Legislator Case Law & Legislation
550/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible for attacking unreviewable fact-finding on debt collection.

Case Number 550/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against a first-instance judgment regarding debt collection. The appellant argued that the lower court erred in assessing the debtor's financial capacity and alleged fraudulent concealment of assets. The court rejected these claims as inadmissible because they challenged the unreviewable factual findings and evidentiary evaluation of the lower court.

Legislator headnote

AI generated

Art. 560(6) K.Pol.Dik.; Art. 561(1) K.Pol.Dik.: Appeals challenging the factual assessment, evidence analysis, and reasoning of a lower court regarding the debtor's financial situation are inadmissible as they attack unreviewable judgments.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal unreviewable judgment factual assessment debt collection financial capacity

Cited Legislation

AI generated
Art. 560(6) K.Pol.Dik.
Art. 561(1) K.Pol.Dik.
Art. 495(3)(e) K.Pol.Dik.
Art. 746 K.Pol.Dik.
Art. 3(b) Law 3869/2010
Art. 8(6)(b) Law 3869/2010
Art. 1(9)(2) Law 4335/2015

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 550 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 550/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "EUROBANK ERGASIAS", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου των περιουσιακών στοιχείων του υπό εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" και ως διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "GENIKI BANK" κατόπιν συγχωνεύσεως, εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Στεργίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ η 2η δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-2012 αίτηση του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σπάρτης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 74/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-6-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και ο 1ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την υπ' αριθμ. 5.753Ε'/25.4.2017 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Π. Ρ., που προσκομίζει η αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει την συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 9-6-2016 και με αύξοντα αριθμό καταθέσεως 3/10.6.2016 αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (26-1-2018), επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα στην δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία, με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε.", ως ειδική διάδοχο των περιουσιακών στοιχείων του υπό εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος, με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και ως διάδοχο της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "GENIKH BANK", κατόπιν συγχωνεύσεως. Κατά συνέπειαν, αφού η αναιρεσίβλητη αυτή δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το σχετικό πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., που εφαρμόζεται, κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στην διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.).

Κατά την διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, φυσικά πρόσωπα, που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή τους.

Την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. Κατά την διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του εν λόγω νόμου, αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές... το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητουμένων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για την ρύθμιση των οφειλών και την απαλλαγή του οφειλέτη.

Επίσης, κατά την διάταξη της παρ. 2 του άρθρου αυτού, αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, ιδίως εκείνα από την προσωπική του εργασία, την δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου και σταθμίζοντας αυτά με τις βιοτικές ανάγκες του ιδίου και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, τον υποχρεώνει να καταβάλλει μηνιαίως και για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών ορισμένο ποσό για ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του, συμμέτρως διανεμόμενο.

Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, οι οποίες θεσμοθετούν την δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και την στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη και μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία πάντως δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή (ΑΠ 65/2017, ΑΠ 1299/ 2015, ΑΠ 1226/2014).

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας ελλείψεως ρευστότητας, δηλαδή ελλείψεως όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται από το ένα μέρος τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και ιδίως από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) έγγαμης συμβιώσεως και από το άλλο μέρος οι βιοτικές ανάγκες (όχι απλώς οι στοιχειώδεις) του οφειλέτη και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβιώσεως αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών.

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για τον προσδιορισμό δε της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές.

Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας. Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και την συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή συντάξεως, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ.

Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από την συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από την συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 951/2015). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρ. 560 αριθμ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δικ., κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 757/2015, ΑΠ 7/2006, ΑΠ 4/2005).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. (ΑΠ 849/2007). Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δικ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ των άλλων, και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια του λόγου αυτού αναιρέσεως, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο πιο πάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το ν. 4335/2015, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Δεν υπάρχει, επομένως, ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της αποφάσεως, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1361/2013, 1266/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλομένη 74/2016 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β' του ν. 3869/2010, 739 επ. του Κ.Πολ.Δικ.), δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο αιτών και ήδη εκκαλών, είναι 54 ετών, έγγαμος, πατέρας δύο ενηλίκων τέκνων, φοιτητριών.

Δεν έχει εμπορική ιδιότητα, είναι καθηγητής φυσικής αγωγής και οι μηνιαίες του αποδοχές ανέρχονται στο ποσό των 1.440,77 ευρώ μηνιαίως, ενώ η σύζυγός του είναι επίσης καθηγήτρια φυσικής αγωγής και λαμβάνει μηνιαίες αποδοχές, που ανέρχονται στο ποσό των 1.210,12 ευρώ.

Συνεπώς, οι συνολικές μηνιαίες αποδοχές τους ανέρχονται σήμερα στο ποσό των 2.650,89 ευρώ, ενώ οι μηνιαίες βιοτικές τους ανάγκες αγγίζουν τα 1.800 ευρώ. Ο αιτών και ήδη εκκαλών, καθώς και η σύζυγός του, λόγω της οικονομικής κρίσης και των περικοπών των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων από το 2010 και εντεύθεν, έχουν υποστεί σημαντική μείωση των εισοδημάτων τους, αφού το έτος 2010 λάμβαναν συνολικά 4.367 ευρώ μηνιαίως και το 2011 3.518 ευρώ μηνιαίως.

Εν όψει αυτής της μείωσης και του ύψους των βιοτικών τους αναγκών, αλλά και του γεγονότος ότι τα τέκνα τους είναι φοιτήτριες με αυξημένα έξοδα, ο αιτών και ήδη εκκαλών περιήλθε σε γενική και μόνιμη αδυναμία εξυπηρέτησης των χρεών του, άνευ δόλου, καθώς μέχρι το 2012 κατόρθωνε να ανταποκρίνεται τόσο ο ίδιος, όσο και η σύζυγός του στην εξυπηρέτηση των δανείων (για κάποια εκ των οποίων είναι και συνοφειλέτες), με καταβολή περίπου 1.600 ευρώ μηνιαίως σε τοκοχρεωλυτικές δόσεις.

Οι οφειλές του προς τις καθ' ων και ήδη εφεσίβλητες, ανέρχονται, σύμφωνα με τις σχετικές βεβαιώσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων (έτους 2012) στο συνολικό ποσό των 439.712,65 ευρώ και ειδικότερα: α) οφειλή 362.177,26 ευρώ προς την Eurobank από την υπ' αριθ. 65000025... σύμβαση στεγαστικού δανείου, β) οφειλή 58.796,12 ευρώ προς την Eurobank από την υπ' αριθμ. 650000259895 σύμβαση στεγαστικού δανείου, γ) οφειλή ύψους 5.400,40 ευρώ προς την Eurobank από την χρήση της υπ' αριθ. 479273029259...

πιστωτικής κάρτας, δ) οφειλή ύψους 7.188,92 ευρώ προς την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος από την χρήση της υπ' αριθ. 92/2011 πιστωτικής κάρτας (ρύθμιση κάρτας) και ε) οφειλή ύψους 6.149,95 ευρώ προς την Γενική Τράπεζα της Ελλάδος από την χρήση της υπ' αριθ. 499954300657... πιστωτικής κάρτας. Εν όψει του τωρινού μηνιαίου εισοδήματος του αιτούντος και ήδη εκκαλούντος σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η σύζυγός του Ε.

Δ. είναι συνοφειλέτρια των (εξασφαλισμένων με προσημείωση υποθήκης) δανείων, υπό στοιχεία α' και β', προς την Eurobank και τις βιοτικές ανάγκες αυτού και της οικογενείας του, προκύπτει ότι ο ίδιος έχει τη δυνατότητα να καταβάλει προς εξυπηρέτηση των ως άνω δανείων το ποσό των 400 ευρώ συνολικά σε μηνιαία βάση για 48 μήνες.

Από τις καταβολές αυτές, θα προκύψει συνολική πληρωμή 19.200 ευρώ και απομένει υπόλοιπο 420.512,65 ευρώ. Η κύρια κατοικία του αιτούντος και ήδη εκκαλούντος, είναι μια μονοκατοικία, επιφανείας 201,62 τ.μ. μετά υπογείου, επιφανείας 156,74 τ.μ., στον συνοικισμό "...", της οποίας ο αιτών και ήδη εκκαλών είναι συγκύριος κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, του λοιπού ποσοστού ανήκοντος στη σύζυγό του Ε., επ' αυτής δε της οικίας έχουν εγγραφεί προσημειώσεις υποθήκης για τη λήψη των στεγαστικών δανείων υπό στοιχεία α' και β', με τα οποία και αγοράστηκε το ακίνητο.

Η αντικειμενική αξία του ακινήτου ανέρχεται στο ποσό των 170.000 ευρώ σήμερα και η αξία του ποσοστού του αιτούντος και ήδη εκκαλούντος σε 85.000 ευρώ. Για την διάσωσή της πρέπει να καταβληθεί το 70% (βλ. άρθρο 17 παρ. 1 του Ν. 4161/2013, που τροποποίησε το άρθρο 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, όπως ίσχυε κατά την ημέρα συζήτησης της αίτησης σε πρώτο βαθμό) της αξίας, ήτοι 59.500 ευρώ, εκ των οποίων θα απομένουν 41.118,25 ευρώ μετά την καταβολή της τετραετίας, συνολικού ύψους (382,95 χ 48 =) 18.381,75 ευρώ.

Το ποσό αυτό θα καταβληθεί σε 240 μηνιαίες δόσεις των 171,32 ευρώ, μετά το πέρας της τετραετίας καταβολής των 400 ευρώ μηνιαίως. Η εξυπηρέτηση της οφειλής θα γίνεται με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο που ίσχυε σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος κατά τον τελευταίο μήνα για τον οποίο υφίσταται μέτρηση, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και χωρίς ανατοκισμό.

Όσον αφορά τα Ι.Χ.Ε. του αιτούντος και ήδη εκκαλούντος, ήτοι το 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός ... του 2003, 1.400 κ.εκ. και ένα ... του 1995, λόγω της παλαιότητάς τους δεν κρίνονται πρόσφορα για εκποίηση, αφού είναι μικρής αξίας, λαμβανομένων υπ' όψη και των εξόδων εκποιήσεως και δεν πρόκειται να προκαλέσουν αγοραστικό ενδιαφέρον.

Η απαλλαγή του αιτούντος και ήδη εκκαλούντος από κάθε υφιστάμενο υπόλοιπο χρεών έναντι των καθ' ων και ήδη εφεσιβλήτων θα επέλθει κατά νόμο μετά την εκτέλεση των υποχρεώσεων που του επιβάλλονται και με την επιφύλαξη τυχόν τροποποίησης της ρύθμισης. Αντίθετα και, συνεπώς, εσφαλμένα, έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, απορρίπτοντας την αίτηση στο σύνολό της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, επειδή δεν συνέτρεχε στο πρόσωπο του αιτούντος και ήδη εκκαλούντος το στοιχείο της γενικότητας της παύσης πληρωμών και της μονιμότητας της αδυναμίας πληρωμής, ενώ εάν έκρινε ορθά και εκτιμούσε σωστά τις αποδείξεις, θα έπρεπε να κάνει δεκτή την αίτηση κατά τα ανωτέρω και να ορίσει μηνιαίες δόσεις προς εξυπηρέτηση των δανείων και απαλλαγή του από τα υπόλοιπα ποσά".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το παραπάνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την από 29.10.2014 έφεση του πρώτου αναιρεσιβλήτου κατά της πρωτόδικης 7/2014 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Σπάρτης, με την οποία είχε απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η ένδικη από 10.12.2012 αίτησή του και μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, την διακράτηση της υποθέσεως και την εκδίκαση αυτής κατ' ουσίαν, δέχθηκε την αίτηση ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, ρύθμισε τα χρέη του πρώτου αναιρεσιβλήτου και εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία του.

Από τις προεκτεθείσες παραδοχές προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, μεταξύ άλλων, και τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Ότι τόσον ο πρώτος αναιρεσίβλητος, όσο και η σύζυγός του είναι καθηγητές φυσικής αγωγής και οι συνολικές μηνιαίες αποδοχές τους ανέρχονται στο ποσό των 2.650,89 ευρώ.

Ότι οι μηνιαίες βιοτικές ανάγκες αυτών και των δύο ενηλίκων τέκνων τους (φοιτητριών) ανέρχονται στο ποσό των 1.800 ευρώ. Ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος και η σύζυγός του, λόγω της οικονομικής κρίσεως και των, συνεπεία αυτής, περικοπών των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων από το έτος 2010 και εντεύθεν, έχουν υποστεί σημαντική μείωση των εισοδημάτων τους, αφού οι συνολικές μηνιαίες αποδοχές τους ανήρχοντο το μεν έτος 2010 στο ποσό των 4.367 ευρώ, το δε έτος 2011 στο ποσό των 3.518 ευρώ.

Ότι μέχρι το 2012 τόσον ο πρώτος αναιρεσίβλητος, όσο και η σύζυγός του κατόρθωναν να ανταποκρίνονται στην εξυπηρέτηση των ληξιπροθέσμων χρεών τους, με καταβολή περίπου 1.600 ευρώ μηνιαίως σε τοκοχρεωλυτικές δόσεις και ότι εξ αιτίας, αφ' ενός μεν της μειώσεως των μισθών τους, αφ' ετέρου δε του ύψους των βιοτικών αναγκών τους, αλλά και του γεγονότος ότι τα τέκνα τους είναι φοιτήτριες με αυξημένα έξοδα, ο πρώτος αναιρεσίβλητος περιήλθε, άνευ δόλου, σε μόνιμη και γενική αδυναμία εξυπηρετήσεως των ληξιπροθέσμων χρεών του, ανερχομένων στο συνολικό ποσό των 439.712,65 ευρώ.

Υπό τις ως άνω παραδοχές συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των προαναφερομένων ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 και 8 παρ. 2 του ν. 3869/2010 και το δικαστήριο της ουσίας, δεχόμενο ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους και προχωρώντας στην ρύθμιση των χρεών του πρώτου αναιρεσιβλήτου, δεν παραβίασε τις εν λόγω διατάξεις, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς.

Εξ άλλου, το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθ' όσον διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η συνδρομή της γενικής και μόνιμης αδυναμίας πληρωμής εκ μέρους του πρώτου αναιρεσιβλήτου των χρηματικών του οφειλών, αλλά και η ανυπαρξία του δόλου του.

Επομένως, το Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης, που δίκασε ως Εφετείο, δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 560 αριθμ. 1 και 6 του Κ.Πολ.Δικ. προβλεπόμενες πλημμέλειες, οι οποίες, κατ' εκτίμηση, αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση με τον μοναδικό λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, ο οποίος, συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Οι επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα αιτιάσεις ότι δεν εκτίθενται στην προσβαλλομένη απόφαση: α) ο χρόνος που καταρτίστηκαν τα δάνεια και ανελήφθησαν οι υποχρεώσεις από τις πιστωτικές κάρτες και τα καταναλωτικά δάνεια, β) το ύψος καθενός από τα δάνεια και το ύψος καθεμιάς δόσεως που είχε συμφωνηθεί για την αποπληρωμή τους, γ) η κίνηση καθεμιάς πιστωτικής κάρτας από τότε που συνήφθησαν οι σχετικές συμβάσεις και το ποσό που ήταν υποχρεωμένος ο πρώτος αναιρεσίβλητος να καταβάλει κατά μέσο όρο κάθε μήνα, ενόψει των δαπανών που πραγματοποιούσε με την χρήση των πιστωτικών καρτών, δ) τα εισοδήματα του πρώτου αναιρεσιβλήτου σε όλη την περίοδο από τότε που καταρτίστηκε η πρώτη από τις επίμαχες συμβάσεις και μέχρις ότου συνήφθη και η τελευταία και αν αυτός ήταν σε θέση να καλύπτει κάθε μήνα τις οφειλές του, εξοφλώντας εμπρόθεσμα και προσηκόντως τις μηνιαίες υποχρεώσεις του προς τις τράπεζες μέχρι τότε που έλαβε χώρα η μείωση των εισοδημάτων αυτού και της συζύγου του, ε) το ύψος της δαπάνης που ήταν αναγκαία για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του πρώτου αναιρεσιβλήτου από τότε που καθεμία σύμβαση καταρτίστηκε και μέχρι την άσκηση της αιτήσεως και ποιες οι επί μέρους δαπάνες διαβιώσεως του πρώτου αναιρεσιβλήτου και της οικογένειάς του και στ) το ύψος της δαπάνης που ήταν αναγκαία για την εν γένει διατροφή των δύο θυγατέρων του, η ηλικία των θυγατέρων του, ο τόπος και η διάρκεια των σπουδών τους, ανάγονται σε επιχειρήματα αυτής (αναιρεσείουσας) προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτήν εκδοχής περί της δόλιας περιελεύσεως του πρώτου αναιρεσιβλήτου σε αδυναμία πληρωμής των χρηματικών οφειλών του, η οποία δεν έγινε δεκτή από το Δικαστήριο της ουσίας, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό.

Σε κάθε περίπτωση, οι παραπάνω αναφερόμενες αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δικ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1.1.2016), χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δικ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδάφ.

β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 951/2015).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9.6.2016 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 3/2016 αίτηση για αναίρεση της 74/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης. Και Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Μαρτίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ