Supreme Court dismisses appeal against traffic accident verdict regarding child's injury and negligence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by an insurance company against a lower court verdict in a traffic accident case involving a child. The court found the lower court correctly established the driver's exclusive fault and the child's lack of liability, rejecting the appellant's claim regarding parental supervision. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the appellant was ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal is inadmissible if the lower court's findings of fact and application of law regarding negligence and liability are correct and supported by sufficient reasoning.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 550 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 550/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Μ. του Ι., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΔΥΝΑΜΙΣ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Κρίκο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι η από 8-3-2019 αίτηση αναίρεσης κατά της 56/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας δεν εισάγεται ως προς τον Ελευθέριο Μάνη (1ο αναιρεσείοντα).
Των αναιρεσιβλήτων: 1) T. S. του P. και 2) A. S. του P., συζ. T. S., κατοίκων ..., ως ασκούντων από κοινού τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου τους K. S., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Κούρτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-11-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 150/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 56/2019 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-3-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Ευστάθιο Νίκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της 2ης αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγεται παραδεκτά προς συζήτηση ως προς την δεύτερη αναιρεσείουσα και τους αναιρεσιβλήτους, κατόπιν της καταχωρηθείσας στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δήλωσης του πληρεξουσίου δικηγόρου της δεύτερης αναιρεσείουσας ότι η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης δεν εισάγεται ως προς τον πρώτο των αναιρεσειόντων Ε. Μ., η από 8-3-2019 και καταχωρηθείσα στο Εφετείο ΛΑΡΙΣΑΣ με αρ. έκθ. κατάθ. 19/10-4-2019 αίτηση αναιρέσεως (αρ. δικογρ. 929/27-6-2019) κατά της (εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 614 παρ. 6 ΚΠολΔ. Περιουσιακών Διαφορών, ζημιές από αυτοκίνητο) υπ' αρ. 56/2019 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, που έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ.). Πρέπει συνεπώς να ερευνηθεί προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 του ίδιου Κώδικα).
Αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, από την επιτρεπτή κατ` άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ. επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα εξής : οι ενάγοντες και τώρα αναιρεσίβλητοι 1) T. S. και 2) A. S. ,ως ασκούντες από κοινού την γονική μέριμνα της ανήλικης κόρης τους S. K. , άσκησαν κατά των τώρα αναιρεσειόντων α) του Ε.
Μ. του Ι. και β) της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία '' ΔΥΝΑΜΙΣ Α.Ε.Γ.Α. '' την από 22-11-2015 και με αρ. εκθ. κατάθ 929/2015 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία ζητούσαν, αφού μετέτρεψαν παραδεκτά σε αναγνωριστικό το καταψηφιστικό αίτημά της, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των ως άνω εναγομένων να καταβάλλουν εις ολόκληρον έκαστος στους ως άνω ενάγοντες για λογαριασμό της ανήλικης κόρης τους για τα αναλυτικά αναγραφόμενα στην αγωγή επί μέρους κονδύλια, το συνολικό ποσό των 58.912 ευρώ, νομιμοτόκως, για αποζημίωσή της και χρηματική της ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, συνεπεία τροχαίου ατυχήματος που από υπαιτιότητά του προκάλεσε με την περιγραφόμενη στην αγωγή αδικοπρακτική του συμπεριφορά του ο πρώτος εναγόμενος και οδηγός του αναφερόμενου στην αγωγή ζημιογόνου ΙΧΕ αυτοκινήτου που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην δεύτερη εναγομένη (τώρα αναιρεσείουσα) ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία, και το οποίο είχε ως συνέπεια τον τραυματισμό της ως άνω ανήλικης κατά τα στην αγωγή αναλυτικά εκτιθέμενα .
Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε κατ'αντιμωλία των διαδίκων η υπ` αριθμ.150/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία απορρίφθηκε η ως άνω αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της ανωτέρω υπ` αριθμ. 150/2017 οριστικής αποφάσεως του ως άνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου οι ενάγοντες της ως άνω αγωγής και ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν ως ασκούντες από κοινού την γονική μέριμνα της ανήλικης κόρης τους S. K., κατά των ως άνω εναγομένων- εφεσιβλήτων την από 17.04.2017 και με αρ.
κατάθ. 114/18.5.2017 έφεση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας .Επί της ως άνω εφέσεως εξεδόθη κατ' αντιμωλία των διαδίκων η προσβαλλόμενη υπ' αρ. 56/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας , που δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσίαν την ως άνω έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση, διακράτησε την υπόθεση, και στην συνέχεια, δικάζοντας επί των ως άνω αγωγής, δέχθηκε αυτήν εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη σύμφωνα με τα σε αυτήν οριζόμενα .
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 88/2019).
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη (ΑΠ 88/2019).
Αμέλεια, κατ` άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις .
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ,που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς, στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος στην πρόκληση ή στην επαύξηση της ζημίας του, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα [ΑΠ 12/2020, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 88/2019, ΑΠ 270/2018] Οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος [ΑΠ 270/2018].
Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς [ΑΠ 270/2018]. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 4 εδ. α` του Ν. ΓΠΝ/4-5-1911 "περί της εκ των αυτοκινήτων ποινικής και αστικής ευθύνης" για κάθε ζημία που προξενείτε από το αυτοκίνητο κατά τη λειτουργία του προς τρίτους ενέχεται σε αποζημίωση ο οδηγός και ο κατά το άρθρο του νόμου αυτού κάτοχος, ο δε ιδιοκτήτης, σε περίπτωση που είναι άλλος από τον κάτοχο, ενέχεται μόνο μέχρι της αξίας του αυτοκινήτου.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 5 εδ. α` του ίδιου νόμου, από την κατά το προηγούμενο άρθρο αποζημίωση κανείς δεν απαλλάσσεται από τους ενεχόμενους σ` αυτή από οποιονδήποτε λόγο, εκτός εάν αποδείξει ότι το ατύχημα προήλθε από ανώτερη βία ή από υπαιτιότητα του θύματος ή από πταίσμα τρίτου προσώπου μη ανήκοντος στην υπηρεσία του αυτοκινήτου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 9 του ιδίου νόμου "ο δικαστής, κατά την επιδίκασιν της αποζημιώσεως, οφείλει να λαμβάνει υπ` όψιν τας κατ` ιδίαν περιστάσεις, οίον την τυχόν ύπαρξιν ή μη πταίσματος, το μέγεθος αυτού, τον ποινικόν ή μη χαρακτήρα της πράξεως ή παραλείψεως, τας περιουσιακάς συνθήκας ζημιώσαντος και ζημιωθέντος, προς δε και καταθέσεις μαρτύρων παρόντων κατά το ατύχημα και υποκειμένων, κατά τας διατάξεις της Πολ.
Δικονομίας εις εξαίρεσιν, λόγω συγγενείας". Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι ο ως άνω νόμος καθιερώνει γνήσια αντικειμενική ευθύνη (ευθύνη από διακινδύνευση) σε βάρος των πιο πάνω προσώπων, που συνδέονται με το ζημιογόνο όχημα με κάποια από τις παραπάνω σχέσεις (ιδιοκτήτης, κάτοχος, οδηγός) (ΑΠ 132/2019, ΝΟΜΟΣ) .
Επομένως, για τη θεμελίωση αγωγής που έχει ως βάση το Ν. ΓΠΝ/1911, το θύμα (τρίτος) ζητώντας αποζημίωση με βάση τον εν λόγω Νόμο, έχει υποχρέωση να επικαλεστεί και να αποδείξει ζημία που προήλθε από το όχημα κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του και την ιδιότητα του εναγόμενου ως οδηγού, κατόχου ή ιδιοκτήτη του ζημιογόνου οχήματος κατά το χρόνο της προκλήσεως της ζημίας.
Στις προϋποθέσεις αυτές δεν περιλαμβάνεται ούτε η πράξη ούτε το παράνομο. Επίσης, από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις του Ν. ΓΠΝ/2011 προκύπτει ότι προβλέπεται απαλλαγή του ενεχόμενου προσώπου, πλην άλλων, και σε περίπτωση αποκλειστικής υπαιτιότητας του θύματος στη ζημία του, μη αρκούσης συντρέχουσας υπαιτιότητας του τελευταίου (ΑΚ 300)( ΑΠ 132/2019, ΝΟΜΟΣ) .
Η υπαιτιότητα προϋποθέτει ικανότητα προς καταλογισμό, την οποία κατά τη διάταξη του άρθρου 916 Α.Κ., δεν έχει ο ανήλικος που δεν συμπλήρωσε το δέκατο έτος της ηλικίας του. Στην περίπτωση αυτή, δεν υπάρχει λόγος απαλλαγής του εναγομένου από την υποχρέωσή του προς αποζημίωση του θύματος (ΑΠ 132/2019, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1743/2007), συντρέχει, όμως περίπτωση καθορισμού αποζημίωσης ενδεχομένως κατώτερης από την πράγματι προξενηθείσα, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 9 του ως άνω νόμου (ΑΠ 132/2019, ΝΟΜΟΣ) ΑΠ 204/2016, ΑΠ 1446/2009).
Εξάλλου από το άρθρο 19 Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα πεζών και οχημάτων. Ειδικότερα: α) κατά το άρθρο 19 παρ. 1, ο οδηγός οχήματος επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματος του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς, β) την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, ο οδηγός επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματος του και την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία μπορεί να είναι και κατώτερη της προβλεπομένης από το νόμο, κυρίως σε κατοικημένες περιοχές και έχει υποχρέωση να τη μειώνει μέχρι διακοπής της πορείας του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν, γ) ενώ ακόμη κατά την παρ.3 του ίδιου επίσης άρθρου ιδιαίτερα ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του σχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας ...
πλησίον των ισόπεδων οδικών κόμβων....ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας (Α.Π. 270/2018, Α.Π. 1048/2017, Α.Π. 53/2016, Α.Π. 1207/2004). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 Ν. 2696/1999 "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.
Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή, να επιδεικνύουν ιδιαίτερη προσοχή στα παιδιά, τα πρόσωπα που χρειάζονται βοήθεια, ως οι τυφλοί, που χρησιμοποιούν λευκή ράβδο και οι υπερήλικες και να μην προκαλούν γενικά με τη συμπεριφορά τους τρόμο ή ανησυχία στους λοιπούς χρήστες των οδών ή τους κατοικούντες πλησίον αυτών" (Α.Π. 717/2016, Α.Π. 53/2016).
Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 4 και 5 Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) όπως ισχύει, προκύπτει ότι στους κόμβους, που, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα αποτελούν: οι ισόπεδες συμβολές, διακλαδώσεις ή διασταυρώσεις οδών, περιλαμβανομένων και των ελεύθερων χώρων που σχηματίζονται από αυτές, όταν δεν υπάρχει σήμανση, η προτεραιότητα ανήκει σε εκείνον που έρχεται από δεξιά.
Εξαίρεση από αυτόν τον κανόνα αναγνωρίζεται μόνο στις περιοριστικώς αναφερόμενες στην εν λόγω διάταξη περιπτώσεις: α) όσων κινούνται σε αυτοκινητοδρόμους, εθνικές οδούς ή οδούς ταχείας κυκλοφορίας β) τα σιδηροδρομικά και τροχιοδρομικά οχήματα τα οποία έχουν σε κάθε περίπτωση προτεραιότητα γ) όσων εισέρχονται σε οδό από χωματόδρομο, μονοπάτια, παρόδια ιδιοκτησία, χώρους σταθμεύσεως και σταθμούς ανεφοδιασμού και δ) όσων εκκινούν ή κινούνται προς τα πίσω, όπου αυτό επιτρέπεται, οι οποίοι οφείλουν σε κάθε περίπτωση, να παραχωρούν προτεραιότητα στους εξ αριστερών κινούμενους οδηγούς.
Τέλος, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος [ΑΠ 12/2020, ΑΠ 270/2018].
Επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υποχρέου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ., για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος [ΑΠ 12/2020, ΑΠ 210/2013].
Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, δηλαδή για το ότι το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο [ΑΠ 548/2020, ΑΠ 403/2015, ΑΠ 1305/2014].
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 270/2018).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν [ΑΠ 367/2020 ,ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013].
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 367/2020).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 367/2020).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος., καθόσον Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε [.ΑΠ 367/2020, ΑΠ 548/2020]. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 367/2020) ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, (ΑΠ 367/2020 ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 548/2020, ΑΠ 367/2020).
Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Λάρισας, με την προσβαλλόμενη (εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο (άρθρ. 614 παρ. 6 ΚΠολΔ, όπως τρπ. και ισχύει) 56/2019 απόφασή του, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως αποδειχθέντα, αναφορικά με τα κρίσιμα και ουσιώδη για την ένδικη αίτηση αναίρεσης ζητήματα αφενός της υπαιτιότητας ή μη του εναγόμενου - εφεσιβλήτου οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκινήτου (που ήταν ασφαλισμένο στην εναγομένη - εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία), αφετέρου της υπαιτιότητας ή μη των ασκούντων την γονική μέριμνα της τραυματισθείσας κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα γονέων της οκτάχρονης (τότε) ανήλικης, τα εξής πραγματικά περιστατικά αυτολεξεί παρατιθέμενα: "Στις 02.05.2015 και περί ώρα 14.30' ο δεύτερος εφεσίβλητος - εναγόμενος , οδηγώντας το υπ' αριθμ.
κυκλ …. ΙΧΕ αυτοκίνητο, κυριότητάς του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη κατά την κυκλοφορία του στη δεύτερη εφεσίβλητη - εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, κινούνταν με κατεύθυνση προς νότον επί ανώνυμης οδού της ..., που είναι διπλής κατεύθυνσης με πλάτος οδοστρώματος αρχικά 12,60 μ.
που περιορίζεται στη συνέχεια, μετ' αφαίρεση και του πλάτους του πεζοδρομίου, σε 6,40 μ. Η ως άνω ανώνυμη οδός των 6,40 μ. και από τα αριστερά σε σχέση με την κίνηση του ΙΧΕ αυτοκινήτου τέμνεται σε σχήμα Τ από άλλη ελαφρώς κατωφερική αδιέξοδη ανώνυμη οδό, πλάτους οδοστρώματος 3,70 μ. ομοίως διπλής κατεύθυνσης, επί της οποίας κινούνταν η 8χρονη κατά τον ως άνω χρόνο ανήλικη θυγατέρα των εκκαλούντων - εναγόντων (γεννήθηκε στις 24.03.2007), επιβαίνουσα του παιδικού ποδηλάτου της, ακολουθούμενη από τη μητέρα της.
Στο μέσον περίπου του ως άνω χωρίς σήμανση οδικού κόμβου έλαβε χώρα τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα, καθώς η ανήλικη με το ποδήλατό της, ενόψει και της κατωφέρειας της οδού επί της οποίας κινούνταν, επέπεσε στο εμπρόσθιο αριστερό φτερό του κινούμενου περί το μέσον της τεμνόμενης οδού και όχι στο άκρο δεξιό αυτής ΙΧΕ αυτοκινήτου.
Από τη σφοδρότητα της πρόσκρουσης η ανήλικη εκτινάχθηκε στο καπό του αυτοκινήτου θραύοντας τον ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου στο κάτω δεξιό τμήμα του, έμπροσθεν της θέσης του συνοδηγού και στη συνέχεια κατέπεσε στο οδόστρωμα από τα δεξιά του αυτοκινήτου. Η ανήλικη τραυματίσθηκε, όπως κατωτέρω θα εκτεθεί, μεταφερθείσα από τη μητέρα της αρχικά στο Κ, Υ Ελασσόνας και εκείθεν στο Γενικό Νοσοκομείο της Λάρισας.
Βεβαίως, στον ως άνω ισόπεδο σε σχήμα Τ οδικό κόμβο, επί του οποίου δεν υφίσταται σήμανση, κατ' άρθρο 26 παρ. 5 του Κ.Ο.Κ, προτεραιότητα κίνησης είχε το ΙΧΕ αυτοκίνητο, που κινούνταν εκ δεξιών του ποδηλάτου, ενώ σε ανάλογο σε σχήμα Τ κόμβου η προτεραιότητα ανήκει στον κινούμενο επί της τέμνουσας οδού μόνον έναντι των εξ αριστερών του κινούμενων έστω και σε κύρια οδό οχημάτων, περίπτωση, όμως, που δεν συντρέχει εν προκειμένω.
Ο οδηγός του Ι.Χ.Ε οχήματος, όμως, ήταν υποχρεωμένος, στο πλαίσιο των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2 και 3 του Κ.Ο.Κ, να οδηγεί με σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και επιδεικνύοντας ιδιαίτερη προσοχή στα παιδιά, να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του και να μειώσει την ταχύτητα του οχήματος του ενόψει του ότι πλησίαζε στον ως άνω ισόπεδο κόμβο.
Ο ίδιος ήταν κάτοικος ..., συχνά διερχόταν από το συγκεκριμένο σημείο, γνωρίζοντας το εξ αριστερών κατά την κίνησή του κατωφερές δρομάκι, που έτεμνε κάθετα την ανώνυμη οδό, στην οποία κινούνταν και ότι κατά το πλείστον τα παιδιά του χωριού παίζουν στους δρόμους, που δεν εμφανίζουν σημαντική κίνηση, επιβαίνοντα και στα ποδήλατα τους.
Αν οδηγούσε το όχημά του στο άκρο δεξιό της οδού με σύνεση και έχοντας τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και ιδία, ενόψει του ότι πλησίαζε σε ισόπεδο κόμβο χωρίς σήμανση, αν μείωνε έτι περαιτέρω την ταχύτητά του, ως είχε υποχρέωση, έγκαιρα θα είχε αντιληφθεί την κίνηση του ποδηλάτου, στο οποίο επέβαινε η ανήλικη, που κινούνταν στο κέντρο περίπου της κατωφερικής οδού και άμεσα ενεργώντας επί του συστήματος πέδησης το ατύχημα θα είχε αποφευχθεί.
Με βάση τα ανωτέρω αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά και, λαμβάνοντας υπόψη ότι, συνεπεία του ότι η ανήλικη κόρη των εκκαλούντων δεν είχε συμπληρώσει το 10° έτος της ηλικίας της, δεν μπορεί να καταλογισθεί σ' αυτή συνυπαιτιότητα στην πρόκληση του ατυχήματος, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, θα πρέπει ο εναγόμενος οδηγός να θεωρηθεί αποκλειστικός υπαίτιος του ατυχήματος και του εντεύθεν τραυματισμού της ανήλικης, υποχρεούμενος σε αποζημίωση αυτής.
Σημειωτέον ότι η προβληθείσα από τους εναγόμενους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ένσταση συνυπαιτιότητας της εποπτεύουσας την ανήλικη κατά το χρόνο του ατυχήματος μητέρας αυτής, την οποία οι εφεσίβλητοι επαναφέρουν με τις προτάσεις τους ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, είναι μη νόμιμη, κατά την προεκτεθείσα νομική σκέψη αφενός μεν, διότι ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου και η εποπτεύουσα την ανήλικη ευθύνονται εις ολόκληρον έναντι αυτής για τη ζημία που υπέστη λόγω του τραυματισμού της, αφετέρου δε, διότι η παθούσα ανήλικη ήταν μικρότερη των δέκα (10) ετών και συνεπώς ακαταλόγιστη και με την αγωγή ασκούνται αξιώσεις αυτής της ίδιας (ανήλικης) και όχι των ασκούντων τη γονική μέριμνα γονέων αυτής, οπότε και δεν μπορεί να αντιταχθεί κατ' αυτής το πταίσμα των ασκούντων την εποπτεία της προσώπων.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο άλλως έκρινε, ότι δηλαδή ουδεμία ευθύνη φέρει ο εναγόμενος οδηγός στην πρόκληση του ατυχήματος και απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν τη σε βάρος αυτού και της ασφαλίζουσας το ζημιογόνο όχημα ασφαλιστικής εταιρείας αγωγή, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, δεκτού γενομένου ως βάσιμου κατ' ουσίαν του σχετικού λόγου της έφεσης.
Θα πρέπει, ως εκ τούτου, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και, αφού διακρατηθεί η υπόθεση και ερευνηθεί από το δικαστήριο αυτό η αγωγή, η οποία είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 914, 929, 932, 297, 298, 299, 1510, 345, 481 επ. ΑΚ, 2, 4, 9, 10 ΓΠΝ/1910, 1, 2, 6, 10 παρ. 1 ν. 489/1976, κρινομένου του πρώτου εναγόμενου οδηγού υπαιτίου στην πρόκληση του ατυχήματος και του εντεύθεν τραυματισμού της ανήλικης, να ερευνηθούν περαιτέρω οι ασκούμενες με αυτή αξιώσεις." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος για το ένδικο τροχαίο ατύχημα είναι ο εναγόµενος οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκινήτου, που ήταν ασφαλισμένο στην εναγομένη - εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία, ότι δεν μπορεί να καταλογισθεί υπαιτιότητα στην τραυματισθείσα κατά το ένδικο ατύχημα ανήλικη που δεν είχε συμπληρώσει το 10ο έτος της ηλικίας της, καθώς και ότι η υποβληθείσα πρωτοδίκως από τους εναγομένους ένσταση υπαιτιότητας για το ένδικο τροχαίο ατύχημα της εποπτεύουσας κατά τον χρόνο του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος την ανήλικη παθούσα μητέρας της, τη οποία ένσταση επανέφεραν με τις προτάσεις τους στο ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, κατά τα στην ως άνω απόφαση και ανωτέρω αυτολεξεί παρατεθέντα εκτιθέμενα.
Ακολούθως με τις προαναφερθείσες και αυτολεξεί παρατεθείσες σκέψεις του, Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ως κατ'ουσίαν βάσιμη την έφεση των εναγόντων (τώρα αναιρεσιβλήτων), εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, διακράτησε και δίκασε την ως άνω αγωγή, και στη συνέχεια, αφού ερεύνησε κατ'ουσίαν τις ασκούμενες με αυτήν αξιώσεις, δέχθηκε αυτήν εν μέρει ως κατ'ουσίαν βάσιμη και αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλλουν στους ενάγοντες, εις ολόκληρον έκαστος, για λογαριασμό της παθούσας ανήλικης κόρης τους, της οποίας από κοινού ασκούν την γονική μέριμνα, το συνολικό ποσό των 8.600 ευρώ νομιμοτόκως, εκ των οποίων ποσό 3.600 ευρώ για αποζημίωσή της και ποσό 5.000 ευρώ για χρηματική της ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης .
Ήδη με τον (επιγραφόμενο πρώτο) μοναδικό λόγο της αναίρεσης , οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις με βάση τον αριθμό 1 και τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., που συνίστανται στο ότι το Εφετείο με τις ως άνω παραδοχές του στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον από τις παραδοχές του δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που ήσαν αναγκαία στην συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφήρμοσε (άρθρ. 5 παρ. 1 περ.
γ και 10 του Ν.ΓΠΝ/1911, 297, 298, 300, 330, 914, 923 Α.Κ. και 12 παρ. 1, 19 παρ. 1 και 2 και 26 παρ. 5 του Κ.Ο.Κ.) και ειδικότερα αφενός δεν περιέλαβε στην απόφασή του καθόλου αιτιολογίες αφετέρου διέλαβε ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες αναφορικά με τα κρίσιμα ζητήματα της υπαιτιότητας του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου (πρώτου εναγομένου πρώτου αναιρεσείοντος) και της ανυπαρξίας ασκήσεως της προσήκουσας εποπτείας της μητρός της ανηλίκου παθούσας και της αιτιώδους συναφείας μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς καθενός από αυτούς και του επελθόντος αποτελέσματος κατά τα αναλυτικά στην αίτησή τους εκτιθέμενα.
Με βάση ωστόσο τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, και ιδίως ότι ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου δεν οδηγούσε με σύνεση έχοντας τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και ότι δεν μείωσε την ταχύτητα του οχήματος του όπως είχε υποχρέωση ενόψει του ότι πλησίαζε σε ισόπεδο οδικό κόμβο χωρίς σήμανση την οποία αν μείωνε έτι περαιτέρω θα είχε αντιληφθεί την κίνηση του ποδηλάτου στο οποίο επέβαινε η ανήλικη και άμεσα ενεργώντας τροχοπέδησης το ατύχημα θα είχε αποφευχθεί, δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις εν λόγω διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 περ.
γ και 10 του Ν.ΓΠΝ/1911, 297, 298, 300, 330, 914, 923 Α.Κ. και 12 παρ.1, 19 παρ. 1 και 2 και 3 και 26 παρ. 5 του Κ.Ο.Κ,. Ειδικότερα, τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούσαν αντικειμενικά την έννοια της υπαιτιότητας του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου (πρώτου εναγομένου πρώτου αναιρεσείοντος) ως προς το κρινόμενο τροχαίο ατύχημα και επέτρεπαν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ότι υπήρχε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου και του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, αφού, με βάση τα γενόμενα ανελέγκτως δεκτά με την προσβαλλομένη απόφαση, η οδική συμπεριφορά του οδηγού του εν λόγω με αριθμ.
κυκλοφ. … ΙΧΕ αυτοκινήτου, συνιστούσε παραβίαση υποχρεώσεων και κανόνων στους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος προς αποφυγή αυτοκινήτου ατυχήματος και ειδικότερα παραβίαση: α) της παρ. 1 του άρθρου 19 Κ.Ο.Κ (Ν. 2696/1999), (κατά την οποία ο οδηγός οχήματος επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματος του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς), β) των παρ. 2 και 3 του άρθρου 19 Κ.Ο.Κ (Ν. 2696/1999, (κατά τις οποίες ο οδηγός οχήματος επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματος του και την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία μπορεί να είναι και κατώτερη της προβλεπομένης από το νόμο, κυρίως σε κατοικημένες περιοχές, επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του πλησίον των ισόπεδων οδικών κόμβων, όπως επίσης έχει υποχρέωση να μειώνει την ταχύτητα αυτού μέχρι διακοπής της πορείας του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν και σε κάθε ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας) και γ) της παρ. 1 του άρθρου 12 Κ.Ο.Κ (Ν. 2696/1999) (κατά την οποία ως οδηγός υποχρεούται να οδηγεί με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή, να επιδεικνύει δε ιδιαίτερη προσοχή στα παιδιά) ήταν πρόσφορη αιτία του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος, ήτοι του ενδίκου ατυχήματος.
Το γεγονός εξάλλου ότι η πληττόμενη δέχθηκε πως σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ. 4 και 5 του άρθρου 26 Κ.Ο.Κ (Ν. 2696/1999) ο εναγόμενος οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου στον επίδικο οδικό κόμβο είχε προτεραιότητα έναντι της τραυματισθείσας στο ένδικο τροχαίο ατύχημα και επιβαίνουσας στο παιδικό ποδήλατό της 8 χρονης ανηλίκου δεν καθιστά αντιφατικές τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης, λαμβανομένου υπόψη ότι η ως άνω προτεραιότητα του, δεν αναιρεί την υποχρέωση του, για μείωση της ταχύτητας του οχήματος του πλησίον του παραπάνω ισόπεδου οδικού κόμβου και οδήγησης του οχήματος του με σύνεση και τεταμένη προσοχή σύμφωνα και με τα ανωτέρω, στην μείζονα σκέψη της παρούσας εκτεθέντα.
Επίσης, λαμβανομένου υπόψη ότι η προσβαλλομένη απόφαση (κατά το αναλυτικά ανωτέρω αυτολεξεί παρατεθέν σκεπτικό της) απέρριψε ως μη νόμιμο τον υπό των εναγομένων παραδεκτά προταθέντα ισχυρισμό περί υπαιτιότητας για το ένδικο τροχαίο ατύχημα της εποπτεύουσας κατά τον χρόνο του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος την ανήλικη παθούσα μητέρας της και συνακόλουθα (μετά την απόρριψη ως μη νόμιμου του εν λόγω ισχυρισμού) το Εφετείο δεν τον εξέτασε ως προς την ουσιαστική βασιμότητά του, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων με τις οποίες πλήττεται η προσβαλλόμενη για ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς την φερόμενη υπαιτιότητα της μητέρας της ανήλικης για το ένδικο τροχαίο ατύχημα και την έλλειψη προσήκουσας εποπτείας αυτής, εφόσον ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προϋποθέτει κατ'ουσίαν έρευνα του σχετικού ισχυρισμού.
Επομένως με βάση τα (ανωτέρω αυτολεξεί παρατεθέντα) πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα με την προσβαλλόμενη απόφασή του Εφετείο δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 περ. γ και 10 του Ν.ΓΠΝ/1911, 297, 298, 300, 330, 914, 923 Α.Κ.
και 12παρ. 1, 19 παρ. 1 και 2 και 26 παρ. 5 του Κ.Ο.Κ, διατάξεις, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς, διέλαβε δε επαρκείς, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες τόσο α) ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα για το ένδικο ατύχημα του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου (πρώτου εναγομένου πρώτου αναιρεσείοντος) και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου (πρώτου εναγομένου πρώτου αναιρεσείοντος) και του επελθόντος αποτελέσματος (ενδίκου τροχαίου ατυχήματος), αναλύοντας με σαφήνεια και πληρότητα τα περιστατικά που συγκροτούσαν την έννοια της αμελείας, που επέδειξε ο εμπλεκόμενος στην πρόκληση του εν λόγω τροχαίου ατυχήματος οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου, σε συνδυασμό με τις υπ'αυτού παραβάσεις διατάξεων του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονταν σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, όσο και β) ως προς την έλλειψη υπαιτιότητας της τραυματισθείσας στο ένδικο τροχαίο ατύχημα και επιβαίνουσας στο παιδικό ποδήλατό της 8 χρονης ανηλίκου παθούσας, ελλείψει ικανότητάς της προς καταλογισμό (άρθρο 916 Α.Κ.), ενώ η εξέταση, ως προς την ουσιαστική βασιμότητά του, του ισχυρισμού των εναγομένων, περί της ανυπαρξίας ασκήσεως της προσήκουσας εποπτείας της ανηλίκου υπό της μητρός της και περί υπαιτιότητας της μητέρας της ανήλικης για το ένδικο ατύχημα, παρείλκε, καθόσον ο ισχυρισμός αυτός είχε απορριφθεί ως μη νόμιμος.
Συνακόλουθα, αφού κατά τα προεκτεθέντα, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ. προβλεπόμενες πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τον προαναφερθέντα μοναδικό λόγο αναίρεσης, πρέπει ο λόγος αυτός να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει).
Τέλος, η αναιρεσείουσα που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παριστάμενων αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8 Μαρτίου 2019 και με αύξοντα (ειδικό) αριθμό κατάθεσης 19/10-4-2019 αίτηση για αναίρεση της 56/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας ως προς την αναιρεσείουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία ''ΔΥΝΑΜΙΣ ΑΕΓΑ''
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο.
Και
Καταδικάζει την ως άνω αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700) ευρώ .
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ