Legislator Case Law & Legislation
550/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on appealable review of evidence assessment and property status findings.

Case Number 550/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding property ownership and the time of establishment of the defendants. The court found no ambiguity in the lower court's evaluation of evidence concerning the property status and the specific issue of the defendants' residence time. Consequently, the court ruled that the lower court's assessment of evidence was non-reviewable under the Civil Procedure Code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 561(1) and 559 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court cannot review the appellate court's assessment of evidence or its findings on property status and residence time, as these constitute non-reviewable factual evaluations.

Keywords

AI generated
appealable review assessment of evidence property status residence time non-reviewable findings Civil Procedure Code factual evaluation

Cited Legislation

AI generated
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 180(1) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 550 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 550/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Ι. Δ. Γ., κατοίκου ..., 2)Μ. συζ. Γ. Δ., το γένος Κ. Χ., κατοίκου ..., 3)Μ. Κ. Χ., κατοίκου ..., 4α)Γ. Κ. Κ., κατοίκου ..., β) Δ. Κ. Κ., κατοίκου ..., 5α) Δ. Ε. Κ., κατοίκου ..., β)Γ. συζ. Γ. Γ., το γένος Ε. Κ., κατοίκου ..., γ) Α. συζ. Ι. Π., το γένος Ε. Κ., κατοίκου ..., δ) Ν. Ε. Κ., κατοίκου ..., ε) Κ. χας Ε. Κ., το γένος Ν. Γ., κατοίκου ..., 6α) Δ. Π. Κ., κατοίκου ..., β) Π. συζ. Γ. Γ., το γένος Π. Κ., κατοίκου ..., 7.α)Α. συζ. Ε. Μ., το γένος Ε. Κ., κατοίκου ..., και β)Γ. Κ. του Ε.., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Θεοδωρόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ε. συζ. Φ. Χ., το γένος Η. Κ., κατοίκου ..., 2) Κ. Χ. του Φ., κατοίκου ..., 3) Ζ. - Ι. Χ. του Φ., κατοίκου ..., 4)Η. Χ. του Φ., κατοίκου ..., 5)Ι. Χ. του Φ., κατοίκου ..., 6)Η. Χ. του Φ., κατοίκου ..., και 7)Ι. Κ. του Η.. Οι 1η, 2η, 3η, 4η, 5ος και 6ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Παραμυθιώτη και ο 7ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Πετρόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-1997 αγωγή των ήδη 1ου, 2ης, 3ου, 4α και 4β των αναιρεσειόντων και λοιπών αρχικών διαδίκων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8206/2008 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών λόγω αρμοδιότητας, 4993/2000 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 8738/2001 του Εφετείου Αθηνών.

Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκαν δύο αιτήσεις αναιρέσεως και εκδόθηκαν η 167/2003 και 251/2003 αποφάσεις του Αρείου Πάγου οι οποίες την αναίρεσαν και παρέπεμψαν την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 1234/2004 απόφαση. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκαν δύο αιτήσεις αναιρέσεως και εκδόθηκαν η 1740/2005 και 1741/2005 αποφάσεις του Αρείου Πάγου οι οποίες την αναίρεσαν και παρέπεμψαν την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών.

Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 7500/2006 απόφαση. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκαν δύο αιτήσεις αναιρέσεως και εκδόθηκαν η 1888/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 5590/2013 απόφαση. Την αναίρεση της οποίας ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 20-6-2014 αίτησή τους και τους από 10-12-2014 πρόσθετους λόγους.

Η υπόθεση συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 6ης Μαϊου 2015 με αριθμό πινακίου 17. Διαπιστωθείσης, λόγω της παραίτησης από την υπηρεσία του προεδρεύοντος Αρεοπαγίτη Νικολάου Μπιχάκη, αδυναμίας έκδοσης απόφασης επί της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως, μετά τη συζήτηση αυτής, ορίστηκε με την υπ’ αριθμόν 258/2015 πράξη του Προέδρου του Γ’ Πολιτικού Τμήματος, ως νέα δικάσιμος η σημερινή για την επανασυζήτηση της υπόθεσης..

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε τις από 30/12/2014 και από 12/1/2015 εκθέσεις της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος, Αρεοπαγίτου Μαρίας Βαρελά, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αναίρεσης, αντίστοιχα.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 307 ΚΠολΔικ νόμιμα επαναλαμβάνεται η συζήτηση της κρινόμενης αναίρεσης και των παραδεκτά ασκηθέντων προσθέτων λόγων αυτής, καθόσον μετά τη συζήτηση αυτών στις 6.5.2015, λόγω παραιτήσεως του Προεδρεύοντος Αρεοπαγίτη Νικολάου Μπιχάκη κατέστη αδύνατη η έκδοση αποφάσεως. Επειδή στην προκειμένη περίπτωση η δικαστική διαδρομή της υποθέσεως έχει ως ακολούθως:

Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, μετά τις εν τω μεταξύ και μέχρι σήμερα επισυμβάσεις κληρονομικές διαδοχές όσων εναγόντων απεβίωσαν, κληρονομηθέντων από τους αποδεχθέντες την κληρονομία τους κληρονόμους (αναφέρονται στο τρίτο φύλλο της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης), άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου την από 22.12.1997 (αριθμ.

πραξ. καταθ. 11965/22.12.1997) αγωγή τους, η οποία παραπέμφθηκε λόγω καθ’ ύλην αρμοδιότητας στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 4993/2000 οριστική απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη και αναγνωρίσθηκαν οι ενάγοντες συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου, ήτοι ενός τμήματος κληροτεμαχίου, εκτάσεως 2121,77 τετρ.

μέτρων, που βρίσκεται στο Δήμο Πεύκης Αττικής, για το οποίο εκδόθηκε το υπ’ αριθμ. .../1952 παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας, μεταγραφέν νόμιμα στο όνομα των πέντε κληρονόμων του αρχικού κληρούχου Ι. Γ. και το οποίο οι ενάγοντες απέκτησαν κατά παράγωγο τρόπο, από κληρονομική διαδοχή. Κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης, οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν οι έξι πρώτοι την από 20.12.2000 και ο έβδομος την από 15.11.2000 εφέσεις τους, οι οποίες συζητήθηκαν στο Εφετείο Αθηνών και απορρίφθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμες.

Κατά της άνω απόφασης οι εναγόμενοι άσκησαν δύο αναιρέσεις, επί των οποίων εκδόθηκαν οι υπ’ αριθμ. 167/2003 και 251/2003 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, με τις οποίες αναιρέθηκε η παραπάνω εφετειακή απόφαση. Στη συνέχεια συζητήθηκαν για δεύτερη φορά οι ως άνω εφέσεις στο Εφετείο Αθηνών των αναιρεσιβλήτων και επ’ αυτών εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 1234/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκαν και πάλι οι ως άνω εφέσεις ως ουσιαστικά αβάσιμες.

Κατά της ως άνω, υπ’ αριθμ. 1234/2004, αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών ασκήθηκαν από τους αναιρεσιβλήτους δύο αναιρέσεις, επί των οποίων εκδόθηκαν οι υπ’ αριθμ. 1740/2005 και 1741/2005 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, με τις οποίες αναιρέθηκε η ως άνω εφετειακή απόφαση. Στη συνέχεια συζητήθηκαν για τρίτη φορά ενώπιον του Εφετείου Αθηνών οι ως άνω δύο εφέσεις και επ’ αυτών εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 7500/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, έγιναν δεκτές οι ως άνω εφέσεις και οι πρόσθετοι λόγοι τους και αφού εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 4993/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάστηκε εκ νέου η αγωγή και απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Κατά της ως άνω απόφασης του Εφετείου Αθηνών ασκήθηκαν από τους ενάγοντες-αναιρεσείοντες δύο αιτήσεις αναίρεσης και εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 1888/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω υπ’ αριθμ. 7500/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Στη συνέχεια συζητήθηκαν και πάλι στο Εφετείο Αθηνών οι ως άνω δύο εφέσεις των αναιρεσιβλήτων και επ’ αυτών εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 5590/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η από το άρθρο 281 ΑΚ προβληθείσα από αυτούς ένσταση και απορρίφθηκε για το λόγο αυτό η ένδικη αγωγή.

Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης, ασκήθηκε η ένδικη από 20.6.2014 αίτηση αναιρέσεως και οι από 10.12.2014 πρόσθετοι επ’ αυτής λόγοι αναιρέσεως, που διώκουν την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως και την εν συνεχεία απόρριψη των δύο εφέσεων των αναιρεσιβλήτων.

Επειδή κατά τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διάταξης και όχι ουσιαστικού δικαίου διάταξης.

Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 237 παρ. 1-4 και 239 ΚΠολΔικ, όπως αυτές ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους με τα άρθρα 7 παρ.1 του Ν.3042/2002 και 7 παρ. 2 Ν.2915/2001, προκύπτει ότι οι διάδικοι, ενώπιον του Μονομελούς και του Πολυμελούς Πρωτοδικείου έπρεπε να καταθέσουν τις προτάσεις τους το αργότερο έως την έναρξη της συζητήσεως της υπόθεσης στο ακροατήριο, ώστε οι ισχυρισμοί που περιέχονταν σ’ αυτές, γνωστοποιούμενοι στον αντίδικο και το δικαστήριο, να αντιμετωπισθούν από τον πρώτο και να αποτελέσουν αντικείμενο έρευνας από το δεύτερο.

Η κατάθεση των προτάσεων γινόταν στον αρμόδιο υπάλληλο της γραμματείας, που βεβαίωνε με επισημείωση τη χρονολογία κατάθεσης των προτάσεών του. Ο διάδικος που δεν κατέθεσε καθόλου προτάσεις ή τις κατέθεσε εκπρόθεσμα δικαζόταν ερήμην. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως και κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν κήρυξε απαράδεκτη την προταθείσα από τους εκκαλούντες-αναιρεσιβλήτους πρωτοδίκως, με τις έγγραφες προτάσεις τους, οι οποίες κατατέθηκαν εκπρόθεσμα, μετά την έναρξη της συζήτησης της υπόθεσης, ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ και την οποία επανέφεραν με λόγους των ασκηθεισών κατά της πρωτόδικης αποφάσεως εφέσεών τους.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς από τον ‘ Αρειο Πάγο επισκοπούμενα από 22.2.2000 και 15.2.2000 δικόγραφα των προτάσεων των εναγομένων αναιρεσιβλήτων, που υποβλήθηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αυτά (δικόγραφα προτάσεων) κατατέθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όπως άλλωστε και το δικόγραφο των από 21.2.2000 προτάσεων των εναγόντων-αναιρεσειόντων, όπως τούτο επιβεβαιώνεται με την επ’ αυτών μονογραφή του γραμματέα της έδρας στο τέλος των προτάσεων αυτών, την ημεροχρονολογία της συζητήσεως της αγωγής των αναιρεσειόντων ενώπιον του παραπάνω δικαστηρίου, ενώ από την επισκόπηση των ομοιάριθμων με την πρωτόδικη απόφαση πρακτικών (4993/22.2.2000) προκύπτει ότι γίνεται επιγραμματική παραπομπή στις περιεχόμενες στις προτάσεις των εναγομένων ενστάσεις και στις περιεχόμενες στις προτάσεις των εναγόντων αντενστάσεις.

Κατά την δικαστηριακή πρακτική η βεβαίωση αυτή της γραμματέως είχε την έννοια της καταθέσεως των προτάσεων όπως όριζαν οι τότε ισχύουσες δικονομικές διατάξεις, ήτοι εμπροθέσμως πριν από την έναρξη της συζητήσεως, που γινόταν με την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων. Αν γινόταν δεκτή η αντίθετη και υποστηριζόμενη από τους αναιρεσείοντες εκδοχή, τότε θα έπρεπε και αυτοί, που κατέθεσαν ομοίως τις προτάσεις τους να δικαζόντουσαν ερήμην και να ματαιωνόταν η συζήτηση, καθόσον τούτο θα επέβαλε η επικαλούμενη από αυτούς διαδικαστική ισότητα των διαδίκων, που προβλέπεται από το άρθρο 110 παρ. 1 ΚΠολΔικ, καθώς και τις υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ περί δίκαιης δίκης.

Ενόψει τούτων η προσβαλλομένη απόφαση που δέχθηκε (φύλλο 14β) ότι οι εναγόμενοι την εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση "προέβαλαν πρωτοδίκως με τις έγγραφες προτάσεις τους, αλλά και προφορικά με την καταχώρησή της στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, πριν από την έναρξη συζητήσεως της υποθέσεως και παραδεκτά επαναφέρουν με σχετικούς λόγους εφέσεως" δεν υπέπεσε στην επικαλουμένη αναιρετική πλημμέλεια του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ και γιαυτό ο ερευνώμενος λόγος (πρώτος-δεύτερο σκέλος) πρέπει να απορριφθεί.

Εξάλλου, η αποδιδόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση με το πρώτο σκέλος του ίδιου πρώτου λόγου αιτίαση, από τον αριθμό 8 εδ. α του ίδιου άρθρου, κατά την οποία το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη την παραπάνω από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση, η οποία, εφόσον δεν υπεβλήθη παραδεκτά στον πρώτο βαθμό, θεωρείται ότι υποβλήθηκε το πρώτον στο Εφετείο και συνακόλουθα για να ληφθεί υπόψη θα έπρεπε να διερευνηθεί και να διαπιστωθεί η συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 527 και 269 ΚΠολΔικ, είναι απαράδεκτη γιατί τελεί υπό την εσφαλμένη προϋπόθεση ότι έγινε δεκτό ότι η επίμαχη ένσταση δεν υποβλήθηκε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, πράγμα το οποίο είναι αβάσιμο, όπως εκτίθεται στην παραπάνω ερευνηθείσα αιτίαση του δευτέρου σκέλους του ίδιου πρώτου λόγου.

Ενόψει τούτων ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως και κατά τα δύο σκέλη του πρέπει να απορριφθεί. Επειδή κατά την αληθή έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται δηλαδή για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση με εκείνη του υποχρέου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, δεν συγχωρείται να γίνει προς απόκρουση του δικαιώματος, επίκληση πράξεων άσχετων με τη συμπεριφορά αυτή.

Για την εφαρμογή της διατάξεως δεν αρκεί μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υποχρέου ότι δεν υπάρχει δικαίωμα κατ’ αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί, ούτε κατ’ ανάγκην από την άσκησή του να δημιουργούνται απλώς δυσμενείς ή και αφόρητες επιπτώσεις για τον υπόχρεο αλλά απαιτείται, κατά περίπτωση, συνδυασμός των ανωτέρω (Ολ.

ΑΠ 5/2011). Σε κάθε περίπτωση τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου αν συνιστούν ή όχι κατάχρηση δικαιώματος με την προαναφερθείσα έννοια. Εξάλλου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 ΚΠολΔικ (ως είχε προ του ν.2915/2001) η ένσταση (ή αντένσταση) ως αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός, πρέπει να περιλαμβάνει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, διαφορετικά είναι αόριστη και η αοριστία της αυτή, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης.

Η έλλειψη αυτή που συνιστά ποιοτική ή ποσοτική αοριστία της ενστάσεως, ελέγχεται αναιρετικά ως παράβαση από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ. Για το ορισμένο της ενστάσεως του 281 ΑΚ πρέπει ο εναγόμενος να επικαλείται τα πραγματικά γεγονότα που εξειδικεύουν την επικαλούμενη καταχρηστική συμπεριφορά και επιπρόσθετα να γίνεται επίκληση της κατάχρησης που προκύπτει από τα εν λόγω περιστατικά τα δε περιστατικά πρέπει να αφορούν τόσο στην προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ενάγοντος και του υποχρέου εναγομένου, όσο και στις ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, εξαιτίας των οποίων θα επέλθουν εις βάρος του εναγομένου δυσμενείς συνέπειες, ενόψει της ήδη διαμορφωθείσας κατάστασης.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο του προσθέτου δικογράφου της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, κατά την οποία το Εφετείο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω ποσοτικής αοριστίας την εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων, την οποία αυτοί προέβαλαν με τις κατατεθείσες ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις τους και επανέφεραν στο Εφετείο με λόγους των ασκηθεισών εφέσεών τους κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης που είχε κάνει δεκτή την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και είχε απορρίψει την από το άρθρο 281 ΑΚ ένστασή τους.

‘ Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των από 15.2.2000 προτάσεων του έβδομου αναιρεσίβλητου στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ισχυρίστηκε προς συγκρότηση της εκ του άρθρου 281 ΑΚ ενστάσεώς του τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες κατά κατάχρησιν δικαιώματος ασκούν την υπό κρίσιν αγωγήν, καθόσον γνωρίζουν ότι οι δικαιοπάροχοι γονείς των, ως και ο αρχικός δικαιοπάροχός των, πάππος των Ι.

Γ., ουδέποτε εισήλθον ή καλλιέργησαν τον επίδικον κλήρον, ημείς δε καταβαλόντες την αξία του στον Ι. Γ. (δια του Η. Κ.) από πεντηκονταετίας καλλιεργούμεν τούτον, φυτεύσαντες κλήματα, φυστικές, συκιές κλπ, ανορύξαντες φρέαρ και οικοδομήσαντες οικίαν εις ην κατοικούμεν έκτοτε, αγοράσαντες, δι’ ανωμάλου δικαιοπαραξίας το υφ’ ημών κατεχόμενον κληροτεμάχιον, είμεθα έκτοτε κύριοι αυτού.

Επειδή η κακή πίστις των εναγόντων καταφαίνεται και εκ του ότι ο αποβιώσας Ι.ς Γ. μέχρι του θανάτου του, επισυμβάντος το 1947, ανεγνώριζεν ημάς τους αγοραστάς του κλήρου ως κυρίους αυτού, ουδέποτε ενοχλήσας τον δικαιοπάροχό μας εις την άσκησιν των δικαιωμάτων του, καίτοι δε κατώκει εις έτερον κλήρον της θυγατρός του Χ., πλησίον του επιδίκου, ουδέποτε ηνόχλησε τινα των αγοραστών του άνω κλήρου, περί τούτου δε μαρτυρεί ολόκληρος η περιοχή της ...ς, οι δικαιοπάροχοι δε των νυν εναγόντων ανέμενον ολόκληρον πενταετίαν από του θανάτου του ίνα εγείρουν την από 30.8.1952 αγωγήν των προφανώς ίνα εκβιαστικώς αποσπάσουν ωφελήματα, διότι και οι ίδιοι εγνώριζον, ως και οι νυν ενάγοντες ότι είμεθα νόμιμοι κύριοι, σημειωτέον δε εις όλα σχεδόν τα πωλητήρια του Ι.

Γ. παρίστατο και υπέγραφε ως μάρτυς και ο πατήρ των νυν εναγόντων Χ. Κ.. Η διεκδίκησις του εν τη αγωγή ακινήτου, που με καλή πίστη νεμόμεθα, καταβαλόντες την αξία του (σε σημερινές δραχμές τουλάχιστον το εν τη αγωγή αναφερόμενο από τους αντιδίκους ποσό) προς τον Ι. Γ., μηδέποτε εγκατασταθέντα στον κλήρο αα.

Εξήντα πέντε χρόνια από της με ανώμαλο δικαιοπραξία αγοράς του (1933) από το δικαιοπάροχο πατέρα μου Η. Κ., ββ. μετ’ αδράνεια των αντιδίκων μας τριαντατεσσάρων και πλέον ετών από την έκδοση του οριστικού -και νόμιμου τάχα - παραχωρητηρίου προς τους ενάγοντες διάστημα κατά το οποίο δεν άσκησαν αγωγή, γγ. μετά από ουσιώδεις βελτιώσεις του επιδίκου υπό τα όμματα του απώτερου δικαιοπαρόχου των εναγόντων και των κληρονόμων τούτου (ανέγερση οικίας, άνοιγμα πηγαδιού, φύτεμα και περιποίηση δένδρων, εισφορές για την ένταξη στο Σχέδιο Πόλεως - μεταξύ άλλων και δδ.

μετά την τρομακτική ανατίμηση του ήδη εντός σχεδίου οικοπέδου, αντίκειται προφανώς στα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστις, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικοοικονομικός σκοπός του δικαιώματος. ‘ Ηδη δε, μετά την ισχύ του ΑΝ 431/1968, και τη διαδρομή δεκαοκτώ περίπου ετών εκ των απαιτουμένων δια την κάλυψιν της όποιας ελλείψεως των τίτλων μας και ενώ μετά την εγκαταληφθείσα προηγούμενη αγωγή των δικαιοπαρόχων των αντιδίκων μας είχαμε ευλόγως διαμορφώσει την πεποίθηση ότι διεκδίκησις εκ μέρους της πλευράς των αντιδίκων δεν έμελλε ποτέ να προβληθεί, η προβολή της κρινόμενης αξιώσεως, αντίκειται ακόμη περισσότερον στην καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικοοικονομικό σκοπό του σχετικού δικαιώματος, το οποίο πρέπει να κριθεί ως από πολλού αποδυναμωμένον.

Εν κατακλείδι πρέπει να γίνει δεκτό ότι από του χρόνου κατά τον οποίο, κατά τα ανωτέρω, ο δικαιοπάροχος πατήρ μου εκ νέου αγόρασε τον αυτό κλήρο το 1933 καταβαλών την αγοραία αξία του στον Ι. Γ., μηδέποτε εισελθόντα (εγκατασταθέντα) στον κλήρο, τον οποίο ο πατήρ μου ήδη κατείχε καταβαλών την αξία του και στον κηρυχθέντα έκπτωτο Γ.

Π., συνεχώς αυτός και τούτου (του πατρός μου) αποβιώσαντος οι κληρονόμοι του και οι οικογένειές τους, καταβαλόντες και το ορισθέν υπό του Δημοσίου τίμημα του κλήρου εις τα Δημόσια Ταμεία, διενεργούμε επί του πράγματος διακατοχικές πράξεις και μάλιστα τέτοιες που απορροφούν προσωπική εργασία (καλλιέργεια, περιποίηση δέντρων, οικοδόμηση οικίας, εξόρυξη φρέατος) και δαπάνες αναγκαίες (ασφάλιστρα) ή και επωφελείς για το πράγμα (σύνδεση με δίκτυα παροχών, εισφορά για την ένταξη στο σχέδιο πόλεως), ταύτα δε υπό τα όμματα των αντιδίκων μας, όλων των δικαιοπαρόχων των και του Ι.

Γ. ειδικά μηδέποτε ασκησάντων δικαιώματα από την κυριότητα επί του ενδίκου, αλλά αντίθετα αδρανησάντων για ήμισυ αιώνα και ούτω δημιουργήθηκε σε μας η εύλογη πεποίθηση ότι ο αγρός και ήδη οικόπεδό μας ανήκει κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητας. Η αγωγή των αντιδίκων πρέπει συνεπώς να απορριφθεί και ως κατά κατάχρησιν δικαιώματος ασκουμένη.

Αλλά και αυτή η ίδια η αγωγή ασκείται κατά κατάχρησιν δικαιώματος, του σχετικού δικονομικού δικαιώματος αποδυναμωθέντος μετ’ αδράνειαν εικοσιτεσσάρων και πλέον ετών μετά την τελευταία (ενώπιον του Εφετείου Αθηνών) δικονομική πράξη - συζήτηση της εφέσεως εφ ής η 2810/1962 απόφασις του Εφετείου Αθηνών. Και εκ του λόγου τούτου ευλόγως είχαμε την πεποίθηση ότι αγωγή διεκδικητική δεν επρόκειτο πλέον να εγερθεί εναντίον μας, κατά τας αρχάς της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικοοικονομικού σκοπού, τον οποίο εξυπηρετεί η διεκδικητική αγωγή (σύμφωνα με τον οποίο θεσπίστηκαν τόσο οι υπό του ΑΝ 431/1968 προβλεπόμενες διατάξεις, όσο και οι πλέον πρόσφατες του Ν.1644/1986 - μεταξύ άλλων -).

Κατά τα ανωτέρω και αν εγεννήθη ποτέ αξίωσις των εναγόντων εν σχέσει προς το επίδικο, η ικανοποίησής της διώκεται ήδη μετ’ αποδυνάμωσιν των ουσιαστικών και των δικονομικών δικαιωμάτων τους κατά προφανή κατάχρησιν δικαιώματος". Οι έξι πρώτοι εναγόμενοι-αναιρεσίβλητοι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των από 20.2.2000 προτάσεών τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ισχυρίστηκαν, προς συγκρότηση της ίδιας από το άρθρο 281 ΑΚ ενστάσεών τους, τα επικαλούμενα παραπάνω από τον έβδομο αναιρεσίβλητο περιστατικά ως προς την απόκτηση της νομής του ενδίκου ακινήτου από τον Η.

Κ., Γ. Π., Ι. Γ., τις επ’ αυτού πράξεις νομής του Η. Κ., την έκδοση παραχωρητηρίου στο όνομα των εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Ι. Γ., τη σύνταξη ιδιωτικού συμφωνητικού, τη δικαστική διαδρομή της από 30.8.1952 αγωγής των δικαιοπαρόχων των αναιρεσειόντων και την επ’ αυτής έκδοση των υπ’ αριθμ. 8807/1953 και 4611/1... αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του Εφετείου αντίστοιχα, στη συνέχεια εκθέτουν ότι οι ενάγοντες-αναιρεσείοντες με την αγωγή τους εμφανίζουν ότι οι κληρονόμοι του Η.

Κ. προσέβαλαν ξαφνικά τη νομή και κατοχή τους (η οποία μετά την ισχύ του ΝΔ 431/1968 δεν υπάρχει ούτε ως πλασματική) μερικούς μόνο μήνες μετά την άσκηση της αγωγής τους, με την οποία προσπάθησαν να αποκρύψουν το θεμελιωδέστερο στοιχείο της υπόθεσης, ήτοι τη διαρκή νομή και κατοχή του Η. Κ. και των δικαιοδόχων του επί εβδομηκονταετία στο επίδικο ακίνητο, δεν αναφέρουν τη μεταβίβαση (πώληση) με συμφωνητικό, το οποίο απωλέσθη κατά τη διάρκεια της επίταξης του ακινήτου στη γερμανική κατοχή, ....

το από 3.2.1938 συμφωνητικό ανανέωσης ασφαλιστηρίου συμβολαίου .... τη συστηματική καλλιέργεια, αλλά και την ανοικοδόμηση τμήματος του επιδίκου ... Ο Η. Κ. έχει ανοικοδομήσει τμήμα του επιδίκου δύο φορές, μία το 1930, μετά την αγορά και μία αμέσως μετά την απελευθέρωση, επειδή είχε εν μέρει καταστραφεί μετά την υποχώρηση των δυνάμεων κατοχής ...

φαίνεται η διαρκής εγκατάσταση του δικαιοπαρόχου μας Η. Κ. στο επίδικο ακίνητο μέχρι το θάνατό του (18.10.1964) ... Η αναμφισβήτητη καλοπιστία του αρχικού δικαιοπαρόχου μας Η. Κ. προκύπτει από μόνο το γεγονός ότι ο άνθρωπος αυτός αναγκάστηκε να αγοράσει το ακίνητο για δεύτερη φορά μετά την έκπτωση από τον κλήρο του αρχικού δικαιούχου Π., ο οποίος του είχε μεταβιβάσει το ακίνητο, αλλά εξέπεσε του κλήρου και εγκαταστάθηκε (δικαιούχος) σ’ αυτόν ο Ι.

Γ.. Είναι αναμφισβήτητη ακόμη η κακοπιστία των αντιδίκων, οι οποίοι έρχονται μετά από 70 έτη να διεκδικήσουν ακίνητο του οποίου η αξία έχει πολλαπλασιασθεί στο πλαίσιο της αστικής αναπτύξεως του λεκανοπεδίου ... Δεν γίνεται λόγος βέβαια για την μακροχρόνια αδράνεια των υποτιθεμένων δικαιούντων, για την απόκτηση του δικαιώματος η οποία υπερβαίνει στην τελευταία περίπτωση τα 17 έτη ...

Είναι αναμφισβήτητο ότι τυχόν αποδοχή της υπό κρίση αγωγής, μετά τα προειρηθέντα, και κάτω από τις συνθήκες που αυτή ασκείται, όπως έχουν διαμορφωθεί μέχρι σήμερα, θα επιφέρει σε μας ανεπανόρθωτη βλάβη, καθόσον για την τρίτη, την τέταρτη, τον πέμπτο και τον έκτο τα διεκδικούμενα μερίδια αποτελούν το μοναδικό μας περιουσιακό στοιχείο, ....

Ακόμη η πρώτη από εμάς συνεισφέρει το περιουσιακό αυτό στοιχείο για την εν μέρει στεγαστική αποκατάσταση των τέκνων της (δεύτερης, τρίτης, τέταρτης, πέμπτου και έκτου) εκ των οποίων μάλιστα ο πέμπτος είναι άτομο με ειδικές ανάγκες, ενώ πρέπει να τονισθεί προς το δικαστήριό σας, ότι οι εναγόμενοι είμεθα μέλη πολύτεκνης οικογένειας, η οποία έχει υπολογήσει από μακρού χρόνου το διεκδικούμενο ακίνητο για την εν μέρει στεγαστική της αποκατάσταση".

Την ένστασή τους αυτή, η οποία με την πρωτόδικη απόφαση απορρίφθηκε, ενώ έγινε δεκτή η κατ’ αυτών αγωγή, οι εναγόμενοι παραδεκτά επανέφεραν στο Εφετείο με λόγο εφέσεως, καθόσον όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔικ αν η αγωγή έγινε δεκτή και απορρίφθηκε ένσταση του εναγομένου κατ’ αυτής, ο τελευταίος εκκαλώντας την απορριπτική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, μπορεί να επαναφέρει την ένσταση αυτή μόνο με λόγο έφεσης ή με πρόσθετο λόγο και όχι απλά με τις προτάσεις του.

Με το πάνω περιεχόμενο και αίτημα η εν λόγω από το 281 ΑΚ προβληθείσα ένσταση των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων είναι αρκούντως ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα τα απαιτούμενα, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, για την πληρότητά της στοιχεία, αφού εκτίθενται τα πραγματικά γεγονότα που εξειδικεύουν την επικαλούμενη καταχρηστική συμπεριφορά και την κατάχρηση που προκύπτει από τα περιστατικά, αυτά, τα οποία (περιστατικά) αφορούν τόσο στην προηγηθείσα συμπεριφορά των δικαιούχων εναγόντων και των υποχρέων εναγομένων, όσο και στις ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, εξαιτίας των οποίων θα επέλθουν εις βάρος των εναγομένων δυσμενείς συνέπειες, από την ανατροπή της ήδη διαμορφωθείσας κατάστασης.

Ενόψει τούτων ο οικείος περί αοριστίας ισχυρισμός των αναιρεσειόντων που υποβλήθηκε επιγραμματικά στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου αλλά και με τις προτάσεις τους της δευτεροβάθμιας δίκης και που ήταν παραδεκτή η υποβολή της με ορισμένο τρόπο, το πρώτον με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης, καθόσον αφορά σε ισχυρισμό που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως, βάσιμα απορρίφθηκε από το Εφετείο.

Ενόψει τούτων ο ερευνώμενος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πρώτος πρόσθετος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ.8 εδ. α ΚΠολΔικ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, δηλαδή κάθε περιστατικό, το οποίο αφηρημένα λαμβανόμενο υπόψη οδηγεί, κατά νόμο, στη γέννηση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση δικαιώματος (Ολ.

ΑΠ 25/2003), ανεξάρτητα από τη βασιμότητά του, η οποία είναι ζητούμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και όχι προϋπόθεση αυτοτέλειας του ισχυρισμού. Ως "πράγματα" νοούνται και οι λόγοι εφέσεως ή αντεφέσεως, εφόσον σ’ αυτούς περιέχεται ισχυρισμός παραδεκτός, νόμιμος και ορισμένος. Ενόψει τούτων δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την παραπάνω έννοια και συνεπώς δεν ιδρύεται ο από την παραπάνω διάταξη λόγος αναιρέσεως, μεταξύ άλλων, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής, ή ένστασης, τα επιχειρήματα των διαδίκων, νομικά ή πραγματικά ή τα συμπεράσματα τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί, περιστατικά επουσιώδη που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό ή περιστατικά που εκτίθενται εκ περισσού:

Επί καταχρήσεως δικαιώματος στοιχειοθετείται ο από την παραπάνω διάταξη αναιρετικός λόγος αν λήφθηκαν υπόψη περιστατικά προς θεμελίωση της ένστασης που δεν είχε επικαλεσθεί ο ενιστάμενος, εκτός εάν και χωρίς τη λήψη υπόψη και αυτών των περιστατικών υφίστανται και πάλι οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της ΑΚ 281.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 562 παρ. 1 ΚΠολΔικ) το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως, σ’ αυτό, επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων δέχθηκε, κατ’ ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, ως προς την αναγνωριστική συγκυριότητας αγωγή των αναιρεσειόντων, επί του προελθόντος από παραχώρηση κληροτεμαχίου ενδίκου ακινήτου και της καταλύσεως του αποδειχθέντος περί συγκυριότητας δικαιώματος τους λόγω αποδοχής της εκ του άρθρου 281 ΑΚ ενστάσεως των εναγομένων αναιρεσιβλήτων: [Το επίδικο τμήμα κληροτεμαχίου βρίσκεται στη θέση "..." του Δήμου (πρώην Κοινότητας) Πεύκης Αττικής.

Έχει εμβαδόν 2.121,77 τ.μ. και εμφαίνεται στο από 19.6.1981 τοπογραφικό διάγραμμα του υπομηχανικού Λ. Ν. Τ. με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία ΑΒΓΔΘΕΖΗΑ, συνορεύει δε βόρεια με ιδιοκτησία κληρονόμων Σ. Χ. επί τεθλασμένης πλευράς ΑΗΖΕ, συνολικού μήκους 76,10 μ., δυτικά πριν με ανώνυμη οδό και ήδη οδό ... επί πλευράς ΑΒ, μήκους 36 μ.

και πέραν αυτής με δάσος ..., ανατολικά εν μέρει με ακίνητο ιδιοκτησίας αγνώστων, επί πλευράς ΕΘ, μήκους 5,60 μ. και εν μέρει με ακίνητο ιδιοκτησίας πρώην Σ. Κ., επί πλευράς ΓΔΘ, μήκους 40 μ., και νότια με την οδό ..., επί πλευράς ΒΓ, μήκους 58 μ. Τούτο αποτελεί τμήμα του υπ’ αριθ. 44β κληροτεμαχίου, συνολικού εμβαδού 4.984 τ.μ., από το οποίο αφαιρέθηκε έκταση 2.669 τ.μ., ως προς την οποία αναγνωρίστηκε ότι μεταβιβάστηκε με τις διατάξεις περί κυρώσεως ανωμάλων δικαιοπραξιών και απέμεινε στην κυριότητα των δικαιοπαρόχων των εναγόντων - εφεσιβλήτων αρχικά τμήμα εμβαδού 2.315 τ.μ.

και μετά την επιβάρυνση αυτού με ρυμοτομία, λόγω της εντάξεως στο σχέδιο πόλεως το έτος 1970 (ΒΔ 9-9-l970, ΦΕΚ 223Δ/7.10.1970), απέμεινε τμήμα εμβαδού 2.121,77 τ.μ., ήδη οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο. Το πιο πάνω με αριθμό 44β κληροτεμάχιο μαζί με το κληροτεμάχιο με αριθμό 44α, εμβαδού 2.587 τ.μ. και συνολικού εμβαδού (και των δύο κληροτεμαχίων) 7.571 τ.μ., είχε παραχωρηθεί το έτος 1932 από την Υπηρεσία Εποικισμού του Υπουργείου Γεωργίας στον απώτερο δικαιοπάροχο των εφεσιβλήτων Ι.

Ν. Γ., πρόσφυγα από την Μικρά Ασία και γεωργό ως προς το επάγγελμα, με την υπ’ αριθ. 11.286/1932 απόφαση, σύμφωνα με την οριστική διανομή που κυρώθηκε με την υπ’ αριθ. 145003/1931 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 124/Β/21.10.1931. Το έτος 1933 ο Η. Κ., πατέρας εκ των εκκαλούντων Ι. Κ. και Ε. συζ. Φ. Χ., αγόρασε άτυπα από τον Ι.

Γ. το επίδικο, καταρτισθέντος για το σκοπό αυτό ιδιωτικού συμφωνητικού. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο δικαιοπάροχος των εκκαλούντων είχε ήδη άτυπα αγοράσει από τον προηγούμενο κληρούχο Γ. Π. μέρος του κλήρου αυτού, ο οποίος, όμως, (κληρούχος), εκ του λόγου ότι είχε προβεί σε άτυπες πωλήσεις του κλήρου προς τρίτους απεβλήθη από αυτόν, παραχωρηθέντος του ως άνω κλήρου στη συνέχεια στον Ι.

Γ.. Με τον ίδιο τρόπο ο ως άνω δικαιοπάροχος των εφεσιβλήτων πώλησε άτυπα και άλλα τμήματα των υπ’ αριθ. ... κληροτεμαχίων σε τρίτους, όπως στους Ε. Λ., Ι. Μ., Ι. Σ., Η. Μ. και Σ. Χ.. Το ιδιωτικό συμφωνητικό της πώλησης που καταρτίστηκε μεταξύ του Ι. Γ. και του Η. Κ. απωλέστηκε κατά τη διάρκεια της κατοχής και έτσι δεν κατέστη δυνατή η κύρωση της μεταβίβασης αυτής του επιδίκου κατά τις διατάξεις περί κυρώσεως ανωμάλων δικαιοπραξιών, όπως συνέβη με τους άλλους αγοραστές τμημάτων του κλήρου του Ι.

Γ.. Στο ως άνω τμήμα του ακινήτου, που ο δικαιοπάροχος των εκκαλούντων αγόρασε κατά τον προαναφερθέντα τρόπο, είχε ανεγείρει οικία, είχε φυτέψει δένδρα και είχε ανοίξει πηγάδι, εξακολούθησε δε να το κατέχει μέχρι το θάνατό του, το έτος 1964. Όλα τα παραπάνω, δηλαδή η κατάρτιση του ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ των προαναφερθέντων δικαιοπαρόχων των διαδίκων, η απώλειά του και η κατοχή του επιδίκου από τον Η.

Κ. αποδεικνύονται από την κατάθεση της μάρτυρος των εκκαλούντων, Α. Π., που εξετάστηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, η οποία, έχοντας γεννηθεί το έτος 1935, πληροφορήθηκε τα γεγονότα από τον πατέρα της, από τις ένορκες βεβαιώσεις της ‘ Α. Κ. και της Κ. Ι., ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Σοφίας Τζοΐτη, καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων αυτών (εκκαλούντων) Ε.

Φ. και Ε. Τ., που περιέχονται στην υπ’ αριθ. …/1987 εισηγητική έκθεση και εκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, οι οποίες μάρτυρες από προσωπική αντίληψη, αφού είναι μεγάλης ηλικίας, κατέθεσαν για τα παραπάνω γεγονότα. Ακόμα, τα παραπάνω προκύπτουν και από το καθ’ όλα γνήσιο, κατά την κρίση του δικαστηρίου, απορριπτομένων όσων αντιθέτων ισχυρίζονται οι εφεσίβλητοι, από 6.12.1935 ιδιωτικό συμφωνητικό, στο οποίο αναφέρεται ότι το μεταβιβαζόμενο με αυτό ακίνητο από τον Ι.

Γ. στον Σ. Χ., συνορεύει μεσημβρινώς με κτήμα Η. Κ. (τέως τμήμα κλήρου Ι. Γ.). Την προαναφερθείσα οικία, την οποία ο Η. Κ. ανήγειρε επί του επιδίκου, την ηλεκτροδότησε το έτος 1933 (βλ. σχετικά το από 5.4.1989 έγγραφο της ΔΕΗ - πρακτορείο Κηφισιάς) και την ασφάλισε για τον κίνδυνο πυρός στην αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "..." (βλ.

το από 3.2.1938 ασφαλιστήριο), ενώ, εξάλλου, έκτοτε κατέβαλλε και τους φόρους και τέλη που αφορούσαν το παραπάνω ακίνητο (βλ. το από 31.8.1940 διπλότυπο εισπράξεως φόρου καθαριότητας, την από 1.8.1951 βεβαίωση πληρωμής εισφοράς του Αγρονομείου Αμαρουσίου, το υπ’ αριθ. .../1952 διπλότυπο είσπραξης φόρου οικοδομών και την υπ’ αριθ. ...1952 απόδειξη εισφοράς στο συνεταιρισμό προσφύγων "...").

Εξάλλου, όπως αποδείχθηκε, ο αρχικός κληρούχος Ι. Γ. απεβίωσε το έτος 1942, χωρίς ποτέ να εναντιωθεί στην κατοχή του επιδίκου από τον Η. Κ.. Μετά το θάνατο του Ι. Γ., κατόπιν αιτήσεως στην αρμόδια διεύθυνση εποικισμού του Υπουργείου Γεωργίας των κληρονόμων του, ήτοι των πέντε τέκνων του, ήδη αποβιωσάντων, και ειδικότερα των α) Δ.

Ι. Γ., συζύγου της πρώτης από τους αρχικώς ενάγοντες Δ. χήρας Δ.. Γ. και πατέρα της δεύτερης και του τρίτου από αυτούς, β) Δ. Χ., το γένος Ι. Γ., μητέρας της τέταρτης, του πέμπτου και του έκτου των εναγόντων, γ) Γ. Κ., το γένος Ι. Γ., μητέρας του Κ. Κ., συζύγου και πατέρα των υπό τον αριθμό 7 εναγόντων καθώς και μητέρας των ογδόου, ενάτου και δεκάτης των εναγόντων, δ) Γ.

Ι. Γ. και ε) Ν. Ι. Γ., εκδόθηκε στο όνομά τους το υπ’ αριθ. .../1952 παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας (οριστικός τίτλος κυριότητας) επί του ως άνω κλήρου των 7.571 τ.μ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αμαρουσίου στον τόμο … και υπ’ αύξ. αριθμό .... Στη συνέχεια και κατόπιν της εκδόσεως στο όνομα των δικαιοπαρόχων των εφεσιβλήτων του οριστικού παραχωρητηρίου, οι τελευταίοι άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μεταξύ άλλων και κατά του δικαιοπαρόχου των εκκαλούντων Η.

Κ., την από 30.8.1952 αγωγή, με την οποία, αφού ανέφεραν ότι αυτός κατά την προηγούμενη δεκαετία, είχε καταλάβει και κατείχε τμήμα του κληροτεμαχίου, ζήτησαν την αναγνώριση της κυριότητάς τους και την απόδοση από τους τότε εναγομένους του όλου κλήρου, τμήμα του οποίου αποτελούσε και το επίδικο. Η ως άνω αγωγή έγινε δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της, με την υπ’ αριθ. 8807/1953 απόφαση του προαναφερθέντος δικαστηρίου.

Μετά την άσκηση εφέσεως κατά της πιο πάνω αποφάσεως και λόγω ερημοδικίας των τότε εκκαλούντων, μεταξύ των οποίων και ο προαναφερθείς δικαιοπάροχος των εναγομένων, απορρίφθηκε αυτή ως ανυποστήρικτη με την υπ’ αριθ. 4611/1954 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Οι δικαιοπάροχοι των εφεσιβλήτων, όμως, ουδέποτε εκτέλεσαν την προαναφερθείσα τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Κατά της αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών που απέρριψε την έφεση των τότε εκκαλούντων ως ανυποστήρικτη, και μετά πάροδο οκταετίας, ασκήθηκε απ’ αυτούς ανακοπή ερημοδικίας και εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 2810/1962 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκαν αποδείξεις ως προς το … αγροτεμάχιο, μέρος του οποίου αποτελεί το επίδικο.

Οι διαταχθείσες με την απόφαση αυτή αποδείξεις, δεν διεξήχθησαν, όπως και η διαταχθείσα πραγματογνωμοσύνη, ενώ αργότερα, κατόπιν σχετικής αιτήσεως της Δ. χήρας Σ. Χ., με την υπ’ αριθ.9331/1977 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διατάχθηκε η διαγραφή της πιο πάνω αγωγής από τα βιβλία διεκδικήσεων. Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε, μετά το θάνατο του Η.

Κ. το έτος 1964 συνέχισαν να κατέχουν το επίδικο οι κληρονόμοι αυτού, ήτοι οι εκ των εκκαλούντων Ι. Κ. και Ε. Χ., καθώς και η μητέρα τους Ζ. Κ.. Ειδικότερα ο πρώτος τούτων εξακολουθούσε και μετά το θάνατο του πατέρα του να κατοικεί στον οικίσκο που υπήρχε στο επίδικο, καταβάλλοντας τις δαπάνες τηλεφώνου και ηλεκτρικού ρεύματος, ενώ όλοι οι ως άνω κληρονόμοι του Η.

Κ. υπέβαλαν δήλωση φόρου κληρονομίας για το ως άνω ακίνητο ως εν επιδικία κληρονομιαίου (βλ. σχετική βεβαίωση του Οικονομικού Εφόρου Α’ Κεφαλαίου Αθηνών), μετά δε τη διαγραφή της διεκδικητικής αγωγής των δικαιοπαρόχων των εφεσιβλήτων από τα βιβλία διεκδικήσεων, κατά τα προαναφερθέντα, αυτοί κατέβαλαν και τον αναλογούντα φόρο για το ακίνητο, όπως κατέβαλαν και όλους τους λοιπούς φόρους και τα τέλη που αφορούσαν αυτό, ενώ ακόμα, υπέβαλαν και την από 26.3.1968 ένσταση προς την Κοινότητα Πεύκης για την τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου της περιοχής.

Μετά δε τη δημοσίευση την 7.10.1970 στο ΦΕΚ 223Δ του Β.Δ. της 9-9-1970, με το οποίο το επίδικο εντάχθηκε στο σχέδιο πόλης του Δήμου Πεύκης, οι ως άνω κληρονόμοι του Η. Κ. άσκησαν την από 25.5.1971 προσφυγή κατά του ύψους της εισφοράς επεκτάσεως του σχεδίου πόλεως, επί της οποίας εκδόθηκαν οι υπ’ αριθ. .../1971 αποφάσεις της πρωτοβάθμιας και της δευτεροβάθμιας, αντίστοιχα, επιτροπής επιλύσεως φορολογικών διαφορών, μειωθείσης με τη δεύτερη απόφαση της αξίας του ακινήτου και κατέβαλαν τις σχετικές εισφορές, ενώ, τέλος, όπως και τα προηγούμενα έτη, επιτηρούσαν, καθάριζαν και φρόντιζαν το επίδικο.

Στη συνέχεια, όπως αποδείχθηκε, μετά την αποδοχή της κληρονομίας του Η. Κ. από τους κληρονόμους του, με την υπ’ αριθ. ...1978 δήλωση ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Κων/νου Στάμου, που μεταγράφηκε νόμιμα, η Ζ. Κ. μεταβίβασε προς τον εκ των εκκαλούντων Ι. Κ. ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου με το υπ’ αριθ. .../1993 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευανθίας Προύσαλη, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, η δε Ε.

Χ., στην οποία είχε ήδη περιέλθει και το έτερο 1/8 εξ αδιαιρέτου της μητέρας της, με το υπ’ αριθ. .../1981 νόμιμα μεταγεγραμμένο προικοσύμφωνο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Περιστερίου Δήμητρας Μακαρόνα, μεταβίβασε και η ίδια, με το υπ’ αριθ. .../1995 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αχαρνών Ευσεβείας Φαροπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, λόγω γονικής παροχής στους δεύτερη, τρίτη, τέταρτη, πέμπτο και έκτο των εκκαλούντων, κατά ψιλή κυριότητα, τα 5/10 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου, οι οποίοι, μαζί με τους υπόλοιπους εκκαλούντες, ήταν στη νομή του επιδίκου κατά την άσκηση της ένδικης αγωγής.

Οι εφεσίβλητοι, καθ’ όλο το παραπάνω χρονικό διάστημα ουδόλως διαμαρτυρήθηκαν προς τους εκκαλούντες, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι κατέβαλαν οι ίδιοι κάποια δαπάνη, φορολογικό βάρος ή τέλος που αφορούσε το ακίνητο. Μόνο το έτος 1982, ήτοι μετά πάροδο είκοσι ετών από την έκδοση της προαναφερθείσας υπ’ αριθ. 2810/1962 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, η οποία διέταξε τη διεξαγωγή αποδείξεων επί της από 30.8.1952 αγωγής τους, οι οποίες ουδέποτε διεξήχθησαν, αυτοί άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά των κληρονόμων του Η.

Κ. και του Φ. Χ., ως προικολήπτη συζύγου της Ε. Χ., την από 8.7.1982 αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή που αφορούσε το επίδικο ακίνητο, επί της οποίας εκδόθηκαν οι υπ’ αριθ. 5369/1986 και 5/1988 αποφάσεις του ως άνω δικαστηρίου, με τις οποίες διατάχθηκε η διεξαγωγή αποδείξεων, εν τέλει δε η ως άνω αγωγή απορρίφθηκε ως αόριστη με την υπ’ αριθ. 10518/1996 απόφαση του πιο πάνω δικαστηρίου, στη συνέχεια δε, εντός έξι μηνών από τότε που η ως άνω απόφαση κατέστη τελεσίδικη, άσκησαν την υπό κρίση αγωγή.

Οι εναγόμενοι - εκκαλούντες, κατ’ εκτίμηση των σχετικών ισχυρισμών τους, προέβαλαν πρωτοδίκως, μεταξύ άλλων και τους ισχυρισμούς ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου, κτηθείσας με τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία, δεδομένου ότι ο δικαιοπάροχός τους Η. Κ., έχοντας αγοράσει αυτό το έτος 1933 από τον απώτερο δικαιοπάροχο των εναγόντων, Ι.

Γ., το νεμήθηκε από τον χρόνο εκείνο μέχρι το θάνατό του το έτος 1964, με καλή πίστη, ενεργώντας σ’ αυτό τις ειδικώτερα προαναφερθείσες πράξεις νομής που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, μετά δε το θάνατο εκείνου συνέχισαν να το νέμονται οι κληρονόμοι του - εναγόμενοι, με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, ήτοι την υπ’ αριθ. ...1978 δήλωση αποδοχής κληρονομίας του δικαιοπαρόχου τους που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Κων/νου Στάμου και μεταγράφηκε νόμιμα, για χρόνο μεγαλύτερο της δεκαετίας από 23.5.1968 (έναρξη ισχύος του α.ν. 431/1968) ή από το έτος 1970 που εντάχθηκε στο σχέδιο πόλεως, άλλως για χρόνο μεγαλύτερο της εικοσαετίας, καθιστάμενοι έτσι συγκύριοι αυτού με τον παραπάνω τρόπο.

Οι ως άνω όμως ισχυρισμοί των εναγομένων - εκκαλούντων δεν είναι βάσιμοι. Τούτο δε διότι το γεγονός ότι ο δικαιοπάροχός τους ασκούσε πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο από το έτος 1933 έως το θάνατό του το έτος 1964 και μετέπειτα οι κληρονόμοι του - εναγόμενοι δεν μπορεί να οδηγήσει στην κτήση κυριότητας επ’ αυτού με τον πιο πάνω τρόπο, διότι, όπως προαναφέρθηκε, το επίδικο ακίνητο αποτελούσε τμήμα του υπ’ αριθμ.

… κληροτεμαχίου και η κατοχή επ’ αυτού του δικαιοπαρόχου των εναγομένων ήταν μη προστατευόμενη κατοχή, μόνος δε, κατά πλάσμα του νόμου, καλής πίστεως νομέας μέχρι το θάνατό του, το έτος 1942, ήταν ο δικαιοπάροχος των εναγόντων Ι. Γ., στον οποίο το ακίνητο αυτό είχε παραχωρηθεί για αγροτική αποκατάσταση και μετά το θάνατο αυτού οι κληρονόμοι του - εναγόντες.

Μετά δε την ένταξη του επιδίκου ακινήτου στο σχέδιο πόλεως του Δήμου Πεύκης, με την δημοσίευση στο ΦΕΚ 223Δ του Β.Δ. της 9-9-1970, την 7.10.1970, οπότε και έγινε δυνατή η κτήση κυριότητας επ’ αυτού με χρησικτησία, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην σχετική νομική σκέψη, οι ανωτέρω κληρονόμοι του Η. Κ. δεν μπορούσαν να καταστούν συγκύριοι αυτού του ακινήτου με τακτική χρησικτησία, έστω κι αν νεμήθηκαν αυτό με καλή πίστη και διάνοια κυρίων επί μία δεκαετία, αφού η μη προστατευόμενη κατοχή που ασκούσε επ’ αυτού ο δικαιοπάροχός τους δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κληρονομικής διαδοχής, το δε επίδικο ακίνητο, κατά το χρόνο του θανάτου του δεν μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο της κληρονομίας του και επομένως η αποδοχή της κληρονομίας αυτού (Η.

Κ.) εκ μέρους των εναγομένων - εκκαλούντων με την υπ’ αριθ. ...1978 πράξη αποδοχής κληρονομίας που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Κων/νου Στάμου και μεταγράφηκε νόμιμα, ως αφορώσα αντικείμενο που δεν κληρονομήθηκε, δεν μπορούσε να αποτελέσει νόμιμο τίτλο για κτήση της κυριότητας του ακινήτου με τακτική χρησικτησία.

Αλλά ούτε και με έκτακτη χρησικτησία έχουν καταστεί κύριοι του επιδίκου οι εναγόμενοι- εκκαλούντες, αφού από 7.10.1970, οπότε μπορούσαν να αποκτήσουν κυριότητα επ’ αυτού με τον παραπάνω τρόπο, έως την άσκηση της ένδικης αγωγής δεν έχουν συμπληρώσει την απαιτούμενη εικοσαετή νομή επί του επιδίκου, αφού, όπως προαναφέρθηκε, οι πρώτη, δεύτερη, τρίτος, τέταρτη, πέμπτος, έκτος, όγδοος, ένατος και δεκάτη των εναγόντων, καθώς και ο δικαιοπάροχος των υπό στοιχεία 7 εναγόντων Κ.

Κ., άσκησαν κατά των εναγομένων - εκκαλούντων και των δικαιοπαρόχων τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 8.7.1982 αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή, η οποίας απορρίφθηκε ως αόριστη με την υπ’ αριθ. 10518/1996 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, εντός δε έξι μηνών από τότε που η απόφαση κατέστη τελεσίδικη (27.6.1997 όσον αφορά την εναγομένη Ε.

Χ. και 29.5.1997 όσον αφορά τον εναγόμενο Ι. Κ.), ασκήθηκε η υπό κρίση αγωγή, η οποία επιδόθηκε σ’ αυτούς την 23.12.1997, πλην του Ι. Χ., στον οποίο επιδόθηκε την 24.12.1997 (βλ. τις υπ’ αριθ. .../23.12.1997 και .../24.12.1997 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Α. Ζ.), με αποτέλεσμα να μην έχει συμπληρωθεί η εικοσαετής νομή των εναγομένων στο επίδικο.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), επίσης απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό των εκκαλούντων, δεν έσφαλε και είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι ο δεύτερος λόγος της έφεσης του Ι. Κ. και οι τρίτος και τέταρτος λόγοι της έφεσης των λοιπών εκκαλούντων που υποστηρίζουν τα αντίθετα.

Ωστόσο, ενόψει όλων των προεκτεθέντων, η άσκηση της επίδικης αξίωσης των εναγόντων - εφεσιβλήτων υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και είναι καταχρηστική. Τούτο δε λαμβανομένου υπόψη του ότι ο δικαιοπάροχος των εκκαλούντων είχε αγοράσει με ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο απωλέσθηκε, όπως προαναφέρθηκε, το επίδικο από τον δικαιοπάροχο των εφεσιβλήτων Ι.

Γ., ήδη από το έτος 1933, καταβάλλοντας το ανάλογο τίμημα σ’ αυτόν, ότι από τότε ο ίδιος και η οικογένειά του εγκαταστάθηκαν στο ως άνω ακίνητο και στην οικία, που ο ως άνω δικαιοπάροχός τους είχε ανεγείρει επ’ αυτού, αξιοποιώντας το και ενεργώντας όλες τις διακατοχικές πράξεις που ταιριάζουν στη φύση και τον προορισμό του, καθώς και καταβάλλοντας όλες τις δαπάνες και τα βάρη που αφορούσαν αυτό, χωρίς ουδέποτε να ενοχληθούν από τον αρχικό κληρούχο μέχρι το θάνατό του, ότι οι κληρονόμοι του κληρούχου, οι οποίοι εγνώριζαν τον τρόπο περιελεύσεως του επιδίκου στο δικαιοπάροχο των εκκαλούντων και στην κατοχή των οποίων ποτέ δεν περιήλθε αυτό, ουδέποτε εκτέλεσαν εναντίον του την τελεσίδικη υπ’ αριθ. 8807/1...

απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αλλά αντίθετα εγκατέλειψαν τη δίκη για τη διεκδίκηση του ακινήτου, αποδεχόμενοι έτσι την κατοχή αυτού από τον Η. Κ. και στη συνέχεια, από τους κληρονόμους του, οι οποίοι συνέχισαν να καταβάλουν όλα τα φορολογικά βάρη και τις λοιπές δαπάνες του και να ασκούν πράξεις νομής επ’ αυτού, όπως ειδικότερα αναφέρθηκε, μόνο δε μετά την ένταξη του ακινήτου στο σχέδιο πόλεως και την καταβολή των σχετικών εισφορών από τους τελευταίους, στους οποίους ευλόγως είχε δημιουργηθεί η πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να αμφισβητηθούν στο μέλλον τα δικαιώματά τους μετά πάροδο τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος λαμβανομένης υπόψη της γνώσεως των εφεσιβλήτων για την αγορά του ακινήτου κατά τον προαναφερθέντα τρόπο και της προηγούμενης συμπεριφοράς αυτών, ενόψει της μεγάλης αύξησης της αξίας του ακινήτου, αυτοί (εφεσίβλητοι) άσκησαν εναντίον τους το έτος 1982 αγωγή και στη συνέχεια, μετά την απόρριψή της, την ένδικη.

Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η σχετική ένσταση, η οποία είναι αρκούντως ορισμένη και στηρίζεται στα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά, την οποία (ένσταση) προέβαλαν πρωτοδίκως οι εναγόμενοι με τις έγγραφες προτάσεις τους, αλλά και προφορικά με την καταχώριση της στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου πριν από την έναρξη της συζήτησης της υπόθεσης και παραδεκτά επαναφέρουν με σχετικούς λόγους εφέσεως, μη λαμβανομένων υπόψη όσων νέων περιστατικών, προς θεμελίωση της ενστάσεώς τους, επικαλούνται το πρώτον οι εκκαλούντες με τις εφέσεις τους και δεν αποδεικνύονται εγγράφως (άρθρ. 527 και 269 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο ίσχυε πριν την αντικατάστασή του από το άρθρο 11 Ν. 2915/2001, βλ.

και ΑΠ 991/2006 Δημ. Νόμος)].

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμες τις εφέσεις των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την εκκαλουμένη και είχε κρίνει αντιθέτως και αφού δίκασε εκ νέου την αγωγή, την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατ’ αποδοχή της εκ του άρθρου 281 ΑΚ ενστάσεως. Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την διάταξη του αριθμού 8 εδ.α του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αναιρετική πλημμέλεια κατά την οποία το Εφετείο κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της επίμαχης από το άρθρο 281 ΑΚ ενστάσεως έλαβε υπόψη του "πράγματα" τα οποία δεν είχαν προταθεί από τους ενισταμένους-αναιρεσίβλητους και ότι ειδικότερα έλαβε υπόψη α) ότι δεν εκτελέστηκε κατά του δικαιοπαρόχου των ενισταμένων Η.

Κ. επί μία οκταετία (1954-1962) η υπ’ αριθμ. 8807/1953 απόφαση του Πολυμελούς, β) ότι μετά την πάροδο οκταετίας ασκήθηκε ανακοπή κατά της υπ’ αριθμ. 4611/1954 απόφασης του Εφετείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκαν οι εφέσεις κατά της προαναφερθείσας υπ’ αριθμ. 8807/1953 αποφάσεως ως ανυποστήρικτης, λόγω της ερημοδικίας των εκκαλούντων, γ) ότι εγκατέλειψαν τη δίκη για τη διεκδίκηση του ακινήτου, δ) ότι οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσειόντων αποδέχθηκαν την κατοχή του ακινήτου από τον Η.

Κ. και στη συνέχεια από τους κληρονόμους του ως συνέπεια της μη εκτελέσεως της απόφασης και της εξ αυτής εγκατάλειψης της διεκδίκησης, ε) ότι κατέβαλαν αυτοί (αναιρεσίβλητοι) όλα τα φορολογικά βάρη και λοιπές δαπάνες του ακινήτου, στ) ότι λόγω των περιστατικών αυτών (εγκατάλειψη διεκδίκησης, μη εκτέλεση απόφασης, αποδοχή της κατοχής καταβολή βαρών) ευλόγως δημιουργήθηκε στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του Η.

Κ., η πεποίθηση ότι δεν πρόκειται μετά την πάροδο τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος να αμφισβητηθούν στο μέλλον τα δικαιώματά τους. Επίσης με τις υπ’ αριθμ. Α και Β αιτιάσεις του δικογράφου των προσθέτων λόγων, που συμπληρώνουν τον παραπάνω λόγο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, ότι τα ληφθέντα αυτεπαγγέλτως υπόψη και παρά τις επί μέρους αοριστίες τους, συνδέονται αιτιωδώς με την περί καταχρήσεως, υπό την έννοια της αποδυναμώσεως του ενδίκου δικαιώματος κρίση του δικαστηρίου, η οποία θα ήταν διαφορετική αν αυτά δεν λαμβανόντουσαν υπόψη.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί δεν αφορά σε "πράγματα" υπό την εκτεθείσα στη νομική σκέψη έννοια, ενώ προσέτι και οι προαναφερθείσες αιτιάσεις των προσθέτων λόγων πρέπει να απορριφθούν, αφού η βασιμότητά τους τελεί υπό την προϋπόθεση της παραδοχής του ερευνώμενου δεύτερου αναιρετικού λόγου.

Ειδικότερα τα επίμαχα περιστατικά που τείνουν σε ενίσχυση της βάσεως της εκ του άρθρου 281 ΑΚ ενστάσεως δεν είναι "πράγματα", καθόσον τα υπό στοιχεία α έως και δ περιστατικά προέκυψαν από τις αποδείξεις, το υπό στοιχ. ε που δεν συνιστά από μόνο του αυτοτελή ισχυρισμό είχε προταθεί, ενώ το υπ’ αριθμ. ε που επίσης είχε προταθεί αφορά σε συμπέρασμα του δικαστηρίου, σε κάθε δε περίπτωση και χωρίς την αποδοχή των παραπάνω περιστατικών, οι λοιπές αποδοχές της αποφάσεως επαρκώς πληρούν το πραγματικό της διατάξεως του 281 ΑΚ.

Ενόψει τούτων ο ερευνώμενος δεύτερος λόγος της αναίρεσης, καθώς και οι υπό στοιχ. Α και Β αιτιάσεις του προσθέτου δικογράφου των λόγων της αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν.

Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 11 εδ γ του ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο.

Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση του αποδεικτικού μέσου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Καμμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη, ενώ από την ειδική αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν τα μη ειδικά αναφερόμενα.

Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ. ΑΠ 2/2008) ή κατ’ άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ. ΑΠ 14/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός λόγος. Περαιτέρω ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο τη βαρύτητα που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ στο έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Εξάλλου η αναιρεθείσα απόφαση αποβάλλει την ισχύ της και δεν παράγει πλέον έννομα αποτελέσματα όπως πχ δεδικασμένο ή εκτελεστότητα, πλην όμως εξακολουθεί ως δημόσιο έγγραφο να αποδεικνύει πλήρως όσα έγιναν από το δικαστήριο ή ενώπιόν του, ενώ το περιεχόμενό της μπορεί να χρησιμεύσει για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο του προσθέτου δικογράφου της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αναιρετική πλημμέλεια κατά την οποία το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα τα παρακάτω έγγραφα που επαναπροσκομίσθηκαν νόμιμα στο Εφετείο, τα οποία ανταποδείκνυαν τον ισχυρισμό τους περί μη καταχρηστικής ασκήσεως από αυτούς του ενδίκου δικαιώματός τους.

Τα έγγραφα αυτά είναι α) το υπ’ αριθμ. .../16.4.1930, β) το υπ’ αριθμ. .../28.5.1930, γ) το υπ’ αριθμ. .../7.7.1930, δ) το υπ’ αριθμ. .../11.8.1930 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αθηνών Πάνου Πολυζωϊδου, ε) το από 6.12.1935 ιδιωτικό συμφωνητικό αγοραπωλησίας, στ) την υπ’ αριθμ. …/1937 απόφαση της κατ’ άρθρο 65 του Αγροτικού Κώδικα Επιτροπής Απαλλοτριώσεων, 2) αντίγραφο του πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής του κληρούχου Γ.

Π., που διενεργήθηκε στις 7.1.1932. Επίσης δεν έλαβε υπόψη προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ως προς το ίδιο ζήτημα τις αναιρεθείσες υπ’ αριθμ. 8738/2001 και 1234/2004 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί από την προσβαλλομένη απόφαση και ιδιαίτερα από την περιεχόμενη σ’ αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα επικελέσθηκαν και προσκόμισαν, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης και της αναφοράς του αναιρεσιβαλλομένου μέρους τους, ήτοι εκείνου που δέχεται το βάσιμο της εκ του άρθρου 281 ΑΚ ενστάσεως, στο μέρος της απόφασης που αφορά το ιδιοκτησιακό καθεστώς του ενδίκου ακινήτου, δεν καταλείπεται καμμιά αμφιβολία ότι το Εφετείο ως προς το μερικότερο ζήτημα του χρόνου εγκαταστάσεως του απώτερου δικαιοπαρόχου των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων Η.

Κ. στο επίδικο, που είναι ένα από τα περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά που συνολικώς εκτιμήθηκαν για το καταχρηστικό της ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος των αναιρεσειόντων, έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις. Η αιτίαση του ερευνώμενου λόγου ότι από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα συνάγεται ανταποδεικτικά αντίθετο πόρισμα ως προς το παραπάνω ζήτημα είναι απαράδεκτη, καθόσον πλήττει την, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ ανέλεγκτη αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδείξεων.

Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός (δεύτερος προσθέτου δικογράφου) πρέπει να απορριφθεί.

Με τον τρίτο λόγο του προσθέτου δικογράφου της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η ίδια αναιρετική πλημμέλεια του αριθμ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ κατά την οποία το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις την υπ’ αριθμ. 2810/1962 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που ανταποδείκνυε τον μερικότερο ισχυρισμό της αποδυναμώσεως του κατατεθέντος σε δίκη δικαιώματος των εναγόντων αναιρεσειόντων.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως και της όπως αναφέρθηκε στον προηγούμενο λόγο, αναφοράς του αναιρεσιβαλλομένου μέρους της, στο μέρος της απόφασης που αφορά το ιδιοκτησιακό καθεστώς του ενδίκου ακινήτου δεν καταλείπεται καμμιά αμφιβολία ότι η επίμαχη απόφαση λήφθηκε υπόψη.

Ειδικότερα στο 110 φύλλο της απόφασης αναφέρεται όλη η δικαστική διαδρομή της από 30.8.1952 αγωγής και των αποφάσεων που εκδόθηκαν γι’ αυτήν, ήτοι της υπ’ αριθμ. 8807/1953 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και των υπ’ αριθμ. 4611/1954 και 2810/1962 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών. Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός, καθώς και η αναίρεση στο σύνολό της και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔικ).

Οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους (άρθρ. 183, 176 και 180 παρ. 1 ΚΠολΔικ) πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-6-2014 αίτηση και τους από 10.12.2014 πρόσθετους λόγους των Ι. Δημ. Γ., Μ. συζ. Γ. Δ. κλπ κατά των Ε. συζ. Φ. Χ., Κ. Χ. του Φ. κλπ για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 5590/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ