Appeal allowed: Supreme Court found lower court failed to provide clear legal basis for contract formation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of First Instance's judgment. The appellant argued the lower court lacked a clear legal basis for finding a debt recognition contract existed, citing vague reasoning regarding the parties' intent. The court agreed, noting the lower court failed to explicitly demonstrate how the specific circumstances satisfied the requirements for a contract of debt recognition under the Civil Code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 185, 189, 192, 361 of the Civil Code; Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure: A ground for appeal based on lack of legal basis exists when the judgment fails to clearly state the factual circumstances constituting the actual rule of substantive law applied, rendering appellate review of the correct application of the provision impossible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 550 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 550/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Βασίλειο Πέππα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσειόντος: Ν. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάμπρο Μακρυγιάννη, ο οποίος ανακάλεσε την από 20/10/2014 δήλωσή του κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Της αναιρεσίβλητης: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Χ. Κ. - Σ. Μ. Ο.Ε." και με διακριτικό τίτλο "ΣΥΛΛΟΓΗ - ΚΟΣΜΗΜΑΤΟΠΟΙΪΑ" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δαμιανό Δημητρούλια, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/4/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας και των Χ. Κ. και Σ. Μ., οι οποίοι δεν είναι διάδικοι στην δίκη αυτή, η οποία κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 436/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 2973/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/10/2013 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας ανέγνωσε την από 10/4/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι 1ος και 2ος λόγοι αναιρέσεως (κατά τις αναφερόμενες στο σκεπτικό διακρίσεις) και να απορριφθεί ο 3ος λόγος αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η μη προβλεπόμενη ρητώς από τον ΑΚ, αλλά διεπόμενη από το άρθρο 361 αυτού σύμβαση, με την οποία κάποιος αναγνωρίζει το χρέος που έχει από ορισμένη αιτία, ώστε να ιδρύεται νέα ενοχική σχέση που αποτελεί νέα βάση υποχρέωσης προς εκπλήρωση της παροχής, προϋποθέτει σύμπτωση των δηλώσεων βουλήσεως των συμβαλλομένων, κατόπιν προτάσεως του ενός μέρους και αποδοχής από το άλλο (άρθρα 185, 189 192 ΑΚ), ως προς το σκοπούμενο με αυτήν ως άνω έννομο αποτέλεσμα.
Εξάλλου, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 46/12, ΑΠ 104/12).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Οι ερμηνευτικοί αυτοί κανόνες παραβιάζονται, όταν το Δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βούλησης, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφαση του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας κατέληξε δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (Ολ.ΑΠ 26/2004).
Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, τον δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων, καθώς και τη φύση της σύμβασης.
Έτσι, κάθε δήλωση βούλησης, θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο. Όλα τα παραπάνω προϋποθέτουν την ύπαρξη δικαιοπρακτικής δηλώσεως βουλήσεως με περιεχόμενο σχετικό με το αντικείμενο της δίκης, διότι σε περίπτωση παντελούς ελλείψεως της, έστω και όχι ρητής, αλλά σιωπηρής, εκ των περιστάσεων συναγόμενης, δεν είναι νοητή η αναπλήρωση της από το δικαστήριο με την επίκληση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών.
Στην ένδικη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχτηκε τα ακόλουθα: "Η πρώτη ενάγουσα είναι ομόρρυθμη εταιρεία, που εδρεύει στην ... με αντικείμενο δραστηριότητας την εμπορία είτε χονδρικώς είτε λιανικώς παντός είδους και τύπου κοσμημάτων και διακοσμητικών αντικειμένων στην ελληνική και διεθνή αγορά, ο δε δεύτερος και τρίτος των εναγόντων ομόρρυθμα μέλη αυτής και διαχειριστές της.
Ο εναγόμενος διατηρεί επιχείρηση χρυσοχοείου στην πόλη της ... . Με σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης που καταρτίστηκε προφορικά στη ... στις αρχές Οκτωβρίου του έτους 2001 μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της πρώτης ενάγουσας και του εναγόμενου ο τελευταίος παρέδωσε στην πρώτη διαδοχικά και μέχρι την 10.3.2002 συνολικά 386 χρυσά κοσμήματα, συνολικής αξίας 180.00 ευρώ, για χρονικό διάστημα ενός έτους και συγκεκριμένα από την 10.3.2002 έως και την 9.3.2003, προκειμένου η πρώτη ενάγουσα να τα επιδεικνύει και να τα μεταπωλεί σε κοσμηματοπωλεία και ιδιώτες, η εταιρεία δε μετά την παρέλευση του συμφωνηθέντος ετήσιου χρονικού διαστήματος να καταβάλει στον εναγόμενο το τίμημα κάθε κοσμήματος υπό την προϋπόθεση ότι αυτό είχε πωληθεί καθώς και μετά τη λήξη του ετήσιου χρονικού διαστήματος να επιστρέψει στον εναγόμενο τα τυχόν μη πωληθέντα.
Η αμοιβή της ενάγουσας για τα ως άνω θα ήταν το κέρδος που θα αποκόμιζε από την μεταπώληση των άνω κοσμημάτων στην αγορά δεδομένου ότι η μεταπώληση αυτών ύστερα από έκδοση σχετικού τιμολογίου πώλησης από τον εναγόμενο στην πρώτη ενάγουσα θα γινόταν αποκλειστικά από την εταιρεία στο όνομα της και για δικό της λογαριασμό.
Μέχρι την 19.4.2002 η πρώτη ενάγουσα επέστρεψε τμηματικά στον εναγόμενο 24 τεμάχια κοσμημάτων αξίας 14.801,94 ευρώ και δυνάμει των υπ' αρ. 6 και η τιμολογίων έκδοσης του εναγόμενου με ημερομηνία 12.3.2002 ο εναγόμενος πώλησε στην πρώτη ενάγουσα κοσμήματα, τα οποία η τελευταία μεταπώλησε σε τρίτους αγοραστές συνολικής αξίας 9.388,14 ευρώ.
Τα ως άνω αποτελούν περιεχόμενο και του από 18.5.2002 ιδιωτικού συμφωνητικού που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων για το οποίο θα γίνει λόγος κατωτέρω. Περί τα τέλη Απριλίου του έτους 2002 ο εναγόμενος συναντήθηκε στη Ρόδο με τον δεύτερο και τρίτο ενάγοντα και τους ζήτησε να του επιστρέφουν 328 χρυσά κοσμήματα, αξίας 155.809,22 ευρώ που κατείχε νομίμως η πρώτη ενάγουσα βάσει της προηγούμενης συμφωνίας.
Οι δεύτερος και τρίτος των εναγόντων αξίωσαν από τον εναγόμενο με την ταυτόχρονη επιστροφή σ' αυτόν των ως άνω κοσμημάτων να καταβάλει ο εναγόμενος στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 46.742,97 ευρώ λόγω της απώλειας του μετά βεβαιότητας προσδοκώμενου να εισπραχθεί κέρδους που η πρώτη ενάγουσα θα αποκόμιζε από την πώληση των άνω κοσμημάτων και το οποίο θα ανερχόταν σε ποσοστό 30% επί της αξίας των επιστραφέντων κοσμημάτων (155.809,92X30%ο), το ποσό των 1.686,22 ευρώ το οποίο η πρώτη ενάγουσα δαπάνησε για τη συμμετοχή σε εκθέσεις προκειμένου να διαφημίσει τα ως άνω κοσμήματα και το ποσό των 6.000 ευρώ τα οποία επίσης δαπάνησε για την προώθηση των ως άνω κοσμημάτων, την επίδειξη τους σε εκθέσεις και τη διαφήμιση τους σε εκθέσεις και συνολικά για την αιτία αυτή το ποσό των 7.686,22 ευρώ (6.000+1686,22).
Κατόπιν αυτού ο εναγόμενος υπέβαλε σε βάρος του δεύτερου και τρίτου των εναγόντων την από 25-4-2002 έγκληση για υπεξαίρεση κοσμημάτων. Με την από 25-4-2002 έγκληση του ανέφερε ότι οι ως άνω ενάγοντες αρνήθηκαν να του αποδώσουν τα κοσμήματα, ενώ την επόμενη ανέφερε περαιτέρω ότι τον απείλησαν. Στη συνέχεια όμως με την από 17-5-2002 δήλωση παραίτησης από πολιτικής αγωγής ανέφερε ότι οι ως άνω δεν αρνήθηκαν να του αποδώσουν τα κοσμήματα αλλά πρόβαλαν ότι θα έπρεπε να τους καταβληθεί αποζημίωση λόγω της αποθετικής ζημίας που υφίσταντο λόγω της αθέτησης της συμβατικής υποχρέωσης του εγκαλούντος-εναγόμενου από την μεταξύ τους ως άνω σύμβαση και δήλωσε ότι δεν επιθυμεί τη συνέχιση της ποινικής διαδικασίας.
Έτσι το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ρόδου με το υπ' αρ. 98/2007 βούλευμα του αποφάνθηκε να μην γίνει η κατηγορία κατά του δεύτερου και τρίτου των εναγόντων για την πράξη της υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος που φέρεται ότι τελέστηκε από αυτούς στη Ρόδο τον Απρίλιο του 2002 σε βάρος του εναγόμενου και να παύσει η δίωξη υφ' όρον κατ' άρθρο 31 παρ.1 του ν. 3346/2005 για την πράξη της απειλής που φέρεται ότι τελέστηκε από αυτούς στον ως άνω τόπο και χρόνο σε βάρος του εναγόμενου.
Τα ως άνω αποτελούν και περιεχόμενο του από 18.5.2002 ιδιωτικού συμφωνητικού που καταρτίστηκε μεταξύ των εναγόντων και του πληρεξουσίου δικηγόρου του εναγόμενου, Δημητρίου Μπαντάνα, που ενήργησε στο όνομα και για λογαριασμό του εναγόμενου δυνάμει του υπ' αρ. .../17.5-2002 πληρεξουσίου της συμβ/φου Ρόδου Μαρίας Λυρίστης.
Προς επίλυση της διαφοράς στις 30-4-2002 μετά από τηλεφωνική επαφή του εναγόμενου με τους δεύτερο και τρίτο των εναγόντων είχε κανονιστεί συνάντηση στα γραφεία της πρώτης ενάγουσας. Την ορισθείσα ημερομηνία ο εναγόμενος μετέβη στον τόπο της συνάντησης μαζί με άλλα τρία άγνωστα στο Δικαστήριο άτομα νεαρής ηλικίας στο κατάστημα των εναγόντων, που βρίσκεται στον 5° όροφο της οδού ...
αρ. 18, έχοντας αποφασίσει από κοινού με αυτούς και με δόλο να εξαναγκάσουν τους ενάγοντες χρησιμοποιώντας σωματική βία να παραδώσουν τα κοσμήματα, μολονότι δεν είχαν τέτοια υποχρέωση αφού δεν είχε παρέλθει η ενιαύσια προθεσμία που η πρώτη ενάγουσα δικαιούτο να έχει στην κατοχή της τα κοσμήματα ούτε και ο εναγόμενος ικανοποιούσε την απαίτηση της προς αποζημίωση.
Πράγματι, αφού εισήλθαν στο ως άνω κατάστημα κατάφεραν διάφορα κτυπήματα με λακτίσματα και γροθιές σε διάφορα μέρη του σώματος του δεύτερου και τρίτου των εναγόντων προκαλώντας σ' αυτούς σωματικές βλάβες επιχειρώντας με τον τρόπο αυτό να κάμψουν την αντίσταση αυτών και να τους εξαναγκάσουν να παραδώσουν τα κοσμήματα από το χρηματοκιβώτιο, όπου είχαν τοποθετήσει τα υπόλοιπα 328 κοσμήματα, τα οποία τους είχε παραδώσει προς δειγματισμό και πώληση και για την επιστροφή τους πρόβαλαν για λογαριασμό και της πρώτης ενάγουσας την οποία εκπροσωπούσαν χρηματικές απαιτήσεις.
Πλην όμως η ως άνω πράξη δεν ολοκληρώθηκε από εξωτερικά αίτια και ανεξάρτητα της θέλησης του εναγόμενου, καθόσον οι παθόντες αντιστάθηκαν σθεναρά και κάλεσαν σε βοήθεια με αποτέλεσμα οι ως άνω να τραπούν σε φυγή ... . Για την ως άνω αξιόποινη πράξη του εναγόμενου και των συναυτουργών του οι ενάγοντες υπέβαλαν μήνυση στο Αστυνομικό Τμήμα Ακρόπολης.
Δυνάμει του από 8.9.2004 Κλητηρίου Θεσπίσματος ο εναγόμενος παραπέμφθηκε για απόπειρα ληστείας ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων. Με την υπ' αρ. 4737/2008 απόφαση αυτού ο εναγόμενος κηρύχθηκε ένοχος κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από απόπειρα ληστείας σε απόπειρα παράνομης βίας. Στη συνέχεια κατόπιν σχετικής έφεσης εκδόθηκε η υπ' αρ. 3353/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου με την οποία αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας αυτοδικία σε απόπειρα (και όχι απόπειρα παράνομης βίας) και επειδή η ως άνω πράξη τελέστηκε την 30.4-2002 πριν από τη δημοσίευση του ν. 3346/17-6.2005 έπαυσε υφ' όρον κατ' άρθρο 31 παρ. 1 του ν. 3346/2005 την ποινική δίωξη για την ως άνω πράξη ...
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις 18.5.2002 (μία ημέρα μετά την παραίτηση του εναγόμενου από την πολιτική αγωγή για την πράξη της υπεξαίρεσης) με το από 18.5.2002 ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίστηκε μεταξύ των εναγόντων και του εναγόμενου που ενεργούσε δια αντιπροσώπου, του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Μπατάνα "συμφωνήθηκαν και έγιναν από κοινού δεκτά μεταξύ άλλων και τα παρακάτω: 5 ...
Τότε οι Χ. Κ. και Σ. Μ. αφού δήλωσαν στο Ν. Κ. ότι η συγκεκριμένη ενέργεια του έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τα όσα είχαν συμφωνηθεί καθώς και με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, αξίωσαν από τον Ν. Κ. με την ταυτόχρονη επιστροφή σε αυτόν των κοσμημάτων να καταβάλει στην εταιρεία α) το ποσό των 46.742,97 ευρώ λόγω της αποθετικής της ζημίας και συγκεκριμένα λόγω της απώλειας ...
β) το ποσό των 1.686,22ευρώ το οποίο δαπάνησε για τη συμμετοχή σε εκθέσεις ... γ) το ποσό των 6.000 ευρώ τα οποία δαπάνησε η εταιρεία για την προώθηση των εμπορευμάτων και συνολικά για την αιτία αυτή το ποσό των 7.686,22 ευρώ (6.000+1.686,2) ... 7. επιφυλασσόμενοι όλων των νομίμων δικαιωμάτων τους και αξιώσεων τους από την ανώμαλη σε βάρος τους εξέλιξη της άνω συμβάσεως εξ αποκλειστικής υπαιτιότητας του Ν.
Κ. παρέδωσαν σήμερα σε αυτόν, όπως εκπροσωπείται, του παρόντος επέχοντος θέση αποδείξεως παραδόσεως και παραλαβής ως και είσπραξης μετρητών α) τα χρυσά κοσμήματα β) το ποσό των 11.440,35 ευρώ σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση των τιμολογίων 6 και 7 ... 10. Οι συμβαλλόμενοι εταιρεία, Χ. Κ. και Σ. Μ. δηλώνουν ότι διατηρούν στο ακέραιο τις αξιώσεις τους κατά του Ν.
Κ. λόγω της προσβολής της ως άνω συμβάσεως ως και της βλάβης της φήμης και της αξιοπιστίας τους με την κατάθεση της άνω μηνύσεως ...". Στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό υπάρχει σαφής μνεία της αιτίας από την οποία πηγάζει η απαίτηση της πρώτης ενάγουσας κατά του εναγόμενου και μάλιστα αναφέρεται ρητά ότι προέρχεται από την ανώμαλη σε βάρος της εξέλιξη της άνω σύμβασης εξ' αποκλειστικής υπαιτιότητας του εναγόμενου και ότι η συγκεκριμένη ενέργεια του, δηλαδή να ζητήσει την επιστροφή των κοσμημάτων πριν από τη λήξη της σύμβασης έρχεται σε αντίθεση με τα όσα είχαν συμφωνηθεί και με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών.
Από το περιεχόμενο όμως του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού που συνυπέγραψε και ο εναγόμενος υπάρχει μία αμφιβολία και ασάφεια σε σχέση με το αν υπάρχει αναγνώριση εκ μέρους του εναγόμενου ότι η ανώμαλη εξέλιξη της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης ανώμαλης παρακαταθήκης οφείλεται στην αντισυμβατική και υπαίτια συμπεριφορά του καθώς και αν υπάρχει αναγνώριση εκ μέρους του ότι υφίσταται νόμιμη αξίωση της πρώτης ενάγουσας κατά αυτού, ποσού 54.429,19 ευρώ με την έννοια της δημιουργίας νέας αυτοτελούς αξίωσης της, προερχόμενη από την αντισυμβατική συμπεριφορά του και συγκεκριμένα ποσού 46.742,97ευρώ λόγω αποθετικής ζημίας και συνολικού ποσού 7.686,22 ευρώ που η πρώτη ενάγουσα δαπάνησε για την προώθηση των εμπορευμάτων, τη διαφήμιση και την επίδειξη αυτών σε εκθέσεις.
Λόγω της ως άνω διαπιστωθείσας ασάφειας το Δικαστήριο πρέπει προσφεύγοντας στους γενικούς ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ να ερμηνεύσει την αληθή βούληση του εναγόμενου λαμβάνοντας υπόψη, στην ερμηνεία του, τον δικαιοπρακτικό σκοπό, τις χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλόμενων, τη φύση της σύμβασης και τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος.
Ειδικότερα καταφαίνεται ότι οι διάδικοι προέβησαν στην υπογραφή του ως άνω υπό ερμηνεία ιδιωτικού συμφωνητικού προκειμένου να αναγνωριστεί εκ μέρους του εναγόμενου ότι η λήξη της σύμβασης ανώμαλης παρακαταθήκης οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα αυτού, ότι η συγκεκριμένη ενέργεια του να ζητήσει την επιστροφή των κοσμημάτων είναι αντίθετη με τα συμφωνηθέντα, αφού η προθεσμία απόδοσης είχε συμφωνηθεί διάρκειας ενός έτους και προκειμένου με την ταυτόχρονη επιστροφή σ' αυτόν των κοσμημάτων να αναγνωριστεί εκ μέρους του (του εναγόμενου) ότι η οφειλή του προς την πρώτη ενάγουσα ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 54.429,19 ευρώ.
Εξάλλου δεν είναι νοητό να υπογράφεται μεταξύ των συμβαλλομένων-διαδίκων το εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό στην αρχή του οποίου μάλιστα αναγράφεται "συμφωνήθηκαν και έγιναν από κοινού δεκτά τα παρακάτω" για έκθεση των πραγματικών γεγονότων που έλαβαν χώρα, παρά μόνο για την αιτιώδη αναγνώριση του χρέους εκ μέρους του εναγόμενου.
Δηλαδή από το περιεχόμενο του υπό ερμηνεία ιδιωτικού συμφωνητικού προκύπτει ότι εκείνο που συμφωνήθηκε και έγινε αποδεκτό μεταξύ των συμβαλλομένων είναι η αξίωση της ενάγουσας να της καταβάλει ο εναγόμενος το συγκεκριμένο ως άνω ποσό με την ταυτόχρονη επιστροφή σ' αυτόν των κοσμημάτων, τα οποία οι μεν ενάγοντες παρέδωσαν και επειδή ο εναγόμενος δεν κατέβαλε ταυτόχρονα το ως άνω χρηματικό ποσό οι ενάγοντες δήλωσαν ότι διατηρούν στο ακέραιο τις εν λόγω αξιώσεις τους.
Επομένως, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, πλήρως αποδείχθηκε ότι η βούληση του εναγόμενου ήταν με το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό να αναγνωρίσει ότι το από την ως άνω αιτία χρέος του προς την πρώτη ενάγουσα ανέρχεται στο ως άνω ποσό. Με βάση δηλαδή το ως άνω συμφωνητικό, ιδρύθηκε, κατά την αληθινή βούληση των συμβληθέντων και τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, σύμφωνα με τους προαναφερόμενους ερμηνευτικούς κανόνες, μία νέα ενοχική σχέση που αποτελεί νέα αυτοτελή βάση υποχρέωσης του εναγόμενου να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το εν λόγω ποσό.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, συνεπώς, που με την εκκαλουμένη απόφαση, παρότι δέχτηκε ότι υπάρχει αναγνώριση εκ μέρους του εναγομένου της αποκλειστικής υπαιτιότητας του ως προς τη λήξη της σύμβασης ανώμαλης παρακαταθήκης στη συνέχεια δέχθηκε ότι δεν περιέχεται σ' αυτό αναγνώριση εκ μέρους του εναγόμενου ότι υφίσταται χρέος συγκεκριμένου ποσού, δηλαδή του ποσού των 54.429,19 ευρώ, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις που προσκομίστηκαν και όσα υποστηρίζονται με τον σχετικό λόγο (1ος) της έφεσης των εναγόντων πρέπει να γίνουν δεκτά ως ουσιαστικά βάσιμα.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου έφεσης πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση των εναγόντων ως ουσιαστικά βάσιμη, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολο της για το ενιαίο του τίτλου εκτέλεσης ... Στη συνέχεια, αφού η υπό κρίση αγωγή θεμελιωθεί στο άρθρο 361 ΑΚ, αφού ο νομικός χαρακτηρισμός των επικαλούμενων περιστατικών στα οποία θεμελιώνεται το προβαλλόμενο με την αγωγή αίτημα δεν είναι δεσμευτικό για το Δικαστήριο, το οποίο οφείλει αυτεπαγγέλτως να προβεί στην ορθή νομική υπαγωγή των εννόμων σχέσεων που αναδύονται από τα επικαλούμενα κατά τρόπο σαφή πραγματικά περιστατικά και όχι από τον αποδιδόμενο από τον ενάγοντα νομικό χαρακτηρισμό ...
και κρατηθεί η υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση από το Δικαστήριο τούτο πρέπει να γίνει η υπό κρίση αγωγή να γίνει μερικά δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος οφείλει να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 54.429,19 ευρώ με το νόμιμο τόκο ....".
Με αυτά που δέχτηκε η αναιρεσιβαλλομένη, διέλαβε ασαφείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αναφορικά με την κατόπιν ερμηνείας παραδοχή της, περί καταρτίσεως συμβάσεως αναγνωρίσεως χρέους, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ορθής εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 173, 200, σε συνδυασμό με 185, 189, 192 και 361 ΑΚ.
Ειδικότερα, λαμβανομένου υπόψη ότι σύμφωνα με το εκτιθέμενο στις ουσιαστικές παραδοχές της περιεχόμενο του επίμαχου συμφωνητικού, αυτό υπείχε "θέση αποδείξεως παραδόσεως και παραλαβής ως και είσπραξης μετρητών" και της εκτιθέμενης σ' αυτό μονομερούς δήλωσης των εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης περί προβολής των επίμαχων αποζημιωτικών αξιώσεων και (απλής) επιφυλάξεως τους γι’ αυτές, χωρίς αντίστοιχη δήλωση βουλήσεως του αναιρεσείοντος (επιδεκτική ερμηνείας) περί αποδοχής τους και ενώ εκτίθεται στην απόφαση ότι το δικαστήριο πρέπει προσφεύγοντας στους γενικούς ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ να ερμηνεύσει την αληθή βούληση του εναγόμενου λαμβάνοντας υπόψη, στην ερμηνεία του, τον δικαιοπρακτικό σκοπό, τις χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλόμενων, τη φύση της σύμβασης και τα συμφέροντα των μερών, στη συνέχεια διατυπώνεται το κατ' ερμηνεία αποδεικτικό πόρισμα της αναιρεσιβαλλομένης, χωρίς να προσδιορίζεται ποιες είναι και σε τι συνίστανται οι "χρονικές και άλλες συνθήκες", που έλαβε υπόψη το Δικαστήριο για τη διαμόρφωση της σχετικής κατ' ερμηνεία κρίσης του, αλλά και τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών στην δοθείσα ερμηνεία, ούτε εκτίθενται περιστατικά που να στοιχειοθετούν σιωπηρή έστω αποδοχή των αξιώσεων της αναιρεσίβλητης από τον αναιρεσείοντα.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως συμπληρώθηκε με την εισήγηση του Εισηγητή (άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ), είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Κατόπιν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η περαιτέρω έρευνα των λοιπών λόγων της αιτήσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, εφ' όσον είναι δυνατή η συγκρότηση αυτού, από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν. Ακόμη, πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο (άρθρο 495 § 4 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2973/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν.
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσίβλητης τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.500) ευρώ.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 5 Μαΐου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ