα, την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, το είδος και τη σπουδαιότητα των σωματικών βλαβών του πρώτου ενάγοντος, το χρόνο της αποκατάστασής τους και της ανικανότητάς του για εργασία, το ψυχικό και σωματικό του άλγος και ταλαιπωρία από τη νοσηλεία, στην οποία υποβλήθηκε, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων κρίνει ότι πρέπει να επιδικαστεί στον παθόντα ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από το ένδικο ατύχημα, το ποσό των 9.000 ευρώ. ......

Ο δεύτερος ενάγων εξαιτίας του ατυχήματος τραυματίστηκε και μεταφέρθηκε αμέσως στην καρδιολογική κλινική του ίδιου ως άνω ΠΓΝ Ν Ιωαννίνων όπου διαγνώστηκε ότι υπέστη κάταγμα στέρνου και κάταγμα δεξιάς κλείδας, παρέμεινε δε νοσηλευόμενος στο νοσοκομείο αυτό μέχρι 9-10-2009. Κατά την έξοδό του από το ως άνω Νοσοκομείο του συστήθηκε αναρρωτική άδεια τριάντα (30) ημερών και επανέλεγχος (βλ.

την από 9-10-2009 ιατρική γνωμάτευση και τη χωρίς ημερομηνία ιατρική έκθεση του ως άνω Νοσοκομείου). Στις 9-11-2009 επισκέφθηκε για επανέλεγχο την ίδια ως άνω κλινική και του χορηγήθηκε νέα αναρρωτική άδεια τριάντα (30) ημερών (βλ. την από 9-11-2019 ιατρική γνωμάτευση του ως άνω Νοσοκομείου). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ίδιος ενάγων πριν το ατύχημα δεν είχε σταθερή εργασία και εργαζόταν περιστασιακά τρείς (3) ημέρες την εβδομάδα (πλην Σαββατοκύριακων), και όχι πέντε (5) ημέρες όπως αυτός αβάσιμα ισχυρίζεται, σε διάφορους εργοδότες που τον προσλάμβαναν αυθημερόν εκτελώντας διάφορες αγροτικές και οικοδομικές εργασίες αμειβόμενος με ημερομίσθιο 40 ευρώ.

Εξαιτίας του τραυματισμού του κατέστη ανίκανος για την εν λόγω εργασία για το χρονικό διάστημα από 3-10-2009 έως και 10-12-2009 ήτοι για 29 ημέρες (3 ημέρες την εβδομάδα Χ 9 εβδομάδες = 27+2 ημέρες από τις τελευταίες τέσσερις ημέρες = 29 ημέρες). Έτσι έχασε το ημερομίσθιο που θα εισέπραττε κατά την πιθανή και συνήθη πορεία των πραγμάτων κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα αν δεν τραυματιζόταν και συνέχιζε κανονικά την εργασία του και συγκεκριμένα έχασε για 29 ημέρες το ποσό των 1.160 (40 ευρώ το ημερομίσθιο Χ 29 ημέρες) ευρώ.

Για το ως άνω ποσό ο δεύτερος ενάγων δεν έλαβε ούτε δικαιούται να λάβει κάποιο ποσό από τον ασφαλιστικό του φορέα τον ΟΓΑ, όπως προκύπτει από το με αρ. πρωτ. .../20-3-2014 έγγραφο του Κλάδου Υγείας της Γενικής Διεύθυνσης Ασφάλισης του ΟΓΑ. Το ως άνω αίτημα της αγωγής για επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους είναι ορισμένο, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν αναφορικά με τον πρώτο ενάγοντα και για το ίδιο αίτημα.

Συνεπώς η ένσταση αοριστίας που πρότεινε παραδεκτά το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρει στον παρόν Δικαστήριο με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης έφεσής του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη ... Ακόμη αποδείχθηκε ότι ο ίδιος ενάγων κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του στο ως άνω Νοσοκομείο από 3-10-2009 έως 9-10-2009 και το χρονικό διάστημα από 9-10-2009 έως 9-11-2009 που παρέμεινε νοσηλευόμενος στην οικία του, δηλαδή για τριάντα επτά (37) ημερών εξαιτίας του τραυματισμού του δεν μπορούσε να κινηθεί και να αυτοεξυπηρετηθεί χωρίς τη βοήθεια τρίτου προσώπου και για το λόγο αυτό είχε ανάγκη από τις φροντίδες και περιποιήσεις ενός προσώπου για τις καθημερινές του ανάγκες και τη φροντίδα του. Έτσι αναγκάστηκε να δεχτεί, χωρίς αντάλλαγμα, τις υπηρεσίες του αδερφού του και της συζύγου του, οι οποίοι με εντατικοποίηση των προσπαθειών τους και πέραν από το μέτρο του κοινωνικά και ηθικά ανεκτού προσέφεραν σ' αυτόν για ένα οκτάωρο ημερησίως τις σχετικές υπηρεσίες νοσοκόμου και περιποιητού.

Συνεπώς αυτός δικαιούται αποζημίωσης η οποία αποτιμάται με βάση την αμοιβή που θα καταβαλλόταν για τις αντίστοιχες υπηρεσίες κατά το ανωτέρω επίδικο χρονικό διάστημα των 37 ημερών σε 30 ευρώ για ένα 8ωρο απασχόλησης και συνολικά σε 1.110 (37 ημέρες Χ 30 ευρώ) ευρώ. Για το χρονικό διάστημα από 9-11-2009 έως 10-12-2009 δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων ήταν ανίκανος να κινηθεί και να αυτοεξυπηρετηθεί για αυτό το σχετικό αίτημα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο.

Για το ως άνω ποσό ο δεύτερος ενάγων δεν έλαβε ούτε δικαιούται πλέον να λάβει κάποιο ποσό από τον ασφαλιστικό του φορέα τον ΟΓΑ, όπως προκύπτει από το με αρ. πρωτ. .../20-3-2014 έγγραφο του Κλάδου Υγείας της Γενικής Διεύθυνσης Ασφάλισης του ΟΓΑ. Το ως άνω αίτημα της αγωγής για επιδίκαση δαπάνης αποκλειστικής νοσοκόμου είναι ορισμένο, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν αναφορικά με τον πρώτο ενάγοντα και για το ίδιο αίτημα.

Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με τις εκκαλούμενες αποφάσεις του έκρινε ορισμένο το ως άνω κονδύλιο ορθά εφάρμοσε το νόμο, ενώ κατά το μέρος που έκανε εν μέρει δεκτό αυτό και επιδίκασε το μικρότερο ποσό των 420 ευρώ για την ως άνω αιτία εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, γενομένου εν μέρει δεκτού, ως ουσιαστικά βάσιμου, του σχετικού λόγου της έφεσης των εναγόντων και απορριπτόμενου του σχετικού λόγου της έφεσης του εναγομένου ως αβάσιμου.

Περαιτέρω το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες, κάτω από τις οποίες συνέβη τo ένδικο ατύχημα, την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, το είδος και τη σπουδαιότητα των σωματικών βλαβών του δεύτερου ενάγοντος, το χρόνο της αποκατάστασής τους και της ανικανότητάς του για εργασία, το ψυχικό και σωματικό του άλγος και ταλαιπωρία από τη νοσηλεία, στην οποία υποβλήθηκε, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων κρίνει ότι πρέπει να επιδικαστεί στον παθόντα ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από το ένδικο ατύχημα, το ποσό των 7.000 ευρώ. .....

Ακόμη αποδείχθηκε ότι ο τρίτος ενάγων εξαιτίας του ατυχήματος τραυματίστηκε σοβαρά και μεταφέρθηκε αμέσως στην ορθοπεδική κλινική του ίδιου ως άνω ΠΓΝ Ιωαννίνων, όπου διαγνώστηκε ότι υπέστη πρόσθιο εξάρθρημα αριστερού (ΑΡ) ισχίου με συνοδό κάταγμα πρόσθιας κολώνας αριστερής κοτύλης και κάταγμα αριστερού μείζονος τροχαντήρα.

Την ίδια ημέρα (3-10-2009) υποβλήθηκε υπό γενική αναισθησία σε κλειστή ανάταξη του πρόσθιου εξαρθρήματος ΑΡ ισχίου και τοποθέτηση σκελετικής έλξης από μηριαίους κονδύλους, ενώ το κάταγμα αριστερού μείζονος τροχαντήρα αντιμετωπίστηκε με εσωτερική οστεοσύνθεση με τρεις (3) βίδες. Το κάταγμα της πρόσθιας κολώνας αριστερής κοτύλης αντιμετωπίστηκε συντηρητική θεραπεία.

Στις 5-11-2009 υποβλήθηκε σε νέα επέμβαση και του έγινε αφαίρεση οστικών ελευθέρων τεμαχίων στην ΑΡ κατ' ισχίων άρθρωση. Παρέμεινε νοσηλευόμενος στο ως άνω Νοσοκομείο μέχρι 30-11-2009, όπου κατά την έξοδο του από αυτό του συνεστήθη βάδιση με βακτηρίες μασχάλης σε αποφόρτιση, παθητική κινητοποίηση, πρόγραμμα φυσιοθεραπείας, αποχή από την εργασία του για έξι (6) μήνες ενώ ο πιθανός χρόνος αποκατάστασης εκτιμήθηκε αρχικά σε τρεις (3) μήνες και στη συνέχεια σε έξι (6) μήνες (βλ.

τα τις υπ' αρ. πρωτ. .../22-6-2010, .../3-11-2010 ιατρικές βεβαιώσεις-γνωματεύσεις, το με αρ. πρωτ. .../22-12-2009 πιστοποιητικό νοσηλείας και την χωρίς ημερομηνία ιατρική έκθεση της ορθοπεδικής κλινικής του ως άνω Νοσοκομείου). Στις 2-3-2010 επισκέφθηκε και πάλι την ορθοπεδική κλινική του εν λόγου Νοσοκομείου όπου διαπιστώθηκε ότι παρουσιάζει πώρωση των καταγμάτων με καλή επικέντρωση του ισχίου, δυσκαμψία ΑΡ ισχίου, ενώ του συνεστήθη αποφυγή φόρτισης, φυσιοθεραπεία και επανέλεγχος σε τρεις (3) μήνες για τον αποκλεισμό διαταραχής αιμάτωσης της κεφαλής και του χορηγήθηκε νέα αναρρωτική άδεια τριών (3) μηνών (βλ.

το από 2-3-2010 πιστοποιητικό νοσηλείας του ανωτέρω Νοσοκομείου). Στις 8-7-2010 επισκέφθηκε τον ιδιώτη ορθοπεδικό χειρουργό Χ. Γ. ο οποίος από την κλινική του εξέταση διαπίστωσε ότι "χωλαίνει (κουτσαίνει) στη βάδιση λόγω δυσκαμψίας και πόνου στο ΑΡ ισχίο και παρουσιάζει ατροφία του αριστερού τετρακεφάλου μυός και μείωση της κάμψης και έκτασης ΑΡ ισχύου.

Η ορθοστάτηση στο αριστερό κάτω άκρο για 10 δευτερόλεπτα προκαλεί πόνο. Επίσης κατά τη βάδιση ο ασθενής αισθάνεται κριγμό στην άρθρωση του ισχίου". Ο ίδιος ιατρός εκτίμησε ότι η περίπτωσή του πιθανότητα θα έχει και περαιτέρω εξέλιξη είτε προς οστεοαρθρίτιδα του αριστερού ισχίου είτε προς άσηπτη νέκρωση της κεφαλής του μηριαίου οστού λόγω διακοπής της αγγείωσης αυτού, εκτίμησε δε το ποσοστό αναπηρίας αυτού (τρίτου ενάγοντος) σε 35%, ενώ έκρινε ότι είναι ανίκανος για χειρωνακτική εργασία λόγω πόνου και δυσκαμψίας του ισχίου μέχρι τέλους του 2010 (βλ.

την από 22-6-2012 ιατρική γνωμάτευση-βεβαίωση-πιστοποιητικό του ως άνω ιατρού). Ακολούθως ο ίδιος ενάγων εισήχθη εκ νέου στην ορθοπεδική κλινική του ως άνω Νοσοκομείου στις 29-11-2010, όπου στις 1-12-2010 και υπό γενική αναισθησία υποβλήθηκε σε νέα χειρουργική επέμβαση για άσηπτη νέκρωση μηριαίας κεφαλής με αγγειούμενη περόνη.

Στο ανωτέρω Νοσοκομείο νοσηλεύτηκε μέχρι 10-12-2010 οπότε εξήλθε με οδηγίες για κινητοποίηση, όπως είχε διδαχθεί, αποχή από εργασία για έξι (6) μήνες και ακολούθως επανεξέταση (βλ. τη με αρ. πρωτ. 33991/10-12-2010 ιατρική γνωμάτευση και τη χωρίς ημερομηνία ιατρική έκθεση της ορθοπεδικής κλινικής του ως άνω Νοσοκομείου).

Στις 5-7-2011 επισκέφθηκε και πάλι την ανωτέρω ορθοπεδική κλινική και του συνεστήθη βάδιση με βακτηρίες μασχάλης, έξι (6) μήνες αποχή από την εργασία και επανεξέταση (βλ. τη με αρ. πρωτ. .../5-7-201 1 ιατρική γνωμάτευση της ανωτέρω κλινικής). Στη συνέχεια επισκέφθηκε και πάλι την ανωτέρω κλινική στις 21-9-2011 όπου διαπιστώθηκε ότι παρακολουθείται για οστεονέκρωση μηριαίας κεφαλής μετά από εξέρθρημα ΑΡ ισχίου προ διετίας, ότι συνεχίζεται η αποφόρτιση και ότι η εξέλιξη του ΑΡ ισχίου δεν μπορεί να προβλεφθεί (βλ.

την από 21-9-2011 ιατρική γνωμάτευση της ίδιας κλινικής). Στις 21-8-2012 εξετάστηκε εκ νέου στην ίδια ορθοπεδική κλινική όπου διαπιστώθηκε ότι έχει αναπτύξει προοδευτικά οστεοαρθρίτιδα με επώδυνη δυσκαμψία του ισχίου και του συνεστήθη αποχή για εργασία για δύο (2) μήνες και επανεξέταση ενώ προγραμματίζεται για χειρουργική επέμβαση με ολική αρθροπλαστική, χωρίς να μπορεί να προβλεφθεί ο τελικός βαθμός αναπηρίας και αποκατάστασης (βλ.

τις με αρ. πρωτ. 27434/4-9-2012 και 28173/10-9-2012 ιατρικές βεβαιώσεις-γνωματεύσεις της ανωτέρω κλινικής). Στις 23- 0-2012 εισήλθε εκ νέου στην ορθοπεδική κλινική του ίδιου Νοσοκομείου όπου υποβλήθηκε στις 27-4-2012 και υπό γενική αναισθησία σε ολική αρθροπλαστική ΑΡ ισχίου και παρέμεινε νοσηλευόμενος μέχρι 1-11-2012 με οδηγίες εξόδου αντιπηκτική - αντιβιοτική αγωγή, κινητοποίηση όπως έχει διδαχθεί και αναρρωτική άδεια για δύο (2) μήνες (βλ.

τη χωρίς ημερομηνία ιατρική έκθεση και την από 1-11-2012 ιατρική βεβαίωση του Καθηγητή της ανωτέρω κλινικής Α. Μ.). Στις 6-12-2012 εξετάστηκε στην ορθοπαιδική κλινική του ίδιου Νοσοκομείου όπου συνεστήθη συνέχιση της αποφόρτισης και αποχή από εργασία για τρεις (3) μήνες (βλ. τη με αρ. πρωτ. 38232/7-12-2012 ιατρικής βεβαίωση - γνωμάτευση της ανωτέρω κλινικής).

Στις 15-3-2013 επισκέφθηκε εκ νέου την ανωτέρω κλινική όπου διαπιστώθηκε ότι παρουσιάζει άλγος στο ΑΡ ισχίο ιδιαίτερα κατά την έξω στροφή του και του συνεστήθη βάδιση με μία βακτηρία μασχάλης, ακτινολογικός έλεγχος και αποχή από την εργασία του για ένα (1) μήνα (βλ. τη με αρ. πρωτ. 7757/15-3-2013 ιατρικής βεβαίωση - γνωμάτευση της ανωτέρω κλινικής).

Στον επανέλεγχο που έγινε κατά την επίσκεψή του στην ως άνω κλινική στις 16-4-2013 βεβαιώθηκαν τα ανωτέρω, ενώ δεν του δόθηκαν νέες οδηγίες για την αποκατάσταση του τραύματός του (βλ. τη με αρ. πρωτ. 11006/17-4-2014 ιατρική βεβαίωση - γνωμάτευση της ίδιας κλινικής). Ακόμη αποδείχθηκε ότι ο τρίτος ενάγων σήμερα χωλαίνει στη βάδιση λόγω ήπιας δυσκαμψίας και μικρής έντασης πόνου στο αριστερό ισχίο και παρουσιάζει ήπια ατροφία του αριστερού τετρακεφάλου μυός και μείωση του εύρους κάμψης και έκτασης του αριστερού ισχίου (5-10) μοίρες, καθώς και μείωση της έσω και έξω στροφής κατά 5 και 10 μοίρες αντίστοιχα, το δε ποσοστό αναπηρίας του ανέρχεται σε 24%, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 6/12-7-2018 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του χειρουργού ορθοπαιδικού Β.

Σ., που διορίστηκε πραγματογνώμονας με την υπ' αριθμ. 244/2017 μη οριστική απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. .../24-5-2016 ιατρική βεβαίωση - γνωμάτευση της ορθοπεδικής κλινικής του ΠΓΝ Ιωαννίνων. Επίσης φέρει χρόνιες μετατραυματικές ουλές και ειδικότερα τρεις (3) ευμεγέθεις ουλές στην περιοχή του μηρού του και μια (1) ουλή στην αριστερή πλευρά της κνήμης του (βλ.

την ως άνω έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης). .... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ίδιος ενάγων κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του στο ως άνω Νοσοκομείο από 3-10-2009 έως 30-11-2009 (58 ημέρες) και από 29-11-2010 έως 10-12-2010 (11 ημέρες), δηλαδή συνολικά για 69 (58+11) ημέρες λόγω του τραυματισμού του δεν μπορούσε να κινηθεί και να αυτοεξυπηρετηθεί και είχε ανάγκη αποκλειστικής νοσοκόμας.

Για το λόγο αυτό αναγκάστηκε να δεχθεί, χωρίς αντάλλαγμα, τις υπηρεσίες των γονέων του, οι οποίοι με εντατικοποίηση των προσπαθειών τους και πέραν από το μέτρο του κοινωνικά και ηθικά ανεκτού προσέφεραν σ' αυτόν για όλο το 24ωρο τις σχετικές υπηρεσίες νοσοκόμου και περιποιητού, οι οποίες δεν μπορούσαν να καλυφθούν από το νοσηλευτικό προσωπικό.

Το γεγονός ότι τις πιο πάνω υπηρεσίες κάλυψαν οι γονείς του τρίτου ενάγοντος δεν πρέπει να οδηγήσει σε ωφέλεια του υπόχρεου εναγομένου και τούτο διότι σε όλες αυτές τις περιπτώσεις το κίνητρο αυτών που προσέφεραν τις υπηρεσίες (συγγενών) ήταν η ανακούφιση του παθόντος και όχι η απαλλαγή εκείνου που προκάλεσε τη ζημιά, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν.

Σύμφωνα λοιπόν με τις σκέψεις αυτές καλώς ο παθών ενάγων χρησιμοποίησε τις υπηρεσίες των ως άνω συγγενικών του προσώπων και αν ακόμη δεν κατέβαλε σ' αυτούς αμοιβή για τις υπηρεσίες τους αυτές, του οφείλεται αποζημίωση, η οποία αποτιμάται με βάση την αμοιβή που θα καταβαλλόταν για τις αντίστοιχες υπηρεσίες κατά το ανωτέρω επίδικο χρονικό διάστημα των 69 ημερών σε 40 ευρώ για κάθε 8ωρο απασχόλησης και συνολικά σε 8.280 (69 ημέρες Χ 120 ευρώ το 24ωρο) ευρώ.

Πρέπει να σημειωθεί ότι για την ανάγκη πρόσληψης αποκλειστικής νοσοκόμου δεν είναι απαραίτητη η επίκληση ιατρικής βεβαίωσης, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, απορριπτόμενου του περί αντιθέτου ισχυρισμού του εναγομένου. Ακόμη αποδείχθηκε ότι και το χρονικό διάστημα από 1-12-2009 έως 28-11-2010 (363 ημέρες) και από 11-12-2010 έως 5-7-2011 (206 ημέρες), δηλαδή συνολικά για 569 (363 + 206) ημέρες, που ο ίδιος ενάγων παρέμεινε νοσηλευόμενος στην οικία του εξαιτίας του τραυματισμού του δεν μπορούσε να κινηθεί και να αυτοεξυπηρετηθεί χωρίς τη βοήθεια τρίτου προσώπου και για το λόγο αυτό είχε ανάγκη από τις φροντίδες και περιποιήσεις ενός προσώπου για τις καθημερινές του ανάγκες και τη φροντίδα του.

Έτσι αναγκάστηκε να δεχτεί, χωρίς αντάλλαγμα, τις υπηρεσίες των γονέων του, οι οποίοι με εντατικοποίηση των προσπαθειών τους και πέραν από το μέτρο του κοινωνικά και ηθικά ανεκτού προσέφεραν σ' αυτόν για ένα οκτάωρο ημερησίως τις ως άνω σχετικές υπηρεσίες.

Συνεπώς αυτός δικαιούται αποζημίωσης η οποία αποτιμάται με βάση την αμοιβή που θα καταβαλλόταν για τις αντίστοιχες υπηρεσίες κατά το ανωτέρω επίδικο χρονικό διάστημα των 569 ημερών σε 30 ευρώ για ένα 8ωρο απασχόλησης και συνολικά σε 17.070 (569 ημέρες Χ 30 ευρώ) ευρώ. Το συνολικό ποσό της απαίτησης του πρώτου ενάγοντος από την παραπάνω αιτία ανέρχεται στο ποσό των 25.350 (8.280 + 17.070) ευρώ.

Για το χρονικό διάστημα από 6-7-2011 έως 5-1-2012 ο ίδιος ενάγων μπορούσε να κινηθεί χρησιμοποιώντας βακτηρίες μασχάλης και να αυτοεξυπηρετηθεί και συνεπώς δεν είχε την ανάγκη τη βοήθεια τρίτου προσώπου, απορριπτόμενου του σχετικού αιτήματος της αγωγής για το ανωτέρω χρονικό διάστημα ως ουσιαστικά αβάσιμου.

Για το ως άνω ποσό ο τρίτος ενάγων έμμεσα ασφαλισμένος στο 1ΚΑ δεν έλαβε κάποιο ποσό από τον εν λόγω ασφαλιστικό του φορέα όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. πρωτ. .../26-6-2014 και .../... αποφάσεις του Διοικητή του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ. Το ως άνω αίτημα είναι ορισμένο σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν. ...Ακόμη αποδείχτηκε ότι ο ίδιος ενάγων κατά το χρόνο του ατυχήματος φοιτούσε στη Β' τάξη του 1ου Γυμνασίου Λευκάδας από την οποία απορρίφθηκε στο τέλος της χρονιάς λόγω ανεπαρκούς φοίτησης εξαιτίας των ως άνω τραυμάτων του και της ανάγκης νοσηλείας του για την αποκατάστασή τους.

Περαιτέρω το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες, κάτω από τις οποίες συνέβη το ένδικο ατύχημα, την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, το είδος και τη σπουδαιότητα των σωματικών βλαβών του τρίτου ενάγοντος, οι οποίες δεν αποκαταστάθηκαν πλήρως μέχρι σήμερα, το χρόνο διάρκειας της ανικανότητάς του να αυτοεξυπηρετηθεί, το ψυχικό και σωματικό του άλγος και ταλαιπωρία από τη νοσηλεία, στην οποία υποβλήθηκε, την ηλικία του κατά το χρόνο του ατυχήματος (17 ετών), την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων κρίνει ότι πρέπει να επιδικαστεί στον παθόντα, ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από το ένδικο ατύχημα, το ποσό των 40.000 ευρώ....".

Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, όσον αφορά την ένσταση συνυπαιτιότητας του παθόντος, τρίτου ενάγοντος, ήδη τρίτου αναιρεσίβλητου στην έκταση της ζημιάς του, επειδή δεν έφερε ζώνη ασφαλείας, την οποία απέρριψε για τους παραπάνω λόγους, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθ' όσον διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες ως προς το ζήτημα, αυτό, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, της έλλειψης, δηλαδή, συντρέχοντος πταίσματος του τρίτου αναιρεσίβλητου στην έκταση της ζημιάς του, δεχόμενο ότι η παράλειψη χρήσης ζώνης ασφαλείας δεν συνδέεται στην προκειμένη περίπτωση αιτιωδώς προς το αποτέλεσμα, δηλαδή τον τραυματισμό που επήλθε σ' αυτόν.

Οι αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως, αφού αναπτύσσονται με πληρότητα οι συνθήκες, κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, οι σωματικές βλάβες που υπέστη ο τρίτος αναιρεσίβλητος, τις οποίες, ως εκ του είδους αυτών, η χρήση της ζώνης ασφαλείας κατά την στιγμή του ατυχήματος, δεν θα απέτρεπε, σε συνδυασμό και με τις ζημιές που προκλήθηκαν στο αυτοκίνητο εντός του οποίου βρισκόταν ο παθών και συνεπεία των οποίων αυτό καταστράφηκε.

Συνεπώς στην προσβαλλόμενη απόφαση αναλύονται όλα τα στοιχεία, από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στο συμπέρασμά του περί μη συντρέχουσας συνυπαιτιότητας του τρίτου αναιρεσίβλητου στην έκταση της ζημιάς του. Δεν συντρέχει, επομένως, η επικαλούμενη από το αναιρεσείον πλημμέλεια της ανεπάρκειας αιτιολογιών, όπως αυτό (αναιρεσείον) διατείνεται, με τις παραπάνω αιτιάσεις του. Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος του, με το οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ισχυριζόμενο, ότι το Εφετείο απέρριψε χωρίς σαφείς αιτιολογίες την προταθείσα από αυτό νομίμως ένσταση συνυπαιτιότητας του τρίτου αναιρεσίβλητου στην έκταση της ζημιάς του, πρέπει να απορριφθεί.

Περαιτέρω, οι λόγοι αναιρέσεως που είναι αντιφατικοί μεταξύ τους απορρίπτονται ως απαράδεκτοι. Τέτοια αντίφαση υπάρχει και όταν προβάλλεται αφενός, ότι το δικαστήριο απέρριψε με ανεπαρκή, άλλως αντιφατική αιτιολογία προταθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή προβάλλεται πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και αφετέρου, ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του τους ίδιους αυτοτελείς ισχυρισμούς (πράγματα) νομίμως προταθέντες, δηλαδή, προβάλλεται πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αφού δεν νοείται το Δικαστήριο να μην έλαβε υπόψιν αυτοτελείς ισχυρισμούς και παράλληλα να τους απέρριψε με ανεπαρκή άλλως αντιφατική αιτιολογία, πράγμα που προϋποθέτει ότι τους έλαβε υπόψη.

Συνεπώς ο ίδιος (πρώτος) λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται από το αναιρεσείον στην προσβαλλομένη απόφαση σωρευτικά, χωρίς διατύπωση επικουρικότητας, η πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενη, στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την παραπάνω προταθείσα ένστασή του περί συνυπαιτιότητας του τρίτου αναιρεσιβλήτου στην έκταση της ζημιάς του, διότι κατά τον χρόνο του ατυχήματος δεν έφερε ζώνη ασφαλείας, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με τα παραπάνω, ανεξαρτήτως του ότι τυγχάνει και αβάσιμος, αφού το δικαστήριο έλαβε υπόψη την ως άνω ένσταση, την οποία, όπως προαναφέρθηκε, απέρριψε.

Ακολούθως το Εφετείο, κρίνοντας, όπως παραπάνω, και καθορίζοντας τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης των αναιρεσιβλήτων στα ως άνω ποσά, ήτοι σε αυτά των 9.000 ευρώ, 7.000 ευρώ και 40.000 ευρώ, αντίστοιχα, δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Συγκεκριμένα δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και κατά συνέπεια δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερβαίνουν και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα. Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τις αιτιάσεις, ότι το δικαστήριο απέρριψε χωρίς επαρκή αιτιολογία τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, που αφορούν στο εύλογο της επιδικασθείσας λόγω ηθικής βλάβης χρηματικής ικανοποίησης σε σχέση με την ηλικία και το επάγγελμα των αναιρεσιβλήτων, την μορφωτική, οικονομική και επαγγελματική κατάσταση των δύο πρώτων από αυτούς, τη φύση των τραυμάτων, τη διάρκεια νοσηλείας και την αποκατάσταση της υγείας τους είναι απορριπτέος, καθόσον το Εφετείο στο πλαίσιο της ελεύθερης από μέρους του εκτίμησης όλων των στοιχείων που προσδιορίζουν το ύψος της οφειλόμενης χρηματικής ικανοποίησης, τα οποία και έλαβε υπόψη, δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικότερα την απόφασή του ως προς τα παραπάνω στοιχεία, σύμφωνα και με τα όσα έχουν εκτεθεί στην ανωτέρω νομική σκέψη.

Περαιτέρω, το δικαστήριο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε, αφού έλαβε υπόψη, τις νομίμως προταθείσες πρωτοδίκως και με λόγο έφεσης επαναφερθείσες παρακάτω ενστάσεις του αναιρεσείοντος και μάλιστα: α) την ένσταση αοριστίας της αγωγής, κατά το αίτημα των δύο πρώτων εναγόντων περί καταβολής αποζημίωσης, λόγω απώλειας διαφυγόντων κερδών, για τον λόγο ότι, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, στις αιτούμενες αποδοχές τους περιλαμβάνονται και οι εργατικές εισφορές τους, τις οποίες δεν προσδιορίζουν και δεν αφαιρούν από τα αιτούμενα ποσά, αν και απαλλάσσονται της καταβολής τους, λόγω του τραυματισμού τους και β) την ένσταση αοριστίας της αγωγής, κατά το αίτημα όλων των εναγόντων περί καταβολής αποζημίωσης, λόγω απασχόλησης αποκλειστικής νοσοκόμου, για τον λόγο ότι, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, δεν αναφέρουν στην αγωγή τους τον ασφαλιστικό τους φορέα, ώστε να διαπιστωθεί αν η αιτούμενη αξίωση έχει μεταβιβαστεί σε αυτόν ή όχι και κατ' επέκταση αν οι ενάγοντες νομιμοποιούνται ενεργητικά.

Επομένως, μετά την απόρριψη, όπως προαναφέρθηκε, των παραπάνω ενστάσεων, η αποδιδόμενη με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ για τον λόγο ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τους παραπάνω νομίμως προταθέντες με λόγο έφεσης ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος περί αοριστίας των συγκεκριμένων αιτημάτων της αγωγής πρέπει να απορριφθεί, αφού το δικαστήριο τους έλαβε υπόψη και τους απέρριψε.

Ο ίδιος λόγος, κατά τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. κατά τις λοιπές αιτιάσεις του και ειδικότερα, ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τους προταθέντες με λόγο έφεσης ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος ότι δεν αποδείχτηκε ότι: α) οι δύο πρώτοι ενάγοντες, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα εργάζονταν για όσο χρονικό διάστημα είχαν αναρρωτική άδεια ούτε τα πιθανά εισοδήματά τους από την εργασία αυτή και β) είχαν ανάγκη (όλοι οι ενάγοντες) παροχής υπηρεσιών αποκλειστικής νοσοκόμας καθ' όλο το εικοσιτετράωρο και ότι υπήρξε προσφορά υπηρεσιών εκ μέρους των οικείων τους τέτοια που να εγκατέλειψαν κάθε άλλη απασχόλησή τους, ούτε ότι το ύψος της δαπάνης ανερχόταν σε 30 ευρώ ημερησίως, ενώ κατά την διάρκεια της νοσηλείας τους στο νοσοκομείο δέχονταν τις σχετικές υπηρεσίες από το νοσηλευτικό προσωπικό, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού οι ως άνω ισχυρισμοί δεν συνιστούν πράγματα υπό την προεκτεθείσα έννοια, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, αλλά επιχειρήματα και συμπεράσματα, αντλούμενα από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Ο ίδιος (δεύτερος) λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση σωρευτικά, χωρίς διατύπωση επικουρικότητας, η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενη, στο ότι το Εφετείο απέρριψε με ανεπαρκή, άλλως με αντιφατική αιτιολογία τους ίδιους πιο πάνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος περί αοριστίας των προαναφερθέντων αιτημάτων της αγωγής και αβασίμου αυτών είναι απαράδεκτος ως αντιφατικός, σε σχέση με το σκέλος αυτό (πρώτο) του ίδιου λόγου αναίρεσης, αφού, σύμφωνα και με τα προαναφερθέντα, δε νοείται το Εφετείο να μην έλαβε υπόψη αυτοτελείς ισχυρισμούς και παράλληλα να τους απέρριψε με ανεπαρκή, άλλως αντιφατική αιτιολογία.

Και τούτο ανεξαρτήτως του ότι οι ως άνω επικαλούμενες από το αναιρεσείον ελλείψεις, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε της προβαλλομένης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα, και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.

Συνεπώς, ο δεύτερος κατά το δεύτερο μέρος του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης κατά το τρίτο μέρος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Ο λόγος αυτός, κατά το παραπάνω μέρος, είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού το αναιρεσείον δεν αναφέρει κατά τρόπο συγκεκριμένο τις νομικές πλημμέλειες της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή ποιο είναι το ειδικότερο νομικό σφάλμα στο οποίο, κατά την άποψή του, υπέπεσε η προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Τέλος, το αναιρεσείον που ηττήθηκε στη δίκη, πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 ΕισΝΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και αριθμ. 2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20-1-1993), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-12-2019 (με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 55/17-12-2019) αίτηση για αναίρεση των 244/2017 και 244/2019 αποφάσεων του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2022.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ